Δευτέρα, 26 Αυγούστου 2013

ΕΠΙΤΟΜΗ ΓΕΝΙΚΟΥ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ - Σημειώσεις από Καραγιαννάκο



Α. ΒΑΣΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ
1. Κανένα έγκλημα, καμιά ποινή χωρίς νόμο (nullum crimen, nulla poena sine lege)
Η αρχή επιβάλλεται από το άρθρο 7 του Σ και στο ΠΚ άρθρο 1.
Ο ποινικός νόμος πρέπει να είναι ένας γραπτός νόμος. Επόμενο είναι ότι το έθιμο δεν μπορεί να είναι πηγή ποινικού δικαίου αφού δεν είναι δυνατό να θεσπιστούν εθιμικά εγκληματικές συμπεριφορές. Όμως για παράδειγμα, το πλοίο δεν θεωρείται κινητό πράγμα, αν όμως εθιμικά αρχίσει να θεωρείται, θα μπορεί να γίνει αντικείμενο κλοπής. Επίσης το έθιμο μπορεί να καταργήσει κανόνα του ΠΚ που έχει πέσει σε αχρησία.
Ποινικοί νόμοι εν λευκώ
Η συνήθης μορφή ενός ποινικού νόμου είναι η εξής: περιγράφεται μία συμπεριφορά, η οποία απαγορεύεται και ακολουθεί η πρόβλεψη μιας ποινής για τον παραβάτη. Αν λείπει ένα από τα δύο στοιχεία μιλάμε για ποινικό νόμο εν λευκώ. Ο εν λευκώ παραπέμπει σε άλλο νόμο που λέγεται συμπληρωματικός. Πχ ΠΚ 404 που ορίζει την ποινή και όχι την απαγορευμένη συμπεριφορά για την οποία παραπέμπει σε άλλο νομοθέτημα.
Ερμηνεία στο ποινικό δίκαιο
Η ερμηνεία είναι απαραίτητη ορισμένες φορές στο ΠΚ και είναι τόσο γραμματική (με γνώμονα το γράμμα του νόμου) όσο και τελολογική (με γνώμονα το σκοπό του νομοθέτη).
Η γραμματική διακρίνεται σε συσταλτική (περιορίζει το πεδίο εφαρμογής του κανόνα), διασταλτική (ανάλογη εφαρμογή εντός των ορίων του γλωσσικού νοήματος του νόμου).
Αν η ερμηνεία ξεπερνά το γλωσσικό νόημα του κανόνα και γίνεται προς το χειρότερο τότε έχουμε αναλογία in malam partem πχ η τιμωρία γυναίκας για το έγκλημα της εκμετάλλευσης πόρνης ΠΚ 350 αποτελεί απαράδεκτη αναλογία προς το χειρότερο γιατί ο ΠΚ απαγορεύει την εν λόγω συμπεριφορά μόνο σε άντρες.
Η αναλογία προς το καλύτερο in bonam partem επιτρέπεται.
Απαγόρευση αναδρομικότητας
Απαγορεύεται η αναδρομικότητα του δυσμενέστερου ποινικού νόμου. Επιβάλλεται όμως η αναδρομική αρχή του ευμενέστερου νόμου όπως ρητά προβλέπει το ΠΚ 2. Αν η απόφαση έχει γίνει ήδη αμετάκλητη και ο νέος νόμος τη χαρακτηρίζει ως μη αξιόποινη θα πρέπει να πάψει η εκτέλεση της ποινής. Αν όμως ο νέος νόμος απλώς μειώνει τη ποινή δεν επωφελείται ο δράστης που έχει ήδη αμετάκλητη απόφαση.
Νόμοι προσωρινής ισχύος
Ρυθμίζουν μια έκτακτη και πρόσκαιρη ανάγκη πχ απαγορεύουν την εισαγωγή κρεάτων από τη Χ χώρα για 6 μήνες για την αποτροπή μετάδοσης κάποιας ασθένειας. Ιδιαιτερότητά τους ότι εφαρμόζονται και μετά τη λήξη της ισχύος τους, για πράξεις που τελέστηκαν όσο αυτοί ίσχυαν.

2. Οι ποινές και τα μέτρα ασφαλείας
Γενικά
Η ποινή μπορεί να οριστεί ως κάτι κακό, που επιβάλλεται στο δράστη ως ένδειξη της ιδιαίτερης αποδοκιμασίας της έννομης τάξης προς την πράξη του. Ο σκοπός της ποινής επικεντρώνεται στην ειδική (η μη τέλεση άλλων εγκλημάτων από τον ίδιο τον δράστη) και γενική (η μη τέλεση εγκλημάτων από άλλα μέλη της κοινωνίας) πρόληψη του εγκλήματος.
Τα είδη των ποινών
Οι ποινές διακρίνονται σε κύριες και σε παρεπόμενες. Οι κύριες διακρίνονται σε στερητικές της ελευθερίας (κάθειρξη, φυλάκιση από 10 μέρες – 5 χρόνια, περιορισμός σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων 13-18 ετών από  6 μήνες ως 10 έτη, περιορισμός σε ψυχιατρικό κατάστημα, κράτηση ως 1 μήνα ΠΚ 51) και σε ποινές σε χρήμα (χρηματική ποινή 150 έως 1500 ευρώ και το πρόστιμο 29 – 590 ευρώ). Οι παρεπόμενες ποινές είναι :
- η αποστέρηση πολιτικών δικαιωμάτων – η απαγόρευση άσκησης επαγγέλματος – η δημοσίευση  της καταδικαστικής απόφασης – η δήμευση).
Τα μέτρα ασφαλείας
Είναι μέσο προστασίας της κοινωνίας από τον κίνδυνο που προκαλεί η προσωπικότητα κάποιου ή η ύπαρξη  ορισμένων αντικειμένων που έχουν σχετιστεί με το έγκλημα. Τα κυριότερα μέτρα ασφαλείας είναι :
- η φύλαξη ακαταλόγιστων εγκλημάτων ΠΚ 69 – η εισαγωγή αλκοολικών και τοξικομανών σε θεραπευτικό κατάστημα ΠΚ 71 – η παραπομπή σε κατάστημα εργασίας ΠΚ 72 – η απαγόρευση διαμονής ΠΚ 73 σε ορισμένο τόπο – η απέλαση αλλοδαπού ΠΚ 74 – η δήμευση της παρ. 2 ΠΚ 76 – τα αναμορφωτικά μέτρα στους ανηλίκους ΠΚ 122.  Παραγράφονται μέσα σε τρία χρόνια από την επιβολή τους.

3. Εγκλήματα με στοιχεία αλλοδαπότητας
Εγκλήματα που τελούν ημεδαποί  στην αλλοδαπή
Ακολουθείται η αρχή της ιθαγένειας με την οποία το κράτος ενδιαφέρεται να δικάζει εγκλήματα που τελούν οι πολίτες του αρκεί να είναι αξιόποινα και κατά τους νόμους της χώρας που τελέστηκαν ΠΚ 5. Αν δεν είναι εφαρμόζονται οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι μόνο για εσχάτη προδοσία κατά του ελληνικού κράτους ,τα σχετικά με τη στρατιωτική υπηρεσία, πειρατεία, σχετικά με το νόμισμα, ναρκωτικά, σωματεμπορία κλπ (ΠΚ8).
Εγκλήματα που τελούν αλλοδαποί στην αλλοδαπή
Οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι εφαρμόζονται για πράξεις αλλοδαπών στην αλλοδαπή αρκεί να είναι αξιόποινες και κατά τους νόμους που τελέστηκαν ΠΚ5. Επίσης εφαρμόζονται και για τα εγκλήματα του ΠΚ 8.
Η ποινική δίωξη για πράξη που τελέστηκε στην αλλοδαπή αποκλείεται με το ΠΚ 9 α) αν ο υπαίτιος αθωώθηκε ή καταδικάστηκε και εξέτισε όλη την ποινή του β) αν η πράξη ή η ποινή έχει παραγραφεί ή χαριστεί σύμφωνα με τον αλλοδαπό νόμο γ) αν σύμφωνα με τον αλλοδαπό νόμο απαιτείται έγκληση για τη δίωξη και τέτοια έγκληση δεν υποβλήθηκε.

Β. ΤΟ ΕΓΚΛΗΜΑ
1. Ορισμός και στοιχεία του εγκλήματος
Σύμφωνα με ΠΚ 14 έγκλημα είναι πράξη άδικη και καταλογιστή στο δράστη, η οποία τιμωρείται από το νόμο. Τα βασικά δομικά στοιχεία του εγκλήματος (ειδική υπόσταση του εγκλήματος) είναι η αντικειμενική και η υποκειμενική υπόσταση. Για να καταλήξουμε πως έχουμε έγκλημα πρέπει να ελέγξουμε τα ακόλουθα:
1. Αν έχουμε μία πράξη (ή παράλειψη) ποινικώς ενδιαφέρουσα. Αν όχι ο έλεγχος σταματά εδώ.
2. Αν η πράξη πληροί την αντικειμενική υπόσταση κάποιου εγκλήματος. Αν δεν την πληροί η ποινική διερεύνηση σταματά εδώ. Αν πληρούται (και υπάρχουν και τα τυχόν απαιτούμενα υποκειμενικά στοιχεία του αδίκου) τότε η πράξη είναι καταρχήν άδικη.
3. Ελέγχουμε αν υπάρχει η απαιτούμενη από το νόμο υπαιτιότητα. Αν δεν υπάρχει ο έλεγχος σταματά εδώ. Αν υπάρχει τότε η πράξη είναι καταρχήν άδικη και καταρχήν κατάλογιστή.
4. Ελέγχουμε αν συντρέχει κάποιος λόγος άρσης του αδίκου  (πχ άμυνα, κατάσταση ανάγκης κλπ). Αν υπάρχει η πράξη δεν είναι τελειωτικά άδικη και η ποινική διερεύνηση σταματά εδώ. Αν δεν υπάρχει η πράξη είναι τελειωτικά άδικη.
5. Ελέγχουμε αν υπάρχει κάποιος  λόγος άρσης του καταλογισμού πχ ΠΚ 34.34 παρ.2 κλπ. Αν υπάρχει η πράξη δεν είναι τελειωτικά καταλογιστή και ο έλεγχος τελειώνει εδώ.  Αν δεν υπάρχει λόγος η τελειωτικά άδικη πράξη είναι και υποχρεωτικά τελειωτικά καταλογιστή και η διερεύνηση συνεχίζεται.
6. Αν ο νόμος απαιτεί τη συνδρομή κάποιου εξωτερικού όρου του αξιοποίνου πχ αυτοκτονία ή απόπειρα αυτοκτονίας στο ΠΚ 301 πρέπει να συντρέχει και αυτός για να είναι η πράξη αξιόποινη.
7. Ελέγχουμε αν υπάρχει λόγος εξάλειψης του αξιοποίνου ή απαλλαγής από την ποινή. Αν δεν συντρέχει τότε η πράξη είναι και αξιόποινη και επομένως είναι έγκλημα.

1. ΕΛΕΓΧΟΣ ΑΝ Η ΠΡΑΞΗ Ή ΠΑΡΑΛΕΙΨΗ ΕΙΝΑΙ ΠΟΙΝΙΚΩΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΣΑ
2. Η ανθρώπινη συμπεριφορά
Ποινικώς ενδιαφέρουσα είναι μία συμπεριφορά είτε με τη μορφή της ενέργειας είτε με τη μορφή της παράλειψης αν πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
- ανθρώπινη συμπεριφορά, τα ζώα δεν πράττουν θεωρούνται πράγματα εκτός και αν τα οδηγεί άνθρωπος, τα νομικά πρόσωπα δεν πράττουν, αν επιβληθεί ποινή θα επιμεριστεί στα φυσικά πρόσωπα.
- κοινωνικώς ενταγμένη εξωτερική συμπεριφορά, οι σκέψεις δεν μπορούν να τιμωρηθούν.
- συμπεριφορά εξωτερικευμένη, δηλ. η συμπεριφορά να αποτελεί έκφραση του εσωτερικού κόσμου του δράστη, να είναι εκούσια. Μη εκούσιες συμπεριφορές : η απόλυτη βία (όταν κάποιος δεν ελέγχει το σώμα του αλλά γίνεται ουσιαστικά όργανο στα χέρια κάποιου άλλου πχ ο Α σπρώχνει με δύναμη τον Β ο οποίος πέφτοντας στον Κ τον τραυματίζει, η πράξη του Β είναι ποινικώς αδιάφορη, η πράξη του Α είναι ποινικώς ενδιαφέρουσα), η εξαναγκάζουσα βία (πχ ο Α απάγει το παιδί του Β και τον απειλεί ότι θα το σκοτώσει αν ο Β δεν σκοτώσει τον Π, αν ο Β το κάνει θα βρίσκεται σε καθεστώς ψυχολογικής βίας και όχι απόλυτης και η πράξη του είναι ποινικώς ενδιαφέρουσα), οι αντανακλαστικές κινήσεις (κινήσεις που κάνει κάποιος μετά το τσίμπημα ενός εντόμου, μετά από κράμπα κλπ δεν είναι ποινικά ενδιαφέρουσες), οι αυτοματοποιημένες πράξεις (πχ η οδήγηση όπου επιτρέπεται ο ποινικός έλεγχος), οι πράξεις σε κατάσταση απαλοιφής της συνείδησης (πχ ύπνος, λιποθυμία κλπ)
Η παράλειψη ως ανθρώπινη συμπεριφορά
Όταν μια διάταξη επιβάλλει μία συμπεριφορά ο μόνος τρόπος για να την παραβιάσει κάποιος είναι να μην τελέσει αυτό που η διάταξη απαιτεί, επομένως με παράλειψη.  Οι προϋποθέσεις για να αποκτήσει η παράλειψη ποινικό ενδιαφέρον είναι : α) ο δράστης να ήταν σε θέση να ενεργήσει β) να είχε αντιληφθεί την κατάσταση, που απαιτούσε την ενέργειά του και γ) να ήταν κοινωνικώς – νομικώς επιβεβλημένο να ενεργήσει.
Το αν η ενέργεια του δράστη είναι επιβεβλημένη από το νόμο (γνήσια εγκλήματα παραλείψεως – ορίζεται από το νόμο η παράλειψη ως μόνη εγκληματική συμπεριφορά πχ ΠΚ 307 όποιος παραλείπει να σώσει άλλον από κίνδυνο ζωής) ή όχι  (μη γνήσια εγκλήματα παραλείψεως – δεν αναφέρεται στο νόμο τίποτα για την παράλειψη ως μορφή εγκληματικής συμπεριφοράς ). Ήδη το ΠΚ 14 παρ. 2 εξομοιώνει την πράξη με την παράλειψη, η υποχρέωση του δράστη στα εγκλήματα αυτά περιγράφεται στο ΠΚ 15 όπου καθένας υποχρεούται να ενεργεί ώστε να αποτρέψει ένα αποτέλεσμα αν έχει την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να το κάνει. Αυτή πηγάζει από τον νόμο (όχι απαραίτητα ποινικό) πχ οι γονείς έχουν την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να φροντίζουν τα παιδιά τους, από τη σύμβαση (μόνο συμβάσεις μεγάλου χρονικού διαστήματος πχ σύμβαση ιατρού, φαρμακοποιού κλπ) και από την προγενέστερη επικίνδυνη ενέργεια (όπου η ενέργεια θα πρέπει να είναι και άδικη, δεν απαιτείται καταλογισμός της πράξης).

