Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου 2012

ΕΠΙΛΟΓΗ ΑΠΟ ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ Σ.Ο.Σ.



ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ
Κατατακτήριες εξετάσεις 2012-2013

Δικανικός συλλογισμός
Ο Α έκλεψε από τον Β ένα ποδήλατο, που άνηκε στον Β. Στη συνέχεια, ο Α πώλησε και μεταβίβασε το ποδήλατο στον Γ. Κατά την παράδοση του ποδηλάτου, ο Γ αγνοούσε ότι ο Α δεν ήταν κύριος αυτού, χωρίς η άγνοιά του αυτή να οφείλεται σε βαριά αμέλεια. Ο Β άσκησε διεκδικητική αγωγή κατά του Γ ζητώντας την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του ποδηλάτου. Ο τελευταίος προέβαλε την ένσταση ότι είναι κύριος του ποδηλάτου καθώς απέκτησε την κυριότητα λόγω της καλής πίστης του. Ο Β προέβαλε αντένσταση ότι το ποδήλατο ήταν κλοπιμαίο Σύμφωνα με ΑΚ 1036, 1037 και 1038 ο Γ δεν απέκτησε την κυριότητα του ποδηλάτου. Για αυτό το δικαστήριο έκανε δεκτή την αγωγή και διέταξε την απόδοση του ποδηλάτου στον ενάγοντα  Β.
Ζητείται ο δικανικός συλλογισμός.
Μείζων πρόταση: Σύμφωνα με τις διατάξεις ΑΚ 1036, 1037 και 1038 ο καλόπιστος τρίτος προς τον οποίο μεταβιβάζεται ένα κινητό πράγμα που εκλάπη από τον κύριο δεν αποκτά την κυριότητα επ΄ αυτού.
Ελάσσων πρόταση: Ο Α μεταβίβασε στον καλόπιστο Γ ένα ποδήλατο που είχε κλέψει από τον Β. Τα πραγματικά εμπίπτουν στο πραγματικό των ΑΚ 1036, 1037 και 1038 και συνεπώς υπάγονται στην παραπάνω μείζονα πρόταση.
Έννομη συνέπεια: Ο Γ δεν απέκτησε κυριότητα επί του ποδηλάτου, αλλά κύριος εξακολουθεί να είναι ο Β.

Κατάσταση ανάγκης
Ο Α που οδηγεί απρόσεχτα το αυτοκίνητό του εισέρχεται σε ένα μονόδρομο προς την αντίθετη κατεύθυνση και βλέπει ξαφνικά τον Β που οδηγεί με μεγάλη ταχύτητα το δικό του αυτοκίνητο προς τη σωστή κατεύθυνση του μονοδρόμου. Επειδή ο Α προβλέπει ότι η σύγκρουση με τον Β θα είναι σφοδρή και ενδέχεται να τραυματιστούν και οι δύο σοβαρά, αποφασίζει να κατευθύνει το αυτοκίνητό του πάνω στο πεζοδρόμιο, έτσι ώστε να αποφύγει τη σύγκρουση με τον Β και αποδέχεται το ενδεχόμενο να καταστρέψει την προθήκη του εμπόρου Ε. Πράγματι η βιτρίνα καταστρέφεται ολοσχερώς με αποτέλεσμα ο Ε να υποστεί ζημιά ύψους 3000 ευρώ. Ο Ε ασκεί αγωγή κατά του Α ζητώντας αποζημίωση και ο τελευταίος  προσκεπικαλεί στη δίκη ως δικονομικό εγγυητή τον Β.
Ποια πρέπει να είναι η απόφαση του δικαστηρίου;
(1)     Η καταστροφή της βιτρίνας του Ε συνιστά πρόκληση ζημιάς από τον Α εις βάρος του Ε. Ωστόσο δεν γεννάται αδικοπραξία διότι δεν συντρέχει το στοιχείο του παρανόμου (ΑΚ 914). Οπότε η καταστροφή της βιτρίνας δεν συνιστά άδικη πράξη, επειδή συντρέχει περίπτωση άρσης του άδικου χαρακτήρας της. Συντρέχει περίπτωση κατάσταση ανάγκης (ΑΚ 285).
(2)     Σύμφωνα με ΑΚ 285 δεν αποτελεί παράνομη πράξη η καταστροφή ξένου πράγματος εφόσον είναι αναγκαία για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος που απειλεί δυσανάλογα μεγαλύτερη ζημιά αυτού που επιχειρεί την καταστροφή ή άλλου.  Οι προϋποθέσεις της κατάστασης ανάγκης είναι (α) να υφίσταται επικείμενος κίνδυνος (β) η αξία του αγαθού που κινδυνεύει να είναι δυσανάλογα μεγαλύτερη από εκείνη  του ξένου πράγματος που καταστρέφεται (γ) ο κίνδυνος να μην μπορεί να αποτραπεί παρά μόνο με καταστροφή ξένου πράγματος. Όλα αυτά πληρούνται οπότε η πράξη του Α δεν είναι παράνομη.
(3)      Ωστόσο ο Α υποχρεούται να αποζημιώσει τον Ε σύμφωνα με την ΑΚ 286 εδ. α περίπτ. α που προβλέπει ότι αυτός που προέβη στην καταστροφή υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση του κυρίου του καταστρεφέντος πράγματος  αν ο κίνδυνος προκλήθηκε λόγω υπαιτιότητας του. Πράγματι ισχύει στην υπό κρίση περίπτωση, καθώς ο κίνδυνος σύγκρουσης των αυτοκινήτων και τραυματισμού των οδηγών τους προκλήθηκε από αμέλεια του Α.
(4)     Η ΑΚ 286 εδ. β προβλέπει ακόμη ότι μετά την καταβολή της αποζημίωσης από αυτόν που προέβη στην καταστροφή, ο τελευταίος έχει δικαίωμα να στραφεί κατά του ωφεληθέντος τρίτου σύμφωνα με τις διατάξεις για τη διοίκηση αλλοτρίων (ΑΚ 730  επ.).  Έτσι ο Α παραδεκτώς προσεπικάλεσε τον Β. Στην προκειμένη περίπτωση όμως η προσεπίκληση θα απορριφθεί ως αβάσιμη διότι δεν υφίσταται δικαίωμα του Α έναντι του Β για αποκατάσταση της ζημιάς σύμφωνα με τις διατάξεις για τη διοίκηση αλλοτρίων.
(5)     Συνεπώς, το δικαστήριο πρέπει αφενός να καταδικάσει τον Α σε αποζημίωση του Ε και αφετέρου να απορρίψει ως νόμω αβάσιμη την προσεπίκληση κατά του Β.

Παραγραφή και αποσβεστική προθεσμία
Ο Α κατάρτισε σύμβαση πωλήσεως του οικοπέδου χ με τον Π. Αμέσως μετά τη σύναψη της σύμβασης ο Α ισχυρίστηκε ότι τελούσε σε πλάνη ως προς το αντικείμενο της πωλήσεως καθώς επιθυμούσε την αγορά του γειτονικού οικοπέδου ψ που επίσης ανήκε  στον Π και όχι του χ, και ενημέρωσε τον Π ότι ίσως ζητούσε την ακύρωση της δικαιοπραξίας. Δυόμισι χρόνια αργότερα ο Α ασκεί αγωγή ακύρωσης της σύμβασης πωλήσεως λόγω πλάνης. Ο Π δεν παρίσταται στο δικαστήριο.
Ερωτάται: θα γίνει δεκτή η αγωγή του Α;
(1)     Η ΑΚ 157 ορίζει ότι όταν περάσουν δύο χρόνια από τη δικαιοπραξία επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος για ακύρωση.  Ο νόμος καθιερώνει αποσβεστική προθεσμία δύο ετών για την άσκηση της αγωγής ακυρώσεως μια δικαιοπραξίας λόγω πλάνης.  Η πάροδος της αποσβεστικής προθεσμίας, που τάσσεται από τον νόμο, λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Αντιθέτως η παραγραφή δεν επιφέρει απόσβεση του δικαιώματος αλλά απλώς εμποδίζει τη δικαστική επιδίωξη της αξίωσης. Τούτο σημαίνει ότι ο οφειλέτης παρά την πάροδο του χρόνου παραγραφής δικαιούται να προβάλει ένσταση παραγραφής, διαφορετικά το δικαστήριο θα κάνει δεκτή την αγωγή (ΑΚ 277).
(2)     Εν προκειμένω ο Α ισχυρίζεται ότι κατάρτισε τη σύμβαση πώλησης ακινήτου από πλάνη. Η αγωγή ακυρώσεως ασκήθηκε δυόμισυ χρόνια μετά οπότε το σχετικό δικαίωμά του έχει αποσβεσθεί. Τούσο σημαίνει ότι το δικαστήριο θα απορρίψει αυτεπαγγέλτως την αγωγή χωρίς ένσταση από τον εναγόμενο Π.

Η βούληση πράξης
Ο Α διασκέδαζε ένα βράδυ σε νυχτερινό κέντρο κερνώντας τις κυρίες του μπαρ με σαμπάνια. Όταν στις 4 το πρωί ο σερβιτόρος έφερε τον λογαριασμό με ποσό 900 ευρώ, διαπιστώθηκε ότι ο Α είχε στην τσέπη του μόνο 30 ευρώ. Ο σερβιτόρος φώναξε τον ιδιοκτήτη του κέντρου Γ, ο οποίος κατέφθασε με δύο μπράβους. Ο Γ για να ρυθμίσει την κατάσταση συμπλήρωσε ένα έντυπο συναλλαγματικής για ποσό 900 ευρώ και υπέδειξε στον Α να υπογράφει κάτω από την ένδειξη ο αποδέκτης. Επειδή ο Α αρνήθηκε, οι μπράβοι άρχισαν να τον δέρνουν ανηλεώς, μέχρι που ο Α τελικά υπέγραψε.
Ερωτάται: Ευθύνεται ο Α από τη συναλλαγματική;
(1)     Η δήλωση βουλήσεως αποτελείται από δύο στοιχεία, τη βούληση που είναι το εσωτερικό στοιχείο της και τη δήλωση που είναι το εξωτερικό στοιχείο της. Ειδικότερα το στοιχείο της βούλησης περιλαμβάνει τη βούληση της πράξης η οποία υπάρχει όταν το πρόσωπο προβαίνει εκούσια σε ενέργεια και τη βούληση της δηλώσεως δηλαδή τη συνείδηση του δηλούντος ότι η συμπεριφορά του αποτελεί νομικά σημαντική πράξη  και δικαιοπρακτική βούληση δηλαδή τη βούληση που κατατείνει στην παραγωγή συγκεκριμένων έννομων αποτελεσμάτων. Η έλλειψη της βούλησης πράξης καθιστά τη δήλωση βουλήσεως ανύπαρκτη ενώ η έλλειψη ή το ελάττωμα της βούλησης δηλώσεως ή δικαιοπρακτικής βούλησης την καθιστά άκυρη ή ακυρώσιμη.
(2)     Στην υπό κρίση περίπτωση, ο Α υπέγραψε συναλλαγματική κατόπιν σωματικής βίας που άσκησαν οι μπράβοι του Γ πάνω του. Η βία δεν ήταν απόλυτη καθώς ο Α μπορούσε να μην υπογράψει. Απόλυτη σωματική βία θα ήταν αν οι μπράβοι του κατεύθυναν το χέρι για υπογραφή. Εν προκειμένω ο Α υπέγραψε έχοντας σχετική βούληση να το πράξει προκειμένου να αποφύγει τη συνέχεια  του ξυλοδαρμού του. Η βούληση όμως αυτή δεν σχηματίστηκε ελεύθερα αλλά υπήρξε προϊόν απειλής υπό το καθεστώς της ΑΚ 151. Συνεπώς, η δήλωση βουλήσεως πάσχει από κάποιο ελάττωμα, το οποίο καθιστά ακυρώσιμη σύμφωνα με την ΑΚ 150.


Υποσχετική και εκποιητική δικαιοπραξία
Ο Α ρίχνει στο μηχάνημα αυτόματης πώλησης, που είναι εγκατεστημένο από τον Π στο κτίριο του Σταθμού Λαρίσης, δύο κέρματα του 1 ευρώ και παίρνει ένα κουτί πορτοκαλάδα.
Ερωτάται: Ποιες δικαιοπραξίες καταρτίστηκαν με αυτόν τον τρόπο;
(1)     Καταρχάς μεταξύ Π και Α έχει συναφθεί μια ενοχική – υποσχετική σύμβαση πώλησης ΑΚ 513.  Η εγκατάσταση του μηχανήματος συνιστά την πρόταση του Π και η ρίψη των νομισμάτων την αποδοχή του Α. Η πρόταση του Π είναι έγκυρη έστω και αν απευθύνεται στο κοινό και δημιουργεί στον αποδέκτη την πεποίθηση ότι αν αποδεκτεί την πρόταση η σύμβαση θα καταρτιστεί αμέσως.
(2)     Εκτός από την πώληση, καταρτίστηκε και η εμπράγματη – εκποιητική σύμβαση της μεταβίβασης κυριότητας επί του κουτιού της πορτοκαλάδας. Σύμφωνα με ΑΚ 1034 προϋποθέσεις μεταβίβασης κυριότητας κινητού (α) κυριότητα μεταβιβάζοντος (β) η συμφωνία μεταξύ μεταβιβάζοντος κυρίου και του αποκτώντος και (γ) η παράδοση της νομής του κινητού από τον κύριο προς τον αποκτώντα.
(3)     Τέλος, με τη ρίψη των δύο κερμάτων στο μηχάνημα καταρτίστηκαν δύο ακόμα εμπράγματες – εκποιητικές  συμβάσεις μεταβίβασης της κυριότητάς τους (ΑΚ 1034).

Υποσχετική και εκποιητική δικαιοπραξία
Ο Π πωλεί στον Α τον Μάρτιο 2004 το αυτοκίνητό του αντί 10000 ευρώ και συμφωνεί μαζί του ότι η μεταβίβαση της κυριότητας και η παράδοση του οχήματος θα γίνουν τον Μάιο 2004. Στο μεσοδιάστημα όμως ο Π προσβάλλεται από βαριά πνευματική νόσο.
Ερωτάται: Ποια τα δικαιώματα του Α;
(1)     Η σύμβαση της πώλησης ΑΚ 513 αποτελεί μια ενοχική – υποσχετική δικαιοπραξία με την οποία ο Π ανέλαβε την υποχρέωση  να μεταβιβάσει την κυριότητα και να παραδώσει  το αυτοκίνητο στον Α  που απέκτησε το δικαίωμα να ζητήσει από τον πωλητή  τη μεταβίβαση της κυριότητας  και την παράδοση του οχήματος. Με μόνη τη σύμβαση της πώλησης δεν επήλθε καμιά μεταβολή  στη νομική κατάσταση του πωληθέντος πράγματος.  Ο Π παρέμεινε κύριος του αυτοκινήτου εφόσον συμφωνήθηκε να παραδοθεί τον Μάιο του 2004.
(2)     Για την ισχύ της εκποιητικής δικαιοπραξίας απαιτείται ο εκποιών αφενός να είναι δικαιούχος του δικαιώματος που εκποιεί  και αφετέρου να έχει εξουσία διάθεσης αυτού.  Αν ο Π έχει κηρυχθεί σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση ΑΚ 1666 επ., η εξουσία διαθέσεως ανήκει αντί του δικαιούχου στον δικαστικό συμπαραστάτη του ΑΚ 1678 παρ. 2 από τον οποίο ο Α θα αξιώσει την μεταβίβαση και την παράδοση του αυτοκινήτου. Αν ο Π δεν έχει τεθεί υπό το καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης και προβεί στη μεταβίβαση η σύμβαση θα είναι άκυρη υπό τους όρους ΑΚ 131. Θα πάσχει δηλαδή από ακυρότητα εφόσον κατά το χρόνο κατάρτισης ο Π εξαιτίας της πνευματικής νόσου δεν μπορούσε να προβεί σε ελεύθερο προσδιορισμό της βουλήσεώς του και  να εκτιμήσει  τη σημασία και τις συνέπειες της δήλωσής του.

Εικονικότητα
Ο Κ, κύριος ενός διαμερίσματος, θέλει να δωρίσει στον ενήλικο ανιψιό του Α. Για να αποφευχθεί όμως η καταβολή του υψηλού φόρου δωρεάς εμφανίζονται οι Κ και Α ενώπιον του συμβολαιογράφου Σ και συμφωνούν ότι το διαμέρισμα πωλείται και μεταβιβάζεται από τον Κ στον Α αντί του οριζόμενου στο συμβόλαιο τιμήματος (αντικειμενικής αξίας) το οποίο ουδέποτε στην πραγματικότητα καταβλήθηκε, δεδομένου ότι τα μέρη θέλησαν δωρεά και όχι πώληση.
Ερωτάται (α) Ποια είναι η δεσμεύουσα τα μέρη αιτία της μεταβίβασης η πώληση ή η δωρεά;
(β) Σε ποια από τις ακόλουθες κατηγορίες δικαιοπραξιών (εμπράγματες ή ενοχικές, εκποιητικές ή υποσχετικές, τυπικές ή άτυπες, επαχθείς ή χαριστικές) υπάγονται η πώληση και η δωρεά;
(1)     Όπως συνάγεται από τα πραγματικά περιστατικά, η αληθινή βούληση των μερών ήταν να συνάψουν δωρεά. Η σύμβαση της πώλησης συνάφθηκε φαινομενικά για την αποφυγή υψηλού φόρου της δωρεάς. Συνεπώς κατά την ΑΚ 138 παρ. 1 η πώληση πάσχει από ακυρότητα και μάλιστα η ακυρότητα αυτή είναι απόλυτη. Όμως κάτω από την εικονική δικαιοπραξία της πώλησης κρύπτεται η έγκυρη κατά την ΑΚ 138 παρ. 2 δωρεά που αποτελεί την πραγματική αιτία της μεταβίβασης.
(2)     Τόσο η δωρεά όσο και η πώληση είναι ενοχικές δικαιοπραξίες αφού από αυτές απορρέουν ενοχικά δικαιώματα. Είναι και οι δύο υποσχετικές αφού με αυτές δεν διατίθεται δικαίωμα αλλά απλώς δημιουργείται ενοχική υποχρέωση του υποσχόμενου και ενοχικό δικαίωμα του λήπτης της υπόσχεσης. Η πώληση 513 ΑΚ είναι καταρχήν άτυπη δικαιοπραξία όμως με συνδυασμό ΑΚ 369 συνάγεται ότι για την πώληση ακινήτου απαιτείται συμβολαιογραφικό έγγραφο. Άρα εδώ είναι τυπική. Η δωρεά ΑΚ 496 είναι τυπική δικαιοπραξία αφού για την έγκυρη σύστασή της απαιτείται συμβολαιογραφικό έγγραφο ΑΚ 498. Τέλος η πώληση είναι επαχθής δικαιοπραξία αφού ο οφειλέτης προβαίνει στην περιουσιακή επίδοση έναντι ανταλλάγματος. Αντίθετα η δωρεά είναι χαριστική δικαιοπραξία αφού η παροχή δίδεται στον δωρεοδόχο χωρίς αντάλλαγμα.

Διμερής πλάνη
Ο Π είναι ιδιοκτήτης των οικοπέδων 5 και 6 του Ε οικοδομικού τετραγώνου, των οποίων επιδιώκει την πώληση. Ο ενδιαφερόμενος Α, αφού επισκέφτηκε την περιοχή, αποφάσισε να αγοράσει το υπ΄ αριθμόν 6 οικόπεδο, πράγμα που το ανακοίνωση στον Π. Κατά τις διαπραγματεύσεις όμως οι Π και Α από λάθος αναφέρονταν στο οικόπεδο 5 και το ίδιο λάθος έγινε και στο προσύμφωνο που υπογράφηκε. Επειδή οι τιμές των οικοπέδων αυξήθηκαν στο μεταξύ σημαντικά, ο Π θέλει να αποδεσμευθεί από το προσύμφωνο  πωλήσεως.
Ερωτάται: (α) Έχει καταρτισθεί προσύμφωνο πωλήσεως και αν ναι, ως προς ποιο ακίνητο;
(β) Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης μπορεί ο Π να αποδεσμευθεί από τη σύμβαση επικαλούμενος τις διατάξεις περί πλάνης;
(1)     Για να υπάρχει σύμβαση θα πρέπει η πρόταση και η αποδοχή να καλύπτονται αμοιβαίως σε όλα τα σημεία τους. Εντούτοις είναι δυνατό οι συμπίπτουσες δηλώσεις των μερών να μην ανταποκρίνονται στη βούλησή τους. Όταν η διάσταση αυτή βούλησης και δήλωσης αφορά μόνο το ένα μέρος, γίνεται λόγος για μονομερή πλάνη ενώ όταν αφορά και τα δύο μέρη, πρόκειται για διμερή πλάνη. Η πλάνη αυτή μπορεί να αφορά στο ίδιο ή σε διαφορετικό σημείο της δικαιοπραξίας.  Όταν και τα δύο μέρη βρίσκονται στην ίδια πλάνη ως προς τις δηλώσεις τους πρόκειται για ομοειδή διμερή πλάνη εν τη δηλώσει. Στη περίπτωση αυτή επιβάλλεται να ισχύει αυτό που πραγματικά ήθελαν και τα δύο μέρη (δηλ να μεταβιβαστεί το οικόπεδο 6), προέχει η βούληση των συμβαλλομένων και όχι πως κατανόησαν τις δηλώσεις αυτές τρίτοι. Επομένως δεν είναι δυνατή ακύρωση λόγω πλάνης.
(2)     Τα παραπάνω ισχύουν και στην περίπτωση των τυπικών δικαιοπραξιών, ακόμη και αν ο προβλεπόμενος τύπος απαιτείται κυρίως για την προστασία των τρίτων πχ μεταγραφή.  Εν προκειμένω, η ανάγκη προστασίας των τρίτων δεν επηρεάζει όσα εκτέθηκαν παραπάνω, διότι το προσύμφωνο δεν υπόκειται σε μεταγραφή και άρα δεν τίθεται ζήτημα προστασίας των τρίτων.
(3)     Στην υπό κρίση περίπτωση οι Α και Π από λάθος αναφέρονταν στο οικόπεδο 5  ενώ και οι δύο εννοούσαν το οικόπεδο 6. Συνεπώς το προσύμφωνο που σύνηψαν είναι έγκυρο και δεσμευτικό αλλά αφορά το οικόπεδο 6 και όχι αυτό που έγραψαν στο προσύμφωνο.

Αναβλητική αίρεση
Ο Θ δωρίζει και μεταβιβάζει νομότυπα στον ανιψιό του Α το αυτοκίνητό του (του Θ) με τον όρο ότι ο τελευταίος  θα πάρει το πτυχίο της Νομικής μέχρι τέλους του 2003. Ο Α ανακηρύχθηκε πτυχιούχος  πτυχιούχος Νομικής τον Νοέμβριο του 2003.
Ερωτάται: (α) Αν ο Θ τον Οκτώβριο του 2003 επειδή αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες, πώλησε και μεταβίβασε το αυτοκίνητο στον Τ, ο οποίος, δεν γνώριζε τίποτα για τη δωρεά, ποιος είναι ο κύριος  του αυτοκινήτου: ο Α ή ο Τ;
(β) Αν ο Α έπαιρνε τον Οκτώβριο του 2003 το αυτοκίνητο κρυφά από τον Θ και το μεταβίβαζε στον Τ, ποιος θα είχε την κυριότητα του αυτοκινήτου;
(1)     Μεταξύ Θ και Α καταρτίστηκαν δύο συμβάσεις, η ενοχική – υποσχετική σύμβαση της δωρεάς (ΑΚ 496) και η εμπράγματη – εκποιητική της μεταβίβασης του αυτοκινήτου (ΑΚ 1034), οι οποίες τελούν υπό τον όρο (αναβλητική αίρεση) ότι ο Α θα πάρει το πτυχίο της Νομικής μέχρι τέλος 2003.  Η μεταβίβαση δηλαδή υποβάλλεται σε χρονικό περιορισμό και εφόσον συμβεί το μελλοντικό γεγονός από το οποίο εξαρτήθηκε (ΑΚ 201).  Με την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης καθίσταται οριστικά ενεργός η δικαιοπραξία (ΑΚ 201) και επέρχονται αυτοδικαίως τα αποτελέσματά της (εν προκειμένω η κτήση της κυριότητας εκ μέρους του Α).
(2)     Ζήτημα όμως γεννιέται εάν ηρτημένης της αιρέσεως ο υπό αίρεση υπόχρεος που εξακολουθεί να είναι κύριος διαθέσει το αντικείμενο της δικαιοπραξίας. Σύμφωνα με ΑΚ 206 εδ. α’ μετά την πλήρωση της αίρεσης κάθε διάθεση του αντικειμένου της δικαιοπραξίας, που επιχειρήθηκε όσο εκκρεμούσε η αίρεση, είναι αυτοδικαίως άκυρη, εφόσον ματαιώνει ή βλάπτει το αποτέλεσμα που εξαρτάται από την αίρεση. Οι προϋποθέσεις της διάταξης είναι (α) εκποιητική υπό αίρεση δικαιοπραξία (β) διάθεση του αντικειμένου της δικαιοπραξίας από τον υπό αίρεση υπόχρεο (γ) η διάθεση αυτή να ματαιώνει ή βλάπτει το αποτέλεσμα που εξαρτάται από την αίρεση και (δ) πλήρωση της αίρεσης διότι η προβλεπόμενη από την ΑΚ 206 έννομη συνέπεια (απόλυτη ακυρότητα) δεν διαπιστώνεται υπό τη μορφή απαγόρευσης κάθε εκποιήσεως όσο εκκρεμεί η αίρεση αλλά σκοπεί να ρυθμίσει την τύχη της νέας εκποιήσεως μόνο όταν πληρωθεί η αίρεση οπότε και τίθεται ζήτημα προστασίας του υπό  αίρεση δικαιούχου.
(3)     Στη συγκεκριμένη περίπτωση πληρούνται οι παραπάνω προϋποθέσεις.  Ο Θ μεταβίβασε στον ανιψιό του Α το αυτοκίνητο υπό την αίρεση του πτυχίου. Όσο εκκρεμούσε η αίρεση ο Θ πώλησε και μεταβίβασε το αυτοκίνητο στον καλόπιστο Τ που δεν γνώριζε τίποτα για τη δωρεά και προστατεύεται από την 1036 ΑΚ, η οποία υπερισχύει της ΑΚ 206. Επομένως κύριος είναι ο Τ.  Ο Α προστατεύεται από την ΑΚ 204 και μπορεί να ζητήσει αποζημίωση εφόσον κατά τη διάρκεια της αβεβαιότητας ματαίωση ή έβλαψε υπαίτια το δικαίωμα που εξαρτάται από την αίρεση.
(4)     Στην περίπτωση που ο Α κρυφά μεταβίβαζε στον καλόπιστο Τ το αυτοκίνητο δεν θα αποκτούσε κυριότητα γιατί σύμφωνα με ΑΚ 1038 η μεταβίβαση κινητού από μη κύριο σε εκείνον που αποκτά καλόπιστα δεν επέρχεται, αν το μεταβιβαζόμενο έχει ξεφύγει από τη νομή του κυρίου με κλοπή ή απώλεια.
(5)     Διάθεση όμως από μη δικαιούχο ισχυροποιείται για το μέλλον αν αυτός που διέθεσε αποκτήσει το αντικείμενο, όπως σε περίπτωση πλήρωσης αναβλητικής αίρεσης, υπό την οποία τελεί η μεταβίβαση της κυριότητας. Αυτό σημαίνει ότι όταν ο Α πάρει το πτυχίο πληρούται η αναβλητική αίρεση, ο Α γίνεται αυτοδικαίως κύριος του αυτοκινήτου και ισχυροποιείται η διάθεση προς τον Τ.
(6)     Επομένως ο Τ γίνεται κύριος του αυτοκινήτου όχι κατά το χρόνο της μεταβίβασης (Οκτώβριο) αλλά κατά το χρόνο που ο Α ανακηρύχθηκε πτυχιούχος της νομικής (Νοέμβριο).


Λήξη της προθεσμίας
 Ο Α κατάρτισε με τον Β σύμβαση δανείου, σύμφωνα με την οποία το δάνεισμα έπρεπε να αποδοθεί μέχρι την 30 Δεκεμβρίου. Την ημερομηνία αυτή παρουσιάστηκε ο Β και ζήτησε παράταση δύο μηνών για την απόδοση. Ο Α συμφώνησε και του χορήγησε τη ζητηθείσα παράταση.
Ερωτάται: (α) Πότε καθίσταται ληξιπρόθεσμη η οφειλή του Β;
(β) Τι θα ισχύσει, αν η τελευταία ημέρα είναι Κυριακή;
(1)     Σύμφωνα με το άρθρο 241 ΑΚ η προθεσμία αρχίζει την επόμενη της ημέρας όπου έγινε το γεγονός που αποτελεί την αφετηρία της. Το άρθρο 242 ΑΚ ορίζει ότι η προθεσμία λήγει όταν περάσει ολόκληρη η τελευταία μέρα και, αν είναι κατά το νόμο εορτάσιμη, όταν περάσει ολόκληρη η επόμενη εργάσιμη. Τέλος το 243 παρ. 2 ΑΚ προβλέπει ότι προθεσμία που έχει προσδιοριστεί σε μήνες λήγει μόλις περάσει η ημέρα του τελευταίου μηνός που αντιστοιχεί σε αριθμό με την ημέρα που άρχισε, και αν δεν υπάρχει αντίστοιχη, η τελευταία ημέρα του μηνός.
(2)     Αρχικώς η προθεσμία εντός της οποία όφειλε ο Β να αποδώσει το δάνεισμα στον Α έληγε με την πάροδο της 30ης Δεκεμβρίου. Η δίμηνη παράταση που του χορήγησε ο Α αρχίζει, σύμφωνα με τον κανόνα της ΑΚ 241, την 31η Δεκεμβρίου.  Η νέα προθεσμία λήγει στις 28 Φεβρουαρίου (ΑΚ 243 παρ. 2) οπότε και καθίσταται ληξιπρόθεσμη η οφειλή του Β.
(3)     Αν η τελευταία ημέρα είναι Κυριακή, τότε σύμφωνα με την ΑΚ 242 η προθεσμία παρατείνεται για μια ακόμα μέρα. Συνεπώς η οφειλή του Β θα καταστεί ληξιπρόθεσμη με την πάροδο της Δευτέρας.

΄Αμεση και έμμεση αντιπροσώπευση
Ο Π παραδίδει στον φίλο του Φ το μοτοποδήλατό του και τον παρακαλεί να το πωλήσει για λογαριασμό του αντί τιμήματος τουλάχιστον 600 ευρώ και να  του φέρει αμέσως τα χρήματα που θα λάβει. Ας υποθέσουμε ότι: (α) ο Φ πωλεί το μοτοποδήλατο του Α για 750 ευρώ αφού του εξήγησε σε ποιον ανήκει (β) ο Φ πωλεί το μοτοποδήλατο στον Α για 750 ευρώ χωρίς να καταστήσει σαφές ότι δεν του ανήκει και (γ) ο Φ πωλεί το μοτοποδήλατο στον Α για 750 ευρώ χωρίς να αφήσει να φανεί ότι δεν του ανήκει. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις ο Φ ξοδεύει ο ίδιος τα χρήματα.
Ερωτάται: (α) Είναι έγκυρη η πώληση του μοτοποδηλάτου στον Α;
(β) Ποιες αξιώσεις έχει ο Π κατά του Φ σε καθεμιά από τις παραπάνω περιπτώσεις;
Σύμφωνα με τα δεδομένα του πρακτικού προκύπτει ότι μεταξύ Π και Φ έχουν καταρτιστεί οι ακόλουθες δικαιοπραξίες:
(α) Σύμβαση εντολής (ΑΚ 713) δυνάμει της οποίας ο Φ αναλαμβάνει χωρίς αμοιβή την υπόθεση που του ανέθεσε ο Π.
(β) Πληρεξουσιότητα, δηλαδή δικαιοπραξία που έχει ως περιεχόμενο την παροχή εξουσίας αντιπροσωπεύσεως (ΑΚ 216). Σύμφωνα με ΑΚ 217 παρ. 1 η πληρεξουσιότητα είναι καταρχήν άτυπη εκτός και αν η δήλωση υποβάλλεται στον τύπο που απαιτείται για τη δικαιοπραξία που αφορά η πληρεξουσιότητα (ΑΚ 217 παρ. 2). Εν προκειμένω, εφόσον αναφέρεται σε κινητό πράγμα, αρκεί η προφορική δήλωση χωρίς να απαιτείται η τήρηση τύπου (ΑΚ 217 παρ. 2, ΑΚ  158, ΑΚ 513).
(1)     Στην πρώτη περίπτωση Ο Φ ως άμεσος αντιπρόσωπος καθώς η δήλωσή τους γίνεται ρητώς στο όνομα του Π (ΑΚ 211 και 211 παρ. 1 εδ. β’ ) και μέσα στα όρια εξουσίας αντιπροσώπευσης (ΑΚ 211 παρ. 1 εδ. α΄)όσον αφορά το ποσό, η δήλωση του Φ δεσμεύει τον Π και συμβαλλόμενοι στην πώληση είναι οι Α και Π ο οποίος καθίσταται και δικαιούχος του μοτοποδηλάτου. Στην κρινόμενη περίπτωση ο Φ ξόδεψε χρήματα που βρίσκονταν στην κατοχή του και άνηκαν στην κυριότητα του Π (υπεξαίρεση) γνωρίζοντας την έλλειψη νόμιμης αιτίας του πλουτισμού του. Αυτή η κακοπιστία του Φ δικαιολογεί την αυξημένη ευθύνη του προς απόδοση των 750 ευρώ στον Π.
(2)     Αν ο Α μπορούσε από τις περιστάσεις να διαγνώσει ότι ο Φ ενεργεί για τον Π, πρόκειται για άμεση αντιπροσώπευση και ισχύουν τα παραπάνω.
(3)     Σύμφωνα με ΑΚ 212 με συνδυασμό ΑΚ 211 παρ. 1 εδ. β΄ αν δεν συνάγεται ούτε από τις περιστάσεις ότι ο δηλών ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό άλλου τότε θεωρείται ότι ενεργεί στο δικό του όνομα, δηλαδή υπάρχει έμμεση αντιπροσώπευση που σημαίνει ότι η πώληση συνάπτεται μεταξύ Φ και Α. Συνεπώς στην περίπτωση αυτή δικαιούχος του τιμήματος είναι ο Φ που με βάση άλλη δικαιοπραξία (μεταβίβαση χαρτονομισμάτων) και σε εκτέλεση της σύμβασης εντολής (ΑΚ 719) οφείλει να το αποδώσει στον Π.






Δεν υπάρχουν σχόλια: