Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2012

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΥ - ΔΕΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
ΔΕΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ

ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ
Γραπτό και άγραφο δίκαιο (θέμα 2004)
Γραπτό διότι οι κανόνες που περιέχει βρίσκονται αποτυπωμένοι σε ένα ή περισσότερα κείμενα που έχουν πανηγυρικό χαρακτήρα και θεσπίζονται συνήθως με τρόπο συστηματικό σε ένα ενιαίο συνταγματικό κείμενο. Στην ελληνική συνταγματική ιστορία ίσχυσε πάντα η αρχή του ενιαίου γραπτού Συντάγματος διότι στο ίδιο κείμενο του Συντάγματος περιέχονταν τόσο οι ρυθμίσεις που αφορούσαν την οργάνωση του κράτους όσο και η κατοχύρωση των ατομικών δικαιωμάτων.
Το γραπτό σύνταγμα αντιδιαστέλλεται προς το άγραφο σύνταγμα. Άγραφο είναι το σύνταγμα του οποίου οι κανόνες είναι κυρίως εθιμικοί. Η οργάνωση και η λειτουργία των πολιτικών θεσμών βασίζεται σε πρακτικές, παραδόσεις και συνήθειες με μακρά διάρκεια και συνεχή επανάληψη, οι οποίες συναντούν πολιτική αποδοχή και συναίνεση και επιβάλλονται για αυτό το λόγο και στους φορείς της κρατικής εξουσίας με τρόπο πειθαναγκαστικό, ως κανόνες εθιμικοί. Το σύστημα αυτό της συνταγματικής ρύθμισης εμφανίζεται αρκετά ευέλικτο και εξελίξιμο. Τέτοιο σύνταγμα διαθέτει η Μεγάλη Βρετανία, αν και οι εθιμικοί κανόνες συμπληρώνονται με πράξεις γραπτές συνταγματικού περιεχομένου όπως η Magna Charta του 1215, ο κατάλογος των δικαιωμάτων του 1689 κ.α. Το βρετανικό σύνταγμα είναι κυρίως αλλά όχι αποκλειστικά εθιμικό.

ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ
Τα στοιχεία του κράτους
Κράτος είναι ο λαός που ζει σε ορισμένη χώρα και είναι οργανωμένος σε νομική προσωπικότητα, εξοπλισμένη με πρωτογενή εξουσία.
Λαός είναι το σύνολο των φυσικών προσώπων που υπάγονται στην πολιτεία. Η ένταξη του φυσικού προσώπου στο λαό προϋποθέτει τη νομική σχέση του με την εξουσία. Η ειδική αυτή νομική σχέση είναι η ιθαγένεια. Ο λαός ως αριθμητικό μέγεθος είναι μικρότερο από το σύνολο των φυσικών προσώπων που διαμένουν σε ορισμένη χώρα. Οικονομικοί μετανάστες, πολιτικοί πρόσφυγες, αλλοδαποί εργαζόμενοι και ανιθαγενείς είναι ορισμένες από τις κατηγορίες που κατοικούν στην Ελλάδα χωρίς ελληνική ιθαγένεια. Επίσης ο λαός διαφέρει από το έθνος. Στο έθνος περιλαμβάνονται όλα τα φυσικά πρόσωπα που έχουν κοινή γλώσσα και πολιτισμό ή ίσως και κοινή καταγωγή. Δεν είναι απαραίτητο όμως να έχουν την ίδια ιθαγένεια.  Το ελληνικό σύνταγμα περιλαμβάνει τόσο τον όρο λαός όσο και τον όρο έθνος.
Χώρα είναι η έκταση, τα όρια της οποίας συμπίπτουν με τα όρια  ισχύος των επιταγών της πολιτείας. Η χώρα περιλαμβάνει το στέρεο έδαφος και το υπέδαφος, τις υδάτινες επιφάνειες (λίμνες, ποταμοί), τα εσωτερικά θαλάσσια ύδατα, την αιγιαλίτιδα ζώνη και την υφαλοκριπίδα, καθώς και τον εναέριο χώρο. Το άρθρο 27 παρ. 1 Σ, ορίζει ότι καμία μεταβολή στα όρια της επικράτειας δεν μπορεί να γίνει χωρίς νόμο που ψηφίζεται με απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών.
Νομικό πρόσωπο είναι η ένωση προσώπων, η οποία αποτελεί ξεχωριστό από τα μέλη της υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και, η οποία δεν ταυτίζεται με τα άτομα που την αποτελούν, δηλαδή δεν εξαρτάται από την μεταβολή των προσώπων. Το νομικό πρόσωπο έχει και ενιαία βούληση.
Η εξουσία του κράτους είναι πρωτογενής και αυτοδύναμη, κυρίαρχη, θεσμοποιημένη, ενιαία και αδιαίρετη. Ως πρωτογενής και αυτοδύναμη χαρακτηρίζεται η κρατική εξουσία η οποία αφενός δεν εξαρτάται από άλλη εξουσία τόσο κατά τη γένεσή της όσο και κατά τη διάρκεια της άσκησής της και αφετέρου όλες οι άλλες μορφές εξουσίας που εμφανίζονται εντός του κράτους υπάρχουν και ασκούνται γιατί τις θεσπίζει η κρατική εξουσία. Η πρωτογενής εξουσία δεν προέρχεται από άλλες εξουσίες.  Είναι η εξουσία που προέρχεται άμεσα και αποκλειστικά από το ειδικό της υποκείμενο και έχει το μονοπώλιο του εξαναγκασμού.

ΤΟ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ
Έννοια πολιτεύματος
Ο όρος πολίτευμα ανευρίσκεται σε έντεκα άρθρα του συντάγματος 1975/1986. Το πολίτευμα της Ελλάδας είναι Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία.
Σημαντικές παραμέτρους της έννοιας πολίτευμα εισάγει το άρθρο 110 παρ. 1 Σ 1975/1986 το οποίο καθορίζει το πλαίσιο εντός του οποίου πρέπει να κινείται το εκάστοτε αναθεωρητικό διάβημα. Η διάταξη αυτή θεσπίζει δύο απαγορεύσεις για τον αναθεωρητικό νομοθέτη. Με τη μία απαγορεύεται η αναθεώρηση ορισμένων διατάξεων του συντάγματος και με την άλλη απαγορεύεται η αναθεώρηση των διατάξεων του συντάγματος οι οποίες καθορίζουν τη μορφή και τη βάση του πολιτεύματος ως Προεδρευόμενης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας.
Η βάση του πολιτεύματος ανάγεται:
(α) στη διάταξη του άρθρου 1 παρ.2  Σ, η οποία ορίζει ότι θεμέλιο του πολιτεύματος είναι η λαϊκή κυριαρχία.
(β) στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 Σ, η οποία ορίζει ότι όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το λαό.
Διακρίσεις πολιτεύματος
Πολίτευμα ενιαίου κράτους είναι αυτό που βασίζεται σε μια ενιαία εξουσία, με πηγή της ένα ενιαίο λαό, που ζει σε μια ενιαία χώρα.
Οι σύνδεσμοι πολιτειών διακρίνονται σε δύο κατηγορίες:
(α) τις ομοσπονδίες πολιτειών ή συνομοσπονδίες
(β) τις ομοσπονδιακές πολιτείες.
Οι ομοσπονδίες πολιτειών είναι ενώσεις πολιτειών που δεν δημιουργούν νέα ενιαία πολιτεία. Η συνομοσπονδία χαρακτηρίζεται από την απουσία υπερκείμενης έννομης τάξης και για αυτό δεν διαθέτει Σύνταγμα.
Οι ομοσπονδιακές πολιτείες είναι ενώσεις πολιτειών που αναπτύσσουν εκείνα τα συνεκτικά στοιχεία τα οποία δημιουργούν μια νέα, ενιαία, υπερκείμενη πολιτεία. Ομοσπονδιακή πολιτεία είναι η ΗΠΑ, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η Ελβετία.  Στην ομοσπονδιακή πολιτεία η έννομη τάξη διαστρωματώνεται σε δύο επίπεδα. Στο υπερκείμενο επίπεδο βρίσκεται η έννομη τάξη της ομοσπονδιακής πολιτείας, η κυριαρχία της οποία επεκτείνεται σε όλη την επικράτεια, η οποία αποτελείται από το άθροισμα της επικράτειας των ομόσπονδων κρατών. Η ομοσπονδιακή πολιτεία διαθέτει σύνταγμα στο οποίο υπάγονται και προς το οποίο εναρμονίζονται τα συντάγματα των ομόσπονδων κρατών.
Διακρίσεις δημοκρατικού πολιτεύματος
Ü      Απόλυτη δημοκρατία είναι το πολίτευμα στο οποίο ο λαός κατά την άσκηση της εξουσίας δεν υπόκειται σε νομικούς περιορισμούς.
Ü      Περιορισμένη δημοκρατία είναι το πολίτευμα στο οποίο ο λαός υπόκειται σε συγκεκριμένους περιορισμούς, οι οποίοι προβλέπονται στο Σύνταγμα της πολιτείας.
Ü      Άμεση δημοκρατία είναι το πολίτευμα στο οποίο ο λαός είναι το κρατικό όργανο που ασκεί αμέσως και απευθείας την εξουσία, μέσω λαϊκών συνελεύσεων.
Ü      Αντιπροσωπευτική δημοκρατία είναι το πολίτευμα στο οποίο η πηγή εξουσίας είναι ο λαός, ο οποίος ασκεί την εξουσία δια των αντιπροσώπων του.
Τα σύγχρονα δημοκρατικά πολιτεύματα διακρίνονται σε:
Ü      Βασιλευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία (Αγγλία, Βέλγιο, Ολλανδία, Δανία, Σουηδία, Νορβηγία). Η κυβέρνηση οφείλει να έχει την εμπιστοσύνη της βουλής και λαμβάνει πολιτικές αποφάσεις. Ο βασιλιάς είναι ο κληρονομικός αρχηγός του κράτους με συμβολικό ρόλο και ρυθμιστικές αρμοδιότητες. Είναι πολιτικά ανεύθυνος.
Ü      Πολίτευμα κυβερνώσας βουλής (Ελβετία). Οι υπουργοί και η εκτελεστική λειτουργία εξαρτώνται απολύτως από τη Λαϊκή Αντιπροσωπεία.
Ü      Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία (Ελλάδα, Ιταλία, Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας). Κεντρικό όργανο εκτελεστικής εξουσίας είναι η κυβέρνηση.  Ο ΠτΔ είναι αιρετός από τη βουλή, δεν έχει ουσιαστικές αρμοδιότητες και είναι πολιτικά ανεύθυνος, οι πράξεις του δεν ισχύουν χωρίς υπουργική προσυπογραφή.
Ü      Προεδρική δημοκρατία (ΗΠΑ, Κύπρος). Ο ΠτΔ είναι αιρετός από το εκλογικό σώμα. Συγκεντρώνει τυπικά και ουσιαστικά τις αρμοδιότητες του αρχηγού του κράτους και του Προέδρου της Κυβέρνησης. Δηλαδή οι υπουργοί δεν εξαρτώνται από την εμπιστοσύνη της βουλής αλλά εξαρτώνται από την εμπιστοσύνη του Προέδρου της Δημοκρατίας.  Στις ΗΠΑ ο ΠτΔ δεν μπορεί να διαλύσει τη Γερουσία και τη Βουλή των Αντιπροσώπων.
Ü      Ημιπροεδρική Δημοκρατία (Γαλλία). Πρόκειται για μικτό σύστημα μεταξύ προεδρικού και προεδρευόμενης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Ο ΠτΔ εκλέγεται άμεσα από το λαό, διαθέτει ουσιαστικές αρμοδιότητες. Η κυβέρνηση εξαρτάται από την εμπιστοσύνη της βουλής και λιγότερο από την εμπιστοσύνη του ΠτΔ.
Εξέλιξη του πολιτεύματος στην Ελλάδα Σ.Ο.Σ.
Ü      Απόλυτη μοναρχία (1833-1843) Ο Όθων κυβέρνησε μετά τη ενηλικίωσή του ως απόλυτος μονάρχης, δηλαδή ως κυρίαρχο όργανο που δεν δεσμεύεται από κανόνες δικαίου. Ο μονάρχης ασκούσε εξουσία που εκπορευόταν από τον Θεό.
Ü      Συνταγματική μοναρχία (1844-1862) Ο Όθων, μετά την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, εκύρωσε και εξέδωσε το Σύνταγμα που ψήφισε η Συνέλευση των Ελλήνων της 3ης Σεπτεμβρίου. Με το Σύνταγμα του 1844 ο μονάρχης ήταν η πηγή και ο φορέας της εξουσίας, ασκούσε νομοθετική εξουσία στην οποία συνέπραττε και η βουλή. Ο μονάρχης διόριζε υπουργούς που είχαν ποινική ευθύνη για τις πράξεις του ενώ ο μονάρχης ήταν ανεύθυνος και πρόσωπο ιερό και απαραβίαστο.
Ü      Κυβερνώσα Βουλή (1862-1863) Μετά την οριστική ανατροπή του Όθωνα και την έκπτωση της δυναστείας των Βίττελσσβαχ από τον ελληνικό θρόνο, για ορισμένους μήνες ίσχυσε το πολίτευμα της κυβερνώσας βουλής.
Ü      Βασιλευόμενη Δημοκρατία (1864-1927) Με την εκλογή του δανού Πρίγκηπα Γεωργίου του οίκου Χόλσταϊν-Σοντερμπούργκ-Γλύξμπουργκ, η οποία έγινε με ψήφισμα της Β εν Αθήναι Εθνικής Συνέλευσης και τη θέσπιση συντάγματος του 1864 αρχίζει η περίοδος βασιλευόμενης δημοκρατίας. Πηγή και φοράς της εξουσίας είναι ο λαός ενώ ο βασιλιάς είναι κληρονομικός αρχηγός του κράτους. Το 1875 με την υιοθέτηση της αρχής της δεδηλωμένης αρχίζει η εφαρμογή του κοινοβουλευτικού συστήματος στην Ελλάδα με την οποία η κυβέρνηση έπρεπε να έχει την εμπιστοσύνη της βουλής.
Ü      Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία (1927-1935) Πρόκειται για την Β Ελληνική Δημοκρατία η οποία εγκαθιδρύθηκε με ψήφισμα της Δ εν Αθήναι Συντακτικής Συνέλευσης στις 25 Μαρτίου 1924 αλλά το στρατιωτικό κίνημα του στρατηγού και βουλευτή Θ. Πάγκαλου, ο οποίος εξελίχθηκε από πρωθυπουργός σε δικτάτορα καθυστέρησε τη θέσπιση του συντάγματος. Με το σύνταγμα του 1927 πηγή και φορέας της εξουσίας είναι ο λαός, ο αρχηγός του κράτους είναι αιρετός ΠτΔ, η κυβέρνηση οφείλει να έχει την εμπιστοσύνη της βουλής.
Ü      Βασιλευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία (1952-1967) Εγκαθιδρύθηκε με το σύνταγμα του 1952 το οποίο παραβίασε ο βασιλιάς Κωνσταντίνος μεθοδεύοντας τις κυβερνήσεις των αποχωρησάντων από την ένωση κεντρώου βουλευτών, γεγονότα, τα οποία αποτέλεσαν αφορμή και πρόσχημα για την επιβολή της επτάχρονης δικτατορίας (1967-1974).
Ü      Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία (1975-σήμερα) Πρόκειται για το σύγχρονο ελληνικό πολίτευμα. Σύμφωνα με το ισχύον σύνταγμα 1975/1986/2001 ο αρχηγός του κράτους είναι αιρετός Πρόεδρος της Δημοκρατίας με ρυθμιστικές αρμοδιότητες. Ο λαός είναι η πηγή και ο φοράς της εξουσίας την οποία ασκεί δια των αντιπροσώπων του. Η κυβέρνηση είναι το αποφασιστικό όργανο, αλλά οφείλει να διαθέτει την εμπιστοσύνη της βουλής.

ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ
Έννοια συντάγματος
Σύνταγμα είναι το σύστημα κανόνων δικαίου που ρυθμίζουν τη συγκρότηση και την άσκηση της κρατικής εξουσίας και διασφαλίζουν τα κυριότερα δικαιώματα και τις βασικές υποχρεώσεις των διαβούντων στη συγκεκριμένη κρατικά οργανωμένη κοινωνία.
Διακρίσεις συνταγμάτων
Με κριτήριο τη μορφή του συντάγματος διακρίνονται σε:
Ü      Γραπτό σύνταγμα είναι εκείνο που θεσπίζει η πολιτεία σύμφωνα με καθορισμένες διαδικασίες και το οποίο αποτυπώνεται σε γραπτό κείμενο. Συνήθως είναι συστηματοποιημένο σε ένα ενιαίο κώδικα.
Ü      Άγραφο σύνταγμα είναι εκείνο που έχει διαμορφωθεί με τη διαδικασία παραγωγής του συνταγματικού εθίμου. Σήμερα το άγραφο υποχωρεί υπέρ του γραπτού ακόμα και στη Μεγάλη Βρετανία όπου πρωτοδημιουργήθηκε.
Με κριτήριο το περιεχόμενο του συντάγματος διακρίνονται σε:
Ü      Τυπικό σύνταγμα είναι η έκφραση της βούλησης του συντακτικού νομοθέτη δηλαδή οι κανόνες που παράγει συντακτική ή αναθεωρητική βουλή. Έχει γραπτή μορφή και είναι αυστηρό.
Ü      Ουσιαστικό σύνταγμα αποτελούν οι κανόνες δικαίου που ανεξαρτήτως της βαθμίδας που καταλαμβάνουν στην ιεραρχική κλίμακα ρυθμίζουν θέματα που ανάγονται στη θεματολογία του συντάγματος.
Με κριτήριο την ιεραρχική θέση των συνταγμάτων στην έννομη τάξη διακρίνονται σε:
Ü      Αυστηρό είναι το γραπτό σύνταγμα το οποίο θεσπίζεται, καταργείται ή μεταβάλλεται κάτω από προϋποθέσεις διαφορετικές και ειδικότερες από εκείνες που ισχύουν για τη θέσπιση, κατάργηση ή τροποποίηση του κοινού δικαίου. Οι προϋποθέσεις αυτές ορίζονται από το ίδιο το σύνταγμα. Το αυστηρό σύνταγμα συνήθως προβλέπει ορισμένες διατάξεις που δεν μπορούν να τροποποιηθούν.
Ü      Ήπιο είναι το σύνταγμα  το οποίο τροποποιείται με την συνήθη νομοθετική διαδικασία. Η ισχύς των κανόνων  του ηπίου συντάγματος είναι ίση με την ισχύ των λοιπών κανόνων δικαίου.

Η ΘΕΣΠΙΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
Η θέσπιση του συντάγματος
Επιτυγχάνεται με δύο μεθόδους, η πρώτη αφορά σε πολιτεία η οποία είτε πρωτοδημιουργείται είτε ανασυγκροτείται ύστερα από επανάσταση. Στις περιπτώσεις αυτές παράγεται πρωτογενές σύνταγμα αφού ασκείται πρωτογενής συντακτική εξουσία.
Η συντακτική εξουσία ιστορικά ταυτίζεται με τη βούληση ενός φορέα που έχει τη δύναμη να επιβάλλει τους όρους σύνταξης της πολιτείας.
Η συντακτική εξουσία ασκείται:
(α) με συντακτική εθνική συνέλευση που εκλέγεται, επεξεργάζεται και ψηφίζει νέο Σύνταγμα
(β) με δημοψήφισμα, η συνέλευση επεξεργάζεται σύνταγμα και το υποβάλλει για έγκριση από λαό
(γ) με λαϊκή πρωτοβουλία.
Η διαδικασία αναθεώρησης του συντάγματος 1975/1986/2001 Σ.Ο.Σ.
Το σύνταγμα 1975/1986/2001 είναι αυστηρό. Το άρθρο 110 παρ. 1 του Συντάγματος καθορίζει ποιες διατάξεις δεν αναθεωρούνται. Οι διατάξεις αυτές είναι:
Ü      Άρθρο 2 παρ. 1 όπου ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας
Ü      Άρθρο 4 παρ. 1 όπου οι έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου
Ü      Άρθρο 4 παρ. 4 όπου μόνο έλληνες πολίτες είναι δεκτοί σε όλες τις δημόσιες λειτουργίες με εξαιρέσεις από ειδικούς νόμους
Ü      Άρθρο 4 παρ. 7 όπου τίτλοι ευγενείας ή διάκρισης ούτε απονέμονται ούτε αναγνωρίζονται σε έλληνες πολίτες
Ü      Άρθρο 5 παρ. 1 όπου καθένας αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το σύνταγμα και τα χρηστά ήθη
Ü      Άρθρο 5 παρ. 3 όπου η προσωπική ελευθερία είναι απαραβίαστη
Ü      Άρθρο 13 παρ. 1 όπου η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη
Ü      Άρθρο 26 όπου η νομοθετική λειτουργία ασκείται από τη βουλή και τον ΠτΔ, η εκτελεστική από τη κυβέρνηση και τον ΠτΔ και η δικαστική από τα δικαστήρια
Οι διαδικαστικές προϋποθέσεις της αναθεωρητικής λειτουργίας καθορίζονται στις διατάξεις του άρθρου 110 παρ. 2-6 Συντ. 1975/1986/2001. Αρμόδιο όργανο για την αναθεώρηση του συντάγματος είναι η Βουλή χωρίς τη σύμπραξη του ΠτΔ. Η αναθεωρητική διαδικασία διακρίνεται σε δύο φάσεις:
Ü      Η πρώτη φάση αφορά την ανάγκη αναθεώρησης του συντάγματος, αρχίζει με πρόταση πενήντα τουλάχιστον βουλευτών Σ 110 παρ. 2 εδ.α, η βουλή με πλειοψηφία των 3/5 αποφασίζει σε δύο ψηφοφορίες που απέχουν μεταξύ τους τουλάχιστον ένα μήνα. Η επόμενη βουλή δεν μπορεί να προσθέσει και άλλες διατάξεις προς αναθεώρηση. Η επόμενη βουλή η οποία είναι αναθεωρητική αποφασίζει πως θα αναθεωρηθούν οι διατάξεις. Η απόφαση της βουλής με την οποία αρχίζει η αναθεωρητική διαδικασία είναι δυνατό να ληφθεί με την απόλυτη πλειοψηφία των μελών της (151/300). Η απόφαση της βουλής  για την αναθεώρηση ορισμένων διατάξεων του συντάγματος δεν συνεπάγεται τη διάλυσή της. Έτσι, όταν ολοκληρωθεί η πρώτη φάση, είναι δυνατή η πρόωρη λήξη της μετά από πρόταση της κυβέρνησης και η διενέργεια πρόωρων εκλογών.
Ü      Η δεύτερη φάση της αναθεωρητικής διαδικασίας αρχίζει στην επόμενη βουλή την αναθεωρητική. Η νέα βουλή αποφασίζει το περιεχόμενο των υπό αναθεώρηση διατάξεων κατά την πρώτη σύνοδό της. Η απόφαση λαμβάνεται με απόλυτη πλειοψηφία, εφόσον η ανάγκη αναθεώρησης είχε ψηφιστεί με 3/5. Αν η απόφαση της πρώτης βουλής για την έναρξη της αναθεωρητικής διαδικασίας είχε ληφθεί με απόλυτη πλειοψηφία τότε η αναθεωρητική βουλή λαμβάνει την απόφασή της με την ειδική αυξημένη πλειοψηφία των 3/5 των μελών της. Θεσπίζεται δηλαδή για πρώτη φορά στην ελληνική συνταγματική ιστορία η εναλλαγή των ψηφοφοριών. Κάθε νέα διάταξη δημοσιεύεται εντός δέκα ημερών από την ψήφισή της στην ΕτΚ. Η διάταξη του άρθρου 110 παρ. 6 Συντ. 1975/1986/2001 απαγορεύει την αναθεώρηση του συντάγματος πριν περάσει πενταετία από την ολοκλήρωση της προηγούμενης. Μόλις περατωθεί το έργο της αναθεώρησης, η αναθεωρητική βουλή μετατρέπεται σε απλή και συνεχίζει τις συνήθεις εργασίες της.

Η ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
Η Προστασία του συντάγματος Σ.Ο.Σ.
Κάθε αυστηρό και γραπτό Σύνταγμα προβλέπει και κατοχυρώνει θεσμούς που λειτουργούν ως εγγυήσεις για την προστασία του.
Στην προστασία του συντάγματος συντελούν:
Ü      Τα πολιτικά κόμματα (Σ 29 παρ. 1) όπου η δράση τους οφείλει να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος.
Ü      Τα θεμελιώδη δικαιώματα.
Ü      Ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων.
Ü      Ο αυστηρός χαρακτήρας του Συντάγματος που επιβάλλει όρια στην αναθεωρητική διαδικασία.
Ü      Διάταξη που θεσπίστηκε για την προστασία του συντάγματος είναι επίσης το Σ 59 παρ. 1 με το οποίο οι βουλευτές ορκίζονται πίστη στην πατρίδα και το δημοκρατικό πολίτευμα, υπακοή στο Σύνταγμα και τους νόμους.
Ü      Αποτελεσματικός προστάτης του Συντάγματος μπορεί να είναι ο λαός.  Σύμφωνα με Σ 120 παρ. 2 οι έλληνες έχουν τη θεμελιώδη υποχρέωση να σέβονται το Σύνταγμα και τους νόμους. Επίσης, σύμφωνα με Σ 120 παρ. 4 οι έλληνες έχουν δικαίωμα και υποχρέωση να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε  επιχειρεί να καταλύσει το Σύνταγμα με τη βία.
Ü      Ιδιαίτερη προστασία του συντάγματος παρέχουν οι διατάξεις του άρθρου 48 συντ. 1975/1986/2001 που προβλέπουν τις καταστάσεις έκτακτης ανάγκης. Αυτές είναι ο πόλεμος, η επιστράτευση εξαιτίας εξωτερικών κινδύνων ή άμεσης απειλής της εθνικής ασφάλειας και η εκδήλωση ενόπλου κινήματος για την ανατροπή του δημοκρατικού πολιτεύματος. Σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης η χώρα κηρύσσεται σε κατάσταση πολιορκίας με την εξής διαδικασία: η κυβέρνηση προτείνει να τεθεί σε εφαρμογή ο νόμος για την κατάσταση πολιορκίας σε όλη την  επικράτεια ή μέρος της, η βουλή είναι το όργανο που αποφασίζει την κήρυξη της χώρας σε κατάσταση πολιορκίας, ο ΠτΔ δημοσιεύει την απόφαση της βουλής. Η βουλή αποφασίζει με μία συνεδρίαση με ειδική αυξημένη πλειοψηφία των 3/5 όλων των βουλευτών (Σ 48 παρ. 6). Η διάρκεια ορίζεται με απόφαση της βουλής. Σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να υπερβεί τις 15 ημέρες. Αν η βουλή είναι απούσα ή αδυναμία τότε τίθεται σε εφαρμογή το προεδρικό διάταγμα με πρόταση της κυβέρνησης. Η βουλή συγκαλείται εκ των υστέρων και εγκρίνει την κήρυξη της χώρας σε κατάσταση πολιορκίας. Αν εκλείψει η έκτακτη ανάγκη, η κατάσταση πολιορκίας λύεται αυτοδικαίως. Την περίοδο εκείνη ο ΠτΔ εκδίδει πράξεις νομοθετικού περιεχομένου για να αντιμετωπιστούν επείγουσες ανάγκες. Αξίζει να σημειωθεί ότι η βουλή αποφασίζει κάθε 15 ημέρες την παράταση της πολιορκίας με απόλυτη πλειοψηφία των μελών της .

Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
Οι παραδοσιακές ερμηνευτικές μέθοδοι
Ü      Η γραμματική ερμηνεία αποτελεί την αφετηριακή προσέγγιση στον ερμηνευόμενο συνταγματικό κανόνα. Το κριτήριο που υιοθετείται είναι η λεκτική διατύπωση του κανόνα.
Ü      Η λογική ερμηνεία με την οποία ελέγχεται το πόρισμα της γραμματικής ερμηνείας με κριτήριο το λόγο. Ο έλεγχος αυτός συντελείται με επιχειρήματα. Επιχείρημα εξ αντιδιαστολής, η εις άτοπον απαγωγή, από το μείζον στο έλασσον, από το έλασσον στο μείζον είναι τα επιχειρήματα που συντελούν στον έλεγχο και την λογική παρέμβαση στο συμπέρασμα της γραμματικής ερμηνείας.
Ü      Η ιστορική ερμηνεία χρησιμοποιεί ως κριτήριο τις ιστορικές συνθήκες διατύπωσης και διαμόρφωσης του ερμηνευτικού κανόνα.
Ü      Η συστηματική ερμηνεία που ανατρέχει στην εσωτερική σχέση που συνδέει τον ερμηνευόμενο κανόνα με το όλο σύστημα του δικαίου ώστε το νόημα της υπερκείμενης ενότητας κανόνων να συναρτάται και να αποτελεί νόημα του ερμηνευόμενου κανόνα.
Ü      Η τελολογική ερμηνεία, πρόκειται για την ερμηνευτική μέθοδο που αναζητά το σκοπό του κανόνα με συνδυασμό με την πρόθεση του νομοθέτη και τη σύγχρονη λειτουργία του ερμηνευόμενου κανόνα.
Φορείς της ερμηνείας του συντάγματος
Ü      Η αναθεωρητική βουλή και το ανώτατο ειδικό δικαστήριο ερμηνεύουν αυθεντικά το σύνταγμα. Αυθεντική ερμηνεία σημαίνει ότι τα συμπεράσματά της έχουν καθολική αναγνώριση και ισχύ.
Ü      Τα δικαστήρια, η βουλή, η κυβέρνηση, ο ΠτΔ ερμηνεύουν επίσημα το Σύνταγμα.  Η επίσημη ερμηνεία επιδέχεται αμφισβήτηση εκ μέρους των άλλων άμεσων οργάνων.
Ü      Πολίτες, κόμματα, ομάδες πίεσης μπορούν να προβούν σε ανεπίσημη ερμηνεία του συντάγματος.

ΠΗΓΕΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
Η αυξημένη τυπική ισχύς του συντάγματος (έχει πέσει ΘΕΜΑ)
Η αυξημένη τυπική ισχύς (ο ανώτερος νόμος του κράτους) του συντάγματος αναδεικνύεται από σειρά διατάξεων του:
Ü      Άρθρο 110 παρ. 1 που απαγορεύει την αναθεώρηση του σκληρού πυρήνα του συντάγματος.
Ü      Άρθρο 111 παρ. 1 που ορίζει ότι κάθε διάταξη νόμου ή κανονιστικής πράξης της διοίκησης που είναι αντίθετη με το σύνταγμα καταργείται από την έναρξη ισχύος του συντάγματος.
Ü      Άρθρο 87 παρ. 2 που ορίζει ότι οι δικαστές δεν είναι υποχρεωμένοι να συμμορφώνονται με διατάξεις  που τίθενται να καταλύσουν το Σύνταγμα.
Ü      Άρθρο 93 παρ. 4 που ορίζει ότι τα δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο, το περιεχόμενο του οποίου είναι αντίθετο με το σύνταγμα.
Αυξημένη τυπική ισχύ διαθέτουν τα Ψηφίσματα και οι Συντακτικές πράξεις.  Προϋπόθεση για να εκδοθούν αυτά είναι η μη ύπαρξη συντάγματος είτε διότι καταργήθηκε είτε γιατί το υπάρχον δεν εφαρμόζεται.
Ψηφίσματα είναι κανόνες με αυξημένη τυπική ισχύ (έχουν την ίδια τυπική ισχύ με το σύνταγμα) που εκδίδονται από συνταγματικές συνελεύσεις προκειμένου να ικανοποιηθούν απρόβλεπτες ρυθμιστικές ανάγκες. Η Ε Αναθεωρητική βουλή το 1974 εξέδωσε 12 ψηφίσματα με τα οποία ρυθμίστηκαν θέματα όπως η άσκηση των αρμοδιοτήτων του προσωρινού ΠτΔ, η σύσταση ειδικής επιτροπής για την αναθεώρηση και συμπλήρωση του συντάγματος του 1952, η δίωξη των εγκλημάτων των πραξικοπηματιών, η παράταση των προθεσμιών για την κατάρτιση νέου συντάγματος, καθώς και η ρύθμιση θεμάτων των μελών του υπουργικού συμβουλίου και των βουλευτών.
Συντακτικές πράξεις είναι πράξεις οργάνου της εκτελεστικής εξουσίας με περιεχόμενο συντακτικό ή αναθεωρητικό. Είναι φαινόμενο ανώμαλων συνταγματικών περιόδων διότι εκδίδονται σε κάθε περίπτωση από de facto κυβερνήσεις. Προϋποθέτουν τη δύναμη του φορέα τους που τις επιβάλλει. Με αυτές στερείται ο λαός το πρωταρχικό του δικαίωμα να αυτοπροσδιορίζεται πολιτικά. Εξαιρετικά εκδόθηκαν 8 συντακτικές πράξεις μεταπολιτευτικά, που ήταν προς όφελος της ομαλότητας.  Εκδόθηκαν από την κυβέρνηση εθνικής ενότητας που σχηματίστηκε μετά την κατάρρευση του δικτατορικού καθεστώτος. Με τις εν λόγω συντακτικές πράξεις επανατέθηκε σε ισχύ το σύνταγμα του 1952.
Το ευρωπαϊκό δίκαιο
Διακρίνεται σε πρωτογενές και παράγωγο:
Ü      Πρωτογενές είναι οι ιδρυτικές συνθήκες (ΕΟΚ, ΕΚΑΕ, ΕΚΑΧ, συνθήκη του Μάαστριχτ και η συνθήκη του Άμστερνταμ)
Ü      Παράγωγο ευρωπαϊκό δίκαιο είναι οι κανόνες δικαίου που θεσπίζουν τα όργανα της ΕΕ.
Τόσο το πρωτογενές όσο και το παράγωγο ευρωπαϊκό δίκαιο ισχύουν σε επίπεδο αντίστοιχο του συντάγματος στο μέτρο που δεν θίγουν την πολιτειακή και πολιτική ταυτότητα του κράτους μέλους.
Τα όργανα της ΕΕ είναι η Επιτροπή, το Συμβούλιο, το Κοινοβούλιο και το Δικαστήριο. Το παράγωγο ευρωπαϊκό δίκαιο εμφανίζεται ως κανονισμός (έχει γενική ισχύ, δηλαδή περιέχει ρύθμιση με γενικό και αφηρημένο χαρακτήρα και ισχύει απευθείας σε όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ, έχει άμεση ισχύ), ως οδηγία (δεσμεύει τα κράτη μέλη μόνο ως προς το αποτέλεσμα), ως απόφαση (συνήθως περιέχει ρύθμιση ειδική και συγκεκριμένη δηλαδή με την απόφαση ασκείται εκτελεστική λειτουργία).
Άλλες πηγές του δικαίου Σ.Ο.Σ.
Ü      Διεθνές δίκαιο. Οι κανόνες δικαίου που περιλαμβάνονται σε συμφωνίες μεταξύ κρατών. Σύμφωνα με το άρθρο 2παρ. 2 Σ η Ελλάδα ακολουθώντας τους γενικά αναγνωρισμένους κανόνες του διεθνούς δικαίου επιδιώκει την εμπέδωση της ειρήνης, της δικαιοσύνης, καθώς και την ανάπτυξη των φιλικών σχέσεων μεταξύ των λαών και των κρατών. Σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 μετά την επικύρωσή τους από τη βουλή οι κανόνες των διεθνών συμβάσεων ισχύουν στην ελληνική εσωτερική έννομη τάξη και διαθέτουν υπέρτερη τυπική δύναμη με την εξαίρεση του Συντάγματος που υπερτερεί.
Ü      Νομοθεσία του άρθρου 107 Συντ. 1975/1986/2001: πρόκειται για το Ν.Δ: 2687/1953 και το Ν.Δ. 4256/1962 με τα οποία ρυθμίζονται και προστατεύονται οι επενδύσεις με κεφαλαία εξωτερικού.
Ü      Τυπικός νόμος. Η έκφραση της δήλωσης βουλήσεως του νομοθετικού οργάνου του κράτους. Υπενθυμίζεται ότι το νομοθετικό όργανο του κράτους είναι διφυές: συμπράττουν ο ΠτΔ και η βουλή.
Ü      Πράξεις νομοθετικού περιεχομένου του άρθρου 44 του Συντ. 1975/1986/2001: είναι πράξεις με κανονιστικό περιεχόμενο που εκδίδει ο ΠτΔ ύστερα από πρόταση και προσυπογραφή του υπουργικού συμβουλίου. Εκδίδονται για να ρυθμίσουν έκτακτες περιπτώσεις εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης. Η χρονική τους διάρκεια είναι περιορισμένη. Πράξεις νομοθετικού περιεχομένου εκδίδονται και όταν η χώρα βρίσκεται σε κατάσταση πολιορκίας.
Ü      Μη αυτοτελή κανονιστικά διατάγματα ή προεδρικά διατάγματα κατόπιν εξουσιοδότησης νόμου του άρθρου 43 παρ. 2 εδ.α και 4 του Συντάγματος 1975/1986 καθώς και λοιπές κανονιστικές πράξεις της Διοίκησης του άρθρου 43 παρ. 2 εδ. β. Πρόκειται για την αρμοδιότητα της διοίκησης να θεσπίζει κανόνες δικαίου μέσω κανονιστικών διοικητικών πράξεων. Η αρμοδιότητα αυτή θεμελιώνεται με νομοθετική εξουσιοδότηση. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η ψήφιση, έκδοση και δημοσίευση τυπικού νόμου με τον οποίο παρέχεται εξουσιοδοτική διάταξη. Τα προεδρικά διατάγματα που εκδίδονται κατόπιν ειδικής εξουσιοδότησης είναι τα συνιθέστερα.
Ü      Αυτοτελή κανονιστικά διατάγματα του άρθρου 43 παρ. 1 ή εκτελεστικά διατάγματα: εκδίδονται από τον ΠτΔ και τον αρμόδιο υπουργό.  Είναι εκτελεστικά τυπικών νόμων. Δεν ρυθμίζουν αυτοτελώς θέματα αλλά βρίσκονται σε άμεση συνάρτηση με το περιεχόμενο του τυπικού νόμου.
Ü      Συντακτικό έθιμο. Το έθιμο είναι άγραφος κανόνας δικαίου, ο οποίος ιστορικά προηγείται του γραπτού κανόνα δικαίου. Στο σύγχρονο κόσμο το έθιμο κατέχει σημαντική θέση στις χώρες του Common Law προεξάρχοντος του Ηνωμένου Βασιλείου. Οι προϋποθέσεις συνταγματικού εθίμου είναι (α) μακροχρόνια και ομοιόμορφη πρακτική η οποία (β) ασκείται με πεποίθηση εφαρμογής κανόνα δικαίου και η οποία (γ) ρυθμίζει κενό που διαπιστώνεται στο τυπικό και γραπτό Σύνταγμα, το οποίο και συμπληρώνει.

ΘΕΜΕΛΙΩΔΕΙΣ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑΤΟΣ
Θεμελιώδεις αρχές του πολιτεύματος
Ü      Δημοκρατική αρχή. Στο Σύνταγμα κατοχυρώνεται με την μορφή της λαϊκής κυριαρχίας. Η δημοκρατική αρχή διαχέεται σε μεγάλο αριθμό διατάξεων του Συντάγματος οι οποίες είναι ουσιαστικές, εγγυητικές και διασφαλιστικές του περιεχομένου της.  Περιορισμοί της δημοκρατικής αρχής (α) η αρχή της πλειοψηφίας (β) η προστασία της μειοψηφίας (γ) οι σχέσεις ισοτιμίας μεταξύ πλειοψηφίας – μειοψηφίας (δ) η αναθεώρηση ορισμένων μόνο διατάξεων του Συντάγματος (ε) Η κατάσταση πολιορκίας του άρθρου 48 Σ. Εγγυήσεις τήρησης της δημοκρατικής αρχής (α) η υποχρεωτική ψηφοφορία (β) η υποχρέωση αφοσίωσης στο Σύνταγμα (γ) Η δίωξη του σφετερισμού της λαϊκής κυριαρχίας (δ) το δικαίωμα και η υποχρέωση αντίστασης κάθε Έλληνα εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να καταλύσει το Σύνταγμα με τη βία (ε) η υποχρέωση του κράτους να τηρεί θρησκευτική, κοσμοθεωρητική και πολιτική ουδετερότητα και (στ) η ποινική προστασία του πολιτεύματος.
Ü      Αντιπροσωπευτική αρχή. Συνώνυμο της έμμεσης δημοκρατίας η οποία αντιδιαστέλλεται από την άμεση δημοκρατία. Η άμεση δημοκρατία υπό τις σημερινές συνθήκες είναι ανέφικτη. Η αντιπροσωπευτική αρχή διαμορφώθηκε στην Αγγλία  κατά τις διάφορες φάσεις εξέλιξης του βρετανικού πολιτεύματος. Η αντιπροσωπευτική αρχή πραγματοποιείται με το συλλογικό αντιπροσωπευτικό του λαού όργανο δηλαδή τη βουλή, η οποία εκλέγεται περιοδικά, δηλαδή κατά τακτά χρονικά διαστήματα, και ασκεί τη νομοθετική εξουσία αντί του λαού και εν ονόματί του. Η αντιπροσωπευτική αρχή στο Σύνταγμα βρίσκεται (α) στο άρθρο 53 παρ. 1: οι βουλευτές εκλέγονται για 4 έτη (β) άρθρο 51 παρ. 2: οι βουλευτές αντιπροσωπεύουν το Έθνος (γ) άρθρο 60 παρ. 1: οι βουλευτές έχουν απεριόριστο δικαίωμα της γνώμης και ψήφου κατά συνείδηση (δ) άρθρο 61 παρ.1: ο βουλευτής δεν καταδιώκεται ούτε εξετάζεται με οποιοδήποτε τρόπο για γνώμη ή ψήφο που έδωσε κατά την άσκηση των καθηκόντων του (ε) άρθρο 66 παρ. 1: δημοσιότητα των συνεδριάσεων της βουλής και ο εξαιρετικά σπάνιος αποκλεισμός της.
Ü      Κοινοβουλευτική αρχή. Οργανώνει τη σχέση ανάμεσα στην κυβέρνηση και στην βουλή ώστε η κυβέρνηση να εξαρτάται από αυτήν. Με την ψήφο εμπιστοσύνης της βουλής προς την κυβέρνηση, η κυβέρνηση νομιμοποιείται να κατευθύνει την πολιτική του κράτους. Το σύνταγμα μεθοδεύει την κοινοβουλευτική αρχή στα άρθρα (α) 37 παρ. 2 εδ. α: ο ΠτΔ διορίζει πρωθυπουργό τον αρχηγό του κράτους με τουλάχιστον 151 έδρες (β) άρθρο 84 παρ. 1: εντός 15 ημερών από την ορκωμοσία του πρωθυπουργού η κυβέρνηση υποχρεούται να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης από τη βουλή.  Υπενθυμίζεται ότι η κοινοβουλευτική αρχή εισήχθη στην Ελλάδα το 1875 (Χαρίλαος Τρικούπης) και το Σύνταγμα του 1927 την συμπεριέλαβε γραπτά. Το Σύνταγμα του 1952  όμως δεν την συμπεριέλαβε με αποτέλεσμα την βασιλική εκτροπή του 1965.
Ü      Αρχή του πολυκομματισμού Σ.Ο.Σ. Το δημοκρατικό πολίτευμα προϋποθέτει την ύπαρξη τουλάχιστον δύο πολιτικών κομμάτων ανεξάρτητων μεταξύ τους. Το πολιτικό κόμμα είναι (α) ιδιαίτερη μορφή ένωσης πολιτών (β) η ένωση έχει χαρακτήρα διαρκή (γ) η ένωση έχει σκοπό την απόκτηση πλειοψηφίας στο εκλογικό Σώμα και στο αντιπροσωπευτικό όργανο (βουλή) προκειμένου να συμμετέχει στη διαμόρφωση της κρατικής βούλησης. Οπότε πολιτικό κόμμα είναι η διαρκής ένωση Ελλήνων πολιτών με δικαίωμα ψήφου, η οργάνωση και η δράση της οποίας αποσκοπεί αφενός στην έκφραση της θέλησης του λαού και στην αντιπροσώπευση του και αφετέρου αποσκοπεί να διαμορφώσει την κρατική θέληση είτε συμμετέχοντας είτε ασκώντας την κρατική εξουσία. Μετά τον Β παγκόσμιο πόλεμο τα πολιτικά κόμματα αναγνωρίστηκαν ως συνταγματικοί θεσμοί. Σήμερα είναι συχνή η χρήση του όρου δημοκρατία των κομμάτων για να περιγραφεί η σύγχρονη αντιπροσωπευτική δημοκρατία.  Υπό την ισχύ του Συντάγματος 75/86/01 το πολιτικό κόμμα είναι απαραίτητο συστατικό στοιχείο για τη λειτουργία του πολιτεύματος. Το άρθρο 29 παρ.1 κατοχυρώνει τα δικαιώματα των Ελλήνων πολιτών να ιδρύουν και να συμμετέχουν σε πολιτικά κόμματα, η οργάνωση και η δράση των οποίων οφείλει να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του πολιτεύματος. Την ίδρυση και λειτουργία των πολιτικών κομμάτων ρυθμίζει το ν.δ. 59/1974. Η ίδρυση τους δεν υπάγεται σε προηγούμενη άδεια όπως και η λειτουργία τους δεν υπάγεται σε περιορισμούς. Η μόνη υποχρέωση των πολιτικών κομμάτων είναι η υποβολή δήλωσης του αρχηγού του κόμματος ότι δεν αποσκοπεί στη βίαιη κατάληψη της εξουσίας ή στην ανατροπή του δημοκρατικού πολιτεύματος. Το άρθρο 29 παρ. 2 κατοχυρώνει την οικονομική ενίσχυση των κομμάτων από τον κρατικό προϋπολογισμό και επιζητά δημοσιότητα των εκλογικών δαπανών. Η οικονομική ενίσχυση των πολιτικών κομμάτων διακρίνεται σε τακτική και σε εκλογική και δεν υπόκειται σε φόρους και τέλη. Η τακτική χορηγείται κάθε έτος ενώ η εκλογική όταν διεξάγονται βουλευτικές εκλογές. Απαγορεύεται η χρηματοδότηση και κάθε είδους παροχή προς τα κόμματα, τους βουλευτές και τους υποψήφιους βουλευτές από (α) ΟΤΑ α και β βαθμού (β) ΝΠΔΔ (γ) Δημόσιες επιχειρήσεις (δ) ΝΠΙΔ και κάθε μορφής επιχείρησης όπου συμμετέχει το κράτος (ε) επιχειρήσεις που διατηρούν ή εκμεταλλεύονται ραδιοφωνικούς ή τηλεοπτικούς σταθμούς (στ) φυσικά ή νομικά πρόσωπα που εκδίδουν ημερήσια ή περιοδικά έντυπα (ζ) επιχειρήσεις που έλαβαν μέρος σε διαγωνισμό για ανάληψη έργου ή προμήθειας του δημοσίου ή ΟΤΑ ή ΝΠΔΔ ή ΝΠΙΔ στα οποία συμμετέχει το κράτος ή τα επιχορηγεί. Τα πολιτικά κόμματα τηρούν βιβλία εσόδων εξόδων, εκδίδουν αποδείξεις είσπραξης, δημοσιεύουν ισολογισμό. Επιπλέον οι υποψήφιοι βουλευτές υποχρεώνονται να τηρούν κατάσταση εκλογικών εσόδων και δαπανών προκειμένου να ελέγχεται η τήρηση του ανώτατου ορίου εκλογικών δαπανών.  Η παράβαση συνιστά λόγο έκπτωσης από το βουλευτικό αξίωμα.  Ο έλεγχος των δαπανών των πολιτικών κομμάτων διενεργείται από ειδικό όργανο με συμμετοχή ανώτατων δικαστικών λειτουργών. Ειδικότερα οι υπάλληλοι του δημοσίου, των ΟΤΑ, των ΝΠΔΔ, των δημοσίων επιχειρήσεων, των επιχειρήσεων όπου συμμετέχει το δημόσιο δεν μπορούν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους να εκδηλώνονται υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος. Η απαγόρευση αυτή είναι απόλυτη στους δικαστικούς λειτουργούς και σε όσους υπηρετούν στις ένοπλες δυνάμεις και στα σώματα ασφαλείας. Αποστολή των πολιτικών κομμάτων είναι η πολιτική οργάνωση και δόμηση της λαϊκής κυριαρχίας. Τα πολιτικά κόμματα έχουν την δυνατότητα να είναι υποκείμενα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ώστε να εκπληρώνουν την αποστολή τους.  Κάθε πολιτικό κόμμα έχει δωρεάν διάθεση τηλεοπτικού χρόνου κατά την προεκλογική περίοδο, επίσης οφείλει να παρουσιάζει το πολιτικό του πρόγραμμα στο λαό.
Ü      Αρχή της προεδρευόμενης δημοκρατίας. Αποδίδει τον τρόποι ανάδειξης του αρχηγού του κράτους. Σε αντίθεση με τη βασιλευόμενη κοινοβουλευτική δημοκρατία όπου αρχηγός του κράτους είναι κληρονομικός, στην προεδρευόμενη κοινοβουλευτική δημοκρατία ο αρχηγός του κράτους είναι αιρετός. Στην Ελλάδα εκλέγεται από τη βουλή. Η αναθεώρηση του 1986 στόχευσε στα στοιχεία  Προεδρικής Δημοκρατίας που υπήρχαν στο σύνταγμα του 1975: (α) παρέμβαση στο διορισμό και την παύση της κυβέρνησης (β) εξουσία διάλυσης της βουλής λόγω προφανούς δυσαρμονίας με το λαϊκό αίσθημα (γ) προκήρυξη δημοψηφίσματος για κρίσιμο εθνικό θέμα χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της κυβέρνησης (δ) κήρυξη της χώρας σε κατάσταση πολιορκίας.
Ü      Αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Σύμφωνα με το άρθρο 26 Σ η νομοθετική λειτουργία ασκείται από τη βουλή και τον ΠτΔ. Η εκτελεστική εξουσία ασκείται από τον ΠτΔ και την κυβέρνηση και η δικαστική λειτουργία ασκείται από τα δικαστήρια, οι αποφάσεις τους εκτελούνται στο όνομα του Ελληνικού Λαού.  Πρόκειται για τα τρία είδη κρατικής δράσης, τη νομοθεσία δηλαδή τη θέσπιση κανόνων δικαίου, την εκτέλεση δηλαδή την εφαρμογή των κανόνων δικαίου και τη δικαιοδοτική δηλαδή την επίλυση διαφορών που προκύπτουν. Ο όρος λειτουργία αποδίδει τη δράση των οργάνων της κρατικής εξουσίας.  Δηλαδή η κρατική εξουσία είναι μία, ενιαία και αδιαίρετη. Οι λειτουργίες της κρατικής εξουσίας ασκούνται από τα κρατικά όργανα.  Αξίζει να σημειωθεί ιδιαιτέρως ότι το όργανο δεν ταυτίζεται με τον φορέα του. Ο αποχωρισμός του φορέα από το όργανο διασφαλίζει τη συνέχεια του οργάνου. Με κριτήριο τον αριθμό των φορέων τους: σε μονοπρόσωπα και συλλογικά. Με κριτήριο την σύμπραξη περισσοτέρων οργάνων για την άσκηση αρμοδιότητας σε απλά και σύνθετα. Με κριτήριο την κατοχύρωσή τους στο Σύνταγμα σε άμεσα και έμμεσα. Τα άμεσα όργανα που προβλέπονται στο Σύνταγμα δεν υπάγονται ιεραρχικά σε άλλα όργανα. Ενώ τα έμμεσα δεν έχουν λειτουργική αυτοτέλεια, υλοποιούν αποφάσεις των άμεσων οργάνων. Δεν εμπίπτουν στην αρχή της διάκρισης των λειτουργιών οι εξής λειτουργίες (α) η λειτουργία των πολιτικών κομμάτων (β) η λειτουργία της αντιπολίτευσης (γ) ο ΠτΔ ως ρυθμιστής πολιτεύματος και (δ) ο κοινοβουλευτικός έλεγχος.  Συνέπεια της διάκρισης των λειτουργιών είναι η κατοχύρωση στο Σύνταγμα του ασυμβίβαστου. Δηλαδή πρόσωπα που είναι φορείς οργάνου δεν επιτρέπεται να είναι ταυτόχρονα φορείς άλλου οργάνου ή άλλης ιδιότητας. (α) Ασυμβίβαστο ΠτΔ (30 παρ. 2) (β) ασυμβίβαστα με βουλευτική ιδιότητα (56, 57 Σ) (γ) ασυμβίβαστο υπουργού ή υφυπουργού (81 παρ. 4 Σ) (δ) ασυμβίβαστο δικαστικών (89 παρ. 4 Σ).
Ü      Αρχή του κράτους δικαίου (έχει πέσει ΘΕΜΑ). Έκφραση και συνώνυμο της αρχής της νομιμότητας. Η αρχή της νομιμότητας σημαίνει ότι κάθε πράξη οποιουδήποτε οργάνου πρέπει να προβλέπεται στο νόμο καθώς και κάθε παράλειψή του να επιβάλλεται από το νόμο.  Η αρχή της νομιμότητας επιβάλλει περιορισμούς σε όλα τα όργανα της πολιτείας και σε κάθε μορφή δράσης που εισέρχεται στην προσωπική σφαίρα δηλαδή την ελευθερία του ατόμου.  Παράγωγο της αρχής του κράτους είναι και η αρχή της ανεξαρτησίας των δικαστών που αναλύεται σε προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία.  Το κράτος δικαίου αντιδιαστέλλεται με το αστυνομικό κράτος που είναι έκφραση και συνώνυμο της αρχής της σκοπιμότητας που επιβάλλει την αποτελεσματική δράση των κρατικών οργάνων χωρίς να σέβονται το νόμο. Η αρχή του κράτους δικαίου στο σύνταγμα κατοχυρώνεται (α) στο άρθρο 1 παρ. 3 το οποίο επιτάσσει την άσκηση όλων των εξουσιών σύμφωνα με το Σύνταγμα (β) στο άρθρο 26 που κατοχυρώνει τη διάκριση των συντεταγμένων εξουσιών (γ) το άρθρο 95 παρ. 1 στοιχ. α το οποίο θεσπίζει την αρχή της νομιμότητας της διοικητικής δράσης και ορίζει την αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας να ακυρώνει τις εκτελεστές πράξεις των διοικητικών αρχών για παραβίαση του νόμου (δ) στο άρθρο 95 παρ. 5 που προβλέπει την υποχρέωση της διοίκησης να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις (ε) το άρθρο 93 παρ. 4 που θεσπίζει την υποχρέωση των δικαστηρίων να μην εφαρμόζουν νόμο οι διατάξεις του οποίου είναι αντίθετες προς το σύνταγμα καθώς (στ) στο άρθρο 50 (αρχή της νομιμότητας της διοικητικής αρχής).
Ü      Αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου (έχει πέσει ΘΕΜΑ). Περιλαμβάνεται στα συντάγματα μετά τον Β Παγκόσμιο πόλεμο. Στην ελληνική συνταγματική ιστορία κοινωνικά δικαιώματα κατοχυρώθηκαν στο σύνταγμα του 1927 όχι όμως στο σύνταγμα του 1952 το οποίο επέστρεψε στον κλασσικό φιλελευθερισμό. Αναπτύσσεται μέσα από την κρίση και την ανεπάρκεια του οικονομικού φιλελευθερισμού. Γίνεται αντιληπτή ως παρεμβαίνουσα ουσιαστική δικαιοσύνη ώστε να επιτυγχάνεται η ανακατανομή των αγαθών με παρέμβαση στις υφιστάμενες σχέσεις ιδιοκτησίας. Το κοινωνικό κράτος κατοχυρώνεται από τις εξής διατάξεις: (α) άρθρο 16 παρ. 2: η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του κράτους (β) άρθρο 17 παρ. 1: τα δικαιώματα που απορρέουν από την ιδιοκτησία δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος (γ) άρθρο 17 παρ. : απαλλοτρίωση της ιδιοκτησίας μεταλλείων – ορυχείων (δ) άρθρο 18: περιορισμός ιδιοκτησίας μεταλλείων – ορυχείων (ε) άρθρο 21: περιορισμός της οικογένειας (στ) άρθρο 22: προστασία της εργασίας (ζ) άρθρο 24: προστασία του φυσικού και του πολιτιστικού περιβάλλοντος (η) άρθρο 106 παρ. 2: θέτει φραγμό στην ιδιωτική οικονομική πρωτοβουλία η οποία δεν επιτρέπεται να αναπτύσσεται σε βάρος της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας του ανθρώπου.

ΤΟ ΕΚΛΟΓΙΚΟ ΣΩΜΑ
Προϋποθέσεις ένταξης στο εκλογικό σώμα
Σύμφωνα με το άρθρο 51 παρ. 3 του Συντάγματος οι προϋποθέσεις είναι:
Ü      Ελληνική Ιθαγένεια.  Είναι ο μόνιμος νομικός θεσμός ενός φυσικού προσώπου με το κράτος του.
Ü      Εκλογική ηλικία. Ορίζεται στο 18ο έτος για το δικαίωμα του εκλέγειν και στο 25ο έτος για το δικαίωμα του εκλέγεσθαι.
Ο νόμος δεν μπορεί να περιορίσει το εκλογικό δικαίωμα παρά μόνο αν δεν έχει συμπληρωθεί η ηλικία ή για ανικανότητα προς δικαιοπραξία ή ως συνέπεια αμετάκλητης ποινικής καταδίκης για ορισμένα εγκλήματα.  Έτσι στερούνται το δικαίωμα της ψήφου κατά το άρθρο 128 παρ. 2 ΑΚ όσοι βρίσκονται σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση που πιστοποιείται με δικαστική απόφαση (πρόκειται για διαρκή πνευματική νόσο ή βαρύτατη σωματική αναπηρία).
Η εγγραφή στους εκλογικούς καταλόγους αποτελεί διοικητική προϋπόθεση για να αναγνωριστεί η ικανότητα άσκησης του δικαιώματος της ψήφου.
Κατά πλάσμα του νόμου οι ενδιαφερόμενοι τεκμαίρεται ότι έχουν γεννηθεί την 1η Ιανουαρίου του έτους που συμπλήρωσαν το 18ο έτος της ηλικίας τους. Οι ειδικοί εκλογικοί κατάλογοι διασφαλίζουν την σύμπραξη στην εκλογική διαδικασία των πολιτών που τελούν σε ειδικό καθεστώς με την κρατική εξουσία.  Πρόκειται κυρίως για δημοσίους υπαλλήλους, στρατιωτικούς και υπηρετούντες στα σώματα ασφαλείας.
Αρμοδιότητες εκλογικού σώματος
Το εκλογικό σώμα πρόκειται για το ανώτατο κρατικό όργανο. Οι αρμοδιότητες του είναι:
Ü      Η εκλογή των βουλευτών
Ü      Η εκλογή των ευρωβουλευτών
Ü      Η εκλογή των αρχών των ΟΤΑ α και β βαθμού
Ü      Η λήψη απόφασης για κρίσιμο εθνικό θέμα με δημοψήφισμα του άρθρου 44 παρ. 2 Συντ
Ü      Η λήψη απόφασης για ψηφισμένο νομοσχέδιο με δημοψήφισμα του άρθρου 44 παρ. 2 Συντ.
Η προκήρυξη δημοψηφίσματος για κρίσιμο εθνικό θέμα γίνεται με προεδρικό διάταγμα και αφού προηγηθεί απόφαση της βουλής η οποία λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών ύστερα από πρόταση της κυβέρνησης. Ομοίως το δημοψήφισμα για ψηφισμένο νομοσχέδιο προκηρύσσεται με προεδρικό διάταγμα αφού προηγηθεί απόφαση της βουλής η οποία λαμβάνεται με την ειδική αυξημένη πλειοψηφία των 180 βουλευτών. Το ψηφισμένο νομοσχέδιο πρέπει να ρυθμίζει σοβαρό κοινωνικό ζήτημα. Οι έλληνες διαθέτουν και ασκούν το δικαίωμα και την υποχρέωση της ψήφου.
Αρχές που διέπουν την ψήφο και την ψηφοφορία Σ.Ο.Σ.
Ü      Η αρχή της άμεσης ψηφοφορίας σημαίνει ότι η βούληση του εκλογικού σώματος πραγματοποιεί απευθείας το εκλογικό αποτέλεσμα.
Ü      Η αρχή της έμμεσης ψηφοφορίας σημαίνει ότι ανάμεσα στη βούληση του εκλογικού σώματος και στο εκλογικό αποτέλεσμα παρεμβάλλεται η βούληση εκλεκτόρων.
Ü      Η αρχή της μυστικής ψηφοφορίας σημαίνει ότι ο εκλογέας και μόνο αυτός γνωρίζει το περιεχόμενο της ψήφου του.
Ü      Η αρχή της υποχρεωτικής ψηφοφορίας σημαίνει ότι το Σύνταγμα επιτάσσει την συμμετοχή των εκλογέων στις εκλογές.  Κατοχυρώθηκε για πρώτη φορά στο Σύνταγμα 1975/1986/2001. Διαθέτει προτρεπτικό χαρακτήρα και δεν έχει κυρώσεις μέχρι σήμερα.
Ü      Η αρχή της ισότητας της ψήφου σημαίνει ότι κάθε πολίτης έχει μία ψήφο και συμπράττει ισότιμα στο σχηματισμό της κρατικής θέλησης. Αντιδιαστέλλεται με την πολλαπλή ψήφο. Σύστημα πολλαπλής ψήφου ίσχυσε στην Μεγάλη Βρετανία μέχρι και τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ü      Η αρχή της καθολικής ψηφοφορίας σημαίνει ότι εντάσσονται όλοι οι πολίτες, που έχουν την εκλογική ηλικία στο εκλογικό σώμα. Με την επιστολική ψήφο ο ευρισκόμενος εκτός Ελλάδος θα αποστέλλει το ψηφοδέλτιο της προτίμησής του με το ταχυδρομείο σε ειδική εφορευτική επιτροπή.
Ü      Η αρχή της ταυτόχρονης διενέργειας των εκλογών κατοχυρώθηκε συνταγματικά με την τελευταία αναθεώρηση χωρίς να εμποδίζει τις ψήφους εκτός Επικρατείας.
Ü      Η αρχή της αυτοπρόσωπης άσκησης του εκλογικού δικαιώματος δεν κατοχυρώνεται ρητά στο Σύνταγμα, προκύπτει όμως από την εκλογική νομοθεσία.
Ισχύον εκλογικό σύστημα
Το ισχύον εκλογικό σύστημα με το οποίο διεξήχθηκαν οι εκλογές από το 1993 ως 2004 ήταν το σύστημα ενισχυμένης αναλογικής με ρήτρα εξομάλυνσης και κατώτερο εκλογικό όριο.
Η ρήτρα εξομάλυνσης διασφαλίζει ότι κάθε κόμμα το οποίο εξασφαλίζει το κατώτερο εκλογικό όριο 3% λαμβάνει αριθμό βουλευτικών εδρών που ισούται με το διπλάσιο περίπου του εκλογικού ποσοστού του.  Στην πράξη η ρήτρα εξομάλυνσης αφαιρεί έδρες από το εκάστοτε δεύτερο σε μέγεθος ψήφων κόμμα.
Το εκλογικό σύστημα το οποίο θα ισχύει μετά το 2004 διατηρεί το κατώτατο εκλογικό όριο του 3% των εγκύρων ψηφοδελτίων. Ως προς τον αριθμό των εδρών που λαμβάνει κάθε κόμμα το οποίο διαθέτει το κατώτατο εκλογικό όριο προβλέπεται σύστημα αναλογικής για 248 έδρες.

Η ΒΟΥΛΗ
Κωλύματα εκλογιμότητας βουλευτών
Τα προσόντα εκλογιμότητας ορίζονται στο άρθρο 55 παρ. 1 Συντ και είναι (α) η ελληνική ιθαγένεια (β) το δικαίωμα του εκλέγειν και (γ) η ηλικία των 25 ετών συμπληρωμένων κατά την ημέρα της εκλογής.
Ο υποψήφιος βουλευτής δεν πρέπει επίσης να έχει ορισμένες ιδιότητες η ύπαρξη των οποίων (α) να αποκλείει για ορισμένο χρονικό διάστημα την ανακήρυξη και την εκλογή του (απόλυτο κώλυμα) (β) να απαιτεί τη παραίτησή του από την θέση ή το αξίωμα πριν την ανακήρυξή του ως υποψηφίου (σχετικό κώλυμα) είτε (γ) δεν επιτρέπει την ανακήρυξή του στην εκλογική περιφέρεια στην οποία υπηρέτησε τους τελευταίους δεκαοχτώ μήνες της τετραετούς κοινοβουλευτικής περιόδου (τοπικό κώλυμα).
Απόλυτο κώλυμα  διαθέτουν οι πολιτικοί υπάλληλοι και οι στρατιωτικοί που έχουν αναλάβει υποχρέωση να παραμείνουν στην υπηρεσία για ορισμένο χρόνο. Επίσης διαθέτουν και οι νομάρχες κατά τη διάρκεια της θητείας τους.
Σχετικό κώλυμα διαθέτουν (α) οι έμμισθοι δημόσιοι λειτουργοί και υπάλληλοι (β) οι υπηρετούντες στις ένοπλες δυνάμεις και στα σώματα ασφαλείας (γ) οι υπάλληλοι ΟΤΑ (δ) οι υπάλληλοι ΝΠΔΔ (ε) αιρετά μονοπρόσωπα όργανα ΟΤΑ (στ) διοικητές, υποδιοικητές, πρόεδροι διοικητικών συμβουλίων, διευθύνοντες σύμβουλοι, εντεταλμένοι σύμβουλοι ΝΠΔΔ, κρατικών ΝΠΙΔ, δημοσίων επιχειρήσεων, επιχειρήσεων που τη διοίκηση άμεσα ή έμμεσα ορίζει το δημόσιο με διοικητική πράξη ή ως μέτοχος, επιχειρήσεων ΟΤΑ.
Τοπικό κώλυμα διαθέτουν (α) οι διοικητές, υποδιοικητές, πρόεδροι ΔΣ, διευθύνοντες και εντεταλμένοι σύμβουλοι ΝΠΔΔ, κρατικών ΝΠΙΔ και δημοσίων επιχειρήσεων ή επιχειρήσεων που τη διοίκηση ορίζει άμεσα ή έμμεσα το Δημόσιο με διοικητική πράξη ή ως μέτοχος (β) τα μέλη των ανεξάρτητων αρχών (γ) οι ανώτεροι και ανώτατοι αξιωματικοί των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας (δ) οι έμμισθοι υπάλληλοι του δημοσίου, των ΟΤΑ και των επιχειρήσεων τους καθώς και των ΝΠ και επιχειρήσεων που κατείχαν θέση προϊσταμένου οργανικής μονάδας διεύθυνσης ή άλλη αντίστοιχη (ε) οι γενικοί ή ειδικοί γραμματείς υπουργείων ή αυτοτελών γενικών γραμματειών ή περιφερειών και όσοι ο νόμος εξομοιώνει με αυτούς.
Αρμόδιο δικαστήριο για να κρίνει τις αιτήσεις – ενστάσεις είναι το ΑΕιΔ ως εκλογοδικείο.
Κοινοβουλευτικά ασυμβίβαστα
Το άρθρο 57 του Συντάγματος περιλαμβάνει τα εξής έργα ή ιδιότητες (α) οποιοδήποτε επάγγελμα (β) ιδιοκτήτης, εταίρος, μέτοχος, διοικητής, διαχειριστής, μέλος ΔΣ, γενικός διευθυντής ή αναπληρωτής σε επιχείρηση η οποία αναλαμβάνει έργα ή προμήθειες ή μελέτες του δημοσίου ή παρέχει υπηρεσίες στο δημόσιο ή απολαμβάνει ειδικά προνόμια ή κατέχει ή διαχειρίζεται ραδιοφωνικό ή τηλεοπτικό σταθμό ή εκδίδει εφημερίδα ή ασκεί κατά παραχώρηση δημόσια υπηρεσία  ή δημόσια επιχείρησης ή επιχείρηση κοινής ωφελείας ή μισθώνει για εμπορικούς λόγους ακίνητα στο δημόσιο.