2. ΕΛΕΓΧΟΣ ΑΝ ΠΛΗΡΕΙΤΑΙ Η ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΥΠΟΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ – ΚΑΤΑΡΧΗΝ ΑΔΙΚΗ
3. Το άδικο
Στο άδικο ελέγχονται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και σε ορισμένα εγκλήματα τα υποκειμενικά στοιχεία του αδίκου.
Η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος
Είναι γενικώς στοιχεία που βρίσκονται στον εξωτερικό κόσμο. Στην αντικειμενική υπόσταση βρίσκονται α) το υποκείμενο του εγκλήματος, β) το αντικείμενο γ) η εγκληματική συμπεριφορά δ) οι περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε το έγκλημα και ε) το αποτέλεσμα του εγκλήματος όπως αυτό περιγράφεται από το νόμο. Αναγκαία στοιχεία για ένα έγκλημα είναι το υποκείμενο και η εγκληματική συμπεριφορά. Οι εξωτερικοί όροι δεν εξετάζονται εδώ αλλά στο αξιόποινο. Η πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος μας οδηγεί στο αρχικό συμπέρασμα ότι η πράξη είναι καταρχήν άδικη.
Τα υποκειμενικά στοιχεία του αδίκου
Τα εγκλήματα με υποκειμενικά στοιχεία του αδίκου (εκτός υπαιτιότητας, είναι στοιχείο του καταλογισμού) λέγονται εγκλήματα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης. Τα σημαντικότερα υποκειμενικά στοιχεία είναι ο σκοπός πχ σκοπός παράνομης ιδιοποίησης στην κλοπή ΠΚ 372, ο οίκτος πχ ανθρωποκτονία με συναίνεση ΠΚ 300, η απόφαση τέλεσης στην απόπειρα ΠΚ 42 κ.α.
Παράδειγμα ελέγχου άδικου χαρακτήρα μιας κλοπής ΠΚ 372
Αντικειμενική υπόσταση :             Υποκείμενο  (όποιος)
                                                                Εγκληματική συμπεριφορά (αφαιρεί από την κατοχή άλλου)
                                                                Αντικείμενο (ξένο κινητό πράγμα)
Υποκειμενικό στοιχείο   :               Σκοπός παράνομης ιδιοποίησης

Οι διακρίσεις των εγκλημάτων :         Με βάση το υποκείμενο
Σε κοινά και ιδιαίτερα εγκλήματα. Κοινά λέγονται εκείνα που τελούνται από οποιονδήποτε πχ κλοπή. Ιδιαίτερα  λέγονται εκείνα που για να τα τελέσει κάποιος, πρέπει να συντρέχουν στο πρόσωπό του ορισμένες ιδιότητες ή σχέσεις πχ αιμομιξία ΠΚ 345 κλπ. Τα ιδιαίτερα διακρίνονται σε γνήσια ιδιαίτερα όταν η ιδιαίτερη ιδιότητα ή σχέση καθιερώνει ως αξιόποινη μια συμπεριφορά πχ η αιμομιξία (οι σεξουαλικές σχέσεις δεν είναι άδικη συμπεριφορά γενικώς, είναι όμως η συγγενική σχέση που καθιστά τη συμπεριφορά άδικη). Και σε μη γνήσια ιδιαίτερα όταν η ιδιαίτερη ιδιότητα ή σχέση επαυξάνει ή μειώνει το αξιόποινο μιας συμπεριφοράς η οποία απαγορεύεται από οποιονδήποτε πχ ΠΚ 303 παιδοκτονία. Στα γνήσια εφαρμόζεται ο ΠΚ 49 παρ. 1 ενώ στα μη γνήσια ο ΠΚ 49 παρ.2.    
                               
Με βάση την εγκληματική συμπεριφορά
·            Εγκλήματα βλάβης και διακινδύνευσης. Βλάβης είναι το έγκλημα όταν η πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης συνεπάγεται τη βλάβη του εννόμου αγαθού πχ κλοπή. Διακινδύνευσης είναι το έγκλημα όταν η πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης δεν βλάπτει το έννομο αγαθό απλώς το θέτει σε κίνδυνο πχ ψευδορκία. Τα εγκλήματα διακινδύνευσης διακρίνονται σε συγκεκριμένης διακινδύνευσης εγκλήματα(απαιτείται να πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος για να πληρωθεί η αντικειμενική υπόσταση πχ ΠΚ 307), σε δυνητικής διακινδύνευσης εγκλήματα (στην αντικειμενική υπόσταση έχουμε δυνατότητα κινδύνου), σε αφηρημένης διακινδύνευσης εγκλήματα (ο κίνδυνος δεν βρίσκεται στην αντικειμενική υπόσταση αλλά ήταν σκοπός του νομοθέτη να απαγορεύσει τη συγκεκριμένη συμπεριφορά ως επικίνδυνη πχ ΠΚ 224) και σε εγκλήματα κοινού κινδύνου (ο δράστης εξαπολύει δυνάμεις που δεν μπορεί να ελέγξει όπως φωτιά, νερό και ο κίνδυνος μπορεί να αφορά αόριστο αριθμό προσώπων πχ ΠΚ 264).
·            Εγκλήματα στιγμιαία και διαρκή. Διαρκές είναι ένα έγκλημα όταν η πάροδος του χρόνου είναι επιβαρυντικη΄για το έννομο αγαθό του θύματος πχ παράνομη κατακράτηση ΠΚ 325, προϋπόθεση η παράλειψη άρσης της εγκληματικής συμπεριφοράς από το δράστη να αποτελεί και παράλειψη αποτροπής του εγκλήματος, δεδομένης της ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης ΠΚ 15 του δράστη, λόγω της προγενέστερης επικίνδυνης ενέργειας του.  Στιγμαίο είναι το έγκλημα όταν η πάροδος του χρόνου δεν επιβαρύνει περισσότερο το έννομο αγαθό πχ η σωματική βλάβη ΠΚ 308.
·            Εγκλήματα ενέργειας και παραλήψεως. Όταν το έγκλημα τελείται με ενέργεια του δράστη πρόκειται για έγκλημα ενέργειας. Όταν τελείται με παράλειψη πρόκειται για έγκλημα παράλειψης. Τα εγκλήματα παράλειψης διακρίνονται σε γνήσια (όταν η παράλειψη προβλέπεται από το νόμο) και σε μη γνήσια (όταν από το νόμο προβλέπεται ως βασική μορφή εγκληματικής συμπεριφοράς η ενέργεια αλλά το έγκλημα μπορεί να τελεστεί και με παράλειψη, να υπάρχει μια ιδιαίτερη νομική υποχρέωση ενέργειας).
·            Εγκλήματα απλά και σύνθετα. Απλά είναι τα εγκλήματα όταν η αντικειμενική τους υπόσταση πληρούται με την τέλεση μιας μόνο πράξης πχ ΠΚ 299. Σύνθετα είναι τα εγκλήματα, όταν ο νόμος περιγράφει τις πράξεις, με τη σύνθεση των οποίων τελείται το έγκλημα πχ ΠΚ 380. Τα σύνθετα διακρίνονται σε σύνθετα σε στενή έννοια (συντίθενται από δύο πράξεις όπου και οι δύο είναι εγκληματικές πχ ληστεία ΠΚ 380 συντίθεται από το έγκλημα της παράνομης σωματικής βίας και της κλοπής) και πολύπρακτα (συντίθεται από δύο συμπεριφορές όπου μόνο η μία είναι εγκληματική πχ ο βιασμός, παράνομη βία και συνουσία όπου μόνο η παράνομη βία είναι εγκληματική.
·            Απλότροπα και πολύτροπα (μικτά). Απλότροπα είναι τα εγκλήματα όταν ο νόμος που τα προβλέπει είτε δεν αναφέρεται καθόλου στον τρόπο με τον οποίο μπορούν να τελεστούν πχ ΠΚ 299 είτε προβλέπει μόνο ένα τρόπο τέλεσης πχ ΠΚ 323 παρ. 1. Πολύτροπα είναι αυτά για τα οποία στο νόμο προβλέπονται περισσότεροι τρόποι πλήρωσης της αντικειμενικής τους υπόστασης πχ ΠΚ 308. Τα πολύτροπα διακρίνονται σε γνήσια πολύτροπα (που έστω και αν πραγματωθούν όλοι οι τρόποι που προβλέπει ο νόμος, θα πρόκειται για ένα έγκλημα πχ ΠΚ 308) και σε μη γνήσια πολύτροπα (όταν η πλήρωση των περισσοτέρων τρόπων τέλεσης που προβλέπονται από το νόμο σημαίνει συρροή περισσότερων εγκλημάτων πχ πλαστογραφία ΠΚ 216).
·            Εγκλήματα συμπεριφοράς και αποτελέσματος. Πρόκειται για έγκλημα συμπεριφοράς όταν η αντικειμενική του υπόσταση εξαντλείται στη συμπεριφορά του δράστη και δεν απαιτείται η επέλευση κάποιου αποτελέσματος πχ η ψευδορκία κλπ. Αντιθέτως αν στην αντικειμενική υπόσταση εκτός από τη συμπεριφορά του δράστη απαιτείται και η επέλευση αποτελέσματος  πρόκειται για έγκλημα αποτελέσματος πχ ανθρωποκτονία. Αν το έγκλημα δεν έχει υλικό αντικείμενο πρόκειται για έγκλημα συμπεριφοράς.
Διάκριση των εγκλημάτων σε βασικά και παραλλαγές
Όταν λέμε περιστάσεις εννοούμε τον τόπο τέλεσης του εγκλήματος, τον χρόνο τέλεσης, το μέσο τέλεσης, τον τρόπο τέλεσης και τις λοιπές περιστάσεις. Με κριτήριο της περιστάσεις διακρίνουμε τα εγκλήματα σε βασικά, παραλλαγές και ιδιώνυμα. Το ΠΚ 372 παρ.1 εδ α τυποποιεί την απλή μορφή της κλοπής, το βασικό έγκλημα. Πέρα από το βασικό υπάρχουν και οι παραλλαγές, το ΠΚ 374 προβλέπει ότι αν η κλοπή τελεστεί υπό ορισμένες συνθήκες τιμωρείται με βαρύτερη ποινή. Τα εγκλήματα που αποτελούν παραλλαγή του βασικού αλλά προβλέπουν βαρύτερη ποινή από αυτό  λέγονται διακεκριμένα. Αντιθέτως τα εγκλήματα που αποτελούν παραλλαγές του βασικού αλλά τιμωρούν το έγκλημα με μικρότερη ποινή λέγονται προνομοιούχα. Τέτοιο είναι το έγκλημα της κλοπής ευτελούς αξίας ΠΚ 377 εδ 1. Ιδιώνυμα λέγονται αυτά τα οποία είναι μεν παραλλαγή του βασικού αλλά αποκλίνουν τόσο πολύ από αυτό ώστε να μην μπορούν να γίνουν δεκτά ως απλή παραλλαγή του βασικού αλλά ως άλλο έγκλημα πχ η κλοπή για άμεση ανάλωση ή η σωματική βλάβη ανηλίκων κλπ.
Οι διακρίσεις των εγκλημάτων ανάλογα με τη βαρύτητά τους (Η τριχοτόμηση των   εγκλημάτων)
Τα εγκλήματα που τιμωρούνται με την ποινή της κάθειρξης είναι κακουργήματα. Τα εγκλήματα που τιμωρούνται με την ποινή της φυλάκισης ή με χρηματική ποινή ή με περιορισμό σε ειδικό κράτησης νέων είναι πλημμελήματα. Τα εγκλήματα που τιμωρούνται με κράτηση ή πρόστιμο είναι πταίσματα.
Το αντικείμενο του εγκλήματος
Εννοείται το υλικό και το νομικό αντικείμενο. Υλικό αντικείμενο είναι το υλικό στο οποίο κατευθύνεται η ενέργεια του υποκειμένου πχ ο Α κλέβει το πορτοφόλι του Β. Το πορτοφόλι είναι το υλικό αντικείμενο της κλοπής. Νομικό αντικείμενο είναι το έννομο αγαθό που θίγεται από το συγκεκριμένο έγκλημα πχ ιδιοκτησία. Ενώ όλα τα εγκλήματα έχουν νομικό αντικείμενο δεν έχουν υλικό πχ ψευδορκία.

4. Τόπος και χρόνος του εγκλήματος
·            Σύμφωνα με ΠΚ 16 τόπος τέλεσης του εγκλήματος είναι το τόπος που ο υπαίτιος  τέλεσε την αξιόποινη πράξη ή παράλειψη αλλά και ο τόπος που επήλθε το αξιόποινο αποτέλεσμα ή σε περίπτωση απόπειρας ο τόπος όπου επρόκειτο να επέλθει το παραπάνω αποτέλεσμα. Σε περίπτωση που η συμπεριφορά του δράστη έλαβε χώρα σε περισσότερους τόπους όλοι αυτοί θεωρούνται τόποι τέλεσης του εγκλήματος. Επίσης, αν το εγκληματικό αποτέλεσμα επήλθε σε διαφορετικούς τόπους, όλοι αυτοί είναι τόποι τέλεσης του εγκλήματος. Δεν είναι όμως τόπος τέλεσης ο τόπος όπου διενεργούνται οι προπαρασκευαστικές πράξεις εκτός και αν αυτές είναι αξιόποινες. Στα εγκλήματα σκοπού, ο τόπος όπου εκπληρώνεται ο σκοπός του δράστη δεν είναι τόπος τέλεσης του εγκλήματος. Σε περίπτωση συμμετοχής στο έγκλημα, τόπος τέλεσης και για τους συμμετόχους είναι εκτός από τον τόπο που παρείχαν τη συνέργειά τους είναι και τόπος του φυσικού αυτουργού. Σε περίπτωση που υπάρχουν περισσότεροι τόποι αρμόδιο δικαστήριο είναι το πρώτο επιληφθέν.
·            Σύμφωνα με το ΠΚ 17 χρόνος τέλεσης του εγκλήματος είναι ο χρόνος που ο υπαίτιος ενήργησε ή σε περίπτωση παράλειψη, όφειλε να ενεργήσει. Και για τους συμμετόχους χρόνος τέλεσης είναι αυτός του φυσικού αυτουργού. Ο χρόνος τέλεσης του εγκλήματος δεν είναι πάντα ένα χρονικό σημείο αλλά μπορεί να είναι και χρονικό διάστημα (στα διαρκή εγκλήματα). Ο χρόνος κατά τον οποίο επέρχεται το αποτέλεσμα δεν αποτελεί χρόνο τέλεσης του εγκλήματος εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Ο χρόνος τέλεσης έχει ιδιαίτερη σημασία στην παραγραφή, στη συμμετοχή, στην υπαιτιότητα του δράστη, στην ικανότητα του για καταλογισμό, στοιχεία τα οποία υπάρχουν κατά το χρόνο τέλεσης. Ο χρόνος πλήρωσης του εξωτερικού όρου του αξιοποίνου δεν συνιστά χρόνο τέλεσης του εγκλήματος.

5. Αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος
Η πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος καθιστά την πράξη καταρχήν άδικη, αρκεί βέβαια να προκάλεσε αυτή το αποτέλεσμα. Για τον έλεγχο του αιτιώδους συνδέσμου αν η πράξη του δράστη προκάλεσε το αποτέλεσμα έχουν διατυπωθεί οι εξής θεωρίες:
Η θεωρία του ισοδύναμου των όρων
Όλοι οι όροι που οδηγούν σε κάποιο αποτέλεσμα είναι ισοδύναμοι μεταξύ τους. Όρος για την επέλευση ενός αποτελέσματος είναι ότι δεν μπορεί να λείπει χωρίς κατά λογική ακολουθία, να λείπει μαζί του και το αποτέλεσμα. Αντιθέτως, αν και μετά την αφαίρεση της συμπεριφοράς του δράστη, το αποτέλεσμα επέρχεται και πάλι, τότε η συμπεριφορά αυτή δεν συνέβαλε αιτιωδώς στην επέλευση αυτού του αποτελέσματος και επομένως δεν είναι όρος. Πχ ο Α πυροβολεί και σκοτώνει τον Β. Η πράξη του Α αιτιωδώς προκάλεσε το αποτέλεσμα, χωρίς αυτή θα ζούσε ο Β. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται όταν για την επέλευση του αποτελέσματος έχουν μεσολαβήσει διάφορες αιτίες. Όλες οι αιτίες δεν είναι και όροι για την επέλευση του αποτελέσματος πχ ο Α σκότωσε τον Β με όπλο που αγόρασε από τον Κ. Αυτό δε σημαίνει ότι ο Κ το ήξερε και αποτελεί όρος για το επερχόμενο αποτέλεσμα. Τον αιτιώδη σύνδεσμο τον βρίσκουμε εφαρμόζοντας την θεωρία του ισοδύναμου των όρων και επικουρικά τη θεωρία της νομικώς διαφέρουσας αιτιότητας.
Η θεωρία της προσφόρου αιτιότητας – Κριτική
Από όλες τι αιτίες μία μόνο είναι πρόσφορη να επιφέρει το αποτέλεσμα, σύμφωνα με τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Αλλά η αναζήτηση της προσφορότητας μιας αιτίας κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων είναι μέγεθος ιδιαίτερα ασταθές και αβέβαιο. Τον αιτιώδη σύνδεσμο δεν τον βρίσκουμε εφαρμόζοντας αυτή την θεωρία.


Η νομικώς διαφέρουσα αιτιότητα
Πρέπει να θεωρείται όρος, μόνο η αιτία που είναι νομικώς ενδιαφέρουσα και τέτοια είναι αυτή που εντάσσεται μέσα στο γλωσσικό και το δεοντολογικό νόημα του κανόνα δικαίου. Πχ ο Α οδηγώντας απρόσεκτα τραυματίζει τον Β. Εκ των υστέρων αποδεικνύεται ότι και κανονικά να οδηγούσε ο Α πάλι θα επερχόταν το αποτέλεσμα καθώς ο  Β έπεσε στις ρόδες του για να αυτοκτονήσει.

3. ΕΛΕΓΧΟΣ ΑΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΥΠΑΙΤΙΟΤΗΤΑ – ΚΑΤΑΡΧΗΝ ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΤΗ ΠΡΑΞΗ
6. Η υπαιτιότητα
Η υπαιτιότητα είναι το πρώτο στοιχείο από τα τρία του καταλογισμού, το ψυχολογικό (τα άλλα δύο είναι το βιολογικό και το δεοντολογικό). Είναι απαραίτητος ο έλεγχος της για να δεχθούμε ότι η υπό έλεγχο πράξη είναι εκτός  από καταρχήν άδικη και καταρχήν καταλογιστή. Η υπαιτιότητα μπορεί να οριστεί ως ο ψυχικός σύνδεσμος του προσώπου προς την πράξη του (ή την παράλειψή του) η οποία πληροί την αντικειμενική υπόσταση κάποιου εγκλήματος.
Ο δόλος
Είναι η πιο βαριά μορφή υπαιτιότητας. Διακρίνονται δε, δύο στοιχεία του, ένα γνωστικό (πρόβλεψη από τη πλευρά του δράστη) και ένα βουλητικό (αποδοχή της πλήρωσης της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος). Έχει δύο βαθμίδες τον άμεσο  δόλο και τον ενδεχόμενο δόλο. Ο άμεσος δόλος διακρίνεται σε άμεσο δόλο α βαθμού – επιδίωξη (η επιδίωξη είναι η πιο βαριά μορφή υπαιτιότητας, πχ ο Α προκειμένου να σκοτώσει τον Β τον πυροβολεί στο κεφάλι και τον σκοτώνει), σε άμεσο δόλο β βαθμού (ο δράστης δεν επιδιώκει το παράνομο αποτέλεσμα, το προβλέπει όμως ως αναγκαία συνέπεια της πράξης του και το αποδέχεται πχ ο Α προκειμένου να σκοτώσει τον Β, τοποθετεί βόμβα στο αεροπλάνο που ταξιδεύει και αποδέχεται ενώ δεν επιδιώκει τον θάνατο και των υπόλοιπων επιβατών του αεροπλάνου ως αναγκαία συνέπεια της πράξης του) και σε ενδεχόμενο δόλο (ο δράστης δεν επιδιώκει το παράνομο αποτέλεσμα, το προβλέπει όμως ως ενδεχόμενη συνέπεια της πράξης του και το αποδέχεται πχ ο Α προκειμένου να σκοτώσει τον Ν, τον πυροβολεί σε μια καφετέρια, αστοχεί και σκοτώνει ένα φίλο του).
Ποιος είναι ο απαιτούμενος βαθμός αιτιότητας
Σύμφωνα με ΠΚ 26 τα κακουργήματα τιμωρούνται μόνο εκ δόλου. Τα πλημμελήματα τιμωρούνται επίσης εκ δόλου αλλά αν ο νόμος το προβλέπει ρητά, τιμωρούνται εξ αμελείας. Τα πταίσματα τιμωρούνται εξ αμελείας. Σύμφωνα με ΠΚ 27 όταν ο νόμος χρησιμοποιεί τον όρο με πρόθεση (απαιτείται και αρκεί οποιοσδήποτε βαθμός δόλου), απόφαση (απαιτείται και αρκεί οποιοσδήποτε βαθμός δόλου), εν γνώσει (απαιτείται άμεσος δόλος α ή β βαθμού και δεν αρκεί ο ενδεχόμενος), με σκοπό (απαιτείται άμεσος δόλος α βαθμού).
Το αντικείμενο του δόλου
Σύμφωνα με την αρχή της επικάλυψης, ο δόλος πρέπει να καλύπτει τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος. Πιο συγκεκριμένα:
·            Στα ιδιαίτερα εγκλήματα ο δράστης πρέπει να γνωρίζει ή να προβλέπει και να αποδέχεται ότι έχει τη συγκεκριμένη ιδιότητα ή σχέση που κάνει το έγκλημα ιδιαίτερο.
·            Στα εγκλήματα που έχουν υλικό αντικείμενο, να γνωρίζει ή να προβλέπει και να αποδέχεταιότι το αντικείμενο είναι αυτό που προβλέπεται από το νόμο.
·            Στα εγκλήματα αποτελέσματος να γνωρίζει ή να προβλέπει και να αποδέχεται ότι η συμπεριφορά του είναι ικανή να επιφέρει το αποτέλεσμα, με τις συνθήκες από τις οποίες επήλθε, χωρίς μεγάλες διαφοροποήσεις.
·            Στα διακεκριμένα εγκλήματα, τα στοιχεία που επαυξάνουν το αξίοποινο.
Η αμέλεια  :            Ο ρόλος του όφειλε και μπορούσε στην αμέλεια
Στο ΠΚ 28 «εξ αμελείας πράττει όποιος εξαιτίας έλλειψης της προσοχής, την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης του είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν».
Η αμέλεια έχει δύο όψεις μία εξωτερική και μία εσωτερική. Η αντικειμενική υπόσταση του εξ αμελείας εγκλήματος, η εξωτερική αμέλεια δηλαδή, συνίσταται σε μια πλημμέλεια, σε ένα λάθος στη συμπεριφορά του δράστη που πρέπει να οδηγεί αιτιωδώς στην πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος. Πχ ο Ιατρός Α κάνοντας λάθος διάγνωση δε χορήγησε το σωστό φάρμακο στον ασθενή, με αποτέλεσμα, ο τελευταίος να πεθάνει. Αντικειμενικά – εξωτερικά η συμπεριφορά είναι λανθασμένη και οδήγησε αιτιωδώς στο θάνατο του ασθενούς.
Αν το όποιο σφάλμα του δράστη δεν προκαλεί αιτιωδώς το αξιόποινο αποτέλεσμα, η ποινική διερεύνηση σταματά εκεί και δεν ελέγχεται η εσωτερική αμέλεια. Η ύπαρξη της εξωτερικής αμέλειας είναι το πρώτο βήμα, η πρώτη προϋπόθεση για να δεχθούμε την αμέλεια του δράστη. Το επόμενο βήμα είναι να ελεγχθεί η εσωτερική αμέλεια του δράστη, η οποία μπορεί να λάβει δύο μορφές:
·            Ενσυνείδητη αμέλεια : ο δράστης προβλέπει το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης του πιστεύει όμως ότι θα το αποφύγει πχ ο Α κωπηλατεί με τη βάρκα του πολύ κοντά στους λουόμενους, πιστεύει ότι δεν θα τραυματίσει κανένα δεδομένου ότι είναι άριστος κωπηλάτης, παρόλα αυτά τραυμάτισε έναν.
·            Άνευ συνειδήσεως αμέλεια : ο δράστης δεν προβλέπει καθόλου το αξιόποινο αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του. Πχ ο Α ψαρεύοντας στη θάλασσα, τραυματίζει με το αγκίστρι κολυμβητή, τον οποίο δεν έχει αντιληφθεί ότι θα κολυμπούσε στην περιοχή. Ο Α μη έχοντας δει τον κολυμβητή δεν μπόρεσε να προβλέψει το αποτέλεσμα της πράξης του.
Ο ρόλος του όφειλε και μπορούσε στην αμέλεια : Το όφειλε προσδιορίζει αυτό το ελάχιστο της επιμέλειας, την οποία όφειλε να επιδείξει ο δράστης πχ ένας μηχανικός οφείλει να επιδεικνύει την επιμέλεια ενός μέσου μηχανικού, το ίδιο ένας οδηγό αυτοκινήτου, το ίδιο ένας γιατρός κλπ. Αν βεβαίως κάποιο πρόσωπο έχει αυξημένες ικανότητες, πάνω από το μέσο εκπρόσωπο της κατηγορίας δραστηριότητας, αυτές δεν μπορεί να του απαιτηθούν. Και πάλι θα οφείλει, ότι οφείλει και ο μέσος εκπρόσωπος. Εξετάζοντας το δεύτερο στοιχείο, το μπορούσε, πρέπει να πούμε ότι αυτό δεν μπορεί να λειτουργήσει σε βάρος του δράστη. Αν ο δράστης όφειλε αλλά δεν μπορούσε (παρόλο που ο μέσος άνθρωπος μπορεί) δεν υπάρχει λόγος επιβολής ποινής σε αυτόν τον άνθρωπο. Επομένως αν δεν μπορεί, δεν είναι αμελής. Σε περιπτώσεις που κάποιος μπορεί να ανταποκριθεί στις περιστάσεις, δεν μπορούμε να του καταλογίσουμε αμέλεια κατά την εκτέλεση ενός εγχειρήματος αλλά να ελέγξουμε αν θα του καταλογιστεί αμέλεια στην ανάληψη αυτού του εγχειρήματος.
Ειδικά θέματα υπαιτιότητας :             α) Διαζευκτικός δόλος
Πχ. ο Α σημαδεύει το Β, ο οποίος στεκόταν μπροστά από ένα αυτοκίνητο, με όπλο, για να τον σκοτώσει. Προβλέπει ότι είτε θα πετύχει το Β είτε το αυτοκίνητο. Ο Α έχει διαζευκτικά δόλο και για τα δύο αντικείμενα.                                                 
β) Αστόχημα της βολής
Πχ. ο Α σημαδεύει το Β με όπλο, για να τον σκοτώσει. Αστοχεί όμως και πετυχαίνει τον Κ, ο οποίος βρισκόταν δίπλα στον Β. Ο Α πίστευε ότι θα πετύχαινε το Β, δεδομένου ότι είναι πολύ καλός σκοπευτής. Ο Α ευθύνεται για απόπειρα ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως σε αληθινή κατ΄ ιδέα συρροή με ανθρωποκτονία εξ αμελείας.
γ) Γενικός δόλος
Πχ. ο Α πυροβολεί τον Β και νομίζει ότι τον σκότωσε. Για να εξαφανίσει το πτώμα το πετά από ένα γκρεμό, με αποτέλεσμα να σκοτωθεί ο Β που δεν είχε πεθάνει από πυροβολισμό. Με τη θεωρία του γενικού δόλου μπορούμε να τιμωρήσουμε το δράστη για όλη τη συμπεριφορά του, για μία ενιαία ανθρωποκτονία από πρόθεση, εφόσον και η αιτιώδης διαδρομή από την αρχική συμπεριφορά του δράστη ως το αποτέλεσμα αποκλίνει αιτιωδώς.                                                     
δ) Dolus malus;
Σύμφωνα με την αρχή της επικάλυψης, ο δόλος είναι αναγκαίο να καλύπτει την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Δεν είναι αναγκαίο ο δράστης να γνωρίζει και τον άδικο ή και αξιόποινο χαρακτήρα της πράξης του.  Αυτή η συνείδηση του αδίκου είναι κάτι που θα ελεγχθεί σε άλλο σημείο του καταλογισμού και όχι στην υπαιτιότητα. Επομένως δόλος και συνείδηση του αδίκου δεν είναι έννοιες ταυτόσημες. Ο δόλος δεν είναι απαραίτητα κακός δόλος. Δεν αποκλείεται όμως και να είναι.

Εξαιρέσεις από την αρχή της επικάλυψης :     α) Οι εξωτερικοί όροι του αξιοποίνου
Πρόκειται για στοιχεία του εγκλήματος, τα οποία είναι εξωτερικά, αντικειμενικά αλλά δεν ανήκουν στην αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος πχ στο ΠΚ 301 η τέλεση της αυτοκτονίας ή της απόπειρας είναι εξωτερικός όρος του αξιοποίνου όπως και στο ΠΚ 313, η επέλευση θανάτου ή βαριάς σωματικής βλάβης κάποιου από τους συμβαλλόμενους. Εφόσον  ο εξωτερικός όρος       βρίσκεται έξω από την αντικειμενική υπόσταση, δεν είναι απαραίτητο να καλύπτεται από την υπαιτιότητα του δράστη. Η έλλειψη εξωτερικού όρου σημαίνει ότι η πράξη δεν είναι αξιόποινη. Σε καμιά περίπτωση δε σημαίνει αυτό, ότι ο δράστης μπορεί να τιμωρηθεί για απόπειρα του εγκλήματος, αν δεν πληρώθηκε ο εξωτερικός όρος του αξιοποίνου. Τα εγκλήματα με εξωτερικό όρο λέγονται «εγκλήματα υπερχειλούς αντικειμενικής υπόστασης» επειδή διαθέτουν αντικειμενικά στοιχεία, τα οποία δεν καλύπτονται από την υπαιτιότητα.                                                                            
β) Τα υποκειμενικά στοιχεία του αδίκου
Βλ. παραπάνω.
Τα εγκλήματα ουσιαστικής αποπεράτωσης
Πρόκειται για εγκλήματα στα οποία υπάρχουν δύο φάσεις : η φάση της τυπικής τελείωσης και η φάση της ουσιαστικής αποπεράτωσης. Με τον όρο τυπική τελείωση νοείται η πλήρωση της αντικειμενικής και της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος. Σε ορισμένα εγκλήματα εκτός από την αντικειμενική και  υποκειμενική υπόσταση υπάρχουν και υποκειμενικά στοιχεία του αδίκου όπως ο σκοπός τότε μιλάμε για εγκλήματα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης. Στα εγκλήματα αυτά η φάση της επίτευξης του σκοπού του δράστη, λέγεται φάση της ουσιαστικής αποπεράτωσης του εγκλήματος.

7. Πλάνη στην αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος
Η πλάνη μπορεί να εμφανίζεται σε πέντε σημεία στο έγκλημα, στην αντικειμενική υπόσταση, στο άδικο, στους λόγους άρσης του αδίκου, στους λόγους άρσης του καταλογισμού και στο αξιόποινο. Πλάνη στην αντικειμενική υπόσταση έχουμε α) Στην περίπτωση που ο δράστης πληροί την αντικειμενική υπόσταση ενός εγκλήματος χωρίς να το ξέρει πχ ο Α φεύγοντας από το θέατρο πήρε το παλτό του Β. Η κλοπή δεν τιμωρείται εξ αμελείας. β) Στην περίπτωση που ο δράστης εκλαμβάνει ότι πληροί την αντικειμενική υπόσταση ενός εγκλήματος αλλά δεν την πληροί στην πραγματικότητα πχ ο κυνηγός Α πυροβολεί με σκοπό να σκοτώσει τον κυνηγό Β αλλά χτύπησε τον κορμό ενός δένδρου.  Θα τιμωρηθεί για απρόσφορη απόπειρα ανθρωποκτονίας με πρόθεση. γ) Στην περίπτωση που η πλάνη αναφέρεται στα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης που κάνουν το έγκλημα διακεκριμένο πχ ο Α εισέρχεται σε σπίτι να το κλέψει αλλά μπήκε σε μουσείο πληρώντας την αντικειμενική υπόσταση της διακεκριμένης κλοπής του ΠΚ 374 εν αγνοία του. Θα τιμωρηθεί για τη βασική κλοπή γιατί για αυτή δεν είχε πλάνη. δ) Στην περίπτωση που η πλάνη μπορεί να εμφανιστεί με ανάστροφη μορφή από την προηγούμενη πχ ο Α νόμιζε ότι μπήκε σε μουσείο να το κλέψει ενώ είχε μπει σε σπίτι. Θα τιμωρηθεί  για απλή κλοπή σε κατ΄ιδέα συρροή με απρόσφορη απόπειρα διακεκριμένης. ε)  Η πλάνη μπορεί να αναφέρεται στα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης που κάνουν το έγκλημα προνομιούχο πχ η Α σκότωσε μετά τον τοκετό το παιδί της Β νομίζοντας ότι σκότωσε το δικό της. Θα τιμωρηθεί για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως.

4. ΕΛΕΓΧΟΣ ΑΝ ΣΥΝΤΡΕΧΕΙ ΛΟΓΟΣ ΑΡΣΗΣ ΤΟΥ ΑΔΙΚΟΥ – ΤΕΛΕΙΩΤΙΚΑ ΑΔΙΚΗ ΠΡΑΞΗ
Γ. ΛΟΓΟΙ ΑΡΣΗΣ ΤΟΥ ΑΔΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΤΗΣ ΠΡΑΞΗΣ
Η πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος σημαίνει την ύπαρξη μιας καταρχήν άδικης πράξης. Η καταρχήν άδικη πράξη δεν σημαίνει και τελειωτικά άδικη πράξη. Το τελειωτικό άδικο ελέγχεται αρνητικά, ως έλλειψη κάποιου λόγου που αίρει το άδικο. Αυτό που αίρεται δεν είναι το τυπικό άδικο αλλά το ουσιαστικό. Η άρση του αδίκου στηρίζεται σε δύο αρχές, την αρχή του υπέρτερου και την αρχή του ελλείποντος συμφέροντος. Οι λόγοι άρσης του αδίκου διακρίνονται σε γενικούς (αυτοί που εφαρμόζονται σε κάθε καταρχήν άδικη πράξη) και ειδικούς (αυτού που εφαρμόζονται μόνο σε συγκεκριμένες άδικες πράξεις). Ο ΠΚ ρυθμίζει την άρση του αδίκου γενικά στα άρθρα 20-25 και σε διάφορες άλλες ad hoc περιπτώσεις.
1. Το ΠΚ 20
Σύμφωνα με ΠΚ 20 ο άδικος χαρακτήρας μιας πράξης αποκλείεται όταν αυτή αποτελεί ενάσκηση δικαιώματος ή εκπλήρωση καθήκοντος που επιβάλλεται από το νόμο. Πχ ο ΑΚ παρέχει στον έχοντα τη γονική μέριμνα το δικαίωμα σωφρονισμού του ανηλίκου. Ο άδικος χαρακτήρας της πράξης αυτής μπορεί να αρθεί. Πχ ο πολίτης αν και πληροί την αντικειμενική υπόσταση του ΠΚ 325 δεν πράττει τελειωτικά άδικα κατά εφαρμογή ΠΚ 20.
2. Η προσταγή ΠΚ 21
Οι διατάξεις για την προσταγή αφορούν αποκλειστικά σε δημοσίους υπαλλήλους. Είναι σαφές ότι είναι απαραίτητο, η πειθαρχία του υφισταμένου να συμβαδίζει με την προστασία του από παράνομες διαταγές των ανωτέρων του.  Οι υποχρεώσεις των δημοσίων υπαλλήλων ρυθμίζονται από τον Υπαλληλικό Κώδικα όπου ο υπάλληλος υποχρεούται σε κάθε περίπτωση να ελέγχει την τυπική νομιμότητα της διαταγής που δέχεται. Αν η διαταγή είναι απλά παράνομη, ο υπάλληλος υποχρεούται να την εκτελέσει, αφού πρώτα αναφέρει εγγράφως σε αυτόν που του έδωσε την διαταγή ότι η διαταγή είναι παράνομη. Αν η διαταγή είναι προφανώς παράνομη ο υπάλληλος οφείλει να μην την εκτελέσει και να αναφέρει αμέσως. Αν όμως ο προϊστάμενος επανέλθει με νέα διαταγή, ο υπάλληλος υποχρεούται να εκτελέσει αναφέροντας ταυτόχρονα στον προϊστάμενό του. Αν η διαταγή είναι προδήλως αντισυνταγματική ο υπάλληλος οφείλει να μην την εκτελέσει και να αναφέρει στον προϊστάμενο του προστάξαντος.
3. Η άμυνα ΠΚ 22
Σύμφωνα με ΠΚ 22 δεν είναι άδικη η πράξη, η οποία τελείται σε κατάσταση άμυνας. Άμυνα είναι η αναγκαία προσβολή του επιτιθέμενου στην οποία προβαίνει το άτομο, για να υπερασπιστεί τον εαυτό του ή άλλον από άδικη και παρούσα επίθεση που στρέφεται εναντίον τους.  Στην άμυνα γίνεται μία σύγκριση μεταξύ από τη μία πλευρά των εννόμων αγαθών του επιτιθέμενου  και από την άλλη αυτών του αμυνόμενου. Σημειωτέον, ότι η λύση που δίδεται, αν υπάρχει άμυνα στηρίζεται στην αρχή του υπερτέρου συμφέροντος. Πχ ο Α επιχειρεί να σκοτώσει τον Β. Ο Β τον αποφεύγει και τον σκοτώνει εκείνος. Η πράξη του Β είναι μια καταρχήν άδικη πράξη όχι όμως και όμως και τελειωτικά άδικη. Ο άδικος χαρακτήρας αίρεται λόγω άμυνας.
Ο επιτιθέμενος : Για να δικαιολογείται η άμυνα πρέπει από την πλευρά του επιτιθέμενου να υπάρξει μία παρούσα και άδικη επίθεση.
·            Επίθεση συνίσταται σε ανθρώπινη συμπεριφορά η οποία συνεπάγεται βλάβη ή διακινδύνευση των εννόμων αγαθών του αμυνόμενου. Δεν αποτελεί επίθεση η επικίνδυνη συμπεριφορά ενός ζώου. Επίσης δεν αποτελεί επίθεση η απρόσφορη απόπειρα πχ ο Α επιχειρεί να σκοτώσει τον Β με νεροπίστολο. Η επίθεση μπορεί να γίνει και δια παραλείψεως πχ ο δεσμοφύλακας, παρά την ύπαρξη εντάλματος αποφυλακίσεως του κρατούμενου, δεν τον αφήνει να φύγει, ο τελευταίος τον χτυπά και φεύγει : άμυνα. Τέλος για να υπάρχει επίθεση δεν απαιτείται κατά ανάγκη δόλια συμπεριφορά του επιτιθέμενου αρκεί και η αμελής.
·            Άδικη επίθεση : η επίθεση είναι  άδικη όταν παραβιάζει κανόνα δικαίου.  Δεν θεωρείται επίθεση από προφανώς τρελό, κάποιου υπό την επήρεια ναρκωτικών. Η κρατούσα άποψη δέχεται άμυνα και σε αυτές τις περιπτώσεις, εφόσον είναι άδικες αλλά όχι καταλογιστές.
·            Παρούσα επίθεση : θεωρείται η επίθεση όταν επίκειται αμέσως, καθώς και όταν έχει αρχίσει χωρίς όμως να έχει τελειώσει. Το ότι έχει αρχίσει χωρίς όμως να έχει τελειώσει η επίθεση σημαίνει ότι δεν έχει προλάβει να επέλθει ειρήνευση του εννόμου αγαθού.
·            Επίθεση στρεφομένη κατά του αμυνομένου ή άλλου : η επίθεση δεν χρειάζεται να στρέφεται κατά του αμυνόμενου αλλά και κατά τρίτου για τον οποίο ο αμυνόμενος σπεύδει να βοηθήσει. Σε αυτή την περίπτωση έχουμε τριτάμυνα.
Ο αμυνόμενος : Σύμφωνα με ΠΚ 22  η αμυντική συμπεριφορά του αμυνόμενου συνίσταται στην αναγκαία προσβολή του επτιθέμενου προς υπεράσπιση του εαυτού του ή άλλου.
·            Αναγκαία προσβολή : είναι βλάβη των εννόμων αγαθών του επτιθέμενου, η οποία οδηγεί σε άμεση, οριστική και ασφαλή απόκρουση της επίθεσης.  Ο αμυνόμενος μπορεί να προχωρήσει μέχρι του σημείου που το αγαθό του που εθίγη ή απειλήηκε επανήλθε σε κατάσταση ηρεμίας. Η αμυντική ενέργεια μπορεί να στρέφεται και κατά του επιτιθέμενου και κατά των συμμετόχων του.  Η άμυνα του πολίτη διέπεται από την αρχή της αναγκαιότητας, δεν πρέπει να ξεπερνά κάποια όρια. Η δυνατότητα της φυγής δεν θα πρέπει να εξετάζεται ως μέσο άμυνας. Άρα κάποιος αμύνεται νόμιμα πλήττοντας τον επιτιθέμενο παρόλο που είχε τη δυνατότητα να το βάλει στα πόδια.  Άμυνα του πολίτη δεν είναι ποτέ αναγκαία όταν είναι παρόντα αστυνομικά όργανα.
·            Υπέρβαση άμυνας : Αν ο αμυνόμενος ξεπεράσει το αναγκαίο μέτρο της άμυνας τότε βρισκόμαστε ενώπιον μίας κατάστασης υπέρβασης της άμυνας, η οποία σύμφωνα με ΠΚ 23 τιμωρείται ως εξής : αν η υπέρβαση έγινε εκ προθέσεως, τιμωρείται για έγκλημα εκ προθέσεως αλλά με ποινή ελαττωμένη. Αν έγινε από αμέλεια, τιμωρείται για το οικείο έγκλημα εξ αμελείας αν φυσικά το συγκεκριμένο έγκλημα τιμωρείται από αμέλεια. Σε περίπτωση που η υπέρβαση της άμυνας έγινε από τον αμυνόμενο εξαιτίας του φόβου ή του πανικού που του προκάλεσε η επίθεση, η πράξη του δεν καταλογίζεται. Η πράξη εξακολουθεί να είναι άδικη. Η υπέρβαση της άμυνας προϋποθέτει σε κάθε περίπτωση άμυνα. Πχ ο Α ρίχνει μια γροθιά στον Κ. Ο Κ φεύγει χωρίς να κάνει τίποτα. Την άλλη μέρα το ξανασκέφτεται και πάει και ρίχνει μια γροθιά στον Α. Δεν έχουμε θέμα υπέρβασης της άμυνας εφόσον δεν υπάρχει άμυνα. Άλλο πχ, ο Α ρίχνει μια γροθιά στον Κ, ο Κ βγάζει όπλο και τον πυροβολεί, ο Κ αμύνεται αλλά ξεπέρασε το αναγκαίο μέτρο της άμυνας.
·            Υπαίτια άμυνα : το ΠΚ 24 προβλέπει ότι δεν απαλλάσσεται από την ποινή, όποιος προκάλεσε με πρόθεση την επίθεση άλλου για να διαπράξει εις βάρος του αξιόποινη πράξη με το πρόσχημα της άμυνας.
4. Η κατάσταση ανάγκης ΠΚ 25
Δεν είναι άδικη η πράξη που τελεί κάποιος για να αποτρέψει παρόντα και αναπότρεπτο με άλλα μέσα κίνδυνο ο οποίος απειλεί χωρίς δική του υπαιτιότητα το πρόσωπο ή την περιουσία του ιδίου ή άλλου, αν η βλάβη που προκλήθηκε στον άλλο είναι σημαντικά κατώτερη κατά το είδος και τη σπουδαιότητα από τη βλάβη που απειλήθηκε.
Η κατάσταση ανάγκης σε σχέση με την άμυνα έχει τη διαφορά ότι δεν υπάρχει επίθεση που να θίγει την έννομη τάξη. Στην κατάσταση ανάγκης γίνεται μία σύγκριση ανάμεσα στο έννομο αγαθό που απειλείται και αυτό που σώζεται. Προκρίνεται δε η σωτηρία του σπουδαιότερου αγαθού πχ ο Α χρειάζεται επειγόντως ένα φάρμακο και όλα τα φαρμακεία είναι κλειστά, αναγκάζεται λοιπόν να το σπάσει για να αφαιρέσει το φάρμακο από το ράφι. Πρόκειται για μία περίπτωση κατάστασης ανάγκης.
Στοιχεία κατάστασης ανάγκης:
·            Κίνδυνος παρών που απειλεί το πρόσωπο ή την περιουσία του ιδίου ή άλλου.
·            Κίνδυνος αναπότρεπτος με άλλα μέσα πχ ο ορειβάτης Α βρίσκεται νύχτα στο βουνό με κακοκαιρία, επειδή κινδυνεύει η ζωή του, σπάει τη πόρτα της καλύβας του Β για να ζεσταθεί. Ο ευρισκόμενος σε κατάσταση ανάγκης πρέπει να επιλέξει τη λιγότερο οχληρή για τα έννομα αγαθά του θιγόμενου προσώπου.
·            Ο κίνδυνος δεν πρέπει να οφείλεται σε υπαιτιότητά του. Στο παραπάνω παράδειγμα ακόμα και αν ο Α προέβλεπε  την περίπτωση της κακοκαιρίας, πάλι βρίσκεται σε κατάσταση ανάγκης.
·            Η βλάβη, η οποία προκαλείται πρέπει να είναι σημαντικά κατώτερη από τη βλάβη που αποτρέπεται ως προς το είδος και τη σπουδαιότητα. Στο παραπάνω παράδειγμα, η σωτηρία της ζωής του Α είναι  ένα έννομο αγαθό σπουδαιότερο από την οικιακή ειρήνη του Β και την ιδιοκτησία του. Καταφεύγουμε στον έλεγχο της σπουδαιότητας μόνο αν τα έννομα αγαθά είναι ομοειδή.  Πχ ο Α εξαιτίας πλημμύρας καταφέρνει να μεταφέρει τα νερά στο σπίτι του Β που είναι φθηνότερο από το δικό του. Το σπίτι του Α άξιζε περισσότερα χρήματα επομένως ο Α βρίσκεται σε κατάσταση ανάγκης.
5. Η σύγκρουση καθηκόντων ειδικότερα
Πρόκειται για μια μορφή κατάστασης ανάγκης με βασικότερη διαφορά από αυτήν ότι στη σύγκρουση καθηκόντων ο δράστης ενεργεί για να εκπληρώσει κάποιο νομικό καθήκον κάτι το οποίο δε συμβαίνει στην κατάσταση ανάγκης. Πρόκειται για καθήκοντα του ιδίου φορέα, τέτοια ώστε η εκπλήρωση του ενός να μην είναι δυνατή χωρίς την προσβολή του άλλου. Το καθήκον αυτό πρέπει να είναι νομικό. Η σύγκρουση αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης και μπορεί να πάρει τις ακόλουθες μορφές : Σύγκρουση καθήκοντος ενέργειας με καθήκον ενέργειας; Ο γιατρός περιθάλπτει μόνο τον έναν από τους δύο βαριά τραυματίες, έχει καθήκον ενέργειας να βοηθήσει και τους δύο και σύγκρουση καθήκοντος ενέργειας με καθήκον παράλειψης: ο Α ναυαγός έχει επιβιβαστεί σε σχεδία μαζί με τον Π ενώ το παιδί του κινδυνεύει να πνιγεί, η σχεδία χωρά μόνο δύο, ο Α μη μπορώντας να σκοτώσει τον Π, αφήνει το παιδί του αβοήθητο.
6. Η συναίνεση ως λόγος που αίρει το άδικο ΠΚ 308 παρ.2
Η συναίνεση είναι ειδικός λόγος άρσης του αδίκου χαρακτήρα μίας πράξης. Εφαρμόζεται και στη φθορά ξένης ιδιοκτησίας ΠΚ 381. Δεν εφαρμόζεται όμως για την άρση του αδίκου σε περιπτώσεις άλλων εγκλημάτων και ιδιαίτερα εγκλημάτων, τα οποία διώκονται αυτεπαγγέλτως. Πχ ο Α αναθέτει στον εργολάβο Β να του γκρεμίσει το σπίτι, για να αναγείρει νέα οικοδομή. Ο Β το γκρεμίζει. Προκειμένου να ενεργήσει η συναίνεση ως λόγος άρσης  του αδίκου θα πρέπει να προηγείται της πράξεως της σωματικής βλάβης. Η μεταγενέστερη συγχώρηση ή έγκριση από τον παθόντα δεν μπορεί να λειτουργήσει ως συναίνεση. «Συναίνεση» που δίδεται σε κατάσταση απειλής ή μέθης, δεν αίρει το άδικο.  Ο δράστης πρέπει να γνώριζε ότι ο παθών είχε συναινέσει πριν προβεί στην πράξη ή παράλειψη που πληροί την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Αν υπήρχε συναίνεση και ο δράστης δεν το γνώριζε, η ποινική ευθύνη θα κριθεί στα πλαίσια της πλάνης (αγνοούμενη συναίνεση).  Τέλος, η συναίνεση δεν πρέπει να είναι αντίθετη στα χρηστή ήθη.
Ενώ η συναίνεση αίρει τον άδικο χαρακτήρα μιας καταρχήν άδικης πράξης, αν υπάρχει συγκατάθεση δεν πληρούται καν η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και η πράξη δεν είναι ούτε καταρχήν άδικη πχ ο Α προσκαλεί τον Β σε δείπνο. Ο Β εισέρχεται στην οικία του Α. Ο Β δεν πληροί καν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της διατάραξης οικιακής ειρήνης ΠΚ 334 δεδομένου ότι υπήρχε συγκατάθεση του Α.
Η εικαζόμενη συναίνεση: σε κάποιες περιπτώσεις ο δράστης ενεργεί χωρίς να έχει λάβει την εκπεφρασμένη συναίνεση του θύματος επειδή το θύμα δεν είναι αντικειμενικά σε θέση να τη δώσει. Πχ ο γιατρός αφαιρεί 5 cc αίματος από τον Α που είναι αναίσθητος τραυματίας, για το χειρουργείο που θα ακολουθήσει. Ο γιατρός εικάζει ότι αν ο Α είχε τις αισθήσεις του θα συναινούσε στην αιμοληψία.
7. Άλλοι λόγοι άρσης του αδίκου
Υπάρχουν στο ειδικό μέρος του ΠΚ.

5. ΕΛΕΓΧΟΣ ΑΝ ΣΥΝΤΡΕΧΕΙ ΛΟΓΟΣ ΑΡΣΗΣ ΤΟΥ ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΜΟΥ – ΤΕΛΕΙΩΤΙΚΑ ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΤΗ
Δ. Ο ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΜΟΣ
Τρία στοιχεία εξετάζονται στον καταλογισμό α) το βιολογικό στοιχείο β) το ψυχολογικό στοιχείο και γ) το δεοντολογικό στοιχείο.
1. Η ικανότητα προς καταλογισμό (βιολογικό στοιχείο)
Ο έλεγχος του καταλογισμού προϋποθέτει τη διάγνωση μιας τελειωτικά άδικης πράξης. Ικανότητα προς καταλογισμό έχει εκείνο το άτομο το οποίο βρίσκεται από πνευματική, ψυχική και συναισθηματική άποψη σε κατάσταση ενός υγιούς και ώριμου ανθρώπου. Ο έλεγχος αυτής της ικανότητας όπως και στο άδικο γίνεται αρνητικά. Δηλαδή οποιοσδήποτε είναι ικανός για καταλογισμό εκτός αν συντρέχει λόγος που τον αποκλείει. Λαμβάνεται υπόψη ένα βιολογικό στοιχείο (έχει να κάνει με την υγεία) και ένα διανοητικό (έχει να κάνει με την ικανότητα του ατόμου να αντιληφθεί τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του).
Κωφάλαλοι εγκληματίες ΠΚ 33
Σύμφωνα με ΠΚ 33 πράξη που τέλεσε κωφάλαλος  δεν του καταλογίζεται, αν κριθεί ότι δεν είχε την απαιτούμενη πνευματική ικανότητα να αντιληφθεί τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του. Το γεγονός ότι είναι κωφάλαλος αποτελεί το βιολογικό στοιχείο και η ικανότητα προς γνώση του αδίκου και προς συμμόρφωση αποτελεί το διανοητικό. Στην παρ. 2 ΠΚ 33 αναφέρει ότι αν ο κωφάλαλος είχε την ικανότητα να διακρίνει τιμωρείται με ποινή ελαττωμένη απλώς και μόνο ότι είναι κωφάλαλος.
Διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών ή της συνείδησης ΠΚ 34 και ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό ΠΚ 36 :
Σύμφωνα με ΠΚ 34 η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη αν όταν τη διέπραξε λόγω νοσηρής διατάραξης των πνευματικών λειτουργικών ή διατάραξης της συνείδησης δεν είχε την ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο αυτό. Στο ΠΚ 36 προβλέπεται ότι αν εξαιτίας κάποιας από τις ψυχικές καταστάσεις του ΠΚ 34 μειώθηκε σημαντικά η ικανότητα προς καταλογισμό χωρίς να έχει εκλείψει τελείως, επιβάλλεται μειωμένη ποινή.
                                                                α) Η νοσηρή διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών
Στην κατηγορία αυτή εντάσσεται ένα ευρύ φάσμα περιπτώσεων, που καταλαμβάνει τόσο τις ψυχώσεις πχ σχιζοφρένεια, μανιοκατάθλιψη κλπ όσο και τις λοιπές ψυχοπάθειες πχ νευρώσεις και τις διαταραχές των ορμών.                                         
β) Η διατάραξη της συνείδησης
Δεν μας ενδιαφέρει αν έχει νοσηρή μορφή ή όχι δηλαδή αν οφείλεται σε παθολογικά αίτια ή όχι, μπορεί να οφείλεται και σε φυσιολογικά πχ υπερκόπωση, υπνηλία ακόμα και σε μέθη. Εδώ εντάσσονται και η βαριές καταστάσεις συναισθήματος ή πάθους. Εντάσσονται και οι περιπτώσεις υπαίτιας διατάραξης της συνείδησης. Επομένως αν κάποιος καταναλώσει μεγάλη ποσότητα αλκοόλ με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο των πράξεων του, θα εφαρμοστεί το ΠΚ 34 και το έγκλημα που τυχόν τέλεσε σε μία τέτοια κατάσταση δεν θα του καταλογιστεί εφόσον βέβαια πληρούνται και οι υπόλοιπο όροι του ΠΚ 34.
Η έλλειψη ικανότητας προς αντίληψη του αδίκου και συμμόρφωση :
Αποτελεί το δεοντολογικό  κριτήριο του ΠΚ 34 και ΠΚ 36. Εφόσον έχει διαπιστωθεί ότι συντρέχει ο πρώτος βιολογικός όρος, μόνο τότε γίνεται ο έλεγχος συνδρομής του δεύτερου δεοντολογικού όρου.
                                                                Υπαίτια διατάραξη της συνείδησης
Η υπαίτια πρόκληση ελαττωμένης ικανότητας προς καταλογισμό μπορεί να αντιμετωπιστεί στα πλαίσια των ΠΚ 35 και 36 παρ. 2. Για το ΠΚ 35 απαιτείται διπλή υπαιτιότητα : υπαιτιότητα ως προς την περιέλευση σε κατάσταση διαταραγμένη συνείδησης και υπαιτιότητα για την τέλεση κάποιας πράξης ποινικώς ενδιαφέρουσας. Σύμφωνα με ΠΚ 35 παρ. 1 πράξη που ο δράστης αποφάσισε σε κανονική ψυχική κατάσταση αλλά για την τέλεσή τη έφερε τον εαυτό του σε κατάσταση διαταραγμένης συνείδηση, του καταλογίζεται σα να την τέλεσε από δόλο.  Σύμφωνα με ΠΚ 35 παρ. 3 αν ο δράστης πρόβλεψε ή μπορούσε να προβλέψει ότι ενδέχεται να τελέσει μία πράξη, αν οδηγηθεί σε κατάσταση διατάραξης της συνείδησης, του καταλογίζεται σαν πράξη που τελέστηκε από αμέλεια.
Πχ ο Α για να σκοτώσει τον Β επειδή φοβάται χρησιμοποιεί ψυχοφάρμακο. Σύμφωνα με ΠΚ 35 παρ.1 θα του καταλογιστεί η ανθρωποκτονία εκ προθέσεως εφόσον είχε δόλο στην διατάραξη της συνείδησής του.
Πχ ο Α οδηγεί κατάκοπος το αυτοκίνητό του, αν και νυστάζει συνεχίζει και σκοτώνει τον Β. Θα τιμωρηθεί για ανθρωποκτονίας εξ αμελείας κατά ΠΚ 35 παρ. 3.
Πχ ο Α αποφασίζει να μεθύσει για να δείρει τον Β, αφού μεθάει σκοτώνει τον Β. Θα τιμωρηθεί για ανθρωποκτονία με πρόθεση με ποινή ελαττωμένη αφού σύμφωνα με ΠΚ 35 παρ. 2 η πράξη που τέλεσε ήταν διαφορετική από αυτή που αρχικά είχε αποφασίσει.
Πχ ο Α μεθάει χωρίς να έχει προαποφασίσει κάποιο έγκλημα το οποίο επέρχεται. Θα τιμωρηθεί για το έγκλημα εξ αμελείας και θα εφαρμοστεί ο ΠΚ 35 παρ. 3.
Πχ ο δράστης περιέρχεται εξ αμελείας σε κατάσταση μέθης και τελεί πράξη την οποία δεν μπορούσε ούτε όφειλε να προβλέψει ότι σε κατάσταση μέθης είναι πιθανό να τελέσει. Ευθύνεται κατά το ΠΚ 193.
Πχ ο δράστης μεθάει ανυπαίτια και στη συνέχεια τελεί μία άδικη πράξη. Παραμένει ακαταλόγιστος σύμφωνα με ΠΚ 354.
                                                                Το έγκλημα σε κατάστασης υπαίτιας μέθης ΠΚ 193 ειδ.
Αν κάποιος τελέσει μία πράξη σε κατάσταση πλήρους μέθης δεν του καταλογίζεται σύμφωνα με το ΠΚ 34. Στην περίπτωση αυτή θα τιμωρηθεί με το ΠΚ 193 εφόσον η μέθη είναι υπαίτια. Το ΠΚ 193 τιμωρεί κάποιον ο οποίος τέλεσε μία πράξη, η οποία σε διαφορετική περίπτωση θα του καταλογιζόταν ως κακούργημα ή πλημμέλημα, σε κατάσταση πλήρους μέθης και επομένως πλήρους ανικανότητας προς καταλογισμό. Αυτό που τιμωρεί η διάταξη δεν είναι η πράξη η οποία τελείται αλλά η περιέλευση στην επικίνδυνη κατάσταση της μέθης, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την τέλεση της πράξης.  Κατά την κρατούσα άποψη πρόκειται για έγκλημα αφηρημένης διακινδύνευσης και η τέλεση της πράξης που σε διαφορετική περίπτωση θα ήταν έγκλημα, αποτελεί εξωτερικό όρο του αξιοποίνου. Δηλαδή η υπαίτια μέθη δεν αποτελεί αξιόποινη πράξη, παρά μόνο αν πληρωθεί ο σχετικός όρος δηλαδή η τέλεση της σχετικής πράξης.
                                                               

Η ποινική ανηλικότητα
Σύμφωνα με ΠΚ 121 ανήλικοι είναι όσοι έχουν ηλικία από 8-18 συμπληρωμένων. Ανήλικοι έως 8 είναι ποινικά αδιάφοροι. Σύμφωνα με το ΠΚ 126 ανήλικοι από 8 έως 13 ετών είναι ακαταλόγιστοι. Σε αυτούς επιβάλλονται αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα. Από 13 έως 18 ετών κάποιος είναι έφηβος και μπορεί να του επιβληθεί σε αυτόν ποινή περιορισμού σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων.
2. Η υπαιτιότητα (ψυχολογικό στοιχείο)
Αναπτύχθηκε παραπάνω.
3. Το άλλως δύνασθαι πράττειν (δεοντολογικό στοιχείο)
Δικαιολογεί τη μομφή που πέφτει πάνω στο δράστη, διότι το έγκλημα ήταν η επιλογή του. Μπορούσε να πράξει διαφορετικά αλλά αυτός τέλεσε το έγκλημα. Το άλλως δύνασαι πράττειν προϋποθέτει α) δυνατότητα συνείδησης του αδίκου και β) την ελεύθερη μη συμμόρφωση του προσώπου με το δίκαιο.
Η δυνατότητα συνείδησης του αδίκου:            Η νομική πλάνη
Νομική πλάνη υπάρχει όταν ο δράστης αντιλαμβάνεται την πλήρως αυτόν της αντικειμενικής υπόστασης ενός εγκλήματος αλλά εκτιμά ότι η πράξη του είναι σύννομη, δεν αντιβαίνει δηλαδή σε κάποιον απαγορευτικό κανόνα δικαίου.  Το συγγνωστό ή μη της πλάνης κρίνεται από το έγκλημα από τις περιστάσεις αλλά και από τις τυχόν ιδιαίτερες γνώσεις του δράστη. Δηλαδή όσο πιο ειδικό είναι κάποιος τόσο πιο δύσκολο είναι να επικαλεστεί συγγνωστή νομική πλάνη. Αντίθετα με τη νομική πλάνη, η πλάνη στο αξιόποινο, στο τιμωρητό δηλαδή της πράξης είναι αδιάφορη ποινικά και δεν ωφελεί τον δράστη.
Η ελεύθερη μη συμμόρφωση με το δίκαιο:    
Εφόσον ο δράστης αντιλαμβάνεται τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του, το δεοντολογικό στοιχείο του καταλογισμού μπορεί να αποκλειστεί στις περιπτώσεις που η μη συμμόρφωση με το άδικο δεν ήταν αποτέλεσμα μία ελεύθερης επιλογής του αλλά μιας επιλογής καταπιεσμένης.
α) Κατάσταση ανάγκης που αποκλείει τον καταλογισμό ΠΚ 32
Βασική διαφορά από την κατάσταση ανάγκης του ΠΚ 25 είναι ότι αίρει τον καταλογισμό και όχι το άδικο. Η πράξη εξακολουθεί να είναι άδικη αλλά δεν καταλογίζεται Σε αυτή τη μορφή κατάστασης ανάγκης πρέπει να υπάρχει αναπότρεπτος με άλλα μέσα κίνδυνος που να απειλεί χωρίς υπαιτιότητα του δράστη το πρόσωπο ή την περιουσία του ιδίου, ανιόντος, κατιόντος, αδελφού ή συζύγου. Απαιτείται δε η βλάβη η οποία προκαλείται να είναι ανάλογη με αυτή που αποτρέπεται. Πχ πάνω σε μια σχεδία όπου χωράει μόνο ένας ναυαγός ανεβαίνουν δύο. Για να μην βουλιάξει ο ένας ρίχνει τον άλλο στην θάλασσα και πνίγεται. Η πράξη του είναι τελειωτικά άδικη αλλά δεν του καταλογίζεται γιατί υπάρχει περίπτωση κατάστασης ανάγκης του ΠΚ 32. Αξιοσημείωτο είναι ότι εδώ επιτρέπεται άμυνα μόνο που είναι τελειωτικά άδικη. Για να αρθεί ο καταλογισμός στο ΠΚ 32 ο δράστης βρέθηκε σε μία κατάσταση πιεστική, συναισθηματικής φόρτισης τέτοιας, η οποία τον ανάγκασε να πράξει ότι έπραξε εφόσον κινδύνευε ο ίδιος, ή πρόσωπα του στενού συγγενικού του περιβάλλοντος.
                                                                                β) Η υπέρβαση της άμυνας του ΠΚ 23 εδ.β
Η υπέρβαση της άμυνας σε κατάσταση φόβου ή ταραχής από την επίθεση αίρει το δεοντολογικό στοιχείο του καταλογισμού.

Ε. Η ΠΛΑΝΗ ΣΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΡΣΗΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
Νομιζόμενος λόγος άρσης του αδίκου
Ο δράστης πεπλανημένα εκλαμβάνει ότι συντρέχει κάποιος λόγος που αίρει το άδικο της πράξης του ενώ δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Πχ ο Α επιστρέφοντας τη νύχτα σπίτι του νομίζει ότι ο Β που τον πλησίασε ήθελε να του κάνει κακό και τον τραυματίζει πιστεύοντας ότι βρίσκεται σε κατάσταση άμυνας. Πρόκειται για νομιζόμενη άμυνα η οποία εξομοιώνεται με την πραγματική πλάνη. Επομένως αποκλείεται ο δόλος και η ενσυνείδητη αμέλεια του δράστη, ο οποίος μπορεί να τιμωρηθεί για άνευ συνειδήσεως αμέλεια.
Αγνοούμενος λόγος άρσης του αδίκου
Ο δράστης πληροί την αντικειμενική υπόσταση ενός εγκλήματος γνωρίζοντας ότι η πράξη του είναι άδικη. Υπάρχει όμως λόγος που αίρει το άδικο και ο δράστης δεν την γνωρίζει πχ ο Α προβαίνει σε άμβλωση της Β χωρίς να ξέρει ότι ήταν αναγκαία η άμβλωση για να σωθεί η ζωή της εγκύου. Κρατούσα άποψη ότι θα τιμωρηθεί ο γιατρός για απρόσφορη απόπειρα.
Μορφές πλάνης που είναι αδιάφορες για το ποινικό δίκαιο
·            Αδιάφορη για το ποινικό δίκαιο είναι η πλάνη περί το αξιόποινο. Αν δηλαδή γνωρίζει κάποιος ότι μία συμπεριφορά απαγορεύεται δεν είναι ανάγκη να γνωρίζει ότι τιμωρείται με συγκεκριμένη ποινή.
·            Αδιάφορη είναι και η πλάνη στην ταυτότητα του προσώπου. Αν δηλαδή ο Α θέλοντας να σκοτώσει τον Β σκότωσε τον Γ θα τιμωρηθεί για ανθρωποκτονία με πρόθεση χωρίς να μας ενδιαφέρει η πλάνη στην ταυτότητα. Άνθρωπο ήθελε να σκοτώσει και σκότωσε.
Η πλάνη περί την υπαγωγή
Η πλάνη περί την υπαγωγή είναι κατά μία βάση μια πλάνη περί το αξιόποινο και άρα αδιάφορη για το ποινικό δίκαιο.

ΣΤ. Η ΠΛΑΝΗ ΣΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΡΣΗΣ ΤΟΥ ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΜΟΥ
Παράδειγμα :  ο Α ναυαγός, νομίζοντας ότι η σωσίβια λέμβος χωράει μόνο δύο άτομα πετά στη θάλασσα τον συνεπιβάτη του Λ για να ανεβάσει το παιδί του που βρισκόταν στο νερό ενώ η λέμβος χώραγε άλλο ένα άτομο.
Ο Μυλωνόπουλος υποστηρίζει ότι πρέπει να αρθεί ο καταλογισμός του Α λόγω της ψυχικής του πίεσης που του απέκλειε να πράττει αλλιώς. Κατά Ανδρουλάκη δεν αρκεί η αδυναμία αποφυγής της πράξης αλλά απαιτείται και αδυναμία αποφυγής της πλάνης ο Α θα τιμωρηθεί και η αδυναμία αποφυγής της πράξης του θα εκτιμηθεί ως ελαφρυντική περίσταση.

6. ΈΛΕΓΧΟΣ ΑΝ ΣΥΝΤΡΕΧΕΙ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΣ ΟΡΟΣ ΤΟΥ ΑΞΙΟΠΟΙΝΟΥ
Βλέπε σελ.7

7. ΕΛΕΓΧΟΣ ΑΝ ΣΥΝΤΡΕΧΕΙ ΛΟΓΟΣ ΕΞΑΛΕΙΨΗΣ ΤΟΥ ΑΞΙΟΠΟΙΝΟΥ
Ζ. ΛΟΓΟΙ ΑΡΣΗΣ ΤΟΥ ΑΞΙΟΠΟΙΝΟΥ
Υπάρχουν περιπτώσεις που μια πράξη είναι τελειωτικά άδικη και τελειωτικά καταλογιστή αλλά δεν επιβάλλεται ποινή. Αποκλείεται δηλαδή το αξιόποινο. Πρόκειται για περιπτώσεις που το αξιόποινο εξαλείφεται μεταγενέστερα μετά από την τέλεση της πράξης.
Δυνητικοί λόγοι απαλλαγής από την ποινή
·            Η δικαιολογημένη αγανάκτηση. Σύμφωνα με το ΠΚ 308 παρ. 3 ο δράστης της απλής σωματικής βλάβης μπορεί να απαλλαγεί από την ποινή αν προέβει στην πράξη του από δικαιολογημένη αγανάκτηση εξαιτίας προηγούμενης πράξης που τέλεσε εις βάρος του ο παθών και που ήταν ιδιαίτερα σκληρή ή βάναυση.
·            Η υπαναχώρηση από πεπερασμένη απόπειρα. Αν και τιμωρείται με ποινή ελαττωμένη, το δικαστήριο μπορεί να κρίνει την απόπειρα ατιμώρητη.
·            Σύμφωνα με το ΠΚ 42 παρ. 3 το δικαστήριο μπορεί να κρίνει ατιμώρητη απόπειρα πλημμελήματος με ποινή φυλάκισης όχι μεγαλύτερη από 3 μήνες.
·            Σε άλλες περιπτώσεις στον ΠΚ.
Υποχρεωτικοί  λόγοι απαλλαγής από την ποινή :                          
·            Η έμπρακτη μετάνοια βρίσκει διάφορες μορφές έκφρασης στο ΠΚ. Στο ΠΚ 44 παρ.1 ως υπαναχώρηση από μη πεπερασμένη απόπειρα κλπ.
·            Η αμνηστία.
·            Στα κατ΄ έγκληση διωκόμενα εγκλήματα, η παραίτηση από το δικαίωμα στην έγκληση και η ανάκληση της έγκλησης.
·            Η απρόσφορη απόπειρα από ευήθεια ΠΚ 43.
·            Σε διάφορες άλλες περιπτώσεις στον ΠΚ.
·            Η παραγραφή.
Η παραγραφή των εγκλημάτων ειδικότερα
Σύμφωνα με ΠΚ 111 τα κακουργήματα παραγράφονται μετά από 15 έτη, τα πλημμελήματα παραγράφονται μετά από 5 έτη και τα πταίσματα μετά από 1 έτος. Ο χρόνος της παραγραφής αρχίζει να μετρά από το χρονικό σημείο της τέλεσης του εγκλήματος εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Σύμφωνα με ΠΚ 113 η παραγραφή αναστέλλεται για όσο χρόνο δεν μπορεί να αρχίσει ή να εξακολουθήσει η ποινική δίωξη. Η αναστολή της παραγραφής δεν μπορεί να διαρκέσει πάνω από 5 έτη αν πρόκειται για κακούργημα, 3 έτη για πλημμέλημα και 1 έτος για πταίσμα.               

               
Η παραγραφή των ποινών
Η ποινή της ισόβιας κάθειρξης παραγράφεται μετά από 30 έτη, ενώ κάθε άλλη ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης και ο περιορισμός σε ψυχιατρικό κατάστημα παραγράφονται μετά 20 έτη. Η φυλάκιση, η χρηματική ποινή και ο περιορισμός σε σωφρονιστικό κατάστημα παραγράφονται μετά 10 έτη. Κάθε άλλη μικρότερη ποινή παραγράφεται μετά από 2 έτη. Η παραγραφή των ποινών αρχίζει από τότε που αυτές έγιναν αμετάκλητες.

Η. Η ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ
Γενικά
Σύμφωνα με την αντικειμενική θεωρία η απόπειρα τιμωρείται, διότι συνεπάγεται μία προσβολή του εννόμου αγαθού δια της διακινδύνευσής του. Σύμφωνα με την υποκειμενική θεωρία τιμωρείται επειδή αποτελεί εκδήλωση της εγκληματικής βούλησης του δράστη. Ο ΠΚ ακολουθεί και τις δύο, τιμωρεί την απόπειρα με ποινή ελαττωμένη ακριβώς επειδή η προσβολή του εννόμου αγαθού είναι μικρότερη από ότι στο τελειωμένο έγκλημα  αν και η εγκληματική βούληση είναι ίδια και τείνει στην ολοκλήρωση του εγκλήματος. Η απρόσφορη απόπειρα τιμωρείται με ελαττωμένη ποινή και εδώ η εγκληματική βούληση είναι η ίδια αλλά η δυνατότητα προσβολής του εννόμου αγαθού αποκλείεται.
Εννοιολογικά στοιχεία της απόπειρας
Είναι τρία : α)  Η απόφαση τέλεσης. Δόλος τέλεσης κακουργήματος ή πλημμελήματος  (η απόπειρα πταίσματος δεν τιμωρείται). Η απόπειρα θεωρείται έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης γιατί ο δόλος καλύπτει εκτός από την αντικειμενική υπόσταση της απόπειρας και την αντικειμενική υπόσταση του ολοκληρωμένου εγκλήματος. β) Η μη ολοκλήρωση. Σημαίνει ότι κάποιο ή κάποια στοιχεία της δεν πραγματοποιήθηκαν. γ) Η αρχή εκτέλεσης του εγκλήματος. Η αρχή εκτέλεσης διακρίνει την απόπειρα από τις μη τιμωρητές προπαρασκευαστικές πράξεις. Αρχή εκτέλεσης υπάρχει όταν τελεστεί κάποια πράξη από αυτές που περιγράφονται στην αντικειμενική υπόσταση ή κάποια πράξη που μπορεί σε περίπτωση επιτυχούς έκβασης να οδηγήσει στην πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης. Η απόπειρα κατά το ΠΚ 42 παρ. 1 τιμωρείται με ποινή ελαττωμένη με το ΠΚ 83.
Η απρόσφορη απόπειρα
Απρόσφορη είναι η απόπειρα που γίνεται με μέσο με το οποίο ποτέ δεν μπορεί να επέλθει το αποτέλεσμα ή κατά αντικειμένου εις βάρος του οποίου δεν μπορεί να επέλθει το αποτέλεσμα πχ πυροβολώ να σκοτώσω κάποιος με νεροπίστολο ή πυροβολώ να σκοτώσω ένα πτώμα (λόγω αντικειμένου). Η απρόσφορη απόπειρα πρέπει να είναι απόλυτη και όχι σχετική. Η απρόσφορη απόπειρα λόγω υποκειμένου είναι αδιάφορη για το ποινικό δίκαιο και δεν τιμωρείται πχ ο δικηγόρος Α θεωρώντας ότι είναι δημόσιος υπάλληλος εκτιμά πως τέλεσε το έγκλημα της δωροδοκίας ΠΚ 235.
Η απόπειρα στα δια παραλείψεως τελούμενα εγκλήματα
Στα μη γνήσια εγκλήματα παραλείψεως είναι δυνατή η απόπειρα πχ οι Α και Β αποφάσισαν να σκοτώσουν το νεογέννητο μωρό τους αφήνοντάς το νηστικό και έφυγαν από το σπίτι. Άκουσαν τα κλάματα οι γείτονες και το έσωσαν. Οι Α και Β ευθύνονται για απόπειρα ανθρωποκτονίας δια παραλείψεως κατά συναυτουργία – μη γνήσιο έγκλημα παραλείψεως. Στα γνήσια εγκλήματα η μόνη δυνατή απόπειρα είναι η απρόσφορη μέσω της ανάστροφης πραγματικής πλάνης πχ ο Α βλέποντας τον Κ να πνίγεται αποφασίζει να τον αφήσει. Ο Α ευθύνεται για απρόσφορη απόπειρα του ΠΚ 307 – γνήσιο έγκλημα παραλείψεβως.
Η απόπειρα στα εκ του αποτελέσματος διακρινόμενα εγκλήματα
Για παράδειγμα ο Α ασκεί βία εις βάρος του Β, προκειμένου να του αφαιρέσει το πορτοφόλι. Ο Β πεθαίνει από τη βία του Α και ο τελευταίος συλλαμβάνεται πριν το σκάσει. Ο Α θα τιμωρηθεί για απόπειρα βασικής ληστείας ΠΚ 380 παρ. 1 σε αληθινή κατ΄ ιδέα συρροή με ανθρωποκτονία εξ αμελείας ΠΚ 302.
Η απόπειρα στα σύνθετα εγκλήματα
Στο σύνθετο έγκλημα η τέλεση του ενός σκέλους του εγκλήματος αποτελεί απόπειρα ολόκληρου του σύνθετου.  Πχ η άσκηση παράνομης σωματικής βίας με σκοπό κλοπή κινητού πράγματος αποτελεί απόπειρα ληστείας. Στο σύνθετο έγκλημα δεν είναι η απόπειρα απρόσφορη αν απλώς είναι απρόσφορο το δεύτερο σκέλος του.
Η υπαναχώρηση από την απόπειρα
Μη πεπερασμένη είναι η απόπειρα όταν ο δράστη δεν έπραξε ότι ήταν αναγκαίο για την ολοκλήρωση του εγκλήματος πχ ο Α επιχειρεί να σκοτώσει τον Β ρίχνοντας δηλητήριο στο φαγητό, το μετανιώνει όμως και δεν συνεχίζει. Ο δράστης μένει ατιμώρητος.
Πεπερασμένη είναι η απόπειρα όταν ο δράστης ολοκληρώσει την ενέργειά του για την επίτευξη του εγκλήματος και απλά περιμένει την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος το οποίο είναι φυσική συνέπεια της πράξης του πχ ο Α προσπαθεί να βιάσει την Β η οποία του λέει ότι έχει έιτς, αυτός φοβάται και φεύγει. Ως συνέπεια ο Α έχει την επιβολή σε αυτόν ελαττωμένης ποινής. Το πότε ο δράστης υπαναχωρεί με δική του θέληση και όχι από εξωτερικά εμπόδια κρίνεται από το αν ο δράστης αποφάσισε με αυτό τον τρόπο, αν και θα μπορούσε να αποφασίσει διαφορετικά.

Θ. Η ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ
Γενικά
Όταν γίνεται λόγος για συμμετοχή εννοείται η συμβολή περισσότερων προσώπων στο έγκλημα. Πχ ο Α πείθει τον Β να διαπράξει μία κλοπή. Ο Α έχει συμβάλλει στην κλοπή του Β με τη μορφή της ηθικής αυτουργίας.
Η έμμεση αυτουργία
Έμμεση αυτουργία έχουμε:
  1. Όταν κάποιος δεν πράττει ούτε καταρχήν άδικα α) γιατί δεν πληροί την αντικειμενική υπόσταση του οικείου εγκλήματος πχ κάποιος βλάπτει δικά του έννομα αγαθά χωρίς να το καταλαβαίνει, ο Α πείθει τον Β που βρίσκεται σε κατάσταση πλήρους μέθης να αυτοτραυματιστεί, ο Α δεν είναι ηθικός αυτουργός σε σωματική βλάβη γιατί η πράξη του Β δεν είναι τελειωτικά άδικη. Ο Α θα τιμωρηθεί ως έμμεσος αυτουργός σωματικής βλάβης. Πχ στα γνήσια ιδιαίτερα εγκλήματα όταν δεν έχει την απαιτούμενη ιδιότητα σύμφωνα με ΠΚ 49 παρ.1 δηλ. ο αστυνομικός Α πείθει τον φίλο του Β να χτυπήσει τον Φ να ομολογήσει. Ο Β δεν μπορεί να τιμωρηθεί με το ΠΚ 239 δεν είναι ανακριτικός υπάλληλος αλλά ως έμμεσος αυτουργός του ΠΚ 239.  β) Γιατί λείπει το υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου πχ στην κλοπή όταν λείπει από αυτόν που αφαιρεί το κινητό πράγμα ο σκοπός παράνομης ιδιοποίησης πχ ο Α ζητά από τον Β να μεταφέρει τις βαλίτσες «του» στο αυτοκίνητό του. Οι βαλίτσες ήταν ξένες και ο Α τις ιδιοποιείται, και είναι έμμεσος αυτουργός κλοπής. Ο Β δεν πράττει άδικα.#
  2. Όταν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης του «φυσικού αυτουργού» οπότε αυτός δεν πράττει τελειωτικά άδικα   πχ ο Α πείθει τον Β να επιτεθεί και να σκοτώσει τον Κ, μόλις γίνεται η επίθεση είναι παρών και βοηθά τον Κ να αμυνθεί στον Β. Ο Κ με τη βοήθεια του Α σκοτώνει τον Β. Η πράξη του φυσικού αυτουργού Κ δεν είναι τελειωτικά άδικη λόγω άμυνας. Ο Α θα τιμωρηθεί ως έμμεσος αυτουργός ανθρωποκτονίας.
  3. Στην περίπτωση της πραγματικής πλάνης  πχ ο μύωψ Α ζητά από τον Π να του δώσει το φάρμακο που βρίσκεται σε αυτό το κόκκινο μπουκάλι για να το δώσει στον κατάκοιτο αδελφό του. Στο μπουκάλι είχε δηλητήριο το αντιλαμβάνεται ο Π αλλά όχι ο Α. Ο Π του το δίνει και ο Α «σκοτώνει» τον ασθενή. Ο Α βρίσκεται σε πραγματική πλάνη και μόνο για ανθρωποκτονία εξ αμελείας ευθύνεται. Ο Π είναι έμμεσος αυτουργός της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως.
Οι μορφές συμμετοχής στο έγκλημα :             α) Η συναυτουργία
Φυσικός αυτουργός είναι αυτός που πληροί την ειδική υπόσταση του εγκλήματος. Οι συναυτουργοί είναι δύο ή περισσότεροι που συναποφασίζουν να γίνει το έγκλημα και να το τελέσουν από κοινού. Δύο είναι τα στοιχεία της συναυτουργίας : α) Η συναπόφαση είτε λαμβάνεται εκ των προτέρων είτε κατά τη στιγμή της τέλεσης. Είναι δυνατή και η διαδοχική συναυτουργία δηλαδή υπάρχει ένας συναυτουργός λαμβάνει την απόφαση να συνεκτελέσει το έγκλημα και ο άλλος έχει ήδη αρχίσει την τέλεση του εγκλήματος. πχ ο Α προσπαθεί να ληστέψει την Β, από τις φωνές της έρχεται ο Π που αντί να την βοηθήσει, της παίρνει τη τσάντα. Ο Ανδρουλάκης διαφωνεί για την διαδοχική συναυτουργία. Ο Π ευθύνεται μόνο για κλοπή. Σε εγκλήματα σκοπού τον σκοπό θα πρέπει να έχουν όλοι οι συναυτουργοί.  Αν κάποιος συναυτουργός δεν έχει σκοπό παράνομης ιδιοποίησης δεν είναι συναυτουργός κλοπής αλλά συνεργός στην κλοπή.   
β) Συνεκτέλεση σημαίνει από κοινού πλήρωση της ειδικής υπόστασης τους εγκλήματος. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις που ο ένας συμμέτοχος δεν φαίνεται να πληροί την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος αλλά η συνδρομή του δεν φαίνεται να διαφέρει και πολύ αξιολογικά από αυτή του δράστη.
Συναυτουργός είναι και εκείνος που έχοντας συναποφασίσει με τον πρώτο την τέλεση του εγκλήματος έχει προβεί σε αρχή εκτέλεσης του (απόπειρα).                                              
     Συναυτουργία στα δια παραλείψεως τελούμενα εγκλήματα
Συναυτουργία μπορεί να υπάρξει και στα γνήσια και στα μη γνήσια εγκλήματα παραλείψεως.  Πχ οι Α και Β βλέπουν τον άγνωστό τους Κ να πνίγεται αν και μπορούσαν να τον βοηθήσουν μετά από συνεννόηση τον αφήνουν στην τύχη του, είναι συναυτουργοί του ΠΚ 307 γνήσιο έγκλημα παραλείψεως. Πχ οι Α και Β αποφασίζουν να αφήσουν το νεογέννητο παιδί τους να πεθάνει, κάτι που γίνεται. Οι Α και Β είναι συναυτουργοί δια παραλείψεως στο ΠΚ 299 μη γνήσιο έγκλημα παραλείψεως.



                                                                                β) Η παραυτουργία
Δεν είναι μορφή συμμετοχής στο έγκλημα. Πρόκειται για τυχαία συνεκτέλεση χωρίς συναπόφαση. Η παραυτουργία μπορεί να γίνεται είτε από αμέλεια είτε από δόλο. Πχ εξ αμελείας : οι οδηγοί Α και Β οδηγώντας πέφτουν πάνω στο πεζό Π και τον σκοτώνουν. Πχ εκ προθέσεως : οι Α και Β χωρίς προσυνεννόηση αποφασίζουν να σκοτώσουν τον Π.
                                                                                γ) Η ηθική αυτουργία
Ηθικός αυτουργός είναι αυτός που προκαλεί σε κάποιον την απόφαση να τελέσει μία άδικη πράξη. Η τιμωρία του ηθικού αυτουργού είναι ίδια με αυτή του φυσικού αυτουργού, διότι ο πρώτος διέπεται από το λεγόμενο «διπλό δόλο». Αφενός μεν επιθυμεί το έγκλημα αφετέρου θέλει να εμπλέξει και το φυσικό αυτουργό. Το κακό που προκαλεί είναι διπλό. Εξ αμελείας ηθική αυτουργία δεν υπάρχει ούτε και για συμμετοχή στο έγκλημα γενικότερα. Εκτός από το δόλο απαιτείται και αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στην προτροπή του ηθικού αυτουργού και της πράξης του δράστη. Ο ηθικός αυτουργός πρέπει να απευθύνεται σε συγκεκριμένα πρόσωπα. Προτροπές του τύπου «κόψε το λαιμό σου να βρεις χρήματα» δεν είναι ηθική αυτουργία.                                                                           
   Η απόπειρα της ηθικής αυτουργίας
Απόπειρα ηθικής αυτουργίας όπως και απόπειρα άλλης μορφής  συμμετοχής με τη στενή έννοια (άμεση ή απλή συνέργεια) δεν τιμωρείται. Πχ ο Α προσπαθεί να πείσει τον Κ να χτυπήσει τον Π. Ο Κ αρνείται. Ο Α δεν ευθύνεται για απόπειρα ηθικής αυτουργίας σε σωματική βλάβη.                                                                                   
   Agent provocateur
Σύμφωνα με ΠΚ 46 παρ.2 όποιος προκαλεί σε κάποιον την απόφαση να τελέσει μία άδικη πράξη, με σκοπό να τον καταλάβει όταν αυτός τελεί απόπειρα, τιμωρείται ως προβοκάτορας με ποινή ελαττωμένη από αυτή του ηθικού ατουργού.
δ) Η άμεση συνεργεία
Ο άμεσος συνεργός είναι αυτός που παρέχει βοήθεια στο φυσικό αυτουργό κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση της πράξης του. Αποκλείεται επομένως οποιαδήποτε βοήθεια δίδεται πριν από την τέλεση της πράξης.  «Στην εκτέλεση» σημαίνει τοπική συνύπαρξη φυσικού αυτουργού και άμεσου συνεργού έστω και με ευρύτερη έννοια πχ μέσω κινητού τηλεφώνου. Ο άμεσος συνεργός διαφέρει από το φυσικό αυτουργό στο ότι δεν επιθυμεί την πράξη δική του αλλά επιθυμεί να βοηθήσει άλλον στην τέλεσή της. Πλησιάζει τον συναυτουργό αλλά αυτό δεν συμβαίνει α) όταν δεν πληροί κανένα στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης πχ ο Α κρατάει τον Β για να τον φονεύσει ο Γ β) όταν ελλείπει το υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου πχ ο Α ζητά από τον Π, φύλακα σε αποθήκη καυσίμων, να τον αφήσει να κλέψει καύσιμα. Ο Π τον αφήνει, αν και δε θέλει να πάρει και αυτός τίποτα για να ζημιώσει τους εργοδότες του. Ο Α δεν είναι συναυτουργός κλοπής διότι δεν συντρέχει στο πρόσωπό του το υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου της κλοπής και γ) όταν πρόκειται για γνήσιο ιδιαίτερο έγκλημα και δεν συντρέχει στο πρόσωπό του η συγκεκριμένη ιδιότητα πχ ο αστυνομικός Α ζητά από τον πυγμάχο Π να δείρουν μαζί τον κρατούμενο Κ για να ομολογήσει.                                                                               
ε) Η απλή συνέργεια
Η βοήθεια που παρέχει ο απλός συνεργός δίδεται είτε πριν από την τέλεση της πράξης του αυτουργού είτε κατά τη διάρκεια αλλά όχι κατά την εκτέλεση γιατί τότε θα πρόκειται για άμεσο συνεργό. Πχ για πριν : ο Α δίνει στον Π το κλειδί για να εισέλθει σε ένα κατάστημα να κλέψει. Πχ για κατά τη διάρκεια : ο Α τσιλιαδόρος φυλάει τσίλιες όσο ο Π κλέβει ένα αυτοκίνητο. Η ηθική – ψυχολογική ενθάρρυνση του δράστη αποτελεί απλή συνέργεια αρκεί ο δράστης να τη χρειαζόταν για να συνεχίσει πχ ο Α βλέπει τον Π που προσπαθεί να διαρρήξει ένα σπίτι και τον ενθαρρύνει λέγοντας «προχώρα φίλε, θα τα καταφέρεις». Αν μια βοήθεια δεν χρησιμοποιείται από τον φυσικό αυτουργό και δεδομένου ότι δεν υπάρχει απόπειρα συνέργειας, δεν υπάρχει και ποινική ευθύνη.
Η αναγκαία συμμετοχή
Εγκλήματα αναγκαίας συμμετοχής είναι αυτά που για να τελεστούν απαιτείται η συμμετοχή περισσοτέρων προσώπων. Τέτοια είναι η αιμομιξία, η δωροδοκία, η διγαμία κλπ. Τέτοια συμμετοχή δεν απαιτεί υποχρεωτικά υπαιτιότητα. Διακρίνονται σε α) εγκλήματα που το πρόσωπο που συμπράττει αναγκαστικά δεν υπέχει ποινική ευθύνη, διότι είναι ο θύμα πχ αποπλάνηση ανηλίκου ΠΚ 339, δεν τιμωρείται ο αποπλανηθείς ανήλικος και β) εγκλήματα στα οποία ο αναγκαίος συμμέτοχος δεν είναι το θύμα και πρέπει να διακρίνουμε:
·            Περιπτώσεις συγκλίνουσας ή παράλληλης δράσης που το έννομο αγαθό προσβάλλεται παράλληλα από όλους τους αναγκαίους συμμετόχους πχ αιμομιξία ΠΚ 343. Όλοι οι δράστες ευθύνονται ποινικά.
·            Περιπτώσεις συγκλίνουσας ή παράλληλης δράσης που το έννομο αγαθό προσβάλλεται μόνο από έναν από τους αναγκαίους συμμετόχους πχ η διευκόλλυνση αλλότριας ακολασίας ΠΚ 348. Μόνος αυτός που διευκολύνει ευθύνεται ποινικά.


Το ΠΚ 49 παρ.2
Ρυθμίζει τη συμμετοχή στα μη γνήσια ιδιαίτερα εγκλήματα. Προβλέπεται λοιπόν ότι οι ιδιαίτερες ιδιότητες ή σχέσεις ή άλλες περιστάσεις λαμβάνονται υπόψη για το συμμέτοχο στον οποίο υπάρχουν όχι για τους υπολοίπους πχ ο πατέρας πείθει τη μητέρα να σκοτώσει το παιδί της μόλις το γεννήσει κάτι που γίνεται, η μητέρα ευθύνεται ως αυτουργός παιδοκτονίας ΠΚ 303, ο δε πατέρας για ηθική αυτουργία σε ανθρωποκτονία ΠΚ 299 καθώς η ιδιότητα της μητέρας κατά τον τοκετό είναι μία ιδιότητα που δεν υπάρχει σε αυτόν. Το ΠΚ 49 παρ.2 εφαρμόζεται και σε περίπτωση που συντρέχουν λόγοι που αποκλείουν την ποινή για κάποιος από τους συμμετόχους πχ ο Α έπεισε τον Π να κλέψει, ο Π το μετάνιωσε και δεν έκλεψε. Ο Π απαλλάσσεται από την ποινή. Δεν απαλλάσσεται όμως ο Α για την ευθύνη του για την ηθική αυτουργία στην κλοπή.

Ι. Η ΣΥΡΡΟΗ ΤΩΝ ΕΓΚΛΗΜΑΤΩΝ
Όταν γίνεται λόγος για συρροή εγκλημάτων εννοείται ότι ένα πρόσωπο τέλεσε περισσότερα εγκλήματα. Έχουμε δύο ζεύγη συρροής, κατ΄ ιδέαν ή πραγματική και αληθινή ή φαινόμενη.
Κατ΄ ιδέαν ή πραγματική συρροή ;
Σύμφωνα με ΠΚ 94 η συρροή είναι πραγματική όταν τα περισσότερα εγκλήματα πραγματώθηκαν με περισσότερες πράξεις από μία.  Πχ ο Α σπάει την κλειδαριά και εισέρχεται στο σπίτι. Η φθορά ξένης ιδιοκτησίας και η κλοπή έγιναν με δύο πράξεις.  Η συρροή είναι κατ΄ ιδέαν σύμφωνα με ΠΚ 94 αν τα περισσότερα εγκλήματα έγιναν με μία μόνο πράξη πχ ο Α βιάζει την ανήλικη αδελφή του, έχουμε τρία εγκλήματα με μία πράξη, αιμομιξία, βιασμός και αποπλάνηση ανηλίκου. Οι περισσότερες πράξεις τελέστηκαν με μία πράξη αν η μία αποτελεί αρχή εκτέλεσης και επομένως απόπειρα της επόμενης. Πχ ο Α εισέρχεται σε σπίτι για να κλέψει, η διατάραξη οικιακής ειρήνης συρρέει κατ΄ ιδέαν με την κλοπή γιατί η διατάραξη είναι η αρχή της κλοπής.
Αληθινή ή φαινόμενη ;        
Αληθινή συρροή σημαίνει ότι η συνολική απαξία της συμπεριφοράς του δράστη μπορεί να εκφραστεί μόνο με το σύνολο των εγκλημάτων των οποίων πλήρωσε την ειδική υπόσταση. Πχ ο Α με πλαστό έγγραφο εξαπατά τον Κ. Η χρήση πλαστού εγγράφου και η απάτη συρρέουν αληθινά διότι η απαξία της πλαστογραφίας (έγκλημα που προστατεύει την πίστα στα έγγραφα)  είναι διαφορετική από την απαξία της απάτης (έγκλημα που προστατεύει την περιουσία).
Φαινομένη συρροή υπάρχει όταν η απαξία της συμπεριφοράς του δράστη μπορεί να εκφραστεί στο σύνολό της μέσα από ένα από τα περισσότερα εγκλήματα πχ ο Α ενώπιων τρίτων συκοφαντεί τον Β και τον βρίζει. Τελεί τα εγκλήματα της δυσφήμησης ΠΚ 362 και της εξύβρισης ΠΚ 361, που συρρέουν φαινομενικά διότι η απαξία της εξύβρισης εμπεριέχεται στην απαξία της δυσφήμησης. Εντάσσουμε τις περιπτώσεις φαινομένης συρροής σε τέσσερις κατηγορίες:
α) Οι συντιμωρητές πράξεις
Είναι περιπτώσεις που η απαξία μίας πράξης εμπεριέχεται σε αυτή μιας άλλης και συντιμωρείται με αυτή. Διακρίνονται σε πρότερες και ύστερες. Παράδειγμα πρότερης : η απόπειρα αποτελεί συντιμωρητή πράξη του τελειωμένου εγκλήματος πχ ο Α αποπειράται να σκοτώσει τον Β. Δεν τα κατάφερες. Δοκίμασε ξανά και τον σκότωση. Ο Α θα τιμωρηθεί και για την απόπειρα γιατί συρρέει φαινομενικά με την τελειωμένη ανθρωποκτονία.
β) Η αρχή της απορρόφησης
Σε περίπτωση που συρρέουν δύο ή περισσότερες διατάξεις, οι οποίες προστατεύουν ομοειδή έννομα αγαθά η διάταξη με τη βαρύτερη ποινή απορροφά αυτή με τη μικρότερη, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι καλύπτει απαξιολογικά και τη δεύτερη διάταξη πχ ο Α σπάει το τζάμι του αυτοκινήτου του Π και με μία κίνηση κλέβει τη τσάντα. Η κλοπή απορροφά την φθορά ξένης ιδιοκτησίας.                                      
γ) Η αρχή της επικουρικότητας
Επικουρική είναι μία διάταξη όταν εφαρμόζεται μόνο αν δεν εφαρμόζεται κάποια άλλη. Η διάταξη η οποία τελικά δεν εφαρμόζεται συρρέει φαινομενικά με αυτή που εφαρμόζεται πχ η εξύβριση είναι επικουρική στη δυσφήμηση.                                    
δ) Η αρχή της ειδικότητας
Ένας νόμος είναι ειδικός, όταν περιέχει όλα τα στοιχεία του γενικού και ένα ακόμα πχ η ληστεία ΠΚ 380 είναι ειδικότερη από την κλοπή ΠΚ 372 διότι περιέχει όλα τα στοιχεία της κλοπής και ένα ακόμη αυτό της παράνομης βίας.


Το κατ΄ εξακολούθηση  έγκλημα
Πρόκειται για μια ιδιάζουσα περίπτωση πραγματικής συρροής ομοειδών εγκλημάτων. Πρόκειται για περισσότερες πράξεις, οι οποίες συνεκτιμώνται ποινικά, επειδή εμφανίζουν τα ακόλουθα χαρακτηριστικά : α) προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό β) απαιτείται ενότητα δόλου από τον δράστη, πρέπει όλες οι μερικότερες αποφάσεις να αποτελούν έκφραση της γενικότερης απόφασης.
Το αθροιστικό έγκλημα
Με τον όρο αυτό περιγράφονται περιπτώσεις που τιμωρείται από το νόμο η κατ΄ επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεση. Η κατ΄αυτό τον τρόπο τέλεση είτε επαυξάνει είτε θεμελιώνει το αξιόποινο. Σύμφωνα με ΠΚ 13 κατ΄ επάγγελμα τέλεση υπάρχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με σκοπό την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, προκύπτει σκοπός πορισμού εισοδήματος. Κατά συνήθεια τέλεση κατά ΠΚ 13 υπάρχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη  προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του.

ΙΑ. ΤΑ ΕΚ ΤΟΥ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΟΣ ΔΙΑΚΡΙΝΟΜΕΝΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ
Σε κάποιες περιπτώσεις από μία πράξη του δράστη επέρχεται ένα αποτέλεσμα βαρύτερο από αυτό που καταρχήν επεδίωκε. Απαιτείται και αρκεί ο δράστης να έχει δόλο για το βασικό έγκλημα και αμέλεια για το βαρύτερο αποτέλεσμα πχ ο Α χτυπά τον Β για απλή σωματική βλάβη, αλλά ο Β σκοτώνεται. Αν ο δράστης δεν μπορούσε ούτε όφειλε να προβλέψει το αποτέλεσμα τότε είναι ανυπαίτιος για το βαρύτερο αποτέλεσμα και ευθύνεται μόνο εκ δόλου για το βασικό έγκλημα. Αν πάλι ο δράστης είχε δόλο για το βαρύτερο αποτέλεσμα δεν θα πρόκειται για ένα εκ του αποτελέσματος διακρινόμενο έγκλημα αλλά για συρροή δύο εκ δόλου τελεσθέντων εγκλημάτων, του βασικού και του αποτελέσματος.
Η απόπειρα στα εκ του αποτελέσματος διακρινόμενα εγκλήματα
Παράδειγμα : ο Α χτυπάει τον Β με σιδερόβεργα αποδεχόμενος και μια πιο βαριά βλάβη του Β. Τελικά του προκαλεί απλή σωματική βλάβη.
Παράδειγμα : ο Α χτυπά τον Β στο κεφάλι με βαριά πέτρα, για να του πάρει  το πορτοφόλι του. Τελικά ο Β πεθαίνει αλλά ο Α δεν αφαιρεί  τίποτα.
Για να υπάρχει απόπειρα σε ένα εκ του αποτελέσματος διακρινόμενο έγκλημα πρέπει αυτό το αποτέλεσμα να μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του δράστη και δεν αρκεί η αμέλεια. Σε αυτή την περίπτωση γίνεται λόγος για μη γνήσια εκ του αποτελέσματος διακρινόμενα εγκλήματα.  Αυτό συμβαίνει στο α παράδειγμα. Ο δράστης θα τιμωρηθεί για απόπειρα στο εκ του αποτελέσματος διακρινόμενου εγκλήματος που είναι η βαριά σωματική βλάβη.  Αν όμως ο δράστης είναι αμελής για το βαρύτερο αποτέλεσμα δεν μπορεί να νοηθεί εξ αμελείας απόπειρα στο εκ του αποτελέσματος και ευθύνεται μόνο για την απόπειρα του εκ δόλου βασικού. Αυτό συμβαίνει στο β παράδειγμα. Ο δράστης θα τιμωρηθεί για απόπειρα απλής ληστείας ΠΚ 380 παρ.1 σε αληθινή συρροή με ανθρωποκτονία εξ αμελείας ΠΚ 302. Κατά την κρατούσα άποψη δεν έχουμε διάκριση σε γνήσια και μη γνήσια των εκ του αποτελέσματος διακρινόμενων εγκλημάτων και στην περίπτωση που υπάρχει δόλος έχουμε συρροή δύο εγκλημάτων και όχι εκ του αποτελέσματος έγκλημα.
Η συμμετοχή στα εκ το αποτελέσματος διακρινόμενα εγκλήματα
Παράδειγμα : ο Α πείθει τον Β για ληστεία. Ο Β όμως εκτός από χρήματα αφαιρεί από το θύμα του και τη ζωή του. Ο Β ευθύνεται για εκ του αποτελέσματος διακρινόμενη ληστεία ΠΚ 380 παρ. 2 υπό τις προϋποθέσεις του ΠΚ 29. Το ερώτημα είναι πως ευθύνεται ο ηθικός αυτουργός Α. Κατά κρατούσα άποψη αν ήταν και αυτός αμελής ευθύνεται για ηθική αυτουργία σε θανατηφόρα ληστεία. Κατά Μυλωνόπουλο αν ήταν αμελής θα τιμωρηθεί για ηθική αυτουργία σε απλή ληστεία σε συρροή με ανθρωποκτονία εξ αμελείας, δια παραλείψεως τελεσθείσα. Αν έχει δόλο για το βαρύτερο αποτέλεσμα θα πρέπει να τιμωρηθεί για ηθική αυτουργία σε εκ του αποτελέσματος διακρινόμενη ληστεία.

ΙΒ. Η ΕΠΙΜΕΤΡΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΝΗΣ
Κατά την επιμέτρηση της ποινής στα όρια που διαγράφει ο νόμος το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη α) τη βαρύτητα του εγκλήματος που έχει τελεστεί και β) την προσωπικότητα του εγκληματία.  Για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος το δικαστήριο αποβλέπει α) στη βλάβη που προξένησε το έγκλημα ή τον κίνδυνο που προκάλεσε β) στη φύση, στο είδος και στο αντικείμενο του εγκλήματος, γ) στην ένταση του δόλου ή στο βαθμό της αμέλειας του υπαιτίου. Για την εκτίμηση της προσωπικότητας του εγκληματία το δικαστήριο εξετάζει α) τα αίτια που τον ώθησαν στην εκτέλεση του εγκλήματος β) το χαρακτήρα του και το βαθμό της ανάπτυξής του γ) τις ατομικής και κοινωνικές περιστάσεις και την προηγούμενη ζωή του δ) τη διαγωγή του κατά τη διάρκεια της πράξης και μετά την πράξη, την μετάνοια που επέδειξε και την προθυμία του να επανορθώσει τις συνέπειες της πράξης του. Αν πρόκειται για χρηματική ποινή ή πρόστιμο λαμβάνονται υπόψη και οι οικονομικοί όροι εκείνου που καταδικάστηκε αλλά και της οικογένειάς του.  Αν το έγκλημα πήγασε από αίτια απόκτησης κέρους το δικαστήριο μπορεί μαζί με στερητικής της ελευθερίας ποινής αλλά και χρηματική ποινή ως το τριπλάσιο του ανώτατου όρου της ποινής που προβλέπεται για το έγκλημα.

ΙΓ. Η ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΠΟΙΝΗΣ
Η μετατροπή της στερητικής της ελευθερίας ποινής σε χρηματική ΠΚ 82
Αν η ποινή είναι μικρότερη από 1 έτος η μετατροπή είναι υποχρεωτική. Αν η ποινή είναι από 1 έως 2 έτη η μετατροπή είναι υποχρεωτική για τους μη υπότροπους εγκληματίες. Αν η ποινή είναι από 1 έως 2 έτη και ο δράστης είναι υπότροπος, η μετατροπή είναι δυνητική αλλά το δικαστήριο πρέπει να αιτιολογήσει ειδικά τη μη μετατροπή. Αν η ποινή είναι από 2 έως 3 έτη η μετατροπή είναι δυνητική αλλά το δικαστήριο πρέπει να αιτιολογήσει ειδικά την αναγκαιότητα της μετατροπής.
Η μετατροπή σε χρηματική, σε περίπτωση συρροής εγκλημάτων
Αν η ποινή – βάση είναι 2 ετών ή μικρότερη και μετατραπεί, χωρίς μετατροπή, έστω και αν η συνολική ποινή υπερβαίνει τα 2 έτη. Αν η ποινή – βάση είναι αμετάτρεπτη, δεν μπορεί να μετατραπεί και η συντρέχουσα ποινή.
Απαγόρευση μετατροπής
Σύμφωνα με ΠΚ 82 παρ.11 η μετατροπή αποκλείεται στις περιπτώσεις καταδίκης για έγκλημα εμπορεία ναρκωτικών και για εγκλήματα που προβλέπονται από τις διατάξεις του Στρατιωτικού ΠΚ.
Μετατροπή, όταν ο νόμος προβλέπει μαζί με την στερητική της ελευθερίας ποινή και χρηματική
Η μετατροπή είναι δυνατή και όταν η στερητική της ελευθερίας ποινή επιβάλλεται αθροιστικά με την ποινή σε χρήμα. Αν το δικαστήριο επιβάλλει μόνο στερητική ποινή γιατί εκτιμά πως η χρηματική ποινή δεν είναι επαρκής, μετατροπή επιτρέπεται.

ΙΔ. ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΠΟΙΝΗ ΣΕ ΣΥΡΡΟΗ ΕΓΚΛΗΜΑΤΩΝ ΠΚ 94 επ.
Θέμα επιβολής συνολικής ποινής τίθεται σε περίπτωση συρροής εγκλημάτων. Η συνολική ποινή επιβάλλεται σε περίπτωση συνεκδίκασης περισσοτέρων εγκλημάτων από το δικαστήριο που τα δίκασε ΠΚ 94. Σε περίπτωση που τα περισσότερα εγκλήματα δικάστηκαν από διαφορετικά δικαστήρια, αρμόδιο είναι το δικαστήριο που επέβαλε τη βαρύτερη ποινή και αν οι ποινές είναι ίσης βαρύτητας, το δικαστήριο που εξέδωσε τη νεότερη απόφαση.  Αν χορηγήθηκε χάρη, αμνηστία, αναστολή δίωξης, απόλυση υπό όρο, ή επήλθε παραγραφή ή αφέθηκε οπωσδήποτε η ποινή, ο εισαγγελέας προκαλεί νέα προσμέτρηση για αυτές αυτεπαγγέλτως ή με αίτηση του καταδικασμένου.

ΙΕ. ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ ΤΗΣ ΠΟΙΝΗΣ ΥΠΟ ΟΡΟ ΠΚ 94 επ.
Σύμφωνα με ΠΚ 99 η στερητική της ελευθερίας ποινή που μπορεί να ανασταλεί φθάνει τα δύο έτη, υπό την προϋπόθεση ότι ο δράστης δεν έχει καταδικαστεί αμετακλήτως σε άλλη στερητική της ελευθερίας ποινή ανώτερη των έξι μηνών, με μία ή περισσότερες αποφάσεις. Το χρονικό διάστημα της αναστολής ορίζεται σε τρία χρόνια το ελάχιστο και πέντε χρόνια το μέγιστο. Στο ΠΚ 100 υπάρχει ο θεσμός της αναστολής υπό επιτήρηση. Εκτεταμένες ρυθμίσεις έχουν γίνει για τους αλλοδαπούς. Ο απελαθείς αλλοδαπός μπορεί να επιστρέψει στη χώρα μετά την πάροδο πενταετίας.  Η αναστολή κλιμακώνεται με τρεις μορφές ως υποχρεωτική, ως δυνητική χωρίς υποχρεωτικούς όρους και ως δυνητική με ειδικούς όρους και επιτήρηση. Αναστολή εκτελέσεως μπορεί να χορηγηθεί μόνο όταν ο καταδικασθείς είναι παρόν. Στην ερήμην εκδίκαση δεν επιτρέπεται διότι το δικαστήριο δεν μπορεί να εκτιμήσει την προσωπικότητα του δράστη προκειμένου να βγάλει σχετική απόφαση.

ΙΣΤ. ΑΠΟΛΥΣΗ ΚΑΤΑΔΙΚΟΥ ΥΠΟ ΟΡΟ
Σύμφωνα με ΠΚ 105 όποιος καταδικάστηκε σε στερητική της ελευθερίας ποινή μπορεί να απολυθεί, με τον όρο της ανάκλησης εφόσον έχει εκτίσει τα 2/5 της ποινής προκειμένου για φυλάκιση, τα 3/5 της ποινής προκειμένου για πρόσκαιρη κάθειρξη, τουλάχιστον 20 χρόνια προκειμένου για κάθειρξη. Στον απολυόμενο μπορούν να επιβληθούν ορισμένες υποχρεώσεις που θα αφορούν τον τρόπο της ζωής του και ιδίως τον τόπο διαμονής του. Οι υποχρεώσεις αυτές μπορούν να ανακληθούν ή τροποποιηθούν οποιαδήποτε στιγμή.
               
                ΤΕΛΟΣ…..

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλώ τα σχόλια σας να μην θίγουν ούτε να προσβάλλουν τον συνομιλητή τους. Σε αυτό το blog ερχόμαστε μόνο να πάρουμε γνώση και να πετύχουμε τους στόχους μας!