Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2013

ΕΛΑΤΤΩΜΑΤΙΚΕΣ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΕΣ ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΕΠΙΛΟΓΗ ΑΠΟ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ

ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΑ ΑΚΥΡΗ ΛΟΓΩ ΚΑΤΑΣΤΡΑΤΗΓΗΣΗΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ
Ο επιχειρηματίας Α προσλαμβάνει στην επιχείρησή του εργάτες υπογράφοντας μαζί τους συμβάσεις ενός έτους, στις οποίες προβλέπεται η δυνατότητα παράτασης κάθε φορά για ένα ακόμη έτος. Στη συνέχεια ανάλογα με την πορεία των παραγγελειών, ο Α παρατείνει τις συμβάσεις ή όχι. Ο εργάτης Β, του οποίου η σύμβαση παρατάθηκε από τον Α μόνο μια φορά, άσκησε αγωγή κατά του εργοδότη του, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί από το δικαστήριο ότι η σχέση εργασίας του εξακολουθεί να υπάρχει.
ΕΡΩΤΑΤΑΙ: Είναι νομικά βάσιμη η αγωγή του Β;

Με τη σύμβαση εργασίας δημιουργείται μία σχέση, κατά τη διάρκεια της οποίας επαναλαμβάνονται τακτικά οι αντίστοιχες παροχές και αντιπαροχές. Η διάρκεια μπορεί να είναι ορισμένη ή αόριστη. Στην πρώτη περίπτωση γίνεται λόγος για σύμβαση ορισμένου χρόνου, στη δεύτερη για σύμβαση αορίστου χρόνου (ΑΚ 648).
Η σύναψη σύμβασης ορισμένου χρόνου με δυνατότητα παράτασης είναι καταρχήν επιτρεπτή. Κριτήριο για το επιτρεπτό ή όχι αποτελεί το γεγονός αν η εκτελούμενη εργασία ικανοποιεί πάγιες και τακτικές ανάγκες οπότε ο καθορισμός ορισμένης διάρκειας είναι αδικαιολόγητος και φανερώνει πρόθεση καταστρατήγησης των διατάξεων που αφορούν την καταγγελία της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου.
Εν προκειμένω, ο Α προσλαμβάνει στην επιχείρησή του εργάτες υπογράφοντας συμβάσεις εργασίας ενός έτους, στις οποίες προβλέπεται η δυνατότητα παράτασης για ένα ακόμα έτος, ανάλογα με την πορεία των παραγγελιών. Η πρακτική αυτή του Α φαίνεται να είναι δικαιολογημένη. Στη σχετική κρίση θα συνεκτιμηθεί και το γεγονός ότι η σύμβαση παρατάθηκε από τον Α μόνο μια φορά. Αν καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι ο καθορισμός ορισμένης διάρκειας δεν δικαιολογείται από τις ανάγκες της επιχείρησης τότε η σύμβαση ορισμένου χρόνου εξομοιώνεται με σύμβαση αορίστου χρόνου.
Επομένως, στην περίπτωση αυτή η αγωγή του Β θα κριθεί ως νομικά βάσιμη.

ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΑ ΑΚΥΡΗ ΛΟΓΩ ΑΝΤΙΘΕΣΗΣ ΣΤΟΝ ΝΟΜΟ ΚΑΙ ΣΤΑ ΧΡΗΣΤΑ ΗΘΗ
Ο Α, ταμίας του Δήμου της πόλεως Κ, θέτει υποψηφιότητα δημάρχου κατά τις προσεχείς δημοτικές εκλογές. Για να εξουδετερώνει τον αντίπαλό του Β, συμφωνεί με την υπάλληλο του Δήμου Γ, να διαδώσει αυτή ψευδώς ότι ο Β στο πρόσφατο παρελθόν την είχε επανειλημμένα παρενοχλήσει σεξουαλικώς, και ως αντάλλαγμα να της δώσει (ο Α) 1500 ευρώ.
ΕΡΩΤΑΤΑΙ: Εάν η γ τηρήσει την υπόσχεσή της, μπορεί να ζητήσει από τον Α το υποσχεθέν ποσό;

Κατά την ΑΚ 178 "δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη". 
Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Α συμφώνησε με τη Γ να διαδώσει η τελευταία δημοσίως ότι ο Β την είχε επανειλημμένως παρενοχλήσει σεξουαλικώς, γεγονός το οποίο από το ιστορικό προκύπτει ότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Το περιεχόμενο της συμφωνίας αυτής αντιβαίνει προφανώς στην ηθική και προσβάλλει την τιμή, υπόλληψη και αξιοπρέπεια του Γ, στοιχεία που συγκροτούν την ηθική του υπόσταση και αποτελούν εκφάνσεις της προσωπικότητάς του. Επομένως, η σύμβαση Α και Γ είναι άκυρη λόγω αντίθεσης στα χρηστά ήθη (ΑΚ 178). Για αυτό η Γ  δεν δικαιούται να αξιώσει την καταβολή του υποσχεθέντος ποσού. 

ΕΙΚΟΝΙΚΟΤΗΤΑ (έχει πέσει 2 φορές στις κατατακτήριες με μικρές παραλλαγές)
Ο Κ, κύριος ενός διαμερίσματος θέλει να το δωρίσει στην ενήλικο ανηψιό του Α. Για να αποφευχθεί όμως η καταβολή του υψηλού φόρου δωρεάς εμφανίζονται οι Κ και Α ενώπιον του συμβολαιογράφου Σ και συμφωνούν ότι το διαμέρισμα πωλείται και μεταβιβάζονται από τον Κ στον Α αντί του οριζόμενου στο συμβόλαιο τιμήματος (αντικειμενικής αξίας), το οποίο ουδέποτε στην πραγματικότητα καταβλήθηκε, δεδομένου ότι τα μέρη θέλησαν δωρεά και όχι πώληση.
ΕΡΩΤΑΤΑΙ:
α) Ποιά είναι η δεσμεύουσα τα μέρη αιτία της μεταβίβαση; η πώληση ή η δωρεά;
β) Σε ποια από τις ακόλουθες κατηγορίες δικαιοπραξιών (εμπράγματες ή ενοχικές, εκποιητικές ή υποσχετικές, τυπικές ή άτυπες, επαχθείς ή χαριστικές) υπάγονται η πώληση και η δωρεά;

α) Όπως συνάγεται από τα πραγματικά περιστατικά, η αληθινή βούληση των μερών (δηλαδή των Κ και Α) ήταν να συνάψουν δωρεά. Η σύμβαση της πώλησης καταρτίστηκε φαινομενικά για την αποφυγή του υψηλού φόρου της δωρεάς. Συνεπώς κατά την ΑΚ 138 παρ. 1 η πώληση πάσχει από ακυρότητα και μάλιστα η ακυρότητα αυτή είναι απόλυτη. Όμως κάτω από την εικονική δικαιοπραξία της πώλησης κρύπτεται η έγκυρη κατά την ΑΚ 138 παρ. 2 δωρεά, η οποία αποτελεί την πραγματική αιτία της μεταβίβασης της κυριότητας του διαμερίσματος, αφού τα μέρη αυτή ήθελαν και την υπέβαλαν στον συμβολαιογραφικό τύπο που απαιτείται για τη σύσταση δωρεάς (ΑΚ 498 παρ. 1).
β) Τόσο η δωρεά όσο και η πώληση είναι ενοχικές δικαιοπραξίες αφού από αυτές απορρέουν ενοχικά δικαιώματα. Είναι και οι δύο δικαιοπραξίες υποσχετικές  αφού με αυτές δεν διατίθεται δικαίωμα, αλλά απλώς δημιουργείται ενοχική υποχρέωση του υποσχόμενου και ενοχικό δικαίωμα του λήπτης της υπόσχεσης. Η πώληση (ΑΚ 513) είναι καταρχήν άτυπη δικαιοπραξία (δηλαδή δεν απαιτεί ορισμένο τύπο), όμως με συνδυασμό με την ΑΚ 369 για την πώληση ακινήτου απαιτείται συμβολαιογραφικό έγγραφο. Άρα εδώ είναι τυπική. Η δωρεά (ΑΚ 496) είναι τυπική δικαιοπραξία αφού για την έγκυρη σύστασή της απαιτείται συμβολαιογραφικό έγγραφο (ΑΚ 498). Τέλος, η πώληση είναι επαχθής δικιοπραξία, αφού ο οφειλέτης προβαίνει στην περιουσιακή επίδοση έναντι ανταλλάγματος: ο πωλητής αναλαμβάνει την υποχρέωση μεταβίβασης κυριότητας του πράγματος και ο αγοραστής οφείλει να καταβάλει το συμφωνηθέν τίμημα (ΑΚ 513). Αντίθετα, η δωρεά είναι χαριστική δικαιοπραξία αφού η παροχή δίδεται στον δωρεοδόχο χωρίς αντάλλαγμα.

ΑΚΥΡΩΣΙΑ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΛΟΓΩ ΠΛΑΝΗΣ
Ο βιοτέχνης επίπλων γραφείου Α προμηθεύεται τα διάφορα εξαρτήματα, που χρησιμοποιεί για την κατασκευή των επίπλων, από την εταιρεία Π. Η παραγγελία γίνεται κάθε φορά βάσει καταλόγου  προσφορών της Π. Για ένα νέου τύπου ερμάριο (ντουλάπι) που μπήκε πρόσφατα στο πρόγραμμα παραγωγής της Α, χρειάζεται η επιχείρηση 10.000 τεμάχια συνθετικού ρολλό, το οποίο αναγράφεται στον κατάλογο με τον κωδικό αριθμό 112/300. Όταν ο Α υπαγορεύει το γράμμα, με το οποίο παραγγέλνει τα ρολλό, η γραμματέας παρακούει και, αντί "ρολλό αριθμός καταλόγου 112/300", γράφει "ρολλό αριθμό καταλόγου 112/400". Ο Α δεν εντοπίζει το λάθος κατά την υπογραφή της επιστολής. Σε λίγες ημέρες φθάνει απαντητική επιστολή του Π με το εξής περιεχόμενο: ¨Επιβεβαιώνω με ευχαριστίες τη λήψη της παραγγελίας και σας γνωρίζω ότι θα την εκτελέσουμε τις αμέσως προσεχείς ημέρες".
ΕΡΩΤΑΤΑΙ:
α) Καταρτίστηκε σύμβαση μεταξύ των Α και Π και, αν ναι, με ποιο περιεχόμενο;
β) Μπορεί ο Α να αποδεσμευθεί από τη σύμβαση με τον Π και, αν ναι, με ποιον τρόπο;

α) Σύμφωνα με την ΑΚ 192 "η σύμβαση συντελείται μόλις περιέλθει σε αυτόν που πρότεινε η δήλωση αποδοχής της πρότασής του". Για να υπάρχει σύμβαση, πρέπει η πρόταση και η αποδοχή να καλύπτονται αμοιβαίως σε όλα τα σημεία τους, ακόμα και στα πιο επουσιώδη. Αυτό συνιστά τη συμφωνία των μερών. Αν δεν υπάρχει πλήρης κάλυψη, δεν έχει καταρτιστεί η σύμβαση. Η σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ Α και Π έχει ως αντικείμενο τα 10.000 τεμάχια συνθετικού ρολλού με αριθμό 112/400 όπως και αποδέχτηκε ο Α στην απαντητική του επιστολή.
β) Στην πραγματικότητα ο Α επιθυμούσε την αγορά ρολλό με αριθμό καταλόγου 112/300. Εκ παραδρομής, ο Α υπέγραψε την επιστολή χωρίς να εντοπίσει το λάθος.  Υπάρχει, συνεπώς, πλάνη στη δήλωση δηλαδή η δήλωση βρίσκεται ακουσίως σε διάσταση με τη βούληση του Α. Υπό την προϋπόθεση ότι η πλάνη είναι ουσιώδης, ο Α μπορεί να ζητήσει την ακύρωση της σύμβασης (ΑΚ 140 επ.). Το ουσιώδες ή μη της πλάνης θα κριθεί βάσει δύο κριτηρίων, ενός αντικειμενικού και ενός υποκειμενικού. Σύμφωνα με το αντικειμενικό κριτήριο, για να είναι η πλάνη ουσιώδης πρέπει να αναφέρεται σε σημείο που να έχει σπουδαιότητα για την όλη δικαιοπραξία. Η σχετική κρίση γίνεται με βάση τις εκτιμήσεις  του μέσου συναλλασσόμενου στον συγκεκριμένο τομέα συναλλαγής. Αν ο μέσος συναλλασσόμενος δεν θα προέβαινε στην κατάρτιση της δικαιοπραξίας τότε αυτό είναι σπουδαίο.  Επιπλέον, η πλάνη είναι ουσιώδης και κατά το υποκειμενικό κριτήριο, αν ο δικαιοπρακτών δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία, εφόσον γνώριζε την πραγματικότητα σε σχέση με το αντικειμενικώς σπουδαίο στοιχείο. Εφόσον συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις, ο Α μπορεί με αγωγή του να ζητήσει την ακύρωση της πλάνης (ΑΚ 154, 155). Το δικαίωμα του Α να ζητήσει με σχετική αγωγή του την ακύρωση της πώλησης υπόκειται σε διετή αποσβεστική προθεσμία. Σε κάθε περίπτωση, η αγωγή δεν μπορεί να ασκηθεί μετά από 20 χρόνια (ΑΚ 157).

ΔΙΜΕΡΗΣ ΠΛΑΝΗ
 Ο Π είναι ιδιοκτήτης των οικοπέδων 5 και 6 του Ε' οικοδομικού τετραγώνου, των οποίων επιδιώκει την πώληση. Ο ενδιαφερόμενος Α, αφού επισκέπτεται την περιοχή, αποφάσισε να αγοράσει το υπ΄ αριθμόν 6 οικόπεδο, πράγμα που το ανακοίνωσε στον Π. Κατά τις διαπραγματεύσεις όμως ο Π και ο Α από λάθος αναφέρονταν στο οικόπεδο 5 και το ίδιο λάθος έγινε και στο προσύμφωνο που υπογράφηκε. Επειδή οι τιμές των οικοπέδων αυξήθηκαν στο μεταξύ σημαντικά, ο Π θέλει να αποδεσμευθεί από το προσύμφωνο πωλήσεως.
ΕΡΩΤΑΤΑΙ:
α) Έχει καταρτισθεί προσύμφωνο πωλήσεως και αν ναι, ως προς ποιό ακίνητο;
β) Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, μπορεί ο Π να αποδεσμευθεί από τη σύμβαση επικαλούμενος τις διατάξεις περί πλάνης;

α) Για να υπάρχει σύμβαση, θα πρέπει η πρόταση και η αποδοχή να καλύπτονται αμοιβαίως σε όλα τα σημεία τους. Όταν η διάσταση βούλησης και δήλωσης αφορά μόνο το ένα μέρος πρόκειται για μονομερή πλάνη ενώ όταν αφορά και τα δύο μέρη, πρόκειται για διμερή πλα΄νη. Η πλάνη αυτή μπορεί να αφορά στο ίδιο ή σε διαφορετικό σημείο της δικαιοπραξίας. Όταν και τα δύο μέρη βρίσκονται στην ίδια πλάνη ως προς τις δηλώσεις τους πρόκειται για ομοειδή διμερή πλάνη εν τη δήλωση. Αυτό σημαίνει ότι οι βουλήσεις των μερών συμπίπτουν αλλά η κοινή βούληση εκφράσθηκε εσφαλμένως με τις εκατέρωθεν δηλώσεις. Στην υπό κρίση περίπτωση οι Α και Π, από λάθος αναφέρονταν στο οικόπεδο 5 ενώ και οι δύο εννοούσαν το οικόπεδο 6. Συνεπώς το προσύμφωνο που σύνηψαν είναι έγκυρο και δεσμευτικό αλλά αφορά στο οικόπεδο 6 και όχι σε αυτό που αναφέρεται στο προσύμφωνο.
β) Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, οι Α και Π βρίσκονται σε ομοειδή διμερή πλάνη εν τη δήλωση. Στην περίπτωση αυτή η κοινή πλάνη των μερών δεν οδηγεί σε ακύρωση της συμβάσεως, η δικαιοπραξία ισχύει όπως την εννόησαν τα μέρη. Συνεπώς η επίκληση των διατάξεων περί πλάνης  από τον Π δεν είναι νόμιμη και δεν μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση της συμβάσεως.

ΣΥΡΡΟΗ ΠΛΑΝΗΣ ΚΑΙ ΑΠΑΤΗΣ
Ο Α κατήρτισε προσύμφωνο για την αγορά από τον αγρότη Π ενός οικοπέδου στον Μαραθώνα θεωρώντας ότι το οικόπεδο βρίσκεται εντός του σχεδίου πόλεως και ότι θα μπορούσε να χτίσει ένα σπίτι. Ο Π, ο οποίος γνώριζε ότι το οικόπεδο βρίσκεται εκτός σχεδίου, παρέσχε στον Α ψευδείς διαβεβαιώσεις περί του αντιθέτου. Πριν από την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου ο Α διαπίστωσε ότι το οικόπεδο δεν βρίσκεται εντός του σχεδίου πόλεως και ζήτησε την ακύρωση του προσυμφώνου.
ΕΡΩΤΑΤΑΙ: Επηρεάζει το κύρος της σύμβασης η εσφαλμένη αντίληψη του Α;

 Ο Α κατήρτισε το προσύμφωνο πώλησης του οικοπέδου θεωρώντας ότι αυτό βρίσκεται εντός του σχεδίου πόλεως και ότι συνεπώς είναι οικοδομήσιμο. Στην πραγματικότητα όμως η εντύπωση αυτή του Α είναι εσφαλμένη. Η βούλησή του έχει σχηματισθεί ελαττωματικά λόγω άγνοιας της πραγματικότητας στην οποία στηρίχθηκε, ότι δηλαδή το οικόπεδο βρίσκεται εκτός του σχεδίου πόλεως. Σύμφωνα με την ΑΚ 143 εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, πλάνη που αναφέρεται αποκλειστικώς στα παραγωγικά αίτια της βούλησης δεν είναι ουσιώδης και συνακόλουθα δεν οδηγεί σε ακύρωση της σύμβασης.  Εξαίρεση στον κανόνα της ΑΚ 143 αποτελεί η ΑΚ 142, η οποία προβλέπει ότι η πλάνη που αναφέρεται σε ιδιότητες του προσώπου ήτου πράγματος θεωρείται ουσιώδης, αν κατά τη συμφωνία τωβν μερών ή με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη οι ιδιότητες αυτές είναι τόσο σπουδαίες γαι την όλη δικαιοπραξία, ώστε, αν το πρόσωπο γνώριζε την πραγματική κατάσταση (υποκειμενικό κριτήριο).
Επομένως, ο Α μπορεί να ζητήσει την ακύρωση του προσυμφώνου της πώλησης λόγω πλάνης στη βούληση (ΑΚ 142, 154).
Σύμφωνα με ΑΚ 147 εδ. α' "όποιος παρασύρθηκε με απάτη σε δήλωση βούλησης, έχει δικαίωμα να ζητήσει να ακυρωθεί η δικαιοπραξία". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι απάτη είναι η δόλια παραπλάνηση άλλου σε δήλωση βουλήσεως. Συνεπώς, προϋποθέσεις της απάτης είναι α) να έχει παραπλανηθεί ο δηλών β) η παραπλάνηση να είναι δόλια γ) να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ παραπλάνησης και δήλωση βουλήσεως.
Στην κρινόμενη περίπτωση οι προϋποθέσεις αυτές συντρέχουν: καταρχάς υπάρχει παραπλάνηση και ειδικότερα ενίσχυση της πλάνης στην οποία βρίσκεται ο Α. Η παραπλάνηση είναι δόλια αφού ο Π γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που παρουσίασε ως αληυθές και είχε πρόθεση να παραπλανήσει τον Α. Τέλος, προκύπτει από το ιστορικό, η απάτη υπήρξε το αποφασιστικό αίτιο οδήγησε τον Α σε δήλωση βουλήσεως. Συνάγεται ότι ο τελευταίος δεν θα κατήρτιζε το προσύμφωνο, στην περίπτωση που δεν μεσολαβούσε η απατηλή συμπεριφορά του Π. Επομένως, υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραπλάνησης και της δήλωσης βουλήσεως και συνακόλουθα δικαίωμα του Α να ζητήσει την ακύρωση του προσυμφώνου και λόγω απάτης (ΑΚ 147 εδ. α, 154).
Όταν υπάρχει δικαίωμα ακύρωσης της ίδιας δικαιοπραξίας κκαι λόγω πλάνης και λόγω απάτης, για την επιλογή της νομικής βάσης με την οποία τελικώς θα ζητήσει την ακύρωση ο θιγόμενος, πρέπει να ληφθούν υπόψη τα εξής:
α) Στις ΑΚ 140 επ. η πλάνη πρέπει να είναι ουσιώδης. Στις ΑΚ 147 επ. αρκεί και επουσιώδης πλάνη. Στην υπό κρίση περίπτωση η πλάνη είναι ουσιώδης, γιατί αφορά ένα τόσο σημαντικό στοιχείο, ώστε αν ο Α γνώριζε ότι το ακίνητο βρίσκεται εκτός σχεδίου δεν θα είχε καταρτίσει το προσύμφωνο.
β) Στην περίπτωση της απάτης δεν προβλέπεται αποκλεισμός της ακυρώσεως για τους λόγους της ΑΚ 144.
γ) Σε περίπτωση απάτης ο απατηθείς έχει δικαίωμα να ζητήσει, εκτός από την ακύρωση της δικαιοπραξίας, και αποζημίωση κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών (ΑΚ 149), ενώ ο πλανηθείς κινδυνεύει να υποχρεωθεί σε αποζημίωση κατά την ΑΚ 145.
Επομένως, αν ο Α μπορεί να αποδείξει την απάτη, τον συμφέρει να επιδιώξει την ακύρωση της δικαιοπραξίας με βάση τις ΑΚ 147 επ.








ΠΡΟΣΟΧΗ! Το πως αναπτύσσουμε τα επιχειρρήματά μας. Τα συνδέουμε ως παραπάνω, έχω κάνει bold τον τρόπο με τον οποίο συνδέουμε τις προτάσεις μας ή βγάζουμε τα συμπεράσματά μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: