Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2014

ΠΙΘΑΝΟ ΘΕΜΑ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΥ 2013-2014 (ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΗ ΙΣΧΥΣ ΝΟΜΟΥ)



ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΗ ΙΣΧΥΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ

Η αναδρομική ισχύς ενός νόμου θέτει ένα πρόβλημα που ενδιαφέρει άμεσα στο συνταγματικό δίκαιο. Πηγή του προβλήματος είναι το γεγονός ότι ο αναδρομικός νόμος ανατρέπει προϋπάρχοντα δικαιώματα ή προϋπάρχουσες νομικές καταστάσεις, στις οποίες οι πολίτες στήριξαν τη στάση τους, τις αποφάσεις τους και τις βιοτικές και οικονομικές τους επιλογές. Η εύλογη εμπιστοσύνη του πολίτη στις ισχύουσες νομικές ρυθμίσεις και η προσδοκία του, ότι με βάση αυτές τις ρυθμίσεις θα κάνει τις επιλογές του, θεμελιώνεται στην αρχή της ασφάλειας του δικαίου, η οποία με τη σειρά της απορρέει από τη συνταγματική αρχή του κράτους δικαίου.

Ο νόμος έχει αναδρομική ισχύ όταν θεσπίζει, καταργεί ή μεταβάλλει τις νομικές συνέπειες γεγονότων που ανάγονται στον πριν από τη θέσπισή του χρόνο. Κριτήριο αποτελεί κατά πόσο ο νέος νόμος ρυθμίζει σχέσεις ή γεγονότα που υπήρξαν αποκλειστικά στο παρελθόν είτε υπήρχαν στο παρελθόν και εξακολουθούν να υπάρχουν κατά τη δημοσίευσή του. Η περίπτωση αυτή χαρακτήρίζεται ως γνήσια αναδρομή. Ενώ η μη γνήσια αναδρομή (νόθος αναδρομικότητα) χαρακτηρίζει ένα γεγονός που υπήρχε αλλά οι τυχόν έννομες συνέπειες επέρχονται από το χρονικό σημείο της έκδοσης του νόμου και μετά. Εδώ ανήκει πχ η περίπτωση απονομής σύνταξης σε κατηγορία πολιτών για προσφορές τους αναγόμενες στο παρελθόν, αλλά με χρονικό σημείο γένεσης της αξίωσης τη δημοσίευση του νόμου. Η μη γνήσια αναδρομή ρυθμίζει θέματα του παρελθόντος με νομικά κανόνα και η ισχύς του είναι μελλοντική. θα πρέπει να τονιστεί ότι η διάκριση αυτή δεν ακολουθείται και έτσι ο όρος αναδρομικότητα χρησιμοποιείται υπό ευρεία έννοια.

Το ισχύον Σύνταγμα ρυθμίζει το θέμα της αναδρομικής ισχύς του νόμου κατά δύο διαφορετικούς τρόπους:
α) Ορισμένες διατάξεις ρυθμίζουν την αναδρομικότητα νόμων με συγκεκριμένο περιεχόμενο. Έτσι:
·         Κατά το άρθρο 7 παρ. 1 δεν υπάρχει έγκλημα ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης. Η αρχή αυτή προστατεύει τον κατηγορούμενο και αποβλέπει σε ελαφρύτερη μεταχείριση αυτού.
·         Κατά το άρθρο 78 παρ. 2 φόρος ή οποιοδήποτε άλλο οικονομικό βάρος δεν μπορεί να επιβληθεί με αναδρομικό νόμο, ο οποίος επεκτείνεται πέρα από το οικονομικό έτος που προηγήθηκε από εκείνο της επιβολής του φόρου.
·         Κατά το άρθρο 107 παρ. 2 επιτρέπεται με νόμο, εφ΄ άπαξ εκδιδόμενο να οριστούν οι όροι γαι τη λύση ή την αναθεώρηση συμβάσεων που συνομολογήθηκαν κατά την περίοδο της δικτατορίας από 21/4/67 ως 23/7/74.
β) Εκτός από τις ειδικές αυτές περιπτώσεις, όπου το Σύνταγμα απαγορεύει ή επιτάσσει την αναδρομική ισχύ του νόμου, το άρθρο 77 παρ 2 περιέχει ένα γενικό κανόνα με ιδιαίτερη σημασία "Νόμος που δεν είναι πράγματι ερμηνευτικός ισχύει μόνο από τη δημοσίευσή του", η έννοια αυτής της διατάξεως γίνεται αντιληπτή αν την συνδέσουμε με την πρώτη παράγραφο του ίδιου άρθρου που ορίζει "η αυθεντική ερμηνεία των νόμων ανήκει στη νομοθετική λειτουργία". Αυθεντική ερμηνεία είναι η εξουσία του νομοθέτη να αποσφηνίζει το ασαφές νόημα προγενέστερου νόμου. Αυτή ακριβώς την εξουσία την απονέμει το Σύνταγμα με το άρθρο 77 παρ. 1 στη βουλή.  Από τη φύση του ο ερμηνευτικός νόμος ανατρέχει στο χρόνο έκδοσης του ερμηνευόμενου νόμου και το ερμηνευτικό του περιεχόμενο αναπτύσσει με αυτόν τον τρόπο αναδρομική υσχύ.  Επίσης, όπου το Σύνταγμα απαγορεύει ρητώς τον αναδρομικό νόμο, απαγορεύει και τον ερμηνευτικό. Όταν ο ερμηνευόμενος νόμος είναι σαφής, η μεταγενέστερη δήθεν ερμηνευτική παρέμβαση δεν αποτελεί ερμηνευτικό αλλά ψευδοερμηνευτικό νόμο όπου ο δικαστής δεν δικαιούται να εφαρμόσει αναδρομικώς.
Συνεπώς, το Σύνταγμα υιοθετεί ρητά τον κανόνα της μη αναδρομικότητας του νόμου που προκύπτει από την αρχή του κράτους δικαίου και ειδικότερα από την αρχή της ασφάλειας του δικαίου. Ειδική έκφραση των αρχών αυτών είναι το άρθρο 77 παρ.2.
Βέβαια, η αρχή  της μη αναδρομικής ισχύς του νόμου γνωρίζει και εξαιρέσεις. Η ερμηνεία του Συντάγματος δεν μπορεί να αγνοήσει και δεν αγνόησε περπτώσεις όπου η ευχέρεια του νομοθέτη να παρέμβει αναδρομικώς στις κοινωνικοπολιτικές διαδικασίες προκύπτει από το συνολικό νόημα και τη λειτουργία του καταστατικού χάρτη του πολιτεύματος.  Το βασικό αγαθό που προστατεύεται από την αρχή της μη αναδρομικής ισχύος είναι η εμπιστοσύνη του πολίτη στην προοπτική μη ανατροπής ήδη κεκτημένων δικαιωμάτων.

Άρα ο νόμος δεν μπορεί να έχει αναδρομική ισχύ όταν:
·         δεν πρέπει να ανατρέπονται δικαιώματα και έννομες σχέσεις ή καταστάσεις που το ίδιο το Σύνταγμα κατοχυρώνει
·         όταν πρόκειται για δικαιώματα που λύθηκαν και κρίθηκαν τελεσίδικα
·         όταν πρόκεται για δικαιώματα που κρίθηκαν αμετάκλητα και το Σύνταγμα κατοχυρώνει
·         δεν έχουν αναδρομική ισχύ τα εκτελεστικά κανονιστικά διατάγματα του άρθρου 43 παρ  1 του Συντάγματος που εκδίδονται λόγω αυτόνομης κανονιστικής αρμοδιότητας, χωρίς καμία απολύτως νομοθετική εξουσιοδότηση.

Κατ΄ εξαίρεση είναι επιτρεπτή η αναδρομή του νομοθέτη όταν:
·         το νομικό καθεστώς που αλλάζει αναδρομικά προέρχεται από ένα νομοθέτη που στερείται δημοκρατικής νομιοποίησης ή
·         η παλιά ρύθμιση προσέκρουσε σε ένα δημοκρατικό Σύνταγμα
·         να μην προσκρούει την αρχή περί ασφάλειας του δικαίου
·         να είναι επιτακτικά επιβεβλημένος για την αποκατάσταση ουσιαστικής δικαιοσύνης
·         να μην ανατρέχει παρά μόνο σε εύλογο χρόνο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου