Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2015

Η ΝΟΜΙΚΗ ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ



Αποτέλεσμα εικόνας για βουλη των ελληνων
21. Η νομική θέση της βουλής

Η νομική θέση της βουλής
Η βουλή είναι ένα άμεσο όργανο του κράτους. Εξάλλου είναι αυτοτελές όργανο κατά την αναθεώρηση του Συντάγματος (110 Σ) και την ψήφιση του Κανονισμού της (65 παρ. 1 Σ) και αφετέρου μη αυτοτελές κατά την ψήφιση των νόμων (26 παρ. 1 και 42 Σ). Παραπέρα είναι συλλογικό όργανο που αναδεικνύεται κάθε φορά από το λαό.
Η βουλή έχει τις περισσότερες και σπουδαιότερες αρμοδιότητες σε σύγκριση με άλλα κρατικά όργανα, οι οποίες καθορίζονται από το Σύνταγμα και δεν μεταβιβάζονται ρητά από το Σύνταγμα σε άλλα όργανα του  κράτους. Το τεκμήριο της αρμοδιότητας ομιλεί υπέρ της βουλής μόνο για τη νομοθετική λειτουργία (26 Σ) και δεν μπορεί να αναμιγνύεται σε θέματα εκτελεστικής και δικαστικής λειτουργίας που δεν ανατέθηκαν ρητά από το Σύνταγμα στη βουλή.
Οι αρμοδιότητες της βουλής

 
Οι αρμοδιότητες της βουλής που ρητά καθορίζονται από το Σύνταγμα διαιρούνται σε 4 κατηγορίες:
(α) Νομοθετικές αρμοδιότητες:
·         Αναθεωρεί μόνη (χωρίς σύμπραξη ΠτΔ) τις μη θεμελιώδης διατάξεις του συντάγματος (110 Σ).
·         Αποφασίζει ή εγκρίνει την αναστολή ορισμένων διατάξεων του συντάγματος σε περίπτωση κήρυξης της χώρας σε κατάσταση πολιορκίας (48 Σ).
·         Ψηφίζει τους τυπικούς νόμους (αρμοδιότητα: 26 παρ. 1 Σ και διαδικασία: 73-77).
·         Ψηφίζει τους τυπικούς νόμους που κυρώνουν τις διεθνείς συνθήκες για εμπόριο, φορολογία, οικονομική συνεργασία και συμμετοχή σε διεθνής οργανισμούς ή ενώσεις (36 παρ. 2 Σ).
·         Ψηφίζει τον τυπικό νόμο με τον οποίο παρέχεται αμνηστία για πολιτικά εγκλήματα (47 παρ. 3 Σ).
·         Ψηφίζει μόνη (χωρίς σύμπραξη ΠτΔ) τον Κανονισμό της (65 παρ. 1 Σ).
·         Καθορίζει το ύψος της αποζημίωσης των βουλευτών και την έκταση της συγκοινωνιακής, ταχυδρομικής και τηλεγραφικής ατέλειας αυτών (63 παρ. 1-2 Σ).
·         Αποφασίζει τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος (44 παρ. 2 Σ).
·         Παρέχει τη συγκατάθεσή της για την απονομή χάρης από τον ΠτΔ σε υπουργό που καταδικάστηκε με 86 Σ (47 παρ. 3 Σ).
(β) Διοικητικές αρμοδιότητες:
·         Ψήφιση προϋπολογισμού, απολογισμού και γενικού ισολογισμού του Κράτους (79 Σ). Οι εν λόγω αρμοδιότητες είναι διοικητικές και κατά τύπο νομοθετικές. Ο προϋπολογισμός είναι ιδιότυπος τυπικός νόμος γιατί ψηφίζεται από τη βουλή με διαφορετική διαδικασία από εκείνη των τυπικών νόμων και δεν περιέχει κανόνες δικαίου (δεν είναι ουσιαστικός νόμος).
·         Εκλογή του ΠτΔ (32 Σ) και η διαπίστωση αδυναμίας των καθηκόντων του (34 Σ).
·         Διαπίστωση αδυναμίας των καθηκόντων του πρωθυπουργού για λόγους υγείας (38 παρ. 2 Σ).
·         Παροχή συγκατάθεσης για την αναστολή των εργασιών της από τον ΠτΔ περισσότερο από 30 ημέρες ή για την επανάληψη αυτής κατά την ίδια βουλευτική περίοδο (40 παρ. 2-3 Σ).
·         Η θέση σε εφαρμογή του νόμου για την κατάσταση πολιορκίας και η σύσταση εξαιρετικών δικαστηρίων (48 παρ. 1 Σ).
·         Η εκλογή του Προεδρείου της (65 παρ. 2-3).
·         Η ψήφιση του προϋπολογισμού και του απολογισμού της (72 παρ. 1 εδ β Σ).
·         Η έγκριση των προγραμμάτων οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης (79 παρ. 8 Σ).
·         Η παρακολούθηση της εκτέλεσης του προϋπολογισμού του Κράτους (79 παρ. 1 υποπερ. 2 εδ β Σ).
(γ) Δικαστικές αρμοδιότητες: (διασταύρωση νομοθετικής και δικαστικής λειτουργίας)
·         Η άσκηση της ποινικής δίωξης κατά του ΠτΔ (49 Σ), των υπουργών και υφυπουργών (86 Σ).
·         Η παροχή άδειας για την ποινική δίωξη βουλευτή για συκοφαντική δυσφήμηση η οποία διαπράχθηκε κατά την άσκηση των καθηκόντων του (61 παρ. 2 Σ).
·         Η παροχή άδειας για την άσκηση ποινικής δίωξης κατά βουλευτή κατά τη διάρκεια της βουλευτικής περιόδου (62 Σ).


(δ) Αρμοδιότητες κοινοβουλευτικού ελέγχου:
·         Μπορεί να ζητήσει την παρουσία του Υπουργού ή του Υφυπουργού που είναι αρμόδιος για τα θέματα που συζητεί, την ίδια αρμοδιότητα έχουν και οι επιτροπές της (66 παρ. 3 Σ).
·         Αποστέλλει τις αναφορές που της απευθύνονται στους υπουργούς και τους υφυπουργούς, οι υποχρεούνται να δίνουν διευκρινίσεις όποτε τους ζητηθούν (69 Σ).
·         Συνιστά εξεταστικές επιτροπές (68 παρ. 2 Σ).
·         Εκφράζει εμπιστοσύνη ή δυσπιστία στην κυβέρνηση ή σε μέλη αυτής (84 Σ).



22. Η νομική θέση των βουλευτών

Η κτήση του βουλευτικού αξιώματος
Το βουλευτικό αξίωμα αποκτάται καταρχήν με την εκλογή και από την ημέρα αυτής. Εντούτοις, η άσκηση αυτού είναι αδύνατη χωρίς την επίσημη βεβαίωση περί της εκλογής ενός υποψηφίου ως βουλευτή.
Τη βεβαίωση αυτή αποτελεί η απόφαση του Πρωτοδικείου περί της ανακηρύξεως του εκλεγέντος βουλευτή. Από την ημέρα της δημοσίευσης της απόφασης αυτής αποκτάται σύμφωνα με το νόμο προσωρινά το βουλευτικό αξίωμα, η κτήση αυτή γίνεται οριστική είτε με την άπρακτη περίοδο της 15μερης προθεσμίας υποβολής ένστασης κατά της απόφασης είτε με την απόρριψη της ένστασης που ασκήθηκε στο ΑΕΔ. Συνεπώς, ο ανακηρυσσόμενος αποκτά τη βουλευτική ιδιότητα υπό τη διαλυτική αίρεση της ακύρωσης της εκλογής από το ΑΕΔ.
Ο εκλεγόμενος υποψήφιος αποκτά τη βουλευτική ιδιότητα αυτοδίκαια χωρίς να χρειάζεται να δηλώσει την αποδοχή σε αρμόδιο εκλογικό όργανο όπως συμβαίνει στη Γερμανία.
Ο βουλευτής δεν μπορεί να ασκήσει τα καθήκοντά του πριν την ορκωμοσία του όπως ρητά ορίζει το άρθρο 59 παρ. 1-2 του Συντάγματος.
Έτσι, το Σύνταγμα καθιερώνει ως αναγκαία προϋπόθεση για την έγκυρη άσκηση των βουλευτικών καθηκόντων τη δόση θρησκευτικού όρκου από το βουλευτή. Η μη δόση του όρκου εμποδίζει μόνο την άσκηση των βουλευτικών καθηκόντων και τη λήψη της βουλευτικής αποζημίωσης και δεν επιφέρει απώλεια της βουλευτικής ιδιότητας.
Τα Συντάγματά μας δεν πρόβλεψαν την περίπτωση οι βουλευτές να είναι άθεοι ή να ακολουθούν άλλη θρησκεία που δεν επιτρέπει τον όρκο. Έτσι υπήρχε και υπάρχει ένα συνταγματικό κενό. Η πλήρωση αυτή του κενού επιδιώχθηκε ανεπιτυχώς με το Σύνταγμα του 1975.
Η ορκωμοσία των βουλευτών γίνεται κατά την πρώτη συνεδρίαση της βουλευτικής περιόδου, όσοι βουλευτές απουσιάζουν ή όσοι βουλευτές αποκτούν τη βουλευτική ιδιότητα κατά τη διάρκεια της βουλής δίνουν όρκο σε επόμενες συνεδριάσεις αυτής. Κατά την απουσία της βουλής, δίνουν όρκο στο Τμήμα που λειτουργεί.

Οι βουλευτές ως όργανα του κράτους
Οι βουλευτές δεν είναι ατομικά όργανα αλλά όργανα μέλη ενός άμεσου και συλλογικού οργάνου του κράτους, δηλαδή της βουλής. Έτσι κάθε βουλευτής δεν εκφράζει αυτοτελώς τη θέληση του κράτους αλλά μόνο σε σύμπραξη με άλλους βουλευτές κατά τη συνεδρίαση της βουλής ή μιας επιτροπής της.
Νομικά δεν είναι αντιπρόσωποι του Έθνους (51 παρ. 2 Σ) γιατί δεν υπάρχει καμία σχέση αντιπροσωπείας μεταξύ των βουλευτών και των εκλογέων τους. Ο αντιπρόσωπος οφείλει να ενεργεί πάντοτε σύμφωνα με τις υποδείξεις του αντιπροσωπευόμενου ενώ οι βουλευτές ασκούν κατά το Σύνταγμα τις αρμοδιότητες τους ελεύθερα χωρίς καμία δέσμευση από σχετικές οδηγίες των εκλογέων τους. Πράγματι, η διάταξη του άρθρου 60 παρ. 1 του Συντάγματος αποκλείει ρητά τη λεγόμενη «επιτακτική εντολή» ορίζοντας ότι οι βουλευτές «έχουν απεριόριστο το δικαίωμα της γνώμης και ψήφου κατά συνείδηση». Εξάλλου το Σύνταγμα στο άρθρο 61  καθιερώνει το ανεύθυνο των βουλευτών και δεν προβλέπει παύση τους από τους εκλογείς κατά τη διάρκεια της βουλευτικής περιόδου. Κατά το άρθρο 51 παρ. 2 οι βουλευτές αντιπροσωπεύουν μόνο το Έθνος και όχι την εκλογική περιφέρεια από την οποία εκλέγονται. Συνταγματικά, κατοχυρώνεται η «ελεύθερη εντολή» η οποία αποκλείει οποιαδήποτε νομική δέσμευση των βουλευτών από οδηγίες όχι μόνο των εκλογέων τους αλλά και ολόκληρου του Λαού και των κομμάτων με το σήμα των οποίων εκλέγονται (άρθρο 29). Πάντως υπάρχει μια αντίφαση μεταξύ 29 παρ. 1 και 60 παρ. 1 του Συντάγματος, καθώς με την πρώτη διάταξη κατοχυρώνεται η σύμπραξη των κομμάτων κατά το σχηματισμό της πολιτικής θέλησης του Λαού ενώ με τη δεύτερη καθιερώνεται η ελευθερία του βουλευτή απέναντι στο κόμμα του. Η αντίφαση αυτή αίρεται καθώς η 60 παρ. 1 είναι ειδική της γενικής διάταξης 29 παρ. 1. Όμως, η κρατούσα γνώμη διακρίνει περιορισμό της ελεύθερης εντολής των βουλευτών μεταξύ μιας ορισμένης αναγκαίας «κομματικής πειθαρχίας» και «κομματικού εξαναγκασμού» δηλαδή  την υποχρέωση του βουλευτή σε ορισμένη άσκηση καθηκόντων που επιβάλλεται από τη διεύθυνση ή τη πλειοψηφία της κοινοβουλευτικής του ομάδας με ή χωρίς απειλή κύρωσης. Η κομματική πειθαρχία είναι συνταγματικά επιτρεπτή ενώ ο κομματικός εξαναγκασμός συνταγματικός ανεπίτρεπτος. Σε κάθε περίπτωση ο βουλευτής εξαιτίας μη συμμορφώσεως στις αποφάσεις του κόμματος με το συνδυασμό του οποίου εκλέχθηκε, κατά την άσκηση των καθηκόντων του μπορεί να διαγράφεται από αυτό, αλλά δεν χάνει το αξίωμά του. Οποιεσδήποτε δεσμεύσεις του βουλευτή απέναντι στο κόμμα του σχετικά με την παραίτηση του από το αξίωμα του είναι άκυρες.
Τα ασυμβίβαστα με το βουλευτικό αξίωμα έργα
Το άρθρο 57 του Συντάγματος θεωρεί ορισμένα έργα και πράξεις ως ασυμβίβαστα με το βουλευτικό αξίωμα. Η καθιέρωση των ασυμβίβαστων με το βουλευτικό αξίωμα έργων και πράξεων αποβλέπει στην κατοχύρωση της ανεξαρτησίας των βουλευτών απέναντι στην εκτελεστική λειτουργία και σε ορισμένες εταιρείες και επιχειρήσεις και της αδιάβλητης άσκησης των καθηκόντων τους. 
Τα ασυμβίβαστα έργα ρυθμίζονται από τις αρχικές διατάξεις του άρθρου 57 παρ. 1 ενώ οι ασυμβίβαστες πράξεις προβλέπονται στο ίδιο άρθρο στην παρ. 4.  Οι διατάξεις αυτές καθορίζουν περιοριστικά τα ασυμβίβαστα έργα και ασυμβίβαστες πράξεις.
Οι διατάξεις αυτές έχουν εξαιρετικό χαρακτήρα γιατί περιορίζουν το δικαίωμα των πολιτών να καταλαμβάνουν το βουλευτικό αξίωμα και να το κατέχουν καθ’ όλη τη διάρκεια της βουλευτικής περιόδου (άρθρο 55 παρ. 1 Σ).
Τα ασυμβίβαστα έργα καθορίζονται από τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 57 και ειδικότερα προβλέπουν δύο κατηγορίες ασυμβίβαστων έργων και συγκεκριμένα (α) τα έργα που αφορούν την ιδιοκτησία ή τη διοίκηση ορισμένων επιχειρήσεων από βουλευτές και (β) τις επαγγελματικές δραστηριότητες που καθορίζονται με ειδικό νόμο. Στην πρώτη κατηγορία η ιδιότητα του βουλευτή είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του ιδιοκτήτη, εταίρου, μετόχου, που κατέχει ποσοστό από μετοχικό κεφάλαιο μεγαλύτερο του 1%, διοικητή,  διαχειριστή, μέλους ΔΣ και γενικού διευθυντή ή αναπληρωτών επιχείρησης, με την οποία ιδιότητα ο βουλευτής αναλαμβάνει έργα ή μελέτες ή προμήθειες του δημοσίου ή ΝΠΔΔ ή απολαμβάνει ειδικά προνόμια ή κατέχει ραδιοφωνικό ή τηλεοπτικό σταθμό ή εκδίδει εφημερίδα πανελλήνιας κυκλοφορίας ή ασκεί κατά παραχώρηση δημόσια υπηρεσία ή δημόσια επιχείρηση ή επιχείρηση κοινής ωφέλειας. Στην δεύτερη κατηγορία ανήκει το επαγγελματικό ασυμβίβαστο των βουλευτών. Με την αναθεώρηση του συντάγματος του 2001 καθιερώθηκε το απόλυτο επαγγελματικό ασυμβίβαστο δηλαδή τα καθήκοντα του βουλευτή ήταν ασυμβίβαστα με την άσκηση οποιουδήποτε επαγγέλματος. Το επαγγελματικό ασυμβίβαστο θα τίθετο σε ισχύ από 1/1/2003 αλλά μετά την έκπτωση βουλευτή, η Η’ Αναθεωρητική βουλή αντικατέστησε τις εν λόγω διατάξεις και καθιέρωσε το σχετικό επαγγελματικό ασυμβίβαστο. Οι βουλευτές δικαιούται καταρχήν να ασκούν οποιαδήποτε επαγγελματική δραστηριότητα εκτός από εκείνες που καθιερώνονται από τις διατάξεις της πρώτης περίπτωσης που αναφέρονται παραπάνω και εκείνες που μπορούν να απαγορεύονται με ειδικό νόμο.
Οι συνέπειες της κατοχής ασυμβίβαστου έργου είναι η έκπτωση του βουλευτή από το αξίωμά του  και η ακυρότητα των πράξεων ή συμβάσεων που τέλεσε με την επαγγελματική του ιδιότητα.
Οι διαφορές μεταξύ της μη εκλογιμότητας και του ασυμβίβαστου έργου είναι:
(α) η μη εκλογιμότητα αποκλείει την ανακήρυξη και την εκλογή του υποψηφίου ενώ το ασυμβίβαστο έργο δεν απαγορεύει την εκλογή αλλά την ταυτόχρονη  άσκηση του βουλευτικού αξιώματος και του ασυμβίβαστου έργου.
(β) η μη εκλογιμότητα εμφανίζεται πριν την ανακήρυξη και την εκλογή του υποψηφίου, ενώ το ασυμβίβαστο έργο ανακύπτει μετά την εκλογή.
Οι βουλευτικές ασυλίες / προνομίες
Οι διατάξεις των άρθρων 61 και 62 του Συντάγματος κατοχυρώνουν τρία «προνόμια» ή «δικαιώματα» των βουλευτών, που ονομάζονται βουλευτικές ασυλίες.
Οι ασυλίες αυτές είναι (α) το ανεύθυνο (β) η ειδική προστασία της προσωπικής ελευθερίας (το ακαταδίωκτο) και (γ) το δικαίωμα άρνησης της μαρτυρίας του βουλευτή (το ανεξέταστο).
Το ανεύθυνο και το ακαταδίωκτο αποτελούν τις παραδοσιακές βουλευτικές ασυλίες ενώ το ανεξέταστο το καθιέρωσε το ισχύον Σύνταγμα για πρώτη φορά. Οι διατάξεις αυτές είναι εξαιρετικές γιατί καθιερώνουν εξαιρέσεις από τη γενική αρχή της ισότητας των πολιτών (άρθρο 4 παρ. 1 Σ). Παραπέρα το άρθρο 61 παρ. 1-2  περιορίζει και το δικαίωμα στην τιμή (άρθρο 5 παρ. 2) εφόσον επιτρέπει την ποινική δίωξη των βουλευτών μόνο για συκοφαντική δυσφήμηση και μάλιστα μετά από σχετική άδεια της βουλής ενώ το άρθρο 62 καθιερώνει εξαίρεση από την αρχή της διάκρισης των λειτουργιών  (άρθρο 26). Για τους λόγους αυτούς οι διατάξεις αυτές πρέπει να ερμηνεύονται στενά:
Α. Το ανεύθυνο του βουλευτή: Το ανεύθυνο του βουλευτή ρυθμίζεται από το άρθρο 61 παρ. 1-2 του Συντάγματος. Η παράγραφος 1 του άρθρου αυτού καθιερώνει την αρχή του ανεύθυνου του βουλευτή όπου ορίζει «ο βουλευτής δεν καταδιώκεται ούτε εξετάζεται με οποιονδήποτε τρόπο για γνώμη ή ψήφο που έδωσε κατά την άσκηση των βουλευτικών καθηκόντων». Η διάταξη καθιερώνει το ανεύθυνο του βουλευτή για γνώμη ή ψήφο κατά την άσκηση των βουλευτικών καθηκόντων δηλαδή στη βουλή και τις επιτροπές αυτής. Συνεπώς, το ανεύθυνο δεν περιλαμβάνει τις αξιόποινες πράξεις που διαπράττονται κατά την άσκηση των βουλευτικών καθηκόντων και δεν έχουν καμία σχέση με την έκφραση γνώμης ή ψήφου του βουλευτή όπως η ανθρωποκτονία, οι σωματικές βλάβες και η φθορά ξένης ιδιοκτησίας, ούτε και με την έκφραση γνώμης μπροστά στους εκλογείς ή ιδιωτικές συνομιλίες ή σε συνεδρίαση ενός οργάνου του κόμματός του ή δια του τύπου. Είναι αυτονόητο ότι δεν καλύπτεται από το ανεύθυνο η δωροδοκία του βουλευτή για την γνώμη ή ψήφο αυτού κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Η γνώμη που καλύπτεται από το ανεύθυνο μπορεί να εκφράζεται προφορικά ή γραπτά ή δια σχημάτων (πχ με μια υβριστική χειρονομία). Το ανεύθυνο του βουλευτή καθιερώθηκε για πρώτη φορά στην Αγγλία από τη Διακήρυξη Δικαιωμάτων του 1689. Συγκεκριμένα, το ανεύθυνο αποβλέπει στην κατοχύρωση της ανεξαρτησίας του βουλευτή κατά την άσκηση των καθηκόντων του, την οποία καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 60 παρ. 1 του Συντάγματος, τόσο απέναντι στη Κυβέρνηση και σε οποιοδήποτε άλλο όργανο του κράτους όσο και απέναντι και σε ιδιώτες. Για το λόγο αυτό είναι ανεπίτρεπτη η άρση του ανευθύνου με παραίτηση βουλευτή ή άδεια της βουλής. Η ισχύς του ανευθύνου αρχίζει με την ορκωμοσία του βουλευτή και είναι χρονικά απεριόριστο δηλαδή ο βουλευτής δεν μπορεί να διωχθεί ποτέ για γνώμη ή ψήφο που έδωσε κατά την άσκηση των καθηκόντων του είτε κατά το χρόνο κατά τον οποίο έχει τη βουλευτική ιδιότητα είτε και όταν δεν θα είναι πια βουλευτής.  Το ανεύθυνο προστατεύει το βουλευτή από κυρώσεις που επιβάλλονται από όργανα του κράτους και όχι και από άλλες επιζήμιες ιδίως πολιτικές και κομματικές συνέπειες εξαιτίας γνώμης ή ψήφου (πχ διαγραφή του από το κόμμα).Το ανεύθυνο ισχύει και για τον βουλευτή που είναι ταυτόχρονα και υπουργός μόνο όταν ενεργεί με τη βουλευτική του ιδιότητα. Το ανεύθυνο είναι απόλυτο με την έννοια ότι αποκλείει οποιαδήποτε ευθύνη του βουλευτή και συγκεκριμένα (α) την ποινική (β) την πειθαρχική (γ) την πολιτική και (δ) την αστική ευθύνη. Ειδικότερα:
·         Το ποινικά ανεύθυνο: Ο βουλευτής είναι ποινικά ανεύθυνος (δεν μπορεί να ασκηθεί εναντίον του ποινική δίωξη) για γνώμη ή ψήφο κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Παραπέρα, ο βουλευτής ούτε ως μάρτυρας μπορεί να εξετάζεται για γνώμη ή ψήφο που έδωσε κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Όταν τον καλούν δικαιούται και υποχρεούται να αρνηθεί τη μαρτυρία του. Η ερμηνευόμενη διάταξη αποκλείει μόνο τη δίωξη του βουλευτή και όχι το παράνομο της πράξης. Συνεπώς, η διάταξη δεν αποκλείει την άμυνα κατά της πράξης ούτε και την τιμωρία των τυχόν συμμέτοχων σε αυτή.
·         Το πειθαρχικά ανεύθυνο: Ο βουλευτής είναι πειθαρχικά ανεύθυνος για γνώμη ή ψήφο που έδωσε κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Ειδικότερα, ο βουλευτής δεν μπορεί να διώκεται πειθαρχικά για μια τέτοια γνώμη ή ψήφο του από οποιαδήποτε αρχή εκτός από τη βουλή. Έτσι αν ο βουλευτής κατέχει συγχρόνως και άλλη θέση πχ καθηγητής ΑΕΙ δεν μπορεί να διώκεται πειθαρχικά για γνώμη ή ψήφο κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Κατ’ εξαίρεση όμως μπορεί να διωχθεί πειθαρχικά για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, αν η βουλή επιτρέψει την ποινική του δίωξη του.
·         Το πολιτικά ανεύθυνο:  Ο βουλευτής είναι πολιτικά ανεύθυνος για γνώμη ή ψήφο που έδωσε κατά την άσκηση των καθηκόντων του υπό την έννοια ότι ούτε οι εκλογείς του ούτε το κόμμα του μπορούν να ανακαλούν ή εξαναγκάζουν αυτόν σε παραίτηση.
·         Το αστικά ανεύθυνο: Ο βουλευτής είναι αστικά ανεύθυνος. Συγκεκριμένα δεν υποχρεούται να καταβάλλει αποζημίωση σε οποιοδήποτε πρόσωπο για υλική ζημιά ή ηθική βλάβη, η οποία προκαλείται σε αυτό από τη γνώμη  ή την ψήφο που δίδει κατά την άσκηση των καθηκόντων του.
·         Η εξαίρεση από την αρχή του ανευθύνου: Η πρώτη υποπαράγραφος της παρ. 2 του άρθρου 61  θεσπίζει για πρώτη φορά σε εμάς μια εξαίρεση από την αρχή του ποινικά ανεύθυνου των βουλευτών προκειμένου για τη συκοφαντική δυσφήμηση. Η διάταξη αυτή επανέλαβε τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 του Θεμελιώδους Νόμου της Γερμανίας την οποία επιδοκίμασε η επιστήμη. Η διάταξη δεν ίσχυσε κατά τη βουλευτική περίοδο 1974-1977. Παραπέμπει στις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα όταν προβλέπουν κάθε φορά το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης (363 ΠΚ). Αντίθετα, ο βουλευτής δεν ευθύνεται για εξύβριση και απλή δυσφήμηση τις οποίες προβλέπουν οι διατάξεις 361-362 του ΠΚ. Η δίωξη του βουλευτή επιτρέπεται από τις ερμηνευόμενες διατάξεις μόνο ύστερα από  άδεια της βουλής, η άδεια πρέπει να δίδεται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία 45 ημερών από την περιέλευση της έγκλησης στον Πρόεδρο της Βουλής, αν η βουλή αρνηθεί ρητά ή σιωπηρά (με την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας) τη χορήγηση της άδειας, η πράξη θεωρείται ανέγκλητη. Το ανέγκλητο της πράξης αποκλείει τη δίωξη του βουλευτή για αυτή και όχι τον παράνομο χαρακτήρα της. Συνεπώς το ανέγκλητο της πράξης δεν αποκλείει την ποινική δίωξη των άλλων συμμετόχων του βουλευτή οι οποίοι δεν είναι βουλευτές. Ο βουλευτής δεν ευθύνεται κατ’  εξαίρεση μόνο ποινικά αλλά και πειθαρχικά και αστικά για συκοφαντική δυσφήμηση. Με άλλες λέξεις, οι ερμηνευόμενες διατάξεις καθιερώνουν εξαίρεση και από την αρχή του πειθαρχικά και αστικά ανεύθυνου του βουλευτή για το αδίκημα αυτό.
Β. Η ειδική προστασία της προσωπικής ελευθερίας του βουλευτή (το ακαταδίωκτο): Το άρθρο 62 του Συντάγματος προστατεύει ειδικά την προσωπική ελευθερία των βουλευτών, απαγορεύοντας καταρχήν οποιονδήποτε περιορισμό αυτής χωρίς την άδεια της βουλής. Ειδικότερα το άρθρο ορίζει ότι ο βουλευτής δεν διώκεται ούτε συλλαμβάνεται ούτε φυλακίζεται ούτε με άλλο τρόπο περιορίζεται χωρίς άδεια της βουλής. Επίσης, δεν διώκεται για πολιτικά εγκλήματα βουλευτής της βουλής που διαλύθηκε, από τη διάλυση έως την ανακήρυξη της νέας βουλής. Η άδεια θεωρείται ότι δεν δόθηκε αν η βουλή δεν αποφανθεί μέσα σε 3 μήνες αφότου η αίτηση του εισαγγελέα για δίωξη διαβιβάστηκε  στον Πρόεδρο της βουλής. Η τρίμηνη προθεσμία αναστέλλεται κατά τη διάρκεια των διακοπών της βουλής. Η ειδική προστασία επιδιώκει κυρίως την εξασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της βουλής με την παρουσία όλων των μελών της. Έτσι η ειδική προστασία δεν αποτελεί προνόμιο του βουλευτή αλλά της βουλής ως σώματος. Η διάταξη της παρ. 1 εδ α του άρθρου 62 απαγορεύει καταρχήν τη δίωξη ή στέρηση της προσωπικής ελευθερίας του βουλευτή χωρίς άδεια της βουλής για οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη (πταίσμα, πλημμέλημα, κακούργημα) που είναι άσχετη με την άσκηση των καθηκόντων του και η οποία διαπράττεται οποτεδήποτε (πριν ή κατά τη διάρκεια της βουλευτικής περιόδου, κατά την άσκηση των καθηκόντων του ή έξω από αυτά). Η διάταξη απαγορεύει μόνο την άσκηση ποινικής δίωξης του βουλευτή όχι όμως την εξέταση αυτού ως μάρτυρα  σε άλλες υποθέσεις, απαγορεύεται όμως η βίαιη προσαγωγή του για το σκοπό αυτό. Οι συμμέτοχοι δεν προστατεύονται από τη διάταξη αυτή. Δεν προστατεύονται οι υποψήφιοι βουλευτές οι οποίοι δεν ήταν βουλευτές της τελευταίας βουλής. Η ειδική προστασία του βουλευτή δεν είναι απόλυτη αλλά μπορεί να αίρεται μετά από άδεια της βουλής.  Η διάταξη του άρθρου 62 παρ. 2 ορίζει ότι η άδεια θεωρείται ότι δεν δόθηκε αν η βουλή δεν αποφανθεί μέσα σε 3 μήνες από τη διαβίβαση της σχετικής αίτησης του εισαγγελέα στον Πρόεδρο της Βουλής. Οι αιτήσεις αυτές διαβιβάζονται από τον Πρόεδρο της βουλής στην Επιτροπή Κοινοβουλευτικής Δεοντολογίας.  Η Επιτροπή οφείλει να ακούσει το βουλευτή του οποίου ζητείται η άρση της ασυλίας και ερευνά αν η πράξη συνδέεται με την πολιτική ή κοινοβουλευτική δραστηριότητα του βουλευτή ή αν η δίωξη ή η μήνυση ή η έγκληση υποκρύπτει πολιτική σκοπιμότητα. Η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από την κυβέρνηση έγγραφα που θεωρεί αναγκαία για την απόφασή της, συντάσσει σχετική έκθεση εντός προθεσμίας η οποία πρέπει να είναι δικαιολογημένη. Οι αιτήσεις για την άρση της ασυλίας εγγράφονται στην ημερήσια διάταξη της Ολομέλειας της βουλής μετά την υποβολή της έκθεσης της επιτροπής τουλάχιστον μέσα σε 10 ημέρες πριν από την εκπνοή των προθεσμιών που προβλέπουν τα άρθρα 61 παρ. 2 και 62 παρ. 1 του Συντάγματος. Η βουλή δεν εξετάζει αν η πράξη είναι αξιόποινη, αν τελέστηκε από το βουλευτή και αν παραγράφηκε. Η βουλή εξετάζει μόνο αφενός αν η ποινική δίωξη εμποδίζει την ομαλή λειτουργία της και αφετέρου αν έχει πολιτικούς σκοπούς, η βουλή μπορεί να αρνηθεί την άρση της ασυλίας αν ένα από τα δύο ζητήματα είναι καταφατικά. Νέα αίτηση που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά γεγονότα είναι απαράδεκτη. Η ανάκληση της άδειας που χορηγήθηκε από τη βουλή δεν είναι δυνατή. Η βουλή στην περίπτωση αίτησης για δίωξη του βουλευτή για περισσότερα εγκλήματα χορηγεί άδεια μόνο για ένα από αυτά και μπορεί να αρνηθεί τη χορήγηση της άρσης της ασυλίας για τα άλλα. Υπάρχει όμως μια εξαίρεση στο ακαταδίωκτο του βουλευτή που είναι η παρ. 4 του άρθρου 62 και περιλαμβάνει μόνο τα αυτόφωρα κακουργήματα κι όχι και άλλα αυτόφωρα εγκλήματα (πταίσματα και πλημμελήματα). Η διάταξη δεν καθορίζει την έννοια «αυτόφωρα κακουργήματα», αυτό καθορίζεται από το άρθρο 18 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα «κακούργημα είναι κάθε πράξη που τιμωρείται με την ποινή θανάτου ή της κάθειρξης». Η εν λόγω εξαίρεση είναι παραδοσιακή και καθιερώθηκε ήδη από τα γαλλικά συντάγματα και υιοθετήθηκε και από όλα τα ελληνικά συντάγματα που ίσχυσαν από το 1844 έως σήμερα. Σύμφωνα με την Ποινική Δικονομία αυτόφωρο είναι το έγκλημα την ώρα που γίνεται ή το έγκλημα που έγινε πρόσφατα και εφόσον ο δράστης καταδιώχθηκε αμέσως μετά από δημόσια δύναμη ή από τον παθόντα ή με δημόσια κραυγή είτε έχει πάνω του ίχνη ή αντικείμενα από τον τόπο του εγκλήματος.
Γ. Το δικαίωμα άρνησης της μαρτυρίας του βουλευτή: Η διάταξη του άρθρου 61 παρ. 3 του Συντάγματος ορίζει «ο βουλευτής δεν έχει υποχρέωση μαρτυρίας για πληροφορίες που περιήλθαν σε αυτόν ή δόθηκαν από αυτόν κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ούτε για τα πρόσωπα που του εμπιστεύθηκαν τις πληροφορίες ή στα οποία αυτός τις έδωσε». Η διάταξη αυτή δεν περιλαμβανόταν στα προηγούμενα συντάγματά μας. Αυτή ελήφθη από διάταξη του γερμανικού συντάγματος. Ειδικότερα η διάταξη αυτή καθιερώνει ρητά το δικαίωμα του βουλευτή να αρνηθεί τη μαρτυρία σχετικά με πληροφορίες και πρόσωπα που τις έδωσαν ή πήραν από αυτόν κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Σκοπός της διάταξης η προστασία της σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ βουλευτή και πολίτη. Επίσης, με την καθιέρωση του δικαιώματος άρνησης της μαρτυρίας του βουλευτή επιδιώκεται η κατοχύρωση του «επαγγελματικού απόρρητου».  Η διάταξη αυτή κατοχυρώνει μόνο το δικαίωμα του βουλευτή και όχι των προσώπων που του δίνουν πληροφορίες ή  στα οποία δίνει πληροφορίες. Το δικαίωμα άρνησης της μαρτυρίας του βουλευτή καλύπτει τις πληροφορίες που παίρνει και δίνει εμπιστευτικά κατά την άσκηση των καθηκόντων του και όχι άλλες ιδιωτικές ή επιχειρηματικές πληροφορίες του βουλευτή. Το δικαίωμα είναι χρονικά απεριόριστο και ισχύει και μετά τη λήξη του βουλευτικού αξιώματος. Τις προϋποθέσεις τις κρίνει το αρμόδιο δικαστήριο. Είναι όμως δικαίωμα δεν είναι και καθήκον που σημαίνει ότι ο βουλευτής αποφασίζει σύμφωνα με τη συνείδησή του αν θα ασκήσει ή όχι το δικαίωμά του αυτό σε κάθε περίπτωση και η βουλή εν προκειμένω δεν έχει καμία αρμοδιότητα.
Η βουλευτική αποζημίωση και οι βουλευτικές  ατέλειες
Η βουλευτική αποζημίωση: Το σύνταγμα επιτάσσει την καταβολή μιας χρηματικής παροχής στους βουλευτές από το Κράτος για την άσκηση του λειτουργήματος τους. Την κρατική αυτή χρηματική παροχή προβλέπει η διάταξη του άρθρου 63 παρ. 1 «οι βουλευτές για την άσκηση του λειτουργήματος τους, δικαιούνται από το δημόσιο αποζημίωση και δαπάνες, το ύψος τους καθορίζεται με απόφαση της Ολομέλειας της βουλής» οπότε η χρηματική παροχή περιλαμβάνει αφενός «αποζημίωση» και αφετέρου «δαπάνες». Η αποζημίωση καλύπτει τα έξοδα διαβίωσης των βουλευτών ενώ οι δαπάνες καλύπτουν τα έξοδα λειτουργίας του γραφείου τους.  Η αποζημίωση φορολογείται ενώ οι δαπάνες είναι αφορολόγητες. Η αποζημίωση και οι δαπάνες καταβάλλονται από την ορκωμοσία των βουλευτών όπου αρχίζει η άσκηση του λειτουργήματός τους και σταματούν όταν απόλλυται το βουλευτικό αξίωμα. Η διάταξη δεν προβλέπει συνταξιοδότηση βουλευτών, αυτή ρυθμίζεται από το κοινό νομοθέτη. Σκοπός του δικαιώματος αυτού είναι η εξασφάλιση της ανεξαρτησίας των βουλευτών κατά την άσκηση των καθηκόντων τους (άρθρο 60 παρ. 1). Η αποζημίωση καθιερώθηκε μετά την επικράτηση του δημοκρατικού πολιτεύματος. Η θέσπιση της αποζημίωσης μετέβαλε το βουλευτικό αξίωμα σε έμμισθο και προσιτό σε όλους τους πολίτες ανεξάρτητα από την οικονομική τους κατάσταση, ενώ αυτό αρχικά ήταν τιμητικό και καταλαμβανόταν κατά κανόνα από τους ευγενείς και τους πλούσιους.  Με άλλες λέξεις, οι χρηματικές αυτές παροχές του κράτους στους βουλευτές αποτελούν τις «αποδοχές» τους. Η ερμηνευόμενη διάταξη αναθέτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της βουλής τον κάθε φορά καθορισμό της αποζημίωσης και των δαπανών. Έτσι οι βουλευτές αποτελούν τη μοναδική κατηγορία κρατικών λειτουργών οι οποίοι καθορίζουν αδικαιολόγητα μόνοι τους τις αποδοχές τους χωρίς ο Κανονισμός της Βουής να καθιερώνει μια ορισμένη διαδικασία για την εξασφάλιση της διαφάνειας. Η διάταξη δεν επιτάσσει τη δημοσίευση της απόφασης της βουλής η οποία καθορίζει το ποσό της αποζημίωσης στο ΦΕΚ όμως πρέπει να δημοσιεύεται λόγω του νομοθετικού χαρακτήρα της. Η διάταξη του άρθρου 63 παρ. 3 προβλέπει την κράτηση (περικοπή) της βουλευτικής αποζημίωσης στην περίπτωση αδικαιολόγητης απουσίας του βουλευτή από τις συνεδριάσεις. Η περικοπή αυτή είναι εν προκειμένω υποχρεωτική για αδικαιολόγητη απουσία βουλευτή πάνω από 5 συνεδριάσεις το μήνα (άρθρο 63 παρ. 5). Ο βουλευτής μπορεί να δώσει εξηγήσεις όμως αν οι εξηγήσεις δεν θεωρηθούν ικανοποιητικές από τον Πρόεδρο της Βουλής, εκείνος δίνει εντολή για περικοπή (άρθρο 63 παρ. 6). Οι διατάξεις αυτές δεν εφαρμόζονται σε βουλευτές που είναι μέλη της κυβέρνησης (άρθρο 63 παρ. 7).
Οι βουλευτικές ατέλειες: Η διάταξη του άρθρου 63 παρ. 2 παρέχει στους βουλευτές ορισμένες ατέλειες «οι βουλευτές απολαμβάνουν συγκοινωνιακή, ταχυδρομική και τηλεφωνική ατέλεια, που η έκτασή της καθορίζεται με απόφαση της Ολομέλειας της βουλής».
Οι υποχρεώσεις και η πειθαρχική ευθύνη των βουλευτών
Οι υποχρεώσεις των βουλευτών καθορίζονται από το Σύνταγμα, τον κανονισμό της βουλής και τους νόμους. Τις γενικές υποχρεώσεις των βουλευτών στις συνεδριάσεις της βουλής καθορίζει το άρθρο 75 παρ. 3 του ΚτΒ, κατά το οποίο οι βουλευτές οφείλουν (α) να εμφανίζονται και να συμπεριφέρονται με τρόπο που να ανταποκρίνεται προς τη σοβαρότητα του επιτελούμενου έργου (β) να αποφεύγουν ενέργειες που παρενοχλούν την άνετη διεξαγωγή των εργασιών και (γ) να συμβάλλουν καθένας ατομικά στην ευπρεπή εμφάνιση της βουλής. Στο άρθρο 77 παρ. 1 του ΚτΒ οι βουλευτές οφείλουν να τηρούν τον κανονισμό και να συμμορφώνονται με τις υποδείξεις του Προέδρου της Βουλής. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται αναλογικά και στις συνεδριάσεις των επιτροπών της βουλής.
Σχετικά με την παρουσία των βουλευτών στις συνεδριάσεις της βουλής και των επιτροπών που ρυθμίζονται από τον ΚτΒ οι βουλευτές οφείλουν να προσέρχονται στις συνεδριάσεις της Ολομέλειας, του τμήματος διακοπών των εργασιών και των επιτροπών της βουλής αν είναι μέλη τους και να παρευρίσκονται καθ’ όλη τη διάρκειά τους. Σε κάθε συνεδρίαση εκτίθεται κατάλογος παρουσίας προς υπογραφή από όλους τους βουλευτές, οι λόγοι δικαιολογημένης απουσίας από συγκεκριμένη συνεδρίαση και ο τρόπος βεβαίωσης αυτής καθορίζονται με απόφαση του Προέδρου της Βουλής και με σύμφωνη γνώμη της Διάσκεψης των Προέδρων. Με απόφαση του Προέδρου της Βουλής μπορεί η διαπίστωση της παρουσίας των βουλευτών να γίνει και με το ηλεκτρονικό σύστημα. Για τη μετάβαση των βουλευτών στο εξωτερικό τις ημέρες που συνεδριάζει η Ολομέλεια ή η σύνθεση του τμήματος διακοπής των εργασιών της οποίας είναι μέλη, καθώς και για απουσία περισσότερο από πέντε συνεδριάσεις το μήνα απαιτείται άδεια από τη βουλή που τη χορηγεί ύστερα από γραπτή αίτηση του ενδιαφερομένου. Ο μέγιστος αριθμός βουλευτών που επιτρέπεται να απουσιάζει με άδεια δεν μπορεί να υπερβαίνει το 1/6 του όλου αριθμού των βουλευτών. Κύρωση προβλέπεται μόνο στην περίπτωση αδικαιολόγητης απουσίας των βουλευτών σε περισσότερες από πέντε συνεδριάσεις το μήνα.
Ο νόμος καθιερώνει την υποχρέωση των βουλευτών να δηλώνουν την περιουσιακή τους κατάσταση και την περιουσιακή κατάσταση των μελών της οικογένειάς τους μέσα σε 90 ημέρες από την ορκωμοσία τους και να την επαναλαμβάνουν κάθε Απρίλιο, εφόσον διατηρούν την ιδιότητα του βουλευτή και επί τρία έτη μετά την απώλεια αυτής. Η δήλωση περιέχει λεπτομερώς τα περιουσιακά στοιχεία που υπάρχουν τόσο κατά το χρόνο της ανάληψης των καθηκόντων όσο και κατά το χρόνο υποβολής της. Υποβάλλεται στον Αντιπρόεδρο της βουλής τον οποίο ορίζει το Προεδρείο και ο οποίος ελέγχει τις δηλώσεις και αν ανακύψει περίπτωση ποινικής ευθύνης ενός προσώπου, αποστέλλει τον φάκελο στον αρμόδιο αντιεισαγγελέα του Άρειου Πάγου, ο οποίος ασκεί ποινική δίωξη ή παραγγέλλει την άσκηση της στον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών. Ο βουλευτής που παραλείπει να υποβάλλει τη δήλωση ή υποβάλει ανακριβής δήλωση τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με χρηματική ποινή σε αυτόν και στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων ενός έως πέντε ετών, αν η πράξη τελέσθηκε από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση τριών μηνών έως δύο ετών. Οι αξιόποινες πράξεις αυτές δικάζονται σε πρώτο βαθμό από το Τριμελές Εφετείο,  κατά της  απόφασης του οποίου επιτρέπεται πάντοτε έφεση στον κατηγορούμενο και τον Εισαγγελέα ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου.
Ο βουλευτής υπέχει πειθαρχική ευθύνη ενώπιον της βουλής στις περιπτώσεις παρεκτροπής του στις συνεδριάσεις αυτής. Την ευθύνη αυτή του βουλευτή καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 65 παρ. 4  του Συντάγματος κατά την οποία ο Πρόεδρος της Βουλής «μπορεί να λάβει πειθαρχικά μέτρα σύμφωνα με τον Κανονισμό της Βουλής εναντίον βουλευτή που παρεκτρέπεται». Ειδικότερα ο βουλευτής ευθύνεται πειθαρχικά όταν «παραβιάζει τον Κανονισμό ή επιδεικνύει ανάρμοστη συμπεριφορά στις συνεδριάσεις και στις συζητήσεις της βουλής». Έτσι η διάταξη καθιερώνει 2 πειθαρχικά παραπτώματα. Ανάρμοστη συμπεριφορά αποτελούν (α) η παρεμπόδιση της ομαλής διεξαγωγής των συνεδριάσεων ή συζητήσεων και η διατάραξη της τάξης με οποιοδήποτε τρόπο (β) η διακοπή των ομιλητών χωρίς τη συγκατάθεση του ΠτΒ ή η αποδοκιμασία τους με λόγια ή έργα (γ) η ομιλία χωρίς την προηγούμενη άδεια του Προέδρου (δ) η απρεπής συμπεριφορά με λόγια ή έργα (ε) η έλλειψη του οφειλόμενου σεβασμού στο Προεδρείο (ζ) η χρησιμοποίηση προσβλητικών εκφράσεων κατά της τιμής και υπόληψης του ΠτΔ, των μελών της κυβέρνησης, του Προεδρείου της και των μελών της βουλής (η) η καταφρόνηση του Συντάγματος και των πολιτειακών θεσμών με λόγια ή έργα. Η διάταξη του άρθρου 77 ΚτΒ προβλέπει 4 πειθαρχικές ποινές (α) την ανάκληση στην τάξη (β) τη στέρηση δικαιώματος του λόγου (γ) τη μομφή για αντικοινοβουλευτική συμπεριφορά και (δ) προσωρινό αποκλεισμό από συνεδριάσεις. Οι ποινές επιβάλλονται στην ίδια συνεδρίαση όπου διαπράχθηκε το παράπτωμα.
Η απώλεια του βουλευτικού αξιώματος
Οι λόγοι απώλειας του βουλευτικού αξιώματος είναι:
·         Ο θάνατος του βουλευτή. Είναι αυτονόητη η απώλεια του βουλευτικού αξιώματος στην περίπτωση θανάτου του βουλευτή.
·         Η παραίτηση του βουλευτή.  Το βουλευτικό αξίωμα χάνεται με την παραίτησή του, η οποία αποτελεί δικαίωμά του και καθιερώνεται στο άρθρο 60 παρ. 2 του Συντάγματος. Σύμφωνα με τη διάταξη η παραίτηση συντελείται με την υποβολή της παραίτησης και δεν απαιτείται η αποδοχή της από τη βουλή. Συνεπώς, το βουλευτικό αξίωμα χάνεται με την υποβολή της παραίτησης και δεν απαιτείται άδεια της βουλής (5 παρ. 1 Καν. Βουλής).
·         Η λήξη της βουλευτικής περιόδου.  Το βουλευτικό αξίωμα χάνεται αυτοδικαίως με την κανονική λήξη της βουλευτικής περιόδου (άρθρο 53  παρ. 1) ή με τη λήξη αυτής εξαιτίας πρόωρης διάλυσης βουλής (άρθρα 32 παρ. 4-εκλογής ΠτΔ, 37 παρ. 3-διερευνητικές εντολές και διορισμός πρωθυπουργού & 41-προεδρική και κυβερνητική διάλυση βουλής).  Το βουλευτικό αξίωμα που χάνεται για τους λόγους αυτούς ανακτάται προσωρινά σε τρεις περιπτώσεις που προβλέπονται από το Σύνταγμα: (α) κατά 34 παρ. 2 η βουλή που διαλύθηκε συγκαλείται υποχρεωτικά στη περίπτωση της παράτασης της αδυναμίας του ΠτΔ να ασκήσει τα καθήκοντά του πέρα από 30 ημέρες για να αποφασίσει αν συντρέχει περίπτωση εκλογής νέου ΠτΔ (β) κατά 48 παρ. 2-3 όπου η βουλή της οποίας έληξε η περίοδος ή διαλύθηκε, συγκαλείται για να εγκρίνει το διάταγμα για τη θέση της χώρας σε κατάσταση πολιορκίας και να παρατείνει την ισχύ του (γ) κατά 53 παρ. 3 στην περίπτωση πολέμου ανακαλείται αυτοδικαίως η βουλή που διαλύθηκε έως το τέλος αυτού. Οι διατάξεις 34 παρ. 2 και 53 παρ. 3 που ορίζουν ότι η βουλή «έχει διαλυθεί» εννοούν αναμφίβολα τη βουλή που έληξε κανονικά. Για  τις δύο περιπτώσεις το βουλευτικό αξίωμα ανακτάται προσωρινά μέχρι τη ρύθμιση του θέματος ενώ για την Τρίτη περίπτωση μέχρι να λήξει ο πόλεμος.
·         Η ακύρωση της εκλογής. Το βουλευτικό αξίωμα χάνεται με την ακύρωση της εκλογής του βουλευτή από το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο (ΑΕΔ) και χάνεται από την ημέρα της δημοσίευσης της ακυρωτικής απόφασης του Δικαστηρίου η οποία δεν έχει αναδρομική ισχύ.
·         Η έκπτωση του βουλευτή: Το βουλευτικό αξίωμα χάνεται με την έκπτωση του βουλευτή από το βουλευτικό αξίωμα. Οι λόγοι της έκπτωσης καθορίζονται περιοριστικά από το Σύνταγμα. Ειδικότερα ο βουλευτής εκπίπτει αυτοδικαίως (α) αν στερηθεί μετά την εκλογή κάποιο θετικό προσόν της εκλογιμότητας (55 παρ. 2 Σ) (β) αν αποδεχτεί μετά την εκλογή θέση που αποτελεί κώλυμα εκλογιμότητας (57 παρ. 3 Σ) (γ) αν δεν δηλώσει εμπρόθεσμα επιλογή μεταξύ του βουλευτικού αξιώματος και του ασυμβίβαστου με αυτό έργου ή επιλέξει το ασυμβίβαστο έργο (57 παρ. 2 Σ) (δ) αν μετά την εκλογή αποδεχτεί ασυμβίβαστο έργο (57 παρ. 3 Σ) και (ε) αν παραβεί τις διατάξεις του νόμου που καθορίζουν το ανώτατο όριο εκλογικών δαπανών και απαγορεύουν ορισμένες μορφές προεκλογικής προβολής (29 παρ. 2). Η αποδοχή της θέσης ή του έργου η οποία επιφέρει την έκπτωση μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή. Ρητή είναι η αποδοχή της θέσης στην περίπτωση του πρώτου διορισμού σε αυτή και γίνεται με την ορκωμοσία και σιωπηρή στην περίπτωση επαναφοράς του υπαλλήλου στη θέση από την οποία απολύθηκε πριν από την ανακήρυξη των υποψηφίων. Η μεταβατική διάταξη 119 παρ. 2 του Συντάγματος καθιερώνει μια εξαίρεση από την αρχή του άρθρου 57 παρ. 3 «στρατιωτικοί και δημόσιοι υπάλληλοι αποκαθίστανται αυτοδικαίως  εφόσον ήδη απέκτησαν την ιδιότητα του βουλευτή, μπορούν μέσα σε οκταήμερη προθεσμία να επιλέξουν μεταξύ βουλευτικού αξιώματος και δημόσιας θέσης τους».

Βιβλιογραφία:

Δεν υπάρχουν σχόλια: