Τετάρτη, 29 Ιανουαρίου 2014

ΘΕΩΡΙΑ ΕΙΚΟΝΙΚΟΤΗΤΑΣ ΑΠΟ ΣΠΥΡΙΔΑΚΗ

ΕΝΝΟΙΑ
Κατά το άρθρο 138 παρ. 1 ΑΚ εικονική είναι η "δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά".

Προϋπόθεση της εικονικότητας είναι ο αντισυμβαλλόμενος να γνωρίζει για το μη σοβαρό της δικαιοπραξίας.
Αν ο αντισυυμβαλλόμενος δεν το γνωρίζει τότε δεν πρόκειται για εικονικότητα, αλλά για κρυψιβουλία ή ενδιάθετη επιφύλαξη.

Ανεπίδεκτες εικονικότητας δικαιοπραξίες είναι ο γάμος, η υιοθεσία κλπ που καταρτίζονται με τη σύμπραξη της αρχής οι οποίες και όταν είναι εικονικές, δεν παύουν να είναι έγκυρες.

Επίσης, δεν επιδέχονται εικονικότητα οι μονομερείς μη απευθυντέες δικαιοπραξίες όπως η διαθήκη οι οποίες και να είναι εικονικές είναι έγκυρες.
Κρατούσα όμως είναι η αντίθετη γνώμη, κατά την οποία και οι μη απευθυντέες μονομερείς δικαιοπραξίες καταλαμβάνονται από την ακυρότητα του άρθρου 138 παρ. 2. Οι καλόπιστοι τρίτοι προστατεύονται κατά το 139 ΑΚ.

ΑΠΟΛΥΤΗ ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ ΕΙΚΟΝΙΚΗΣ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΑΣ 138 παρ. 1 ΑΚ


Συνέπεια της εικονικότητας είναι η απόλυτη ακυρότητα της εικονικής δηλώσεως βουλήσεως. Οι καλόπιστοι όμως προστατεύονται με τη διάταξη του άρθρου 139 ΑΚ κατά την οποία "η εικονικότητα δεν βλάπτει εκείνον που συναλλάχθηκε αγνοώντας την" (έστω και από βαριά αμέλεια κατά την κρατούσα άποψη).

Απόλυτη εικονικότητα υπάρχει όταν η εικονική δικαιοπραξία δεν καλύπτει άλλη δικαιοπραξία.

Παράδειγμα:
Ο Α μεταβίβασε εικονικά στον Β την κυριότητα του ακινήτου α. Ο καλόπιστος Γ αγόρασε από τον Β το α και απέκτησε την κυριοότητα από τον Β (περίπτωση καλόπιστης κτήσεως κυριότητας ακινήτου από μεταιβάζοντα μη κύριο) (παράδειγμα απόλυτης εικονικότητας).

Παράδειγμα:
Ο Α με εικονική διαθήκη εγκατέστησε κληρονόμο του τον Β, από τον οποίο ο καλόπιστος Γ αγόρασε κληρονομιαίο ακίνητο. (Παρά το ότι η διαθήκη είναι άκυρη και ο Β δεν είναι κύριος του ακινήτου ο Γ αποκτά την κυριότητα).

ΣΧΕΤΙΚΗ ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ ΕΙΚΟΝΙΚΗΣ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΑΣ 138 παρ. 2 ΑΚ

Σχετική εικονικότητα υπάρχει όταν η εικονική δικαιοπραξία καλύπτει άλλη δικαιοπραξία (π.χ. εικονική πώληση που καλύπτει  δωρεά). 

Παράδειγμα:
Ο Α μεταβιβάζει στον Β την κυριότητα  του ακινήτου α λόγω πωλήσεως, ενώ κατά τη συμφωνία τους ο Β δεν καταβάλλει τίμημα (αφού στην πραγματικότητα ο Α επιθυμεί να δωρίσει στον Β το α). Η εικονικότητα είναι σχετική: η πώληση υποκρύπτει δωρεά.

Σχετική εικονικότητα ως προς το πρόσωπο:
Μεταξύ Α και Β συνάπτεται σύμβαση μεταβιβάσεως της κυριότητας του πράγματος α και, κατά τη συμφωνία τους, την κυριότητα πρέπει να αποκτήσει ο Γ. Στη σχέση, δηλαδή, χρησιμοποιείται ο Β ως παρένθετος. Η κρατούσα γνώμη δέχεται ότι η μεταξύ Α και Β σύμβαση είναι σχετικά εικονική και καλύπτει σύμβαση μεταβιβάσεως από τον Α στον  Γ (είτε  το πράγμα α είναι κινητό είτε ακίνητο). Αμφισβήτηση έχει διατυπωθεί ως προς το κύρος της καλυπτόμενης συμβάσεως όταν το πράγμα είναι ακίνητο.

Σχετική εικονικότητα ως προς το τίμημα:
Ιδίως παλαιότερα, για φορολογικούς λόγους, αναφερόταν στο σχετικό συμβόλαιο μικρότερο από το πραγματικό τίμημα πωλήσεως ακινήτου. Γενικά γίνεται δεκτό, ότι η σύμβαση με το αναγραφόμενο τίμημα είναι άκυρη ως εικονική, η καλυπτόμενη όμως από αυτήν σύμβαση είναι έγκυρη ως προς το αναγραφόμενο τίμημα, άλλα άκυρη ως προς το υπόλοιπο τίμημα (ακυρότητα μερική ΑΚ 181). Για το καταβληθέν τίμημα ο αγοραστής έχει αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού, αλλά μόνο για το τμήμα που υπερβαίνει την αγοραία αξία του πωληθέντος ακινήτου.
Παράδειγμα:
Ο Α πώλησε στον Β ακίνητο α με τίμημα 100 ενώ στο συμβόλαιο αναγράφεται τίμημα 50 η αγοραία αξία του α είναι 90. Η εμφανής σύμβαση είναι άκυρη ως εικονική. Η καλυπτόμενη σύμβαση είναι έγκυρη ως προς το τίμημα 50, άκυρη όμως ως προς το υπόλοιπο 50 (μερική ακυρότητα). Ο Β έχει κατά του Α αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού (όχι για 50 αλλά) για 10 (όση η διαφορά αγοραίας αξίας και καταβληθέντος τιμήματος 100-90=10).






Δεν υπάρχουν σχόλια: