Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2015

Η ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΙ Η ΕΚΛΟΓΗ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ



 16. Η σύνθεση της βουλής

Τα συστήματα συγκρότησης του Κοινοβουλίου
Το Κοινοβούλιο (Αντιπροσωπευτικό Σώμα) μπορεί να συγκροτείται από μία βουλή (σύστημα της μίας βουλής) ή από δύο βουλές (σύστημα των δύο βουλών). Υπό το σύστημα των δύο βουλών, η δεύτερη βουλή ονομάζεται συνήθως Γερουσία.
Τα επιχειρήματα υπέρ των δύο βουλών είναι η αρτιότερη κατάρτιση των νόμων, ο περιορισμός της παντοδυναμίας της Βουλής και η μεσολάβηση της Γερουσίας ως διαιτητή στις περιπτώσεις συγκρούσεων μεταξύ της Βουλής και της Εκτελεστικής Λειτουργίας.
Κατά του συστήματος των δύο βουλών προβάλλονται ιδίως η οικονομική επιβάρυνση που προκαλεί η λειτουργία της Γερουσίας και η επιβράδυνση της ψήφισης των νόμων. Το σύστημα των δύο βουλών επικρατεί στα σύγχρονα κράτη.
Το σύστημα των δύο βουλών καθιερώθηκε στην Ελλάδα από τα Συντάγματα του 1832, του 1925 και του 1927. Όλα τα άλλα Συντάγματά μας και το ισχύον Σύνταγμα καθιέρωσαν το σύστημα της μίας βουλής.

 
Ο αριθμός των βουλευτών
Τα ελληνικά συντάγματα δεν καθιέρωσαν απευθείας τον αριθμό των βουλευτών αλλά εξουσιοδότησαν την νομοθετική λειτουργία να καθορίζει αυτόν μέσα σε ορισμένα πλαίσια. Έτσι τα Συντάγματα του 1844, του 1864 και του 1911 καθόρισαν μόνο τον κατώτατο αριθμό των βουλευτών ενώ τα μεταγενέστερα Συντάγματα καθόρισαν τον κατώτατο και τον ανώτατο αριθμό των βουλευτών. Η διάταξη του άρθρου 51 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος καθορίζει τον κατώτατο και τον ανώτατο αριθμό των βουλευτών από 200 έως 300. Ο ισχύον εκλογικός νόμος θεσπίζει το μεγαλύτερο αριθμό των βουλευτών (ήτοι 300).
Η διάκριση των βουλευτών
Τα προηγούμενα Συντάγματα καθιέρωσαν την αρχή της εκλογής όλων των βουλευτών σε εκλογικές περιφέρειες.
Το άρθρο 2 της Συντακτικής Πράξης της 24ης Σεπτεμβρίου 1974 πρόσθεσε μια νέα διάταξη στο άρθρο 68 του προϊσχύσαντος Συντάγματος, η οποία επέτρεπε την εκλογή ενός μέρους των βουλευτών σε ολόκληρη την Επικράτεια (βουλευτών Επικρατείας). Η διάταξη αυτή περιηλήφθηκε κατά βάση στο ισχύον Σύνταγμα που καθιερώνει μεν την αρχή της εκλογής του μεγαλύτερου μέρους των βουλευτών σε εκλογικές περιφέρειες, επιτρέπει όμως την εκλογή μέρους αυτών σε ολόκληρη την Επικράτεια.
Το θεσμό των βουλευτών της Επικρατείας προβλέπει η διάταξη του άρθρου 54 παρ. 3  του Συντάγματος: «Μέρος της βουλής, όχι μεγαλύτερο από το 1/20 του όλου αριθμού των βουλευτών, μπορεί να εκλέγεται ενιαίως σε ολόκληρη την Επικράτεια, σε συνάρτηση με τη συνολική εκλογική δύναμη του κάθε κόμματος στην Επικράτεια, όπως ο νόμος ορίζει».  Η διάταξη αυτή δεν καθιερώνει απευθείας το θεσμό των βουλευτών Επικρατείας αλλά απλώς επιτρέπει την καθιέρωσή του με νόμο. Συνεπώς, αν ο νόμος, όπως ο ισχύον Εκλογικός Κώδικας, καθορίσει τον ανώτατο αριθμό των βουλευτών σε 300, ο μεγαλύτερος αριθμός βουλευτών Επικρατείας είναι 15 ενώ αν καθιερώσει κατώτατο 200, ο ανώτατος αριθμός βουλευτών Επικρατείας είναι 10.
Ο αριθμός των βουλευτών που εκλέγονται από τις εκλογικές περιφέρειες καθορίζεται μετά από την αφαίρεση των βουλευτών Επικρατείας. Ο ισχύον Εκλογικός Κώδικας προβλέπει την εκλογή 12 βουλευτών Επικρατείας και 288 βουλευτών των εκλογικών περιφερειών. Πάντως, η νομική θέση όλων των βουλευτών είναι η ίδια και όλοι «αντιπροσωπεύουν το Έθνος» (άρθρο 51 παρ. 2 Σ).
Ο καθορισμός του αριθμού των βουλευτών κάθε εκλογικής περιφέρειας
Ο καθορισμός του αριθμού των βουλευτών κάθε εκλογικής περιφέρειας έγινε πάντοτε με βάση τον πληθυσμό της. Ο πληθυσμός διακρίνεται στο νόμιμο (αριθμός δημοτών),  σε πραγματικό (αριθμός κατοίκων γενικά) και σε εκλογικό (οι πολίτες που είναι εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους).
Τα προϊσχύοντα Συντάγματα πχ του 1952 καθιέρωναν τον «πληθυσμό» ως βάση καθορισμού των βουλευτών κάθε εκλογικής περιφέρειας, καταλείποντας στο νόμο τον ακριβέστερο προσδιορισμό του. Συνεπώς, οι εκλογικοί νόμοι που ίσχυσαν κάθε φορά καθόρισαν το νόμιμο πληθυσμό ως βάση προσδιορισμού του αριθμού των βουλευτών των επιμέρους εκλογικών περιφερειών. Η αρχή αυτή καθιερώθηκε στο  άρθρο 54 παρ. 2 του ισχύοντος Συντάγματος που ο πληθυσμός προκύπτει από την τελευταία απογραφή που δημοσιεύεται στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Μέτρο για τον υπολογισμό του αριθμού των βουλευτικών εδρών κάθε εκλογικής περιφέρειας είναι το πηλίκο της διαίρεσης του συνολικού αριθμού των δημοτών της Επικράτειας δια του συνολικού αριθμού των βουλευτών των εκλογικών περιφερειών (288).
Μετά την απογραφή εκδίδεται προεδρικό διάταγμα με τον αριθμιτικό προσδιορισμό των βουλευτικών εδρών. Ο αριθμός των βουλευτών κάθε εκλογικής περιφέρειας καθορίζεται τώρα με το ΠΔ 381/2002.
Οι αρχές της ολικής ανανέωσης της βουλής & της ταυτόχρονης διεξαγωγής των εκλογών σε ολόκληρη την Επικράτεια
Το ισχύον Σύνταγμα όπως και τα Συντάγματα που  ίσχυσαν από το έτος 1864 καθιερώνει δύο βασικές αρχές που αφορούν την εκλογή της βουλής:
(α) την αρχή της ολικής ανανέωσης της βουλής και
(β) την αρχή της ταυτόχρονης διεξαγωγής των εκλογών σε ολόκληρη την Επικράτεια.
Κατά την πρώτη αρχή η βουλή ανανεώνεται κάθε φορά ολικά και όχι τμηματικά ενώ κατά τη δεύτερη αρχή οι εκλογές διεξάγονται συγχρόνως (την ίδια μέρα) σε ολόκληρη τη Χώρα. Η αρχή της ταυτόχρονης διεξαγωγής δεν είναι συνυφασμένη με την αρχή ττης ολικής ανανέωσης αλλά μπορεί να συνδυάζεται κει με την αντίθετη αρχή της τμηματικής ανανέωσης ως προς το τμήμα της βουλής που ανανεώνεται κάθε φορά.
Η αρχή της ολικής ανανέωσης καθιερώνεται από τις διατάξεις του άρθρου 53 παρ. 1 του Συντάγματος  «Οι βουλευτές εκλέγονται για 4 συνεχή έτη που αρχίζουν από την ημέρα των γενικών εκλογών. Μόλις λήξει η βουλευτική περίοδος, με προεδρικό διάταγμα, που προσυπογράφεται από το Υπουργικό Συμβούλιο, διατάσσεται η διενέργεια γενικών βουλευτικών εκλογών μέσα σε 30 ημέρες και η σύγκληση της νέας Βουλής σε τακτική σύνοδο μέσα σε άλλες 30 ημέρες από αυτές. Η αρχή αυτή καθιερώνεται και από τις διατάξεις των άρθρων 41 παρ. 3 & 5 και 32 παρ. 4 του Σ στις περιπτώσεις της πρόωρης λήξης της βουλευτικής περιόδου εξαιτίας της διάλυσης της βουλής. Την αρχή της τμηματικής ανανέωσης της βουλής καθιέρωσε το Σύνταγμα της Τροιζήνας.
Η αρχή της ταυτόχρονης διεξαγωγής των εκλογών κατοχυρώνεται από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 4 εδ α του Σ κατά την οποία «οι βουλευτικές εκλογές διενεργούνται ταυτόχρονα σε ολόκληρη την Επικράτεια». Η αρχή αυτή δυσχεραίνει τον επηρεασμό των εκλογέων μιας εκλογικής περιφέρειας από το εκλογικό αποτέλεσμα άλλης περιφέρειας.
Τις εν λόγω αρχές περιλαμβάνει ο ισχύον Εκλογικός Κώδικας ο οποίος ορίζει ότι η διενέργεια των γενικών βουλευτικών εκλογών διατάσσεται με προεδρικό διάταγμα με το οποίο ορίζεται και η ημέρα της ταυτόχρονης ψηφοφορίας σε όλη την Επικράτεια και ότι η ψηφοφορία διαρκεία μία ημέρα μόνο, η οποία είναι Κυριακή.
Η επαναληπτική και αναπληρωματική εκλογή δεν είναι αντίθετες από τις παραπάνω αρχές. Επαναληπτική εκλογή ονομάζεται η εκλογή η οποία γίνεται σε μια εκλογική περιφέρεια στην περίπτωση ακύρωσης της εκλογής από το ΑΕΔ. Η επαναληπτική εκλογή είναι αναγκαία συνέπεια ακύρωσης της εκλογής, η οποία προβλέπεται από το Σύνταγμα στο άρθρο 100 παρ. 1 σε συνδυασμό με άρθρο 58. Αναπληρωματική εκλογή ονομάζεται η εκλογή η οποία διενεργείται για την πλήρωση της έδρας που κενώνεται κατά τη διάρκεια της βουλευτικής περιόδου για οποιοδήποτε λόγο πχ εξαιτίας θανάτου βουλευτή ή παραίτησης βουλευτή. Την αναπληρωματική εκλογή προβλέπει η διάταξη του άρθρου 53 παρ. 2 του Σ που ορίζει «Βουλευτική έδρα που κενώθηκε μέσα στο τελευταίο έτος της περιόδου δεν συμπληρώνεται με αναπληρωματική εκλογή, όταν απαιτείται κατά το νόμο, εφόσον οι κενές έδρες δεν είναι περισσότερες από το 1/5 του όλου αριθμού των βουλευτών». Από τη διάταξη προκύπτει ότι αναπληρωματική εκλογή διενεργείται μόνο όταν προβλέπεται από το νόμο ο οποίος έτσι μπορεί να καθιερώνει άλλο τρόπο πλήρωσης της κενούμενης έδρας. Έτσι, ο Εκλογικός Κώδικας προβλέπει τη διεξαγωγή αναπληρωματικής εκλογής μόνο όταν δεν υπάρχει αναπληρωματικός του ίδιου συνδυασμού για την κατάληψη της κενής έδρας. Πάντως η εν λόγω διάταξη απαγορεύει τη διενέργεια αναπληρωματικών εκλογών κατά το τελευταίο (τέταρτο) έτος της βουλευτικής περιόδου, εφόσον ο αριθμό των κενών εδρών δεν υπερβαίνει το 1/5 του συνολικού αριθμού των βουλευτών.



17. Τα προσόντα της εκλογιμότητας των βουλευτών
Τα θετικά προσόντα της εκλογιμότητας των βουλευτών
Η διάταξη του άρθρου 55 παρ. 1 του Συντάγματος καθορίζει τα προσόντα που απαιτούνται για την εκλογή ενός προσώπου ως βουλευτή. Η διάταξη αυτή καθιερώνει την γενική θετική αρχή εκλογιμότητας κάθε προσώπου που έχει τα προσόντα που ορίζονται από αυτή. Με άλλες λέξεις, η διάταξη καθορίζει περιοριστικά τα θετικά προσόντα (θετικές προϋποθέσεις) της εκλογιμότητας. Όλα τα προσόντα πρέπει να συντρέχουν κατά την ημέρα της εκλογής.
Τα προσόντα αυτά είναι τα ακόλουθα:
1.   Η ελληνική ιθαγένεια: Εκλόγιμος είναι μόνο Έλληνας πολίτης δηλαδή το πρόσωπο που έχει αποκτήσει την ελληνική ιθαγένεια ανεξάρτητα από το φύλο, το θρήσκευμα ή την εθνικότητα.  Κάθε Έλληνας πολίτης έχει αυτοδίκαια το δικαίωμα του εκλέγεσθαι όπως και το δικαίωμα του εκλέγειν, ανεξάρτητα από τον τρόπο απόκτησης της ελληνικής ιθαγένειας.  Κάθε Έλληνας πολίτης συνεπώς είναι εκλόγιμος σε οποιαδήποτε εκλογική περιφέρεια ή εφόσον το επιτρέπει ο νόμος και σε περισσότερες εκλογικές περιφέρειες, οφείλοντας να επιλέξει ύστερα έδρα.
2.   Η νόμιμη ικανότητα να εκλέγει: Νόμιμη ικανότητα να εκλέγει είναι η απόκτηση των ουσιαστικών προσόντων του εκλογέα.  Η διάταξη του άρθρου 51 παρ. 3 εδ α καθορίζει μόνο ένα προσόν του εκλογέα (την ελληνική ιθαγένεια) και εξουσιοδοτεί τη νομοθετική εξουσία να θεσπίζει τα άλλα προσόντα αυτού. Συνεπώς ο περιορισμός της νομοθετικής λειτουργίας καθιερώνεται με τη διάταξη του άρθρου 55 παρ. 1 (περιοριστική απαρίθμηση των προσόντων της εκλογιμότητας).
3.   Η συμπλήρωση του 25ου έτους: Την ηλικία αυτή καθιέρωσαν τα Συντάγματα που ψηφίστηκαν από το 1911 μέχρι σήμερα ενώ τα προγενέστερα μετεπεναστατικά Συντάγματα θέσπισαν το 30ο έτος. Άλλες χώρες έχουν άλλη εκλόγιμη ηλικία. Η ηλικία του εκλόγιμου αποδεικνύεται, κατά το άρθρο 29 παρ.2 του Εκλογικού Κώδικα από την εγγραφή στο μητρώο αρρένων ή το δημοτολόγιο ενός δήμου ή κοινότητας αλλιώς αποδεικνύεται από τη ληξιαρχική πράξη γέννησης.
Τα αρνητικά προσόντα ή κωλύματα εκλογιμότητας των βουλευτών
Το άρθρο 56 του Συντάγματος καθιερώνει ορισμένες εξαιρέσεις από την αρχή της εκλογιμότητας κάθε προσώπου η οποία θεσπίζεται από το άρθρο 55 παρ. 1.
Κωλύματα είναι θέσεις ή έργα που παρεμποδίζουν τον πολίτη που έχει το δικαίωμα του εκλέγεσθαι να υποβάλλει έγκυρα υποψηφιότητα και να εκλέγει εγκύρως, άρα, τα κωλύματα αφορούν τους υποψηφίους βουλευτούς (όσοι θέλουν να υποβάλλουν υποψηφιότητα).
Σκοπός κωλυμάτων:
1.   Τα κωλύματα εξυπηρετούν διπλό σκοπό που είναι αφενός η ισότητα μεταξύ των υποψηφίων η οποία θα καταστρατηγείται αν κάποιοι υποψηφίοι μπορούσαν να χρησιμοποιούν τη δημόσια θέση ή το αξίωμα τους για ψηφοθηρικούς λόγους.
2.   Εξυπηρετεί και την ιδιαιτερότητα και αμερληψία που πρέπει να έχουν οι δημόσιοι λειτουργοί κατά την άσκηση των καθηκόντων τους δηλαδή το άρθρο 56 εκτός από το άρθρο 4 (αρχή ισότητας) εξυπηρετεί και το άρθρο 29 (θεσμός πολιτικών κομμάτων) το οποίο ορίζει ότι οι δημόσιοι λειτουργοί δεν θα πρέπει κατά την άσκηση των καθηκόντων τους να αναλαμβάνουν ενεργό δράση υπέρ κόμματος.
Διακρίσεις κωλυμάτων:
1.   Τα κωλύματα διακρίνονται σε απόλυτα και σχετικά. Ειδικότερα: (ια) απόλυτα καλούνται αυτά από τα οποία ο υποψήφιος δε μπορεί να παραιτηθεί και να υποβάλλει υποψηφιότητα αφού το Σύνταγμα του απαγορεύει την υποβολή υποψηφιότητας για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για κωλύματα αλλά για προσωρινή στέρηση εκλογιμότητας δηλαδή προσωρινά δεν έχει το δικαίωμα του εκλέγεσθαι αφού ο «κωλυόμενος» ακόμα και να παραιτηθεί δεν μπορεί να υποβάλλει υποψηφιότητα και δεν θα ανακηρυχθεί υποψήφιος. Απόλυτα κωλυματα έχουν οι περιφερειάρχες οι οποίοι σύμφωνα με το άρθρο 56 παρ. 1 και να παραιτηθούν του αξιώματός τους δεν μπορούν να υποβάλουν υποψηφιότητα όσο χρόνο διαρκούσε η θητεί ατους (παλιά 4 χρόνια τώρα 5 χρόνια) (άρα γαι αυτά τα χρόνια έχουν στέρηση εκλογιμότητας), απόλυτο κώλυμα θεσπίζει το 56 παρ. 4 για πρόσωπα που σύμφωνα με το νόμο έχουν αναλάβει συγκεκριμένη υπηρεσία προς το κράτος και για όσο χρόνο αυτή διαρκεί δεν μπορούν να υποβάλλουν υποψηφιότητα (πχ φαντάρος), τέτοια πρόσωπα είναι όλοι οι έλληνες πολίτες όσο διαρκεί η στρατιωτική τους θητεία (ο λοχαγός μπορεί ο φαντάρος όχι), πολίτες που έχουν αναλάβει κατά νόμο στρατιωτική θητεία ορισμένου χρόνου πχ οπλίτες πενταετούς θητείας, συνοριοφύλακες κλπ, σπουδαστές παραγωγικών σχολών της Χώρας όσο διαρκεί η εκπαίδευσή τους (πχ Ικάρων, Ευελπίδων). (ιβ) σχετικά κωλύματα καλούνται αυτά τα οποία ο «κωλυόμενος» μπορεί να απαλλαγεί υποβάλλοντας τη παραίτησή του σε χρόνο που ορίζει το Σύνταγμα άλλοτε πριν την ανακήρυξη του υποψηφίου και άλλοτε 18 μήνες πριν, σχετικά κωλύματα είναι αυτά που ρυθμίζονται στις παραγράφους 1 και 3 του άρθρου 56 και διακρίνονται σε γενικά και τοπικά.
2.   Γενικά κωλύματα καλούνται αυτά που ισχύουν σε ολόκληρη την επικράτεια, καταλαμβάνουν τους υποψηφίους οπουδήποτε και να θελήσουν υποψηφιότητα (σε όλες τις εκλογικές περιφέρειες ή και στο ψηφοδέλτιο επικρατείας). Τοπικά κωλύματα καλούνται αυτά που κωλύουν τον υποψήφιο να υποβάλλει υποψηφιότητα σε συγκεκριμένες εκλογικές περιφέρειες στις οποίες εκτεινόταν κατά τόπο η αρμοδιότητά του. Τα πρόσωπα που καταλαμβάνονται από τοπικά κωλύματα ορίζονται στο άρθρο 56 παρ. 3 και έχουν τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: (α) Είναι καταρχήν πρόσωπα που έχουν και το γενικό κώλυμα του άρθρου 56 παρ. 1 άρα θα πρέπει ούτως ή άλλως να υποβάλλουν την παραίτησή τους πριν υποβάλλουν υποψηφιότητα οπουδήποτε. (β) Επειδή όμως είχαν αποφασιστική αρμοδιότητα τοπικά περιορισμένη σε συγκεκριμένο μέρος της Επικράτειας για να υποβάλλουν υποψηφιότητα σε εκείνες τις περιφέρειες θα πρέπει να έχουν υποβάλλει την παραίτησή τους 18 μήνες πριν πχ οι περιφερειάρχες και οι αντιπεριφερειάρχες. Για παράδειγμα, ο διευθυντής πυροσβεστικής Κρήτης καταρχήν έχει γενικό κώλυμα και σύμφωνα με το άρθρο 56 παρ. 1 πρέπει να υποβάλλει την παραίτησή του πριν την ανακλήρυξη του ως υποψήφιος οπουδήποτε και να θέλει να κατέβει υποψήφιος (1 εβδομάδα πριν). Αν θέλει όμως να κατέβει σε κάποια εκλογική περιφέρεια της Κρήτης τότε θα πρέπει να έχει παραιτηθεί τουλάχιστον  18 μήνες πριν την διεξαγωγή των τακτικών βουλευτικών εκλογών.
Κατηγορίες προσώπων με σχετικό - γενικό κώλυμα:
1.   Κρατικοί υπάλληλοι πάσης φύσεως (εδώ ανήκουν όσοι εργάζονται για το ελληνικό δημόσιο υπό στενή έννοια) (στρατιωτικοί, διοικητικοί, δικαστικοί υπάλληλοι, ανώτεροι και κατώτεροι, κεντρικοί ή αποκεντρωμένοι, μόνιμοι ή ορισμένου χρόνου δηλαδή με έννομη σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου).
2.   Όλοι οι διοικητικοί υπάλληλοι των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ πχ ΑΕΙ, ασφαλιστικοί οργανισμοί (ταμεία), νοσοκομεία του ΕΣΥ, Εκκλησία της Ελλάδας (το κώλυμα αυτό καταλαμβάνει όλους τους εργαζομένους από διοικητή νοσοκομείου μέχρι καθαρίστρια νοσοκομείου - κατώτεροι υπάλληλοι).
3.   Από τα όργανα των ΟΤΑ κωλύονται οι δήμαρχοι με σχετικό κώλυμα και οι περιφερειάρχες με απόλυτο κώλυμα.
4.   Από το προσωπικό των πάσης φύσεως ΝΠΙΔ δηλαδή τις δημόσιες εταιρίες που συστήνει και εποπτεύει το δημόσιο κωλύονται μόνο οι διοικητές, οι υποδιοικητές και οι πρόεδροι Δ.Σ. όχι το υπόλοιπο προσωπικό (πχ ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ, οι λεγόμενες δημόσιες τράπεζες, ΟΛΠ κλπ).
Σχόλιο 1ο: Δεν κωλύονται τα μέλη της κυβέρνησης (πρωθυπουργός, υπουργοί, υφυπουργοί) οι οποίοι βέβαια δεν είναι δημόσιοι υπάλληλοι αλλά κυβερνητικοί αξιωματούχοι.
Σχόλιο 2ο: Δεν κωλύονται οι καθηγητές ΑΕΙ οι οποίοι αφού εκλεγούν διατηρούν την ακαδημαϊκή τους ιδιότητα αλλά αναστέλλεται το διοικητικό τους έργο.
Σχόλιο 3ο: Κωλύονται σύμφωνα με παρ. 1 τα μέλη των ανεξαρτήτων αρχών καθώς θεωρούνται κρατικοί υπάλληλοι πχ ΑΣΕΠ, Συνήγορος του πολίτη κλπ, τα οποία και πρέπει να υποβάλλουν παραίτησή κατά άρθρο 56 παρ. 1.
Σχόλιο 4ο: Η άρνηση του πρωθυπουργού είναι συνταγματικώς ανίσχυρη αφού το Σύνταγμα ορίζει ότι η παρίτηση του «κωλυόμενου» συντελείται δηλαδή θεωρείται δεδομένη να υποβληθεί εγγράφως και άρα δεν απαιτείται κάποια έγκριση ή αποδοχή από προϊστάμενη αρχή.


18. Η εκλογική διαδικασία

Ο Εκλογικός Κώδικας καθορίζει μόνο τη διαδικασία της εκλογής των βουλευτών των εκλογικών περιφερειών.  Οι βουλευτές Επικρατείας κατ΄ ουσία δεν εκλέγονται αλλά αναδεικνύονται με βάση το αποτέλεσμα της εκλογής των βουλευτών των εκλογικών περιφερειών.
Η διαδικασία  της εκλογής των βουλευτών των εκλογικών περιφερειών περιλαμβάνει τρία στάδια: (α) την προδικασία ή προπαρασκευή (β) τη διεξαγωγή της ψηφοφορίας και (γ) τη διαπίστωση του εκλογικού αποτελέσματος και την ανακήρυξη των εκλεγέντων.
Η πρώτη πράξη της διαδικασίας της εκλογής είναι η προκήρυξη αυτής η οποία γίνεται με προεδρικό διάταγμα. Την έκδοση αυτή την ορίζουν ρητά τα άρθρα 53 παρ. 1 εδ β και 41 παρ. 3 του Συντάγματος οι οποίες επιτάσσουν την προκήρυξη της διενέργειας γενικών βουλευτικών εκλογών με προεδρικό διάταγμα μέσα σε 30 ημέρες από τη λήξη της βουλευτικής περιόδου ή τη διάλυση της βουλής.
Το διάταγμα ορίζει και την ημέρα της ταυτόχρονης ψηφοφορίας σε όλη την Επικράτεια. Από τη δημοσίευση του διατάγματος διάλυσης της βουλής ή τη 12η ημέρα πριν τη λήξη της βουλευτικής περιόδου αρχίζει η προεκλογική περίοδος. Οι διατάξεις εφαρμόζονται ανάλογα και για τη διενέργεια των αναπληρωματικών εκλογών.
Η υποβολή των προτάσεων των υποψηφίων και των συνδυασμών για την εκλογή των βουλευτών των εκλογικών περιφερειών ρυθμίζεται αντίστοιχα από τα άρθρα 32 και 34 του Εκλογικού Κώδικα. Οι υποψήφιοι μπορούν να προτείνονται με τρεις τρόπους (α) με την υποβολή της πρότασης από 12 τουλάχιστον εκλογείς και την αποδοχή αυτής από τον προτεινόμενο προσωπικά ή από ειδικό πληρεξούσιο (β) με την υποβολή της πρότασης από τον ίδιο τον υποψήφιο προσωπικά και (γ) με την υποβολή της πρότασης από ειδικό πληρεξούσιο.
Κανείς δεν μπορεί να υποβάλλει ή να αποδεχτεί υποψηφιότητα που προτείνεται από εκλογείς σε περισσότερες εκλογικές περιφέρειες. Μόνο ο πρόεδρος του κόμματος ή του συνασπισμού κομμάτων έχει δικαίωμα να υποβάλλει ή να αποδεχτεί υποψηφιότητα σε δύο εκλογικές περιφέρειες.
Στην πρόταση υποψηφιότητας αναγράφεται το όνομα, επώνυμο, πατρώνυμο, η ιδιότητα και η ακριβής διεύθυνση του προτεινόμενου.
Στην πρόταση επισυνάπτονται για κάθε υποψήφιο γραμμάτιο δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας για κατάθεση ορισμένου χρηματικού ποσού που ορίζει κάθε φορά με κοινή απόφαση οι Υπουργοί (α) Εσωτερικών (δ) Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης (γ) Οικονομικών.
Οι υποψήφιοι παίρνουν μέρος στις εκλογές είτε σε συνδυασμό είτε ως μεμονωμένοι. Οι συνδυασμοί μπορεί να είναι είτε συνδυασμοί ενός μόνο κόμματος είτε συνδυασμοί περισσότερων συνεργαζόμενων κομμάτων είτε συνδυασμοί ανεξάρτητων. Κανείς δεν μπορεί να μετέχει σε περισσότερους συνδυασμούς, κατ΄ εξαίρεση ο αρχηγός κόμματος ή συνδυασμού μπορεί να μετέχει στους συνδυασμούς του κόμματος ή του συνασπισμού του οποίου ηγείται σε δύο εκλογικές περιφέρειες, όπου έχει ανακηρυχθεί υποψήφιος.
Η πρόταση των υποψηφίων για τους 12 βουλευτές που εκλέγονται σε όλη την Επικράτεια ρυθμίζεται από τον Εκλογικό Κώδικα.  Η πρόταση αυτή υποβάλλεται από κόμμα ή συνασπισμό κομμάτων που καταρτίζει δικούς της συνδυασμούς στις μισές τουλάχιστον εκλογικές περιφέρειες της Χώρας. Δεν επιτρέπεται η υποβολή υποψηφιότητας σε πρόσωπο, που είναι υποψήφιος στις ίδιες εκλογές σε οποιαδήποτε εκλογική περιφέρεια. Η πρόταση κάθε κόμματος περιλαμβάνει μέχρι 12 υποψηφίους.



19. Τα εκλογικά συστήματα & ο ισχύον εκλογικός νόμος

Τα εκλογικά συστήματα
Εκλογικό σύστημα ονομάζεται η μέθοδος κατανομής των βουλευτικών εδρών στα κόμματα και τους υποψηφίους που μετέχουν στις εκλογές με βάση τις ψήφους που έλαβαν.
Τα γνωστά εκλογικά συστήματα μπορούν να καταταχθούν σε τρείς κατηγορίες : (α) πλειοψηφικά (β) αναλογικά και (γ) μικτά.
Α. Τα πλειοψηφικά συστήματα: Πλειοψηφικό είναι το σύστημα κατά το οποίο σε κάθε εκλογική περιφέρεια εκλέγεται ο συνδυασμός ή ο υποψήφιος που παίρνει την πλειοψηφία των ψήφων.  Το σύστημα αυτό συνδυάζεται τόσο με τη στενή εκλογική περιφέρεια (μονοεδρική) όσο και με την ευρεία εκλογική περιφέρεια (πολυεδρική). Διακρίνεται σε σύστημα απόλυτης πλειοψηφίας και σχετικής πλειοψηφίας. Κατά το πρώτο σύστημα οι έδρες ή η έδρα παραχωρούνται στο συνδυασμό ή τον υποψήφιο που λαμβάνει την απόλυτη πλειοψηφία των ψήφων δηλαδή το μισό πλέον μιας όλων των έγκυρων ψήφων, αν κανένας υποψήφιος δεν λάβει την απόλυτη πλειοψηφία τότε διενεργείται μετά από λίγες μέρες και δεύτερη ψηφοφορία στην οποία συμμετέχουν όλοι οι συνδυασμοί της πρώτης ψηφοφορίας και εκλέγεται βουλευτής εκείνος που λαβαίνει τη σχετική πλειοψηφία. Αντίθετα, κατά το σύστημα της σχετικής πλειοψηφίας εκλέγεται ο συνδυασμός ή ο υποψήφιος που λαμβάνει τη σχετική πλειοψηφία. Το σύστημα της σχετικής πλειοψηφίας ίσχυσε στην Ελλάδα μέχρι το 1926 και εφαρμόστηκε και σε ορισμένες μεταγενέστερες εκλογές με εξαίρεση του εκλογικού νόμου του 1844 που καθιέρωνε το σύστημα της απόλυτης πλειοψηφίας. Το πλειοψηφικό σύστημα έχει βασικό πλεονέκτημα ότι αναδεικνύει σταθερές κυβερνήσεις από την άλλη όμως αποκλείει την κοινοβουλευτική εκπροσώπηση των μειοψηφιών και οδηγεί στην κατάληψη της πλειοψηφίας των βουλευτικών εδρών από ένα κόμμα που εκπροσωπεί τη μειοψηφία των εκλογέων.
Β. Τα αναλογικά συστήματα: Αναλογικό σύστημα λέγεται το σύστημα κατά το οποίο οι έδρες κάθε εκλογικής περιφέρειας κατανέμονται στους συνδυασμούς και τους μεμονωμένους υποψηφίους, οι οποίοι μετέχουν στις εκλογές ανάλογα με τις ψήφους που έλαβαν.  Η ουσία του συστήματος είναι ότι μετέχουν στην κατανομή των εδρών όλοι οι συνδυασμοί και οι μεμονωμένοι υποψήφιοι οι οποίοι συγκέντρωσαν τον ελάχιστο αριθμό ψήφων που απαιτείται για την παραχώρηση μιας έδρας. Έτσι το σύστημα εξασφαλίζει την εκπροσώπηση των μειοψηφιών στο Κοινοβούλιο.
Η κατανομή των εδρών γίνεται με βάση το λεγόμενο εκλογικό διαιρέτη ή εκλογικό μέτρο. Εκλογικός διαιρέτης ή εκλογικό μέτρο ονομάζεται ο ελάχιστος αριθμός ψήφων που απαιτείται για την κατάληψη μιας βουλευτικής έδρας. Διαιρούμε το σύνολο των ψήφων με το εκλογικό μέτρο και βρίσκουμε τον αριθμό των βουλευτικών εδρών. Το εκλογικό μέτρο μπορεί να είτε ενιαίο σε όλη την χώρα είτε διαφορετικό σε κάθε εκλογική και κάθε εκλογική περιφέρεια εξαρτώμενο από τον αριθμό των εδρών κάθε εκλογικής περιφέρειας και αριθμό εκλογέων που ψηφίζουν κάθε φορά.
Σχετικά με τον καθορισμό του εκλογικού μέτρου αναπτύχθηκαν σε διάφορες χώρες τέσσερα συστήματα (μέθοδοι) υπολογισμού του:
(α) Σύστημα του Άγγλου νομικού Hare : Είναι ενιαίο σε όλη την Επικράτεια και διαιρείται ο συνολικός αριθμός των ψήφων κάθε κόμματος με τον αριθμό των εδρών του κόμματος. Οι έδρες που δεν διατίθεται δίδονται στα μεγάλα κόμματα.
(β) Σύστημα dHondt: Οι ψήφοι των συνδυασμών κάθε εκλογικής περιφέρειας διαιρούνται διαδοχικά με τους αριθμούς 1,2,3 κλπ μέχρι την εξάντληση του αριθμού των εδρών αυτής, οι έδρες παραχωρούνται στους συνδυασμούς που έχουν κατά σειρά τα μεγαλύτερα πηλίκα.
(γ) Σύστημα Niemeyer: Λέγεται και «σύστημα μαθηματικής αναλογίας», σύμφωνα με αυτό ο συνολικός αριθμός των ψήφων κάθε κόμματος πολλαπλασιάζεται με το συνολικό αριθμό των εδρών και το γινόμενο του πολλαπλασιασμού διαιρείται με το συνολικό αριθμό των ψήφων όλων των κομμάτων, οι τυχόν αδιάθετες έδρες παραχωρούνται στο κόμμα με τα μεγαλύτερα κλάσματα (υπόλοιπα). Το σύστημα αυτό ισχύει στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας από το 1985.
Το αναλογικό εκλογικό σύστημα είναι αναμφίβολα το δικαιότερο και δημοκρατικότερο. Το κύριο πλεονέκτημά του είναι ότι διασφαλίζει τη δίκαιη κοινοβουλευτική εκπροσώπηση όλων των πολιτικών τάσεων του Λαού. Και το βασικό μειονέκτημα είναι ότι διευκολύνει τη δημιουργία πολλών μικρών κομμάτων και έτσι εμποδίζει τη δημιουργία ομοιογενών κοινοβουλευτικών πλειοψηφιών.
Το αμιγές αναλογικό σύστημα (γνωστό ως σύστημα απλής αναλογικής) καθιερώθηκε στη χώρα μας με την τροποποίηση της εκλογικής νομοθεσίας του 1989.

Γ. Τα μικτά συστήματα: Ενόψει των πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων των δύο αμιγών εκλογικών συστημάτων που εκτέθηκαν προηγουμένως αναπτύχθηκαν σε διάφορες χώρες και διάφορα μικτά συστήματα όπου επιδιώκεται ο συνδυασμός των πλεονεκτημάτων των δύο κλασικών συστημάτων (πλειοψηφικού και αναλογικού).
Εξετάζονται εδώ τρία μικτά συστήματα:
(α) Το σύστημα της ενισχυμένης ή βελτιωμένης αναλογικής: Το σύστημα αυτό απαιτεί για τη συμμετοχή των κομμάτων στη δεύτερη και τρίτη κατανομή των εδρών τη συγκέντρωση ορισμένων ποσοστών ψήφων στη μείζονα εκλογική περιφέρεια ή σε όλη την επικράτεια ή την κατάληψη μιας ή περισσότερων εδρών κατά την πρώτη κατανομή από αυτά. Με το εν λόγω σύστημα επιδιώκεται ο περιορισμός του σπουδαιότερου μειονεκτήματος του αναλογικού συστήματος δηλαδή η καταπολέμηση της δημιουργίας πολλών μικρών κομμάτων σε βάρος της σταθερής διακυβέρνησης της χώρας.
(β) Το βελτιωμένο πλειοψηφικό σύστημα: Κατά το σύστημα αυτό οι περισσότερες έδρες κάθε εκλογικής περιφέρειας παραχωρούνται στο κόμμα που πλειοψήφησε ενώ οι υπόλοιπες έδρες προσκυρώνονται στο ισχυρότερο κόμμα της μειοψηφίας ή κατανέμονται στα υπόλοιπα κόμματα με βάση την εκλογική τους δύναμη. Το σύστημα αποβλέπει στην αποτροπή του σπουδαιότερου μειονεκτήματος του πλειοψηφικού συστήματος δηλαδή του αποκλεισμού της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης της μειοψηφίας.
(γ) Το σύστημα της εξομάλυνσης της αντιστοιχίας ψήφων και εδρών: Το σύστημα αυτό ήταν καταρχήν ένα σύστημα ενισχυμένης αναλογικής με τρεις εξαιρέσεις. Οι διατάξεις για τις εξαιρέσεις αυτές περιελάμβαναν 2 γενικές ρυθμίσεις που καθιέρωναν ένα ελάχιστο  ποσοστό ψήφων για την απόκτηση έδρας από οποιαδήποτε κατανομή (αποκλειστική ρήτρα) και 1 ρύθμιση που κατοχύρωνε ένα ελάχιστο ποσοστό εδρών των πολιτικών σχηματισμών (σύστημα εξομάλυνσης της αντιστοιχίας ψήφων και εδρών). Η αποκλειστική ρήτρα του 3% λέει ότι κόμμα ή συνασπισμός ή ανεξάρτητος συνδυασμός ή μεμονωμένος υποψήφιος που δεν συγκεντρώσει το 3% του συνόλου των έγκυρων ψηφοδελτίων  δεν δικαιούνται βουλευτική έδρα. Με το σύστημα εξομάλυνσης κατοχυρώνεται ένα ελάχιστο ποσοστό εδρών των πολιτικών σχηματισμών, σύμφωνα με τον Εκλογικό Κώδικα «κόμμα ή συνασπισμός που δικαιούται να εκλέξει βουλευτή, σε καμία περίπτωση δεν λαμβάνει λιγότερες από το 70% των εδρών που αντιστοιχούν στο ποσοστό των ψήφων του στην επικράτεια πολλαπλασιαζόμενο με 300», έτσι, ένα κόμμα που ελάμβανε το 11% των ψήφων δικαιούται τουλάχιστο 6 έδρες (11%*300=33*70%=23,1).
(δ) Το εκλογικό σύστημα της Γερμανίας: Η ομοσπονδιακή δημοκρατία της Γερμανίας αποτελείται καταρχήν από 598 βουλευτές. Από αυτούς οι 299 εκλέγονται με το σύστημα της σχετικής πλειοψηφίας σε ισάριθμες μονοεδρικές εκλογικές περιφέρειες και οι άλλοι μισοί με το σύστημα της ενισχυμένης αναλογικής με βάση συνδυασμούς που υποβάλλονται από κόμματα στις επιμέρους ομόσπονδες χώρες. Κάθε εκλογέας έχει 2 ψήφους: 1 ψήφο για την εκλογή του βουλευτή της εκλογικής περιφέρειας και 1 ψήφο για την εκλογή των βουλευτών σύμφωνα με το αναλογικό σύστημα. Οι βουλευτές που εκλέγονται με το αναλογικό σύστημα είναι βουλευτές της Επικρατείας ενώ οι βουλευτές που εκλέγονται με το πλειοψηφικό είναι βουλευτές των εκλογικών περιφερειών. Υπό την επιρροή του συστήματος αυτού καθιερώθηκε προφανώς στο άρθρο 54 παρ. 2-3  η διάκριση των βουλευτών σε βουλευτές εκλογικών περιφερειών και βουλευτών επικρατείας.
Δ. Το ισχύον εκλογικό σύστημα της Ελλάδας: Από τα προηγούμενα συντάγματα μόνο του 1925 κατοχύρωσε το αναλογικό εκλογικό σύστημα. Το ισχύον εκλογικό σύστημα καθιερώνεται με τις διατάξεις των άρθρων 2-11 του Ν 3231/2004 που ορίζει τις εκλογικές περιφέρειες. Οι διατάξεις εφαρμόστηκαν για πρώτη φορά στις εκλογές της 16/09/2007. Ο ισχύον εκλογικός νόμος καθιερώνει ένα μεικτό εκλογικό σύστημα. Ειδικότερα αποτελεί ένα συνδυασμό του αναλογικού συστήματος και του συστήματος της σχετικής πλειοψηφίας και περιλαμβάνει την απόλυτη αποκλειστική ρήτρα του προηγούμενου εκλογικού Κώδικα. Το αναλογικό σύστημα εφαρμόζεται για τους 260 βουλευτές συμπεριλαμβανομένων των βουλευτών επικρατείας και για τις υπόλοιπες 40 έδρες εφαρμόζεται το σύστημα της σχετικής πλειοψηφίας. Συγκεκριμένα:
1. Καθιερώνεται ρήτρα 3% την οποία όποιο κόμμα ή συνασπισμός κομμάτων ή συνδυασμός ανεξάρτητων ή μεμονωμένος βουλευτής δεν συγκεντρώνει το 3% επί των έγκυρων ψήφων σε όλη την Επικράτεια δεν δικαιούται βουλευτική έδρα.
2. Παρόλο που η χώρα διαιρείται σε 51 νομούς οι εκλογικές περιφέρειες είναι 56 καθώς ο νομός Αθηνών διαιρείται σε 5 εκλογικές περιφέρειες και ο νομός Θεσσαλονίκης σε δύο.
3. Τα έγκυρα ψηφοδέλτια που έλαβε κάθε κόμμα ή συνασπισμός κομμάτων σε ολόκληρη την Επικράτεια θεωρούνται ως ψήφοι που δόθηκαν και για το «ψηφοδέλτιο υποψηφίων Επικρατείας». Ο αριθμός των βουλευτών Επικρατείας προκύπτει  από το ακέραιο μέρος του πηλίκου της διαίρεσης του συνόλου των έγκυρων ψηφοδελτίων που έλαβαν στην Επικράτεια δια του εκλογικού μέτρου. Οι αδιάθετες έδρες ανά μία κατανέμονται σε όσους εκλογικούς σχηματισμούς έχουν το μεγαλύτερο αχρησιμοποίητο υπόλοιπο.
4. Από τις 260 έδρες οι 12 είναι των βουλευτών Επικρατείας και εφαρμόζεται το σύστημα της σχετικής πλειοψηφίας για τις μονοεδρικές και το αναλογικό σύστημα για τις πολυεδρικές σε δύο κατανομές. Η πρώτη κατανομή γίνεται με βάση το εκλογικό μέτρο και η δεύτερη (αδιάθετες έδρες) γίνεται με βάση τα μεγαλύτερα αχρησιμοποίητα υπόλοιπα.
5. Οι υπόλοιπες 40 έδρες (50 κατά τον Ν 3636) κατανέμονται στον εκλογικό σχηματισμό που πλειοψήφησε σχετικά στην Επικράτεια.
6. Αν ισοψηφήσουν 2 ή περισσότεροι υποψήφιοι του ίδιου συνδυασμού και οι έδρες που παραχωρούνται είναι λιγότερες τότε το Πρωτοδικείο σε δημόσια συνεδρίαση διενεργεί κλήρωση μεταξύ τους και ανακηρύσσονται εκείνοι οι βουλευτές που κληρώθηκαν.
7. Τίθεται θέμα συνταγματικότητας των διατάξεων της εκλογικής νομοθεσίας για το μη συνυπολογισμό των λευκών ψηφοδελτίων κατά τη διαπίστωση του εκλογικού αποτελέσματος. Το ΑΕΔ έχει ασχοληθεί δύο φορές όπου τη δεύτερη φορά η πλειοψηφία τις έκρινε αντισυνταγματικές (6 κατά και 5 υπέρ). Οι διατάξεις αυτές είναι αντίθετες με την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας και με την αρχή της ισότητας του ψήφου. Αρμόδιος για τη λύση του θέματος είναι ο συνταγματικός νομοθέτης.


20. Ο έλεγχος του κύρους των βουλευτικών εκλογών

Το Σύνταγμα αναθέτει τον έλεγχο του κύρους των βουλευτικών εκλογών στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο. Την αρμοδιότητα αυτή του Δικαστηρίου καθιερώνουν οι διατάξεις των άρθρων 58 και  100 παρ. 1 στοιχ α.  Τα προηγούμενα Συντάγματα από 1911 έως το 1975 ανέθεταν τον έλεγχο του κύρους  των βουλευτικών εκλογών σε ένα Ειδικό Δικαστήριο που αποκλήθηκε «Εκλογοδικείο». Το ισχύον Σύνταγμα ανέθεσε τον έλεγχο αυτό στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο που ίδρυσε στο οποίο του ανέθεσαν και την άρση των συγκρούσεων μεταξύ δικαστηρίων και διοικητικών αρχών κλπ, την αρμοδιότητα αυτή στο προϊσχύων  Σύνταγμα την είχε το Δικαστήριο Συγκρούσεως Καθηκόντων.
Η διάταξη του 58 αναθέτει στο Δικαστήριο τον έλεγχο του κύρους μόνο των αμφισβητούμενων βουλευτικών εκλογών δηλαδή εκείνων κατά των οποίων ασκούνται ενστάσεις.  Ο συνταγματικός νομοθέτης του 1911 αφαίρεσε από τη βουλή όλη την προηγούμενη δικαιοδοσία της σχετικά με τον έλεγχο του κύρους των εκλογών των μελών της και την ανέθεσε στο Δικαστήριο. Το δικαστήριο αυτό είναι αρμόδιο για την εκδίκαση των ενστάσεων κατά του κύρους των εκλογών, οι οποίες αναφέρονται τόσο σε εκλογικές παραβάσεις όσο και στην έλλειψη  των προσόντων της εκλογιμότητας. Στη βουλή παρέμεινε μετά το 1911 μόνο η αρμοδιότητα να αποφασίζει τις περιπτώσεις έκπτωσης από το βουλευτικό αξίωμα εξαιτίας στέρησης των προσόντων εκλογιμότητας ή της διατήρησης ή αποδοχής έργων ασυμβίβαστων με τα καθήκοντα του βουλευτή, το ισχύον Σύνταγμα και αυτή την αρμοδιότητα την έδωσε στο Δικαστήριο και είναι αποκλειστικά αρμόδιο τόσο για την απόκτηση όσο και την απώλεια του βουλευτικού αξιώματος. 

Βιβλιογραφία:

Δεν υπάρχουν σχόλια: