Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2015

ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ



8-9-10-11. Οι θεωρίες για το κράτος

Α. Η κρατούσα θεωρία για το κράτος:
Η κρατούσα θεωρία είναι δυαδική και αποτελείται από:
1.   Η θεωρία των τριών στοιχείων του κράτους:
Τη θεωρία αυτή τη δίδαξε ο G. Jellinek. Κατά τη θεωρία αυτή «κράτος είναι λαός εγκατεστημένος μόνιμα σε ορισμένο έδαφος (χώρα) και εφοδιασμένος με πρωτογενή εξουσία». Από τον ορισμό προκύπτουν τα τρία στοιχεία του κράτους: λαός, έδαφος (χώρα) και πρωτογενή εξουσία.
Η θεωρία αυτή ενώ επικρίθηκε από πολλούς πολιτειολόγους, εντούτοις επικράτησε μέχρι και σήμερα για δύο λόγους: γιατί είναι ορθότερος ορισμός και γιατί είναι γενικής ισχύος και μπορεί να περιλαμβάνει τα ουσιώδη στοιχεία όλων των κρατών που έχουν εμφανισθεί ως σήμερα. 
2.   Η θεωρία της νομικής προσωπικότητας:
Η θεωρία αυτή υποστηρίχθηκε στη γερμανική επιστήμη από Gerber, Laband & Jellinek. Κατά τη θεωρία αυτή «το κράτος είναι λαός εγκατεστημένος μόνιμα σε ορισμένο έδαφος (χώρα) και οργανωμένος σε νομικό πρόσωπο που ασκεί πρωτογενή εξουσία». Από τον ορισμό συνάγεται ότι η έννοια του κράτους αποτελείται από τέσσερα στοιχεία: λαός, έδαφος (χώρα), πρωτογενής εξουσία και νομική προσωπικότητα.
Η θεωρία αυτή επικράτησε και στην ελληνική επιστήμη, μάλιστα το άρθρο 57 παρ. 4 του Συντάγματος την έχει κυρώσει ήδη αφού χαρακτηρίζει το κράτος ως «πρόσωπο».
Τα στοιχεία του κράτους είναι:

 
1.   Ο λαός:
Ο λαός είναι το σύνολο των πολιτών του κράτους ανεξάρτητα από φύλο, ηλικία, γλώσσα και εθνικότητα. Ο λαός στο ελληνικό κράτος είναι το σύνολο των Ελλήνων πολιτών δηλαδή όλων των προσώπων που έχουν την ελληνική ιθαγένεια (ευρεία έννοια του λαού).
Ο λαός ως όργανο του κράτους (λαός υπό στενή έννοια) αποτελείται μόνο από εκείνους του πολίτες που έχουν το δικαίωμα του εκλέγειν και ονομάζεται εκλογικό σώμα. Με αυτήν την έννοια αναφέρεται το άρθρο 1 παρ. 3 του Συντάγματος που αναφέρεται ότι «όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το λαό».
Διάκριση λαού από έθνος: Ο λαός ως στοιχείο του κράτους διακρίνεται από το έθνος. Ο λαός ενός κράτους μπορεί να αποτελείται από πρόσωπα που ανήκουν σε διάφορα έθνη, ενώ τα άτομα που απαρτίζουν ορισμένο έθνος μπορούν να αποτελούν τμήματα του λαού διαφόρων κρατών. Για τον καθορισμό της έννοιας του έθνους προτάθηκαν αντικειμενικά και υποκειμενικά κριτήρια. Τα αντικειμενικά όπως η κοινή καταγωγή, η κοινή γλώσσα και η κοινή θρησκεία δεν είναι απολύτως σωστά καθώς υπάρχουν έθνη που αποτελούνται από άτομα διαφορετικής καταγωγής πχ ΗΠΑ ή διαφορετικής γλώσσας πχ Ελβετία ή διαφορετικής θρησκείας πχ Γερμανία. Συνεπώς ορθότερα είναι τα υποκειμενικά κριτήρια που ορίζουν ότι έθνος είναι το σύνολο των ατόμων που έχουν κοινό πολιτισμό, κοινό παρελθόν και κοινές επιδιώξεις. Η διάκριση μεταξύ λαού και έθνους προκύπτει από το Σύνταγμά μας στα: (α) άρθρο 1 παρ. 3 που ορίζει ότι οι εξουσίες υπάρχουν υπέρ λαού και έθνους και (β) άρθρα 21 παρ. 1 & 51 παρ. 2 όπου χρησιμοποιούν τον όρο «έθνος» και (γ) στο άρθρο 5 παρ. 2  που περιλαμβάνει τον όρο «εθνικότητα»
Ιθαγένεια: είναι η ιδιότητα του προσώπου ως μέλους του λαού ενός κράτους υπό ευρεία έννοια.  Από την ιθαγένεια διακρίνεται η εθνικότητα η οποία είναι η ιδιότητα του ατόμου ως μέλους ενός έθνους. Η ιθαγένεια αποτελεί το νομικό δεσμό του ατόμου με ένα ορισμένο κράτος ενώ η εθνικότητα είναι η ηθικός δεσμός αυτού με ένα ορισμένο έθνος.
Το περιεχόμενο της ιθαγένειας δηλαδή τα δικαιώματα και τα καθήκοντα καθορίζονται από το δίκαιο κάθε κράτους. Η ιθαγένεια έχει μεγάλη σημασία στο ελληνικό δίκαιο γιατί αποτελεί προϋπόθεση όλων των πολιτικών δικαιωμάτων. Κάθε κράτος προστατεύει τους πολίτες του και δεν μπορεί να παρεμβαίνει στην προσωπική κυριαρχία άλλων κρατών.
Η απόκτηση ή η απώλεια της ιθαγένειας του ατόμου ενός κράτους ρυθμίζονται και από το διεθνές δίκαιο αλλά και το δίκαιο του κράτους. Ένα κράτος μπορεί να χορηγεί την ιθαγένεια σε άτομα που έχουν καταγωγή από αυτό ή γεννήθηκαν σε αυτό. Περιορισμοί των κρατών ως προς αυτό το ζήτημα καθιερώνονται από το διεθνές δίκαιο (διεθνές δίκαιο περί της ιθαγένειας).
Οι διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 3 του Συντάγματος  ρυθμίζουν την απόκτηση και την απώλεια της ελληνικής ιθαγένειας γενικά. Ειδικότερα ορίζουν ότι «Έλληνες πολίτες είναι όσοι έχουν τα προσόντα που ορίζει ο νόμος. Επιτρέπεται να αφαιρεθεί η ελληνική ιθαγένεια μόνο σε περίπτωση που κάποιος απέκτησε εκούσια άλλη ιθαγένεια ή που ανέλαβε σε ξένη χώρα υπηρεσία αντίθετη προς τα εθνικά συμφέροντα, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία που προβλέπει ειδικότερα ο νόμος». Έμμεσα η διάταξη καθιερώνει την αρχή της απαγόρευσης αφαίρεσης της ελληνικής ιθαγένειας.
Απόκτηση της ιθαγένειας: Υπάρχουν  2 συστήματα: (α) το σύστημα απόκτησης της ιθαγένειας με τη γέννηση όπου το τέκνο αποκτά την ιθαγένεια των γονέων του κατά το χρόνο της γέννησης του και (β) το σύστημα απόκτησης της ιθαγένειας από τον τόπο γέννησης όπου το τέκνο αποκτά την ιθαγένεια του τόπου γέννησής του. Και τα δύο αυτά συστήματα είναι σύμφωνο με το διεθνές δίκαιο και εφαρμόζονται από διάφορα κράτη. Τα περισσότερα κράτη εφαρμόζουν την αρχή της καταγωγής.
Οι διατάξεις του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας (Ν 3284/2004) έχουν τροποποιηθεί με το άρθρο 1 του Ν.3838/2010 όπου η νέα ρύθμιση προβλέπει 2 τρόπους απόκτησης της ιθαγένειας και ειδικότερα, «αυτοδίκαια με τη γέννηση» και «με δήλωση και αίτηση, λόγω γέννησης ή φοίτησης σε σχολείο στην Ελλάδα». Το δεύτερο τρόπο απόκτησης της ιθαγένειας καθιερώνει για πρώτη φορά το άρθρο 1Α του Κώδικα που ορίζει ότι τέκνο αλλοδαπών που γεννιέται και συνεχίζει να ζει στην Ελλάδα από γονείς που διαμένουν μόνιμα και νόμιμα και οι δύο στη Χώρα επί πέντε τουλάχιστον συνεχή έτη, αποκτά από τη γέννησή του την ελληνική ιθαγένεια εφόσον οι γονείς του υποβάλλουν κοινή σχετική δήλωση και αίτηση εγγραφής τέκνου στο δημοτολόγιο της μόνιμης κατοικίας του και επίσης τέκνο αλλοδαπών που έχει ολοκληρώσει επιτυχώς την παρακολούθηση έξι τουλάχιστον τάξεων ελληνικού σχολείου στην Ελλάδα και κατοικεί μόνιμα και νόμιμα στη Χώρα αποκτά την ελληνική ιθαγένεια από τη συμπλήρωση του εξαετούς χρόνου φοίτησης με κοινή δήλωση και αίτηση εγγραφής στο δημοτολόγιο του δήμου της μόνιμης κατοικίας του μέσα σε 3 έτη μετά τη συμπλήρωση του χρόνου αυτού. Δεδομένου ότι οι διατάξεις αυτές εκτός από την πλήρωση των δύο καθαρά τυπικών προϋποθέσεων, δεν προβλέπουν και την κρίση ενός διοικητικού οργάνου για την ύπαρξη του ουσιαστικού δεσμού των αιτούντων της ιθαγένειας με το ελληνικό έθνος τίθεται προφανώς ζήτημα αντισυνταγματικότητας αυτών. Με το ζήτημα ασχολήθηκε το 2011 το ΣτΕ που σχεδόν ομόφωνα θεώρησε τις επίμαχες διατάξεις ως αντισυνταγματικές και παρέπεμψε την οριστική κρίση του ζητήματος στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου.
Απώλεια της ιθαγένειας: Η απώλεια ρυθμίζεται από τις διατάξεις του δεύτερου κεφαλαίο του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας όπου προβλέπουν τους ακόλουθους λόγους απώλειας της ιθαγένειας: (α) την απόκτηση αλλοδαπής ιθαγένειας, (β) την έκπτωση, (γ) τη δήλωση αποποίησης, (δ) τη δήλωση αποβολής της ιθαγένειας τέκνων πολιτογραφημένων Ελλήνων, (ε) την υιοθεσία από αλλοδαπό και (στ) τη δήλωση αποβολής της ιθαγένειας που αποκτήθηκε λόγω γάμου από Έλληνα. Το άρθρο 17 προβλέπει άλλους 2 λόγους : (α) την ανάληψη δημόσιας υπηρεσίας σε αλλοδαπό κράτος αντίθετης με τα συμφέροντα της Χώρας και την εμμονή σε αυτή τη θέση παρά την πρόσκληση του Υπ. Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης να απόσχει από την υπηρεσία αυτή μέσα σε ορισμένη προθεσμία και (β) την ενέργεια από τον πολίτη που διαμένει στην αλλοδαπή πράξεων για όφελος αλλοδαπού κράτους ασυμβίβαστων με την ιδιότητα του Έλληνα και αντίθετων προς τα συμφέροντα της Ελλάδας.
2.   Το έδαφος:
Έδαφος είναι ο εδαφικός χώρος εντός του οποίου ασκείται η κρατική εξουσία. Παράλληλα χρησιμοποιείται και ο ταυτόσημος όρος «επικράτεια». Ορθότεροι όμως είναι οι όροι «έδαφος» και «χώρος» με μια ευρεία έννοια που περιλαμβάνουν τον επίγειο,  θαλάσσιο και εναέριο χώρο.
Η έκταση του εδάφους κάθε κράτους καθορίζεται από το δημόσιο διεθνές δίκαιο. Αυτό περιλαμβάνει ένα τμήμα ξηράς, τα ύδατα (λίμνες, ποταμοί, κόλποι κλπ), το αντίστοιχο υπέδαφος, τον υπερκείμενο εναέριο χώρο και την αιγιαλίτιδα ζώνη ή τα χωρικά ύδατα. Ως τμήμα εδάφους πρέπει να θεωρείται και η υφαλοκρηπίδα.
Τα θαλάσσια όρια των διαφόρων κρατών και τα κυριαρχικά τους δικαιώματα στη θάλασσα καθορίζονται από τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών περί του «Δικαίου της Θάλασσας» . Η Σύμβαση  καθιερώνει μια «αποκλειστική οικονομική ζώνη» στην οποία το παράκτιο κράτος ασκεί ορισμένα κυριαρχικά δικαιώματα. Το εύρος της ζώνης δεν εκτείνεται πέραν των 200 ναυτικών μιλίων.
Το έδαφος ως στοιχείο κράτους ήταν άγνωστο στην αρχαία και μεσαιωνική Πολιτειολογία. Αυτό αναγνωρίστηκε αργότερα με τη διδασκαλία του Jellinek. Ορισμένοι Πολιτειολόγοι δεν θεωρούν το έδαφος να έχει σχέση με τη μόνιμη εγκατάσταση του λαού (Kelsen) και υποστηρίζουν ότι το έδαφος υπάρχει ακόμα και στην περίπτωση ενός νομαδικού λαού. Κατά τη γνώμη του Kelsen το έδαφος είναι ο χώρος κυριαρχίας της έννομης τάξης.
Το έδαφος έχει διττή νομική σημασία: θετική γιατί το κράτος συνίσταται από όλα τα πρόσωπα που βρίσκονται στο έδαφος του κράτους και αρνητική γιατί απαγορεύεται η άσκηση εξουσίας ενός κράτους στο έδαφος ενός άλλου χωρίς ρητή άδειά του.
Η νομική φύση του εδάφους: δεν αποτελεί εμπράγματο δικαίωμα ενός κράτους αλλά το χώρο όπου μέσα ασκείται η εξουσία του.
3.   Η πρωτογενής εξουσία:
Η εξουσία ως στοιχείο του κράτους ονομάζεται «κρατική εξουσία», είναι η ανώτατη εξουσία που διατάσσει με εξαναγκασμό και ανήκει αποκλειστικά στο κράτος. Η κρατική εξουσία διακρίνεται από την εξουσία άλλων νομικών προσώπων του δημοσίου δικαίου. Το κριτήριο διάκρισης συνιστάται αναμφίβολα στο ότι η εξουσία του κράτους είναι πρωτογενής δηλαδή ανήκει στο κράτος και δεν παραχωρείται από άλλη δύναμη ενώ η εξουσία των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου είναι παράγωγη γιατί παραχωρείται από το κράτος και μπορεί να ανακαλείται ελεύθερα από αυτό.
Η κυριαρχία ως εννοιολογικό στοιχείο του κράτους: είναι η υπέρτατη εξουσία. Από τον ορισμό αυτό προκύπτουν δύο στοιχεία: η υπεροχή προς τα έσω (κυριαρχία Συντάγματος) και η ανεξαρτησία προς έξω (κυριαρχία διεθνούς δικαίου). Η έλλειψη του ενός αναιρεί την ύπαρξη του άλλου. Συνεπώς, η κυριαρχία του κράτους περιορίζεται από το διεθνές δίκαιο και δεν είναι απόλυτη αλλά σχετική.
Σύμφωνα με την θεωρία των Laband & Jellinek είναι αμφίβολο αν η εξουσία του κράτους είναι κυρίαρχη αφού η θεωρία αυτή διακρίνει τα κράτη σε κυρίαρχα (ενιαία) και σε μη κυρίαρχα (ομόσπονδα και ομοσπονδιακά κράτη). Τέτοια μη κυρίαρχα κράτη είναι οι Χώρες της Γερμανίας, τα Καντόνια της Ελβετίας και οι Πολιτείες των ΗΠΑ. Η θεωρία αυτή επικρατεί ακόμα στη γερμανική αλλά και στην ελληνική επιστήμη.
Υποστηρίζεται ευρέως στην αλλοδαπή και την ελληνική επιστήμη και η αντίθετη γνώμη η οποία θεωρεί την κυριαρχία ως στοιχείο του κράτους. Η γνώμη αυτή (του Bodin) είναι ορθότερη. Γιατί μόνο η κυριαρχία είναι το απόλυτο και ασφαλές κριτήριο διάκρισης μεταξύ κράτους και άλλων μη κρατικών οργανισμών όπως ΟΤΑ. Μεταξύ ομοσπονδιακών κρατών και ΟΤΑ δεν υπάρχει καμία ουσιώδης διαφορά, υπάρχει μόνο μια ποσοτική διαφορά η οποία αφορά την έκταση της εξουσίας τους. Συγκεκριμένα στα ομοσπονδιακά κράτη αναφέρεται η εξουσία και στις τρεις λειτουργίες του κράτους ενώ στους ΟΤΑ η εξουσία αφορά μόνο την εκτελεστική. Με άλλες λέξεις το ομοσπονδιακό σύστημα αποτελεί αποσυγκέντρωση ολόκληρης της κρατικής εξουσίας ενώ στην τοπική αυτοδιοίκηση συνιστά αποσυγκέντρωση μόνο της εκτελεστικής λειτουργίας.
Σύμφωνα με τα παραπάνω ο ορισμός του κράτους είναι «λαός εγκατεστημένος μόνιμα σε ορισμένο έδαφος και εφοδιασμένος με κυρίαρχη εξουσία».
4.   Η νομική προσωπικότητα:
Το κράτος έχει νομική προσωπικότητα όπως το νομικό πρόσωπο δηλαδή είναι υποκείμενο υποχρεώσεων και δικαιωμάτων. Για το λόγο αυτό η κρατούσα θεωρία ονομάστηκε θεωρία της νομικής προσωπικότητας του κράτους.
Το κράτος κατά την κρατούσα άποψη είναι αφενός δημιουργός ή φορέας του δικαίου ή της έννομης τάξης αφετέρου υπόκειται όπως και κάθε άλλο φυσικό και νομικό πρόσωπο στο δίκαιο δηλαδή είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Η θεωρία αυτή δεν είναι ορθή καθώς το κράτος δεν μπορεί να επιβάλλει στον εαυτό του υποχρεώσεις. Δεν μπορεί δηλαδή το κράτος να αυτοπεριοριστεί ή αυτοδεσμευτεί.  Η θεωρία αυτή επικρατεί ακόμα γιατί πρακτικά είναι χρήσιμη.
Β. Η θετική θεωρία του κράτους:
Κατά τη θεωρία αυτή το κράτος αποτελεί ένα πραγματικό γεγονός, το οποίο συνίσταται στη διαφοροποίηση μεταξύ κυβερνώντων (ισχυρότερων) και κυβερνωμένων (ασθενεστέρων) δηλαδή στην εξουσίαση ανθρώπων από ανθρώπους. Η θεωρία αυτή υποστηρίχθηκε στη Γερμανία από τον Seydel, στη Γαλλία από τον Duguit και στην Ελλάδα από τον Βεζάνη.
Σύμφωνα με όλους τους υποστηρικτές της θεωρίας αυτής το κράτος είναι ο άνθρωπος ή οι άνθρωποι που επιβάλλουν την θέλησή τους πάνω σε άλλους ανθρώπους.  Από τον ορισμό αυτό συνάγονται τρία στοιχεία (α) το υποκειμενικό της κυριαρχίας (ο άνθρωπος και οι άνθρωποι) (β) το αντικείμενο της κυριαρχίας (η κοινωνία στην οποία επιβάλλεται η κρατική θέληση) και (γ) η σχέση της κυριαρχίας (η επιβολή των θελήσεων). Και σε συνδυασμό με τα στοιχεία του κράτους ο ορισμός γίνεται «Κράτος λέγεται το άτομο ή τα άτομα που επιβάλλουν τις θελήσεις τους επί ορισμένου μόνιμα εγκατεστημένου λαού, εντός ορισμένου εδάφους».
Οι εκπρόσωποι της θετικής θεωρίας αποκρούουν τη νομική προσωπικότητα του κράτους και συνεπώς δεν θεωρούν την πολιτική εξουσία ως δικαίωμα που ανήκει στο ανύπαρκτο νομικό πρόσωπο αυτού. Διαφωνία υπάρχει μεταξύ αυτών μόνο σχετικά με τη σχέση του κράτους με το δίκιο. Ο Duguit υποστηρίζει ότι οι πράξεις των κυβερνώντων και οργάνων τους επιβάλλονται στους κυβερνωμένους σύμφωνα με το γενικό κανόνα δικαίου ο οποίος τους δεσμεύει όλους. Ο γενικός κανόνας αυτός γεννιέται από την κοινωνική συμβίωση των ανθρώπων (κοινωνικός κανόνας) και μεταβάλλεται σε κανόνα δικαίου. Ο Βεζάνης επικρίνει τη θεωρία του Duguit ότι υπάρχει κοινωνικός κανόνας που προϋπάρχει του κράτους και στον οποίο στηρίζεται ο περιορισμός της κυριαρχίας του κράτους.
Η λύση του παραπάνω ζητήματος δεν έχει καμία πρακτική σημασία στο σύγχρονο δημοκρατικό κράτος όπου κυρίαρχος αποτελείται από την πλειοψηφία των μελών της κοινωνίας. Εξάλλου η θετική θεωρία δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη συνέχεια και την ενότητα του κράτους στην περίπτωση μεταβολής του κυριάρχου.
Γ. Η θεωρία της ταυτότητας του Κράτους Δικαίου:
Η θεωρία αυτή υποστηρίζεται από τον Αυστριακό πολιτειολόγο Kelsen, ο οποίος θεμελίωσε τη καθαρή θεωρία του δικαίου. Υποστήριξε την άποψη ότι το κράτος ταυτίζεται με το δίκαιο αφού και οι δύο όροι χαρακτηρίζονται από το στοιχείο του εξαναγκασμού «το κράτος εμφανίζεται ως η ενότητα ενός συστήματος κανόνων, οι οποίοι ρυθμίζουν τους όρους, υπό τους οποίους πρέπει να ασκείται ένας ορισμένος εξαναγκασμός από άνθρωπο σε άνθρωπο». Κατά τον Kelsen η ουσία του κράτους εξαντλείται στις νομικές σχέσεις μεταξύ πολιτών και κρατικής εξουσίας και ως συνέπεια αφενός το κράτος μπορεί να είναι μόνο «Κράτος Δικαίου» και αφετέρου ότι με την κατάργηση του δικαίου καταργείται συγχρόνως και το κράτος.
Κατά τον Kelsen  ο θεμελιώδης κανόνας είναι ο λόγος ίδρυσης του κράτους και υποστηρίζει την άποψη ότι το ο κανόνας αυτός είναι δεν είναι τιθέμενος αλλά υποτιθέμενος και ερμηνεύει την έννομη τάξη ως «πλάσμα».
Η καθαρή θεωρία του δικαίου ανεπιτυχώς προσπαθεί να εξηγήσει τη φύση του κράτους. Το μεγαλύτερο λάθος της είναι αυτός ο υποτιθέμενος θεμελιώδης κανόνας. Είναι προφανές ότι η δημιουργία του κράτους δεν μπορεί να στηρίζεται σε ένα πραγματικά ανύπαρκτο κανόνα.
Δ. Η μαρξιστική θεωρία του κράτους:
Η μαρξιστική θεωρία δέχεται τα ακόλουθα τρία στάδια της εξέλιξης του κράτους και της σχέσης του με την κοινωνία:
1.   Το καπιταλιστικό κράτος: Ο μαρξισμός υποστηρίζει ότι τα βαθύτερα κίνητρα ολόκληρης της ιστορικής εξέλιξης του κράτους είναι οικονομικής φύσεως. Ο μαρξισμός θεωρεί το κράτος ως μια οργανωμένη εξουσία μιας τάξης για την εκμετάλλευση των άλλων κοινωνικών τάξεων. Ειδικότερα η εκμετάλλευση της τάξης των πτωχών (προλεταρίων) από την άρχουσα αστική τάξη. Αυτή η θεωρία περιλήφθηκε στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο (1847-1848). Έτσι το κράτος κατά τη μαρξιστική θεωρία προϋποθέτει τις ταξικές αντιθέσεις και συγκεκριμένα την οικονομική εκμετάλλευση μιας τάξης από την άλλη.
2.   Η δικτατορία του Προλεταριάτου: Το καπιταλιστικό κράτος διαδέχεται ένα άλλο κράτος, το οποίο ιδρύεται ιδίως στην περίπτωση της επικράτησης της Επανάστασης των προλεταρίων κατά της άρχουσας αστικής τάξης. Το νέο κράτος είναι και αυτό ταξικό στο οποίο όμως αντιστρέφονται οι όροι. Η προλεταριακή τάξη μεταβάλλεται σε άρχουσα και η αστική σε καταπιεζόμενη. Ο όρος «Δικτατορία του Προλεταριάτου» περιλήφθηκε και στο Σύνταγμα της Σοβιετικής Ένωσης του 1936. Η δικτατορία του Προλεταριάτου είναι ένα μεταβατικό κράτος γιατί αποβλέπει στην προπαρασκευή της μετάβασης από το καπιταλιστικό κράτος στην αταξική κοινωνία και αυτό συμβαίνει με πλήρη κατάργηση του καπιταλισμού και κοινωνικοποίηση όλων των μέσων παραγωγής. Όταν ο σκοπός αυτός επιτευχθεί, το κράτος καταλύεται από μόνο του.
3.   Η ακρατική κοινωνία: Ο απώτερος σκοπός του μαρξισμού είναι η κατάργηση του κράτους και η δημιουργία μιας ακρατικής κοινωνίας. Το προλεταριάτο καταλαμβάνει την κρατική εξουσία και μετατρέπει τα μέσα παραγωγής πρώτα σε κρατική ιδιοκτησία. Έτσι το προλεταριάτο αυτοκαταργείται, αυτό καταργεί τις ταξικές διαφορές και τέλος καταργείται και το κράτος ως κράτος. Τη θέση της κυβέρνησης προσώπων καταλαμβάνει η διοίκηση πραγμάτων και η διεύθυνση των παραγωγικών εργασιών. Το κράτος δεν καταργείται, πεθαίνει.










12-13. Η γέννηση &  η κατάργηση του κράτους

1.   Η γέννηση του κράτους
Η γέννηση του κράτους είναι πραγματικό (εξωνομικό) γεγονός γιατί δεν διέπεται από κανόνες δικαίου. Η γένεση του κράτους δεν μπορεί να στηρίζεται στο δίκαιο ενός άλλου κράτους γιατί αλλιώς το δίκαιο του ιδρυόμενου κράτους δεν θα στηριζόταν στη δική του δύναμη αλλά σε μία ξένη. Επομένως, η πράξη ίδρυσης ενός κράτους είναι μια πολιτική πράξη που βρίσκεται έξω από κάθε δίκαιο.
Η ίδρυση του κράτους είναι πάντοτε πρωτότυπη και ποτέ παράγωγη. Με άλλα λόγια το κράτος ιδρύεται μόνο του και όχι από άλλη δύναμη. Αυτό ισχύει και για την περίπτωση της ίδρυσης κράτους που οφείλεται στη σύμπραξη ενός άλλου κράτους ή περισσοτέρων κρατών πχ Κύπρος που στηρίχθηκε στη σύμβαση μεταξύ Ελλάδος, Μεγάλης Βρετανίας και Τουρκίας.
Το κράτος υπό την έννοια του Διεθνούς δικαίου αρχίζει να υπάρχει από τη στιγμή κατά την οποία συνυπάρχουν τα τρία κλασικά στοιχεία του κράτους (λαός, έδαφος, εξουσία). Για την ύπαρξη του κράτους δεν ενδιαφέρει το διεθνές δίκαιο ούτε ο τρόπος γέννησης πχ αν έγινε κατά παράβαση συνθηκών διεθνούς δικαίου ούτε η νομιμότητα της εσωτερικής του οργάνωσης.
Για την ύπαρξη του κράτους δεν έχει σημασία η μικρή έκταση του εδάφους του πχ Μονακό, Λιχτενστάιν κλπ και ούτε μπορούν να αποκλειστούν από διεθνείς οργανισμούς με την αιτιολογία ότι δεν έχουν την ιδιότητα του  κράτους.
Τίθεται ένα ζήτημα αν η γένεση του κράτους εξαρτάται από την αναγνώρισή του από τα υπάρχοντα κράτη. Στην παλαιότερη επιστήμη επικρατούσε η καταφατική απάντηση, δηλαδή το νέο κράτος άρχιζε να υπάρχει από την αναγνώρισή του. Τελικά επικράτησε η αντίθετη άποψη με την οποία το νεοιδρυόμενο κράτος δεν εξαρτά την ύπαρξή του και αναγνώρισή του όταν υπάρχουν τα αναμφίβολα τρία κρατικά στοιχεία. Συνεπώς η αναγνώριση είναι μόνο μια αναγνωριστική ενέργεια. Ερωτάται αν το νέο κράτος έχει κατά το διεθνές δίκαιο ένα δικαίωμα αναγνώρισής του από τα άλλα κράτη και συνεπώς, αν υπάρχει αντίστοιχη υποχρέωση των άλλων κρατών. Υποστηρίζονται 3 θεωρίες: (α) η πολιτική θεωρία όπου η αναγνώριση νέου κράτους αποτελεί πολιτική πράξη (β) η νομική θεωρία όπου η αναγνώριση είναι μια νομική πράξη και κάθε κράτος οφείλει να αναγνωρίζει το νέο κράτος και (γ) μια ενδιάμεση θεωρία όπου η αναγνώριση εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια αλλά όχι και στην αυθαιρεσία των άλλων κρατών. Κρατούσα θεωρία είναι η πολιτική γιατί δεν υπάρχει κάποιο υπερκρατικό όργανο για να αποφασίζει κάθε φορά αν το νέο κράτος έχει τα ουσιώδη στοιχεία του κράτους ή όχι.
2.   Η κατάργηση του κράτους
Το κράτος καταλύεται όταν εκλείψει οποιοδήποτε συστατικό στοιχείο αυτού (λαός, έδαφος, εξουσία). Η εξαφάνιση ολόκληρου του λαού και του εδάφους είναι μάλλον απίθανη εκτός αν συμβεί εξαιτίας φυσικών καταστροφών πχ καταβύθιση μιας νήσου. Συνηθισμένη είναι αντίθετα η έκλειψη της κρατικής εξουσίας. Αυτό συμβαίνει με την προσάρτηση ενός κράτους σε ένα άλλο κυρίαρχο κράτος πχ ως συνέπεια ενός πολέμου. Παραδείγματα τέτοια ήταν η πρώην Σοβιετική Ένωση και η πρώην Τσεχοσλοβακία.
Η κρατική εξουσία εκλείπει επίσης, όταν ένα κράτος ενώνεται με άλλα κράτη για να σχηματίσουν ένα νέο κυρίαρχο κράτος (πχ ένα ομοσπονδιακό κράτος). Παραδείγματα τέτοια είναι οι αμερικάνικες Πολιτείες και τα ελβετικά Καντόνια.
Το κράτος δεν καταλύεται με την προσωρινή κατάργηση της εξουσίας εξαιτίας κατάληψης του εδάφους του από άλλο ή άλλα κράτη από στρατιωτική κατάληψη του εδάφους κατά τη διάρκεια του πολέμου.  
Η μεταβολή του πολιτεύματος και η μεταβολή του οικονομικού συστήματος του κράτους δεν συνεπάγεται με κατάλυσή του πχ μια επανάσταση ή πραξικόπημα δεν επιφέρει κατάργηση του κράτους και την αντικατάστασή του από άλλο.
Η κατάργηση του κράτους είναι αμφίβολη στην περίπτωση της αφαίρεσης της διεθνούς αναγνώρισής του. Κατά την κρατούσα θεωρία η ανάκληση αυτή δεν θίγει την κρατική εξουσία.






14-15-16-17. Οι θεωρίες περί δικαιολόγησης του κράτους

Τίθεται το ερώτημα για ποιο λόγο πρέπει να υπάρχει το κράτος; Με άλλα λόγια γιατί τα άτομα να υποτάσσονται στην καταναγκαστική κρατική εξουσία και να υφίσταντο σοβαρούς περιορισμούς της προσωπικής τους ελευθερίας;
Η απόδειξη της αναγκαιότητας αυτού θα αποτελούσε προφανώς την απόλυτη απάντηση ενώ η απόδειξη μόνο της χρησιμότητας αυτού θα αποτελούσε σχετική δικαιολόγηση του.
Οι θεωρίες που δέχονται το κράτος καλούνται κρατικές ενώ οι θεωρίες που αρνούνται το κράτος λέγονται αναρχικές:
1.   Οι κρατικές θεωρίες:
Οι κρατικές θεωρίες κατά τον Jellinek είναι οι ακόλουθες:
Α. Η θρησκευτικοθεολογική θεωρία: Η οποία προσπαθεί να δικαιολογήσει το κράτος με την αναγωγή του σε θεσμό θεϊκής προέλευσης. Η θεωρία αυτή επικράτησε στον αρχαίο κόσμο και υποστηρίζεται από την Χριστιανική Εκκλησία. Κατά τη θεωρία αυτή ο Θεός έθεσε στην υπηρεσία της χριστιανοσύνης δύο ξίφη, το πνευματικό στον Πάπα και το κοσμικό ως σύμβολο κρατικής εξουσίας στον αυτοκράτορα. Η θεϊκή προέλευση του κράτους αναγνωρίζεται ρητά από τα Συντάγματα ορισμένων ισλαμικών κρατών.
Β. Η θεωρία της δύναμης: Η θεωρία αυτή εννοεί το κράτος ως την επιβολή του ισχυρού στους αδύνατους και την εξουσιαστική αυτή σχέση ως απόρροια ενός φυσικού νόμου, τον οποίο καμία ανθρώπινη θέληση δεν μπορεί να καταργήσει. Τη θεωρία της δύναμης υποστήριξε και ο Hobbes και σε αυτή προφανώς στηρίχθηκε η μαρξιστική θεωρία του κράτους. Η θεωρία αυτή πρακτικά καταστρέφει το κράτος.
Γ. Οι νομικές θεωρίες: Ονομάζονται εκείνες που θεωρούν το κράτος ως δημιούργημα του δικαίου. Οι εν λόγω θεωρίες υποστηρίζουν ότι υπάρχει μια προκρατική και υπερκρατική έννομη τάξη  από την οποία κατάγεται το κράτος. Αυτές ιστορικά εμφανίζονται σε τρεις μορφές. Ειδικότερα, θεωρούν το κράτος ως θεσμό (α) είτε του οικογενειακού δικαίου (πατριαρχική θεωρία) όπου το κράτος προήλθε από την οικογένεια πχ το κράτος του Ισραήλ και εν συνεχεία ο αρχηγός του κράτους ασκεί την ίδια εξουσία που ασκεί ο πατέρας στα παιδιά του (πατρική εξουσία), τη θεωρία αυτή υποστήριξη και ο Locke (β) είτε του εμπράγματου δικαίου (περιουσιακή θεωρία) όπου λόγος ύπαρξης του κράτους ήταν η προστασία της ιδιοκτησίας η οποία υπήρξε πριν από αυτό, την θεωρία υποστήριξε ο Κικέρων και ο Haller (γ) είτε του ενοχικού δικαίου (συμβατική θεωρία) που η θεωρία αυτή δέχεται ως νόμιμο λόγο του κράτους μια σύμβαση η οποία το ιδρύει (κοινωνικό συμβόλαιο). Ο Jellinek χαρακτηρίζει αυτή τη θεωρία ως τη σπουδαιότερη των νομικών θεωριών και κυριότερος υποστηρικτής του κοινωνικού συμβολαίου είναι ο Hobbes.  Η σύμβαση αυτή περιλαμβάνει δύο σύμφωνα και συγκεκριμένα το σύμφωνο περί ίδρυσης κοινωνίας (κοινωνικό συμβόλαιο) και το σύμφωνο περί υποταγής των ανθρώπων σε μία θέληση. Ο Hobbes δεν θεωρεί τον κυρίαρχο (άτομο ή σύλλογο ατόμων) ως συμβαλλόμενο μέρος.  Στη συνέχεια η θεωρία του κοινωνικού συμβολαίου υποστηρίχθηκε από τον Locke ο οποίος υποστήριξε ότι οι άνθρωποι μπορούν να εγκαταλείπουν τη φυσική κατάσταση  στην οποία βρίσκεται και να υποβάλλονται στην πολιτική εξουσία ενός άλλου μόνο με τη συναίνεσή τους. Τη θεωρία περί κοινωνικού συμβολαίου υποστήριξε και ο Rousseau  στο ομώνυμο έργο του όπου η σύμβαση περί ίδρυσης κράτους δεν είναι μόνο κοινωνικό συμβόλαιο αλλά όπως και η σύμβαση του Hobbes  και σύμφωνο υποταγής γιατί το άτομο έχει δύο ιδιότητες: μετέχει στη γενική θέληση και είναι υποκείμενο σε αυτή. Η θεωρία του κοινωνικού συμβολαίου υποστηρίχθηκε  στη Γερμανία ιδίως από τον Kant. Ο αμερικανός φιλόσοφος Rawls (1921-2002) θεωρείται ως ο σπουδαιότερος εκπρόσωπος της θεωρίας του κοινωνικού συμβολαίου στη σύγχρονη εποχή ο οποίος θεωρεί ως αντικείμενο του πρωταρχικού συμβολαίου όχι την είσοδο σε μια συγκεκριμένη κοινωνία αλλά τον καθορισμό των αρχών της δικαιοσύνης για τη βασική δομή της κοινωνίας. Οι εν λόγω αρχές θα ρυθμίζουν από κει και πέρα όλες τις συμφωνίες. Σύμφωνα με τον Jellinek η συμβατική θεωρία δε δικαιολογεί αλλά διαλύει το κράτος γιατί το άτομο με βάση την ελευθερία του κατά τον Rousseau είναι ανεπίδεκτη παραίτησης και μπορεί οποιαδήποτε στιγμή να καταγγείλει τη σύμβαση.
Δ. Η ηθική θεωρία: Κατά τη θεωρία αυτή το κράτος είναι αναγκαίο για την ηθική τελείωση του ανθρώπου, η επιδίωξη της οποίας αποτελεί τον προορισμό του. Ο Αριστοτέλης υποστήριξε ότι η ολοκλήρωση του ανθρώπου είναι δυνατή μόνο σε μια κρατική κοινωνία αλλιώς θα ήταν θεός ή θηρίο.
Ε. Η ψυχολογική θεωρία: Προσπαθεί να δικαιολογήσει το κράτος με το χαρακτηρισμό του ως μιας ψυχολογικής αναγκαιότητας. Τη θεωρία αυτή υποστηρίζουν όσοι θεωρούν το κράτος ως δημιούργημα της φύσης, ως προϊόν λαϊκού πνεύματος, ως ένα ιστορικό γεγονός.  Την θεωρία υποστήριξε ο Αριστοτέλης και κατά τον Jellinek ούτε αυτή η θεωρία δικαιολογεί το κράτος. Εξάλλου σύμφωνα με Jellinek κανένας ψυχολόγος δεν θα μπορούσε να αναγνωρίσει μια ροπή του ανθρώπου να εξουσιάζεται.
2.   Οι αναρχικές θεωρίες:
Οι αναρχικές θεωρίες αρνούνται την αναγκαιότητα του κράτους και πιστεύουν ότι οι άνθρωποι μπορούν να ζήσουν καλύτερα σε μια ακρατική κοινωνία. Ο αναρχισμός διαφέρει σαφώς από το μηδενισμό ο οποίος αρνείται ότι το κράτος χωρίς την πρόταση ενός υποκατάστατου αυτού. Ο αναρχισμός διαφέρει από επανάσταση και αντίσταση οι οποίες δεν αρνούνται την αναγκαιότητα του κράτους αλλά επιδιώκουν την ανατροπή ή αποκατάσταση αυτού.
Οι κύριες μορφές του αναρχισμού είναι:
Α. Ο ιδεολογικός αναρχισμός: Οι εκπρόσωποί του υποστηρίζουν ότι οι άνθρωποι έχουν ορισμένες κοινωνικές ιδιότητες που καθιστούν δυνατή την καλύτερη διαβίωσή τους χωρίς την ύπαρξη κρατικής εξουσίας. Η μορφή αυτή υποστηρίχθηκε στην αρχαία Ελλάδα και διαφέρει από τον μαρξισμό.
Β. Ο θρησκευτικός αναρχισμός: Κατά την θεωρία αυτή η ρύθμιση της κοινωνικής συμβίωσης των ανθρώπων γίνεται σύμφωνα με τις αρχές της χριστιανικής θρησκείας και καθιστά το κράτος  περιττό.
Γ. Ο υλιστικός αναρχισμός: Ο εν λόγω αναρχισμός καλείται και ανήθικος επειδή αρνείται ανεπιφύλακτα και απόλυτα το κράτος.
3.   Συμπέρασμα:
Ο αναρχισμός είναι θεωρητικά ακαταμάχητος αλλά πρακτικά ανεφάρμοστος. Την κοινωνική συμβίωση των ανθρώπων μπορεί να καταστήσει δυνατή μόνο η έννομη τάξη, δημιουργός της οποίας είναι το κράτος και η αναγκαιότητα αυτή της έννομης τάξης για την κοινωνία δικαιολογεί απόλυτα το κράτος. Τίθεται το ζήτημα αν το σύγχρονο κράτος εξακολουθεί να είναι αναγκαίο και μετά την ένταξη του σε διεθνείς οργανισμού και ιδίως στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το ζήτημα λύνεται καταφατικά. Πράγματι, το κράτος εξακολουθεί και μετά την ένταξη του σε διεθνούς οργανισμού να είναι κυρίαρχο και να ασκεί καταρχήν όλες τις λειτουργίες του και σε κάθε περίπτωση αυτές που δικαιολογούν την ύπαρξή του. Η αναγκαιότητα του κράτους θα εκλείψει μόνο αν αυτό ενταχθεί σε άλλο ευρύτερο κράτος το οποίο δεν είναι αυτή τη στιγμή η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Βιβλιογραφία:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλώ τα σχόλια σας να μην θίγουν ούτε να προσβάλλουν τον συνομιλητή τους. Σε αυτό το blog ερχόμαστε μόνο να πάρουμε γνώση και να πετύχουμε τους στόχους μας!