Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΡΑΚΤΙΚΑ - ΣΥΝΘΕΣΗ ΑΣΤΙΚΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΡΑΚΤΙΚΑ - ΣΥΝΘΕΣΗ ΑΣΤΙΚΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 18 Σεπτεμβρίου 2014

ΛΥΜΕΝΟ ΠΡΑΚΤΙΚΟ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΑΠΟ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΣΧΟΛΗΣ (ΦΕΒ 2011 Β ΒΑΡΔΙΑ)

ΠΡΑΚΤΙΚΟ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ


Ο Θ δωρίζει στον ανεψιό του Α ένα συλλεκτικό αυτοκίνητο με την απαγόρευση να το μεταβιβάσει περαιτέρω σε τρίτον παρά μόνο στον πρωτότοκο γιο του Α, τον Γ, και στη συνέχεια του το παραδίνει.
Μετά από ένα έτος ο Α, ευρισκόμενος σε οικονομική ανάγκη πωλεί και μεταβιβάζει το αυτοκίνητο στον Β αντί 120.000 ευρώ.

1) Πόσες δικαιοπραξίες καταρτίστηκαν μεταξύ Α και Β και ποιά η ουσιώδης μεταξύ τους διαφορά;

2) Απαιτείται τύπος για τις δικαιοπραξίες που καταρτίστηκαν μεταξύ Θ και Α αφενός και Α και Β αφετέρου και ποιά η συνέπεια αν όπου αυτός απαιτείται, δεν τηρηθεί;

3) Είναι έγκυρη η απαγόρευση μεταβιβάσεως και ποιες συνέπειες έχει ως προς τους Α και Β;

4) Αν ο Β εσφαλμένα θεώρησε ότι το συλλεκτικό αυτοκίνητο ήταν μοντέλο έτους 1948 (μεγαλύτερης αξίας) ενώ στην πραγματικότητα ήταν μοντέλο έτους 1951 (μικρότερης αξίας), μπορεί να αποδεσμευθεί από τη σύμβαση πώλησης και αν ναι, πως;

Απάντηση (παιδιά άνοιξα τον Αστικό Κώδικα και απάντησα μόνη μου σαν να ήμουν σε εξετάσεις_όποιος θέλει συμπληρώνει ή σχολιάζει):

1) Μεταξύ Α και Β καταρτίστηκαν 3 δικαιοπραξίες. Μία ενοχική και δύο εμπράγματες. Αρχικά, καταρτίστηκε η ενοχική σύμβαση της πώλησης (ΑΚ 513) με την οποία ο πωλητής Α υποσχέθηκε να μεταβιβάσει την κυριότητα του πράγματος (το συλλεκτικό αυτοκίνητο στην προκειμένη περίπτωση) και ο αγοραστής Β υποσχέθηκε να πληρώσει το τίμημα που συμφωνήθηκε ήτοι 120.000 ευρώ. Εν συνεχεία, ακολούθησε η μεταβίβαση της κυριότητας του κινητού πράγματος (συλλεκτικού αυτοκινήτου) από τον Α στον Β (ΑΚ 1034) και η μεταβίβαση της κυριότητας του κινητού πράγματος (χρήματα) από τον Β στον Α (ΑΚ 1034). Η σύμβαση της πώλησης είναι ενοχική και υποσχετική δικαιοπραξία ενώ η μεταβίβαση της κυριότητας είναι εμπράγματη και εκποιητική. Η ουσιώδης διαφορά μεταξύ των δύο δικαιοπραξιών είναι ότι με την ενοχική δικαιοπραξία δεν χρειάζεται εκείνος που υπόσχεται να είναι κύριος του πράγματος και επιπλέον δεν μεταβάλλεται η περιουσιακή του κατάσταση ενώ αντιθέτως, με την εμπράγματη δικαιοπραξία εκείνος που μεταβιβάζει την κυριότητα πράγματος πρέπει να είναι κύριος, να έχει δηλαδή εξουσία διαθέσεως και επιπλέον με την εμπράγματη δικαιοπραξία μεταβάλλεται η περιουσιακή του κατάσταση (μειώνεται).

2) Σύμφωνα με τα οριζόμενα του άρθρου 158 ΑΚ η τήρηση τύπου για τη δικαιοπραξία απαιτείται μόνο όπου το οριζει ο νόμος. Ο νόμος στις διατάξεις του άρθρου 498 ΑΚ ορίζει ότι η σύμβαση της δωρεάς (ΑΚ 496) όσον αφορά τα κινητά πράγματα ισχυροποιείται όταν συνοδεύεται με την παράδοση αυτού. Σύμφωνα με το πρακτικό ο δωρητής Θ παρέδωσε το αμάξι στον δωρεοδόχο Α και συνεπώς η δωρεά του συλλεκτικού αυτοκινήτου είναι ισχυρή. Ως προς το δεύτερο μέρος του ερωτήματος, όσον αφορά τις δικαιοπραξίες μεταξύ Α και Β, πώλησης (ΑΚ 513) και μεταβίβασης κυριότητας κινητού πράγματος (ΑΚ 1034)  δεν απαιτείται να περιβληθούν με συμβολαιογραφικό τύπο.

3) Στο ανωτέρω πρακτικό έχουμε δωρεά υπό τρόπο (ΑΚ 503) όπου ο δωρητής Θ έχει θέσει ένα όρο στη σύμβαση της δωρεάς και συγκεκριμένα ζήτησε να μη μεταβιβαστεί το αυτοκίνητο σε τρίτο πρόσωπο παρά μόνο στον πρωτότοκο γιο του Α, Γ. Όμως, ο δωρεοδόχος Α και όντας ευρισκόμενος σε οικονομική ανάγκη μετά από ένα έτος πώλησε και μεταβίβασε στον Β το συλλεκτικό αυτοκίνητο. Η συμπεριφορά του αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί αχάριστη απέναντι στον θείο του και δωρητή Θ ούτε μπορεί να θεωρηθεί κοινωνικά αποδοκιμαστέα με τρόπο τέτοιο ώστε ο δωρητής να ζητήσει την ανάκληση της δωρεάς (ΑΚ 505). Συνεπώς, οι έννομες συνέπειες επήλθαν με τη σύμβαση της πώλησης και κύριος του συλλεκτικού αυτοκινήτου είναι ο Β.

4) Αν κατά την κατάρτιση δικαιοπραξίας η δήλωση βουλήσεως δεν συμφωνεί με την πραγματική βούληση του δηλούντος Β, λόγω ουσιώδους πλάνης, τότε ο τελευταίος δικαιούται να ζητήσει ακύρωση της σχετικής δικαιοπραξίας (ΑΚ 140 επ.). Ειδικά επί δικαιοπραξίας που αφορά σε πώληση κινητού μεγάλης αξίας, ως ουσιώδη πλάνη νοείται και η πλάνη περί την ιδιότητα του αυτοκινήτου ως χρονολογία κατασκευής. Συγκεκριμένα η ιδιότητα αυτή (της χρονολογίας κατασκευής) σύμφωνα με το πρακτικό είναι τόσο σπουδαία που αν ο Β την εγνώριζε δεν θα προέβαινε στην κατάρτιση της σύμβασης πώλησης. Στην προκειμένη περίπτωση ο Β εσφαλμένα θεώρησε ότι το συλλεκτικό αυτοκίνητο ήταν μοντέλο έτους 1948 (μεγαλύτερης αξίας) ενώ στην πραγματικότητα ήταν μοντέλο έτους 1951 (μικρότερης αξίας) και σύμφωνα με την ΑΚ 140 έχει δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας. Η ακύρωση της δικαιοπραξίας λόγω πλάνης επέρχεται με δικαστική απόφαση (ΑΚ 154), παράγει όμως όλες τις έννομες συνέπειες της μέχρι την έκδοση αυτής. Μόλις εκδοθεί η δικαστική απόφαση, η ακυρώσιμη δικαιοπραξία εξομοιώνεται με την εξαρχής άκυρη (ΑΚ 184) και θεωρείται σαν να μην έγινε (ΑΚ 180). Ο πλανηθείς υποχρεούται να ανορθώσει τη ζημία που προξένησε η ακύρωση (ΑΚ 145) εκτός αν ο ζημιωθείς γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την πλάνη.

Φιλικά,
Λίνα 

Παρασκευή 8 Αυγούστου 2014

ΠΡΑΚΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΚΤΙΚΗΣ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ - ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

Ο ποιητής Φανφάρας, προσβάλλεται από φρενοβλάβεια βαριάς μορφής, προκαλούμενη από λήψη φαρμάκων λόγω μιας χρόνιας πάθησης.
Τα βιβλία του Φανφάρα λόγω της κρίσης δεν πάνε καθόλου καλά και ζητά από τον εκδότη του, Βασίλη, να του δανείσει 20.000 ευρώ. 
Ο Βασίλης λόγω της χρόνιας συνεργασίας τους και θέλοντας να τον εξυπηρετήσει, του καταβάλλει τα 20.000 ευρώ, τα οποία όμως ο ποιητής Φανφάρας έπαιξε στα χαρτιά και τα έχασε.
Ο ανηψιός του ποιητή Φανφάρα, ο Γιώργος, βλέποντας τον θείο του να κατασπαταλά τη περιουσία του αλόγιστα, ζητά από το δικαστήριο να κηρυχθεί ο Φανφάρας σε δικαστική συμπαράσταση.
Ερωτάται:
1. Ποιά η αξίωση του Βασίλη αν τελικά ο Φανφάρας κηρυχθεί σε κατάσταση δικαστικής συμπαράστασης;
2. Δικαιοιύται ο Γιώργος να ζητήσει την κήρυξη του Φανφάρα σε δικαστική συμπαράσταση;
-----------------------------------------
 1. Ο Φανφάρας, κατά τον χρόνο λήψης του δανείου από τον Βασίλη, βρισκόταν σε κατάσταση φρενοβλάβειας που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του (ΑΚ 131). Η δήλωση βούλησής του λοιπόν προς τον Βασίλη για τη σύναψη του δανείου είναι άκυρη. Μεταξύ τους δεν καταρτίστηκε σύμβαση δανείου, ούτε θεμελιώθηκε άλλη συμβατική σχέση, συνεπώς, ο Βασίλης δεν έχει κατά του Φανφάρα αξίωση εκ συμβάσεως για επιστροφή των 20.000 ευρώ όταν το χρέος καταστεί ληξιπρόθεσμο.
Δεδομένης της ακυρότητας της σύμβασης δανείου, ο Φανφάρας με τη λήψη των 20.000 ευρώ από τον Βασίλη, κατέστη πλουσιότερος χωρίς νόμιμη (άκυρη) αιτία από την περιουσία του Βασίλη. Όμως, ενδεχόμενη έγερση αγωγής αδικαιολόγητου πλουτισμού από τον Βασίλη δεν μπορεί να τελεσφορήσει, διότι ο πλουτισμός του Φανφάρα εξανεμίστηκε λίγο αργότερα από την χαρτοπαιξία. Δεδομένου ότι ο Φανφάρας δεν είναι πια πλουσιότερος κατά το χρόνο της επίδοσης της αγωγής, η υποχρέωση του για απόδοση του πλουτισμού αποσβήνεται (ΑΚ 909).
Ευθύνη του Φανφάρα έναντι του Βασιλη δεν μπορεί να θεμελιωθεί ούτε στις διατάξεις για αδικοπραξία (ΑΚ 914). Σύμφωνα με την ΑΚ 915 παρ. 1 "δεν ευθύνεται όποιος ζημίωσε άλλον χωρίς να έχει συνείδηση των πράξεών του ή ενώ βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της κρίσης και της βούλησής του". 
Ανεφάρμοστη είναι εν προκειμένω και η διάταξη της ΑΚ 918 διότι προϋποθέτει ότι ο ενεργήσας πραγμάτωσε το εξωτερικό πραγματικό ορισμένης αδικοπραξίας, για την οποία, αν ήταν ικανός προς καταλογισμό, θα ευθυνόταν. Τούτο όμως δεν συντρέχει εν προκειμένω, διότι, αν ο Φανφάρας ήταν ικανός καταλογισμού δε θα τελούσε αδικοπραξία σε βάρος του Βασίλη αλλά θα κατάρτιζε μαζί του έγκυρη σύμβαση δανείου. 
Δεδομένου ότι ο Βασίλης δεν μπορεί να θεμελιώσει αξιώσεις ούτε στις διατάξεις για την ενδοσυμβατική ευθύνη ούτε σε αυτές για την αδικοπραξία ούτε τέλος στις διατάξεις για αδικαιολόγητο πλουτισμό, μοναδικό νομικό έρεισμα για την αναζήτηση των 20.000 ευρω από τον Βασίλη είναι η ΑΚ 132. 
Η διάταξη αυτή προβλέπει τη δυνατότητα αποζημίωσης αυτού που συναλλάχθηκε με τον δικαιοπρακτικά ανίκανο της ΑΚ 131, εφόσον αγνοούσε ανυπαίτια την κατάστασή του και εφόσον η ζημιά του δεν μπορεί να καλυφθεί από αλλού (ασφαλιστική σύμβαση). Η επιδίκαση αυτής της αποζημίωσης, που συνίσταται στο αρνητικό διαφέρον, δηλαδή στην ανόρθωση της ζημιάς που υπέστη ο συναλλαχθείς, επειδή πίστεψε ότι καταρτίστηκε έγκυρη δικαιοπραξία, αλλά διαψεύστηκε η εμπιστοσύνη του, είναι δυνητικη για το δικαστήριο. Αυτο σημαίνει ότι το δικαστήριο θα κρίνει σταθμίζοντας την περιουσιακή κατάσταση των μερών, τον βαθμό διανοητικής διαταραχής του δηλώσαντος και το πόσο εμφανής ήταν η διαταραχή κλπ.

2. Σύμφωνα με την ΑΚ 1667, τη θέση ενός προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση μπορούν να ζητήσουν το ίδιο το πρόσωπο, για το οποίο συντρέχει σχετικός λόγος, η σύζυγος του, εφόσον υπάρχει έγγαμη συμβίωση, οι γονείς και τα τέκνα του, καθώς και ο εισαγγελέας (αυτεπάγγελτη ενέργεια του δικαστηρίου).
Εκτός από τα παραπάνω πρόσωπα που ορίζει ο νόμος, κανείς άλλος δεν έχει το δικαίωμα αυτό. Επομένως ο Γιώργος ως ανηψιός του και μη ανήκοντας στα πρόσωπα που ορίζει περιοριστικά η ΑΚ 1667, δεν μπορεί να ζητήσει την κήρυξη του Φανφάρα σε δικαστική συμπαράσταση. Μπορεί όμως να αναφερθεί στον εισαγγελέα ζητώντας να πάρει αυτός τη σχετική πρωτοβουλία.

(οι απαντήσεις είναι από μελέτη βιβλίων Γεωργιάδη)

ΠΡΑΚΤΙΚΟ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΕΙΣ - ΣΥΜΦΩΝΟΥ ΠΡΟΑΙΡΕΣΕΩΣ - ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΡΟΑΙΡΕΣΕΩΣ

Ο Παπαπέτρου, χρόνια δικηγόρος της επαρχίας, αποφασίζει να μετακομίσει στην Αθήνα και διαπραγματεύεται τη μίσθωση ενός γραφείου επί της οδού Σόλωνος ώστε να στεγάσει το δικηγορικό του γραφείο το οποίο μεταφέρεται.

Ο Αντωνίου ιδιοικτήτης του γραφείου επί της Σόλωνος προσφέρεται ακόμα και να του το πουλήσει γιατί λόγω της κρίσης θέλει να ξεφορτωθεί ένα τόσο ακριβό ακίνητο που του επιφέρει και μεγάλους φόρους ακινήτων.

Ο Παπαπέτρου του λέει ότι θα το μισθώσει πρώτα και αν όλα πάνε καλά σε εύλογο διάστημα θα προβεί και στην αγορά του εν λόγω ακινήτου. 

Τελικά, ο Αντωνίου τον διαβεβαιώνει ότι όποτε θελήσει μπορεί να αγοράσει το ακίνητο.

Ερωτάται:

1. Πως εξασφαλίζεται ο Παπαπέτρου ότι ο Αντωνίου δεν θα αλλάξει γνώμη αργότερα;
2. Αν λίγο μετά τη διαβεβαίωση του Αντωνίου προς τον Παπαπέτρου, ότι θα του εκμισθώσει το γραφείο, δεχτεί προσφορά αγοραπωλησίας του γραφείου από τον Γρηγορίου, πως προστατεύεται ο Παπαπέτρου και σε ποια έκταση, αν εκτός από τα έξοδα μετακίνησής του και διαπραγμάτευσης με τον Αντωνίου, έχει απορρίψει ευνοϊκότερη πρόταση άλλου ιδιοκτήτη της περιοχής;

----------------------------------------
Απάντηση:

1. Ο στόχος του Παπαπέτρου μπορεί να επιτευχθεί με την κατάρτιση συμφώνου προαιρέσεως. Το σύμφωνο προαιρέσεως αποτελεί μια προπαρασκευαστική σύμβαση, η οποία δεν ρυθμίζεται από τον Αστικό Κώδικα και με την οποία παρέχεται στον ένα από τους δύο συμβαλλομένους η εξουσία (διαπλαστικό δικαίωμα) να επιφέρει την κατάρτιση της κύριας σύμβασης (ενοχικής ή εμπράγματης) με μόνη τη δήλωσή του.Η εξουσία αυτή ονομάζεται δικαίωμα προαιρέσεως.
Παράλληλα, ο αντισυμβαλλόμενος δεσμεύεται βάσει του συμφώνου προαιρέσεως να επιτρέψει τη μελλοντική επέμβαση στη νομική του σφαίρα με τη σύναψη της κύριας σύμβασης.
Το σύμφωνο προαιρέσεως εξυπηρετεί ιδιαίτερα τον Παπαπέτρου ο οποίος ενδιαφέρεται μεν για την κατάρτιση της συγκεκριμένης (κύριας) σύμβασης, αλλά επιθυμεί να παρέλθει ορισμένο χρονικό διάστημα, προτού δεσμευτεί οριστικώς.  Στον ενδιάμεσο χρόνο θα διαπιστώσει αν η οικονομική του κατάσταση και η πορεία του δικηγορικού του γραφείου ή οι συνθήκες της αγοράς, του επιτρέπουν να προβεί σε μια τέτοια αγορά. 
Εάν η επιδιωκόμενη κύρια σύμβαση υπόκειται κατά τον νόμο σε τύπο (πώληση και μεταβίβαση κυριότητας ακινήτου: ΑΚ 158, 369, 1033), η τήρηση τύπου είναι αναγκαία τόσο για το σύμφωνο προαιρέσεως (ανάλογη εφαρμογή ΑΚ 166) όσο και για τη  μονομερή δήλωση με την οποία θα ασκηθεί το δικαίωμα προαιρέσεως. Διότι και οι δύο αυτές δικαιοπραξίες συναπαρτίζουν τη σύμβαση της ΑΚ 1033.
Εν προκειμένω, οι Αντωνίου και Παπαπέτρου μπορούν να συμφωνήσουν την κατάρτιση πολυετούς μίσθωσης (πχ εννέα ετών) με ταυτόχρονη παραχώρηση στον Παπαπέτρου του δικαιώματος να αγοράσει το γραφείο μέσα στο τελευταίο εξάμηνο διάρκειας της μίσθωσης με μονομερή δήλωσή του και αφού καταβάλλει στον Αντωνίου το συμφωνημένο τίμημα.  Στην περίπτωση αυτή πρέπει η σύμβαση της μίσθωσης, η οποία εμπεριέχει το σύμφωνο προαιρέσεως για την αγορά ακινήτου, να καταρτισθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο. Το ίδιο ισχύει και για τη μονομερή δήλωση του Παπαπέτρου περί ασκήσεως του δικαιώματος προαιρέσεως, δεδομένου ότι και οι δύο αυτές πράξεις συγκροτούν τη σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης ακινήτου (ΑΚ 369, 513, 1033). Με τη μεταγραφή αυτών των δύο συμβολαιογραφικών εγγραφών (ΑΚ 1192 αρ 1) θα μεταβιβασθεί η κυριότητα του γραφείου από τον Αντωνίου στον Παπαπέτρου.

2. Με την έναρξη των διαπραγματεύσεων δημιουργείται μια οιονεί συμβατική σχέση εμπιστοσύνης, η οποία υποχρεώνει τους μετέχοντες σε αυτή να τηρούν μια καλόπιστη και σύμφωνη με τα συναλλακτικά ήθη συμπεριφορά.
Η υπαίτια παράβαση της υποχρεώσης αυτής δημιουργεί ευθύνη προς αποκατάσταση της ζημιάς που υπέστη το άλλο μέρος. Η ευθύνη αυτή ονομάζεται ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις ή προσυμβατική ευθύνη και βρίσκει θεμελιώση στις ΑΚ 197-198.
Προϋποθέσεις της ευθύνης από διαπραγματεύσεις είναι α) η ύπαρξη σταδίου διαπραγματεύσεων β) η αντισυναλλακτική συμπεριφορά του ζημιώσαντος γ) η υπαιτιότητά του δ) η επέλευση ζημιάς και ε) η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας ανάμεσα στον νόμιμο λόγο ευθύνης, δηλαδή στην υπαίτια αντισυναλλακτική συμπεριφορά και στη ζημία. 
Όταν συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις, ο ζημιωθείς δικαιούται να ζητήσει ότι θα είχε εάν δεν λάμβανε χώρα η αντισυναλλακτική συμπεριφορά του ζημιώσαντος. Η αποζημίωση δηλαδή καταλαμβάνει τόσο τη θετική ζημιά (πχ τις δαπάνες  του Παπαπέτρου για μετακινήσεις και διαπραγματεύσεις με Αντωνίου) όσο και το διαφυγόν κέρδος (πχ τη ζημιά που υπέστη ο ζημιωθείς από το ότι -υπολογιζίζοντας στη σύμβαση που ματαιώθηκε- αποποιήθηκε την πρόταση για κατάρτιση άλλης σύμβασης.
Με βάση τα παραπάνω, ο Αντωνίου υπέχει ευθύνη από διαπραγματεύσεις, διότι, ενώ διαβεβαίωνε τον Παπαπέτρου με τον οποίο διαπραγματευόταν τη μίσθωση ή πώληση του γραφείου για την τελική κατάρτιση της σύμβασης, αθέτησε υπαίτια την υπόσχεσή του προκαλώντας ζημιά στον Παπαπέτρου, ο οποίο όχι μόνο δεν έγινε μισθωτής του γραφείου, αλλά απώλεσε και ευνοϊκότερη προφορά τρίτου ιδιοκτήτη γραφείου.
Δικαιούται ως εκ τούτου ο Παπαπέτρου να ζητήσει αποκατάσταση των ζημιών που υπέστη, δηλαδή την ανόρθωση της θετικής του ζημιάς (πχ έξοδα μετακίνησης) και το διαφυγόν κέρδος (πχ από την αποποίηση της προσφοράς τρίτου ιδιοκτήτη γραφείου).

(οι απαντήσεις είναι από μελέτη βιβλίων Γεωργιάδη)

ΠΡΑΚΤΙΚΟ ΕΜΜΕΣΗΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΣΗΣ - ΠΩΛΗΣΗΣ ΣΕ ΑΝΗΛΙΚΟ - ΑΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΟΣ ΠΛΟΥΤΙΣΜΟΣ

Ο γνωστός τραγουδιστής Π λόγω της οικονομικής κρίσης αντιμετωπίζει οικονομικές δυσχέρειες και αποφασίζει να εκποιήσει ένα σπουδαίο ζωγραφικό πίνακα.
Όμως, για να μη γίνει γνωστό το συμβάν αυτό στα περιοδικά, παρακαλεί τον θείο του Α, να πωλήσει εκείνος τον πίνακα στο όνομά του. 
Ο Α παραλαμβάνει τον πίνακα  και τον πωλεί και τον μεταβιβάζει στον Β με τη συμφωνία σε μια εβδομάδα να εξοφλήσει το ποσό. 
Πέρασε όμως η εβδομάδα και ο Β δεν εξόφλησε. Ο Α μαθαίνει από γνωστούς ότι ο Β ήθελε τρεις μήνες ακόμα για να ενηλικωθεί και ζητάει από τους γονείς του Β να εξοφλήσουν το συμφωνηθέν τίμημα του πίνακα.
Οι γονείς όμως του Β αρνούνται και ο Α ασκεί αγωγή εναντίον τους για την καταβολή του τιμήματος.

Ερωτάται:

1. Πόσες δικαιοπραξίες καταρτίστηκαν στο εν λόγω πρακτικό; Είναι έγκυρες ή άκυρες;
2. Ποιος είναι ο κύριος του πίνακα;
3. Ευσταθεί η αγωγή του Α; Και αν όχι, τι άλλες ενέργειες μπορεί να πράξει;
 

-----------------------------------------------
 Απάντηση:

1. Ο θείος του τραγουδιστή Α ανέλαβε να διεξάγει την υπόθεση του ανηψιού του Π, δηλαδή την πώληση του πίνακα στο όνομά του (του Α) αλλά για λογαριασμό του Π (έμμεση αντιπροσώπευση). Η έμμεση αντιπροσώπευση είναι αντιπροσώπευση συμφερόντων, ενέργεια για λογαριασμό άλλου και όχι αντιπροσωπεία της ΑΚ 211. Οι επιχειρούμενες από τον έμμεσο αντιπρόσωπο ιδίω ονόματι, αλλά για λογαριασμό κάποιου άλλου πράξεις μόνο κατά το τελικό οικονομικό τους αποτέλεσμα και δια της πλοκής περισσοτέρων εσωτερικών σχέσεων μεταξύ αντιπροσώπου, τρίτου και αντιπροσωπευόμενου αφορούν τον τελευταίο. Η επίδραση τους στην έννομη σφαίρα του κυρίου των υποθέσεων είναι έμμεση και όχι άμεση, όπως συμβαίνει στην άμεση αντιπροσώπευση της ΑΚ 211.
Σε εκτέλεση της παράκλησης από μέρους του τραγουδιστή Π, ο Α κατάρτισε με τον Β αφενός την ενοχική - υποσχετική σύμβαση της πώλησης (ΑΚ 513) και αφετέρου την εμπράγματη - εκποιητική σύμβαση μεταβίβασης της κυριότητας του πίνακα (ΑΚ 1034).
Η πώληση όμως είναι άκυρη λόγω δικαιοπρακτικής ανικανότητας του Β και συνεπώς στερεί από τον Α το δικαίωμα να ζητήσει την καταβολή του τιμήματος. Συγκεκριμένα, ο ανήλικος δεν μπορεί να προβεί στην αυτοπρόσωπη σύναψη της σύμβασης πώλησης, διότι η ΑΚ 134 προϋποθέτει δικαιοπραξία που πορίζει στον ανήλικο απλώς και μόνο έννομο όφελος. Η πώληση όμως δεν προσπορίζει απλώς και έννομο όφελος, αλλά επιβαρύνει τον αγοραστή με την υποχρέωση καταβολής του τιμήματος (ΑΚ 513). Μόνο υπό τις προϋποθέσεις της ΑΚ 135 ("ο ανήλικος που έχει συμπληρώσει το 14ο έτος μπορεί να διαθέτει ελεύθερα κάθε τι που του δόθηκε για να το χρησιμοποιεί ή για να το διαθέτει ελεύθερα") θα είχε ο Β ικανότητα αυτοπρόσωπης σύναψης της σύμβασης. Στην προκειμένη όμως περίπτωση δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της ΑΚ 135 καθώς πρόκειται για πώληση με πίστωση του τιμήματος. Συνεπώς, η συναφθείσα πώληση είναι άκυρη.
Αντίθετα, με την πώληση, η μεταβίβαση της κυριότητας του πίνακα είναι έγκυρη διότι πορίζει στον Β απλώς και μόνο έννομο όφελος (ΑΚ 134). Με τη σύμβαση της ΑΚ 1034 ο Β αποκτά την κυριότητα επί του πίνακα, χωρίς να επιβαρύνεται με κάποια υποχρέωση. 

2. Η ακυρότητα της πώλησης μεταξύ Α και Β δεν επιδρά στο κύρος της εμπράγματος σύμβασης μεταβίβασης της κυριότητας του πίνακα, επειδή η τελευταία σύμβαση είναι αναιτιώδης (ΑΚ 1034). Επιπλέον, η έλλειψη κυριότητας του Α πάνω στον πίνακα δεν επηρεάζει το κύρος κατά την ΑΚ 1034 σύμβασης, καθώς πρόκειται για διάθεση παρά μη κύριου με τη συναίνεση του δικαιούχου. Άρα ο Β έγινε κύριος του αγορασθέντος πίνακα.

3. Όπως αναφέρθηκε ήδη, η συναφθείσα πώληση είναι άκυρη. Σύμφωνα με την ΑΚ 180 η άκυρη δικαιοπραξία θεωρείται σαν να μην έγινε. Αυτό σημαίνει ότι η δικαιοπραξία δεν παράγει τα έννομα αποτελέσματα, στα οποία απέβλεψε η δήλωση βουλήσεως. Επομένως, η αξίωση του Α για καταβολή του συμφωνηθέντος τιμήματος από τους γονείς του Β είναι νόμω αβάσιμη καθώς ως μη συμβαλλόμενοι δεν βαρύνονται με την υποχρέωση της καταβολής του τιμήματος, (ΑΚ 513, ΑΚ 1510).
Είναι δυνατόν όμως να παράγονται άλλα αποτελέσματα, τα οποία προβλέπει απευθείας ο νόμος. Ειδικότερα, αν μια αμφοτεροβαρής σύμβαση είναι άκυρη, η παροχή που τυχόν εκπληρώθηκε με βάση τη σύμβαση αυτή αναζητείται σύμφωνα με τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΚ 904 επ.). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, ο έμμεσος αντιπρόσωπος Β που εκποίησε το πράγμα ως μη δικαιούχος με τη συναίνεση του δικαιούχου Π, νομιμοποείται να ασκήσει αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού με περιεχόμενο την αναμεταβίβαση σε αυτόν της κατοχής μόνο του πίνακα ώστε να περιέλθει ο ενάγων στη θέση που βρισκόταν πριν από την αδικαιολόγητη περιουσιακή μετακίνηση. Η αναμεταβίβαση δηλαδή δεν οδηγεί σε κτήση κυριότητας του μεταβιβάζοντος μη κυρίου αλλά στην επαναφορά των πραγμάτων στην αρχική κατάσταση. Ο μη κύριος αποκτά τη νομή που είχε, ενώ η κυριότητα επιστρέφει στον παλαιό κύριο. Επομένως, ο Π θα καταστείς κύριος του πίνακα και ο Β κάτοχος με βάση την οικεία σχέση.

(οι απαντήσεις είναι από μελέτη βιβλίων Γεωργιάδη)