Νομική θέση του βουλευτή Σ.Ο.Σ.
Ü      Οι βουλευτές έχουν απεριόριστο το δικαίωμα της γνώμης και της ψήφου κατά συνείδησης, κανόνας που θεσπίζει το καθεστώς της ελεύθερης εντολής (άρθρο 60 παρ.1 Σ).
Ü      Ο βουλευτής δεν καταδιώκεται ούτε εξετάζεται με οποιονδήποτε τρόπο για γνώμη ή ψήφο που έδωσε κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, κανόνας που θεσπίζει το ανεύθυνο του βουλευτή (άρθρο 61 παρ. 1 του Σ).
Ü      Ο βουλευτής όσο διαρκεί η βουλευτική περίοδος δεν διώκεται ούτε συλλαμβάνεται ούτε φυλακίζεται ούτε περιορίζεται με άλλο τρόπο χωρίς άδεια της βουλής (άρθρο 62 παρ. 1).
Ü      Οι βουλευτές για την άσκηση του λειτουργήματός τους, λαμβάνουν από το δημόσιο αποζημίωση και δαπάνες, απολαμβάνουν συγκοινωνιακή, ταχυδρομική και τηλεφωνική ατέλεια, των οποίων το ύψος καθορίζεται με απόφαση της ολομέλειας της βουλής (άρθρο 63 παρ. 1 Σ).
Η απώλεια του βουλευτή
Ü      Λόγω παραίτησης του βουλευτή.
Ü      Λόγω λήξης της βουλευτικής περιόδου.
Ü      Λόγω ακυρώσεως της εκλογής από το ΑΕιΔ ως εκλογοδικείο.
Ü      Λόγω έκπτωσης του βουλευτή από το βουλευτικό αξίωμα μετά από απόφαση του ΑΕιΔ που διαπιστώνει ασυμβίβαστο.
Η διάρκεια της θητείας της βουλής Σ.Ο.Σ.
Η βουλή έχει διάρκεια τεσσάρων συνεχών ετών. Το χρονικό αυτό διάστημα λέγεται βουλευτική περίοδος η οποία μπορεί να λήξει πρόωρα. Την έναρξή όπως και τη λήξη της κηρύσσει ο ΠτΔ. Η βουλευτική περίοδος επιμηκύνεται πέραν των 4 ετών (α) σε περίπτωση πολέμου (53 παρ. 3 Σ) (β) σε περίπτωση κήρυξης της χώρας σε κατάσταση πολιορκίας, αν η βουλή έχει διαλυθεί συγκαλείται για να εγκρίνει το μέτρο (άρθρο 48 παρ. 2-4 Σ) (γ) στην περίπτωση που ο ΠτΔ αδυνατεί να ασκήσει τα καθήκοντά του πέρα από 30 ημέρες, αν έχει διαλυθεί η βουλή συγκαλείται για να αποφασίσει για νέο ΠτΔ.
Κάθε βουλευτική περίοδος χωρίζεται  σε βουλευτικές συνόδους.  Μεταξύ των βουλευτικών συνόδων λειτουργούν τμήματα διακοπής των εργασιών της βουλής.
Είδη βουλευτικών συνόδων:
Ü      Τακτική σύνοδος, συγκαλείται μια φορά το έτος είτε από τον ΠτΔ με προεδρικό διάταγμα είτε αυτοδικαίως την πρώτη Δευτέρα του Οκτωβρίου, η λήξη κηρύσσεται πάντα με προεδρικό διάταγμα, η διάρκεια τουλάχιστον 5 μήνες, σε κάθε βουλευτική σύνολο υποχρεωτικά ψηφίζεται ο προϋπολογισμός του κράτους.
Ü      Έκτακτη σύνοδος, συγκαλείται κάθε φορά που ο Πτδ κρίνει εύλογο.
Ü      Ειδική σύνοδος, για  να συνέλθει πρέπει να μην βρίσκεται σε έκτακτη ή τακτική σύνοδο. Προβλέπεται από το σύνταγμα όταν (α) ο ΠτΔ αδυνατεί να ασκήσει τα καθήκοντά του άνω των 30 ημερών (β) η βουλή έχει διαλυθεί ή δεν έχει συγκροτηθεί σε σώμα για να εκλέξει τον ΠτΔ (γ) έχουν διακοπεί οι εργασίες της βουλής, συγκαλείται για πρόταση εμπιστοσύνης προς τη νέα κυβέρνηση (δ) κατά τη κήρυξη της χώρας σε κατάσταση πολιορκίας η βουλή αν είναι απούσα συγκαλείται σε ειδική σύνοδο για να εγκρίνει το διάταγμα για την κήρυξη της χώρας σε κατάσταση πολιορκίας.

Η λήξη της θητείας της βουλής
Η θητεία της βουλής διαρκεί 4 χρόνια. Έτσι η θητεία τελειώνει κανονικά οπότε έχουμε λήξη της θητείας. Είναι η όμως δυνατή η πρόωρη λήξη της θητείας της βουλής που χαρακτηρίζεται ως διάλυση της βουλής.
Οι περιπτώσεις διάλυσης της βουλής είναι:
Ü      Όταν αδυνατεί η βουλή να εκλέξει ΠτΔ (41 παρ. 3Σ)
Ü      Όταν αποβεί άκαρπη η διαδικασία των διερευνητικών εντολών (37 παρ. 3 Σ)
Ü      Όταν το ζητήσει η κυβέρνηση (που διαθέτει την εμπιστοσύνη της βουλής)
Ü      Όταν η κυβέρνηση παραιτηθεί (38 παρ. 1 Σ)
Ü      Αν η βουλή αποσύρει την εμπιστοσύνη της από την κυβέρνηση (38 παρ. 1 Σ)
Ü      Όταν έχουν παραιτηθεί ή και καταψηφιστεί δύο κυβερνήσεις ή μια κυβέρνηση έχει παραιτηθεί και μια άλλη έχει καταψηφιστεί από τη βουλή (41 παρ. 1 Σ)
Οργάνωση της βουλής
Η διεξαγωγή των εργασιών της βουλής καταστρώνεται στον κανονισμό λειτουργία της.
Η βουλή συγκροτείται σε σώμα με την εκλογή του προεδρείου της. Το προεδρείο της βουλής απαρτίζεται από τον Πρόεδρο της βουλής, από 5 αντιπροέδρους, 3 κοσμήτορες και έξι γραμματείς. Ο πρόεδρος και οι αντιπρόεδροι εκλέγονται για ολόκληρη τη βουλευτική σύνοδο ενώ οι κοσμήτορες και οι γραμματείς για μια σύνοδο. Ο αντιπρόεδρος, ένας κοσμήτορας και ένας γραμματείας προέρχονται από το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ένας αντιπρόεδρος και ένας γραμματέας από το τρίτο κατά σειρά κόμμα.
Ο Πρόεδρος της βουλής έχει τις εξής αρμοδιότητες:
Ü      Διευθύνει τις εργασίες της βουλής και μπορεί λα λάβει πειθαρχικά μέτρα.
Ü      Διαθέτει εξουσία αστυνόμευσης του χώρου της βουλής.
Ü      Προσλαμβάνει το απαραίτητο προσωπικό για τις υπηρεσίες της βουλής.
Ü      Επιβλέπει την εκτέλεση του προϋπολογισμού της βουλής.
Ü      Αναπληρώνει τον ΠτΔ.
Ü      Παραγγέλει τη δημοσίευση του κανονισμού της βουλής στην ΕτΚ.
Ü      Προσυπογράφει το προεδρικό διάταγμα με το οποίο προκηρύσσεται δημοψήφισμα για ψηφισμένο νομοσχέδιο σύμφωνα με το άρθρο 44 παρ. 2 (35 παρ. 3 Σ).
Ü      Δίνει την εντολή να δημοσιευθεί το Ψήφισμα με το οποίο τίθενται σε ισχύ οι αναθεωρημένες διατάξεις στην ΕτΚ (110 παρ. 5 Σ).
Η βουλή συνεδριάζει δημόσια και σε ολομέλεια. Νομοθετικό έργο μπορεί να ασκείται και από το Τμήμα διακοπής των εργασιών της βουλής. Το τμήμα διακοπής έχει τρεις συνθέσεις. Κάθε μια αποτελείται από 100 βουλευτές.
Η βουλή συστήνει επιτροπές που διακρίνονται σε διαρκείς και σε ειδικές.
Οι διαρκείς επιτροπές είναι: (α) οι κοινοβουλευτικές επιτρο0πές (γ) οι επιτροπές εσωτερικών θεμάτων της βουλής (γ) οι επιτροπές διεθνών σχέσεων της βουλής (δ) η επιτροπή δημοσίων επιχειρήσεων, τραπεζών και ΟΤΑ (ε) η επιτροπή ευρωπαϊκών υποθέσεων.
Οι ειδικές επιτροπές είναι (α) οι εξεταστικές επιτροπές (β) οι επιτροπές για εθνικά ή γενικότερου ενδιαφέροντος θέματα (γ) οι ειδικές επιτροπές για την επεξεργασία συγκεκριμένων νομοσχεδίων (δ) η ειδική εξεταστική επιτροπή.
Οι αρμοδιότητες της βουλής Σ.Ο.Σ.
Η βουλή ασκεί τη νομοθετική λειτουργία, αναδεικνύει την κυβέρνηση και εκλέγει τον ΠτΔ, ασκεί κοινοβουλευτικό έλεγχο και είναι το επίσημο FORUMγια τη διεξαγωγή συζητήσεων σχετικών με τα προβλήματα του ελληνικού λαού και τους έλληνες της διασποράς.
Οι νομοθετικές λειτουργίες της βουλής είναι:
Ü      Η βουλή χωρίς τη σύμπραξη του ΠτΔ αναθεωρεί το σύνταγμα.
Ü      Η βουλή ψηφίζει τους νόμους και ο ΠτΔ τους εκδίδει και δημοσιεύει.
Ü      Η βουλή ψηφίζει τον προϋπολογισμό, τον απολογισμό και τον ισολογισμό του κράτους.
Ü      Η βουλή μόνη της και κατ΄ αποκλειστικότητα τον κανονισμό της βουλής.
Ü      Κυρώνει τις διεθνείς συμβάσεις.
Ü      Κυρώνει τις πράξεις νομοθετικού περιεχομένου που εκδίδει ο ΠτΔ ύστερα από πρόταση της κυβέρνησης.
Τα μέσα άσκησης του κοινοβουλευτικού ελέγχου:
Ü      Αιτήσεις βουλευτών για την κατάθεση εγγράφων.
Ü      Αναφορές που υιοθετούνται από βουλευτή.
Ü      Ερωτήσεις και επίκαιρες ερωτήσεις.
Ü      Επερωτήσεις και επίκαιρες επερωτήσεις.
Ü      Η ώρα του πρωθυπουργού.
Ü      Εξεταστικές επιτροπές.
Ü      Η πρόταση δυσπιστίας.
Αρμοδιότητες της βουλής με δικαστικό χαρακτήρα:
Ü      Παροχή αδείας για την ποινική δίωξη βουλευτή.
Ü      Άσκηση ποινικής δίωξης κατά υπουργού ή υφυπουργού.
Ü      Άσκηση ποινικής δίωξης κατά του ΠτΔ.
Άλλες αρμοδιότητες της βουλής:
Ü      Αποφασίζει, ύστερα από πρόταση της κυβέρνησης αν θα τεθεί η χώρα σε κατάσταση πολιορκίας.
Ü      Καθορίζει την αποζημίωση και τις ατέλειες των βουλευτών.
Ü      Παρέχει ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση.
Ü      Εκλέγει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
Ü      Αποφασίζει τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για κρίσιμο εθνικό θέμα.
Ü      Αποφασίζει τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για ψηφισμένο νομοσχέδιο.
Η νομοθετική διαδικασία της βουλής διακρίνεται σε τακτική, σε συνοπτική και σε ειδική.
Στην τακτική υπάρχουν τρία στάδια: η νομοθετική πρωτοβουλία, η νομοθετική προδικασία και η συζήτηση και ψήφιση. Η νομοθετική πρωτοβουλία ανήκει στη βουλή. Η νομοθετική προδικασία περιλαμβάνει την κατάθεση του νομοσχεδίου ή πρότασης νόμου στη βουλή και στην παραπομπή τους στην αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή για επεξεργασία. Όταν κατατίθεται το νομοσχέδιο (από Υπουργό) το οποίο συνεπάγεται επιβάρυνση του προϋπολογισμού πρέπει να συνοδεύεται με αιτιολογική έκθεση από το Γενικό Λογιστήριο που να δικαιολογεί την δαπάνη. Όταν κατατίθεται πρόταση νόμου (από βουλευτές) που συνεπάγεται επιβάρυνση του προϋπολογισμού διαβιβάζεται στο Γενικό λογιστήριο που υποχρεούνται εντός 15 ημερών να υποβάλει σχετική έκθεση. Αν η προθεσμία περάσει άπρακτη, η πρόταση νόμου εισάγεται χωρίς έκθεση.
Η συζήτηση και ψήφιση της πρότασης γίνεται σε τρία στάδια, καταρχήν, κατ΄ άρθρο και στο σύνολο.
Η συνοπτική διαδικασία εμφανίζεται ως εξουσία της βουλής να ψηφίζει πρόταση ή σχέδιο νόμου χωρίς συζήτηση ή ύστερα από περιορισμένη συζήτηση (κατεπείγον) ή σε τρεις συνεδριάσεις (επείγον).
Η ειδική διαδικασία εμφανίζεται ως (α) ψήφιση κωδίκων δικαστικών ή διοικητικών ή κωδικοποίηση διατάξεων (β) κύρωση διεθνών συνθηκών (γ) κύρωση πράξεων νομοθετικού περιεχομένου (δ) επαναψήφιση από τη βουλή αναπεμφθέντων προτάσεων ή σχεδίων νόμων από τον ΠτΔ σε δύο συνεδριάσεις (ε) η συζήτηση και ψήφιση του προϋπολογισμού, απολογισμού και ισολογισμού του κράτους.

Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ
Εισαγωγικές παρατηρήσεις
Η κυβέρνηση σύμφωνα με το άρθρο 82 του Σ 1975/1986/2001 είναι το αποφασίζον κρατικό όργανο. Δηλαδή κατευθύνει τη γενική πολιτική της χώρας, ενώ έχει αυτοτελές δικαίωμα νομοθετικής πρωτοβουλίας (υποβάλλει στη Βουλή σχέδια νόμου ίσον νομοσχέδια).
Μαζί με τον ΠτΔ είναι επικεφαλής της εκτελεστικής λειτουργίας. Η κυβέρνηση είναι το ανώτατο όργανο συλλογικό όργανο του κράτους που διέπεται από την αρχή της συνέχειας και έχει ιεραρχική δομή. Εκδήλωση της ιεραρχικής δομής της κυβέρνησης συνιστά η υπερέχουσα θέση που κατέχει ο πρωθυπουργός που προκαλεί την έκδοση προεδρικού διατάγματος με το οποίο διορίζονται οι παύονται τα λοιπά μέλη της κυβέρνησης και οι υφυπουργοί.
Μέλος της κυβέρνησης που διαφωνεί με τον πρωθυπουργό υποχρεούται να παραιτηθεί καθώς ο πρωθυπουργός εξασφαλίζει την ενότητα της κυβέρνησης και κατευθύνει τις ενέργειές της αλλά και διαμορφώνει τη γενική κυβερνητική πολιτική. Τα λοιπά μέλη δρουν αυτοτελώς στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους.
Η κυβέρνηση αποτελείται από το υπουργικό συμβούλιο δηλαδή τον πρωθυπουργό και τους υπουργούς. Είναι δυνατόν μέλη της κυβέρνησης να είναι αναπληρωτές υπουργοί, υπουργοί χωρίς χαρτοφυλάκιο, υπουργοί επικρατείας καθώς και υφυπουργοί.
Εκτός του υπουργικού συμβουλίου υπάρχουν και άλλα συλλογικά κυβερνητικά όργανα πχ το κυβερνητικό συμβούλιο, το κυβερνητικό συμβούλιο εξωτερικής πολιτικής και εθνικής άμυνας κλπ
Η ανάδειξη της κυβέρνησης Σ.Ο.Σ.
Η κυβέρνηση αναδεικνύεται βάσει δύο αρχών: (α) της αρχής της δεδηλωμένης και (β) της κοινοβουλευτικής αρχής.
Η αρχή της δεδηλωμένης υποχρεώνει τον ΠτΔ να διορίζει πρωθυπουργό αυτόν που τεκμαίρεται ότι έχει τη δεδηλωμένη εμπιστοσύνη της βουλής (άρθρο 37 Σ). Λειτουργεί ως αριθμητική υπόθεση και τεκμήριο.
Η κοινοβουλευτική αρχή επιβάλλει, όπως 15 ημέρες μετά το διορισμό του πρωθυπουργού, η κυβέρνηση να εμφανισθεί ενώπιον της βουλής και να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης από τη βουλή (άρθρο 84 παρ. 1 Σ). Πρόκειται για την αριθμητική επαλήθευση ότι η (νέο)σχηματισθείσα κυβέρνηση έχει την πλειοψηφία της βουλής.
Αν δεν διαθέτει κόμμα την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών στη βουλή, ο ΠτΔ υποχρεούται να χορηγήσει διερευνητικές εντολές στους αρχηγούς των τριών μεγαλύτερων κομμάτων διαδοχικά. Προϋπόθεση για τις διαδοχικά χορηγούμενες διερευνητικές εντολές είναι το ατελέσφορο της αμέσως προηγούμενης διερευνητικής εντολής (άρθρο 37 παρ. 2 Σ). Η διαδικασία αυτή διευκολύνει την σύσταση συμμαχικών κυβερνήσεων και κυβερνήσεων μειοψηφίας. Η συμμαχική κυβέρνηση δεν πρέπει να έχει πρωθυπουργό τον αποδέκτη της διερευνητικής εντολής.
Εφόσον διαπιστωθεί αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης, ο ΠτΔ επιδιώκει να σχηματισθεί οικουμενική εκλογική κυβέρνηση.
Προϋποθέσεις των μελών της κυβέρνησης και των υφυπουργών
Ü      Τα προσόντα του βουλευτή (α) έλληνας πολίτης (β) νόμιμη ικανότητα εκλέγειν (γ) 25 έτος συμπληρωμένο την ημέρα της εκλογής.
Ü      Να μην ασκεί οποιαδήποτε επαγγελματική δραστηριότητα.
Ü      Ορκωμοσία. Οι αλλόθρησκοι ή χωρίς θρησκεία δίνουν όρκο σύμφωνα με τη θρησκεία ή χωρίς θρησκευτικό περιεχόμενο αντιστοίχως. Ο πρωθυπουργός δεν απαιτείται να είναι βουλευτής ή αρχηγός κόμματος ενώ δεν απαιτείται να είναι βουλευτές όλοι οι υπουργοί ή υφυπουργοί.
Προϋποθέσεις νόμιμης λειτουργίας της κυβέρνησης
Ü      Η έκφραση εμπιστοσύνης της βουλής οποτεδήποτε ζητηθεί. Η πρόταση εμπιστοσύνης γίνεται δεκτή εφόσον συγκεντρώσει τα 2/5 των βουλευτών.
Ü      Μη υπερψήφιση πρότασης δυσπιστίας από τη βουλή.  Σκόπιμο να διερευνηθεί ότι θέμα ή πρόταση εμπιστοσύνης θέτει η κυβέρνηση ενώ πρόταση δυσπιστίας ανήκει στη βουλή. Υποβάλλεται από το 1/6 των βουλευτών. Για να υπερψηφισθεί πρόταση δυσπιστίας χρειάζονται 151 βουλευτές. Η πρόταση δυσπιστίας στρέφεται κατά της κυβέρνησης συνολικά ή κατά ενός μέλους της. Μεταξύ δύο προτάσεων δυσπιστίας πρέπει να μεσολαβεί ένα εξάμηνο
Αρμοδιότητες της κυβέρνησης Σ.Ο.Σ.
Ü      Αρμοδιότητες πρωθυπουργού: (α) προτείνει στον ΠτΔ τον διορισμό ή την παύση των υπουργών (β) προσυπογράφει το προεδρικό διάταγμα για την απαλλαγή της κυβέρνησης από τα καθήκοντά της (γ) προεδρεύει του υπουργικού συμβουλίου (δ) διασφαλίζει την ενότητα της κυβέρνησης και κατευθύνει τις ενέργειές της (ε) προσυπογράφει το διάγγελμα που απευθύνει στο λαό ο ΠτΔ (στ) προσυπογράφει το προεδρικό διάταγμα για την προκήρυξη εκλογών με τη λήξη της τετραετίας (ζ) προσυπογράφει το διάταγμα για να προκηρυχθούν εκλογές εφόσον η βουλή αδυνατεί να εκλέξει ΠτΔ. Τον πρωθυπουργό κωλυόμενο αναπληρώνει ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης ή ο πρώτος κατά σειρά αντιπρόεδρος της κυβέρνησης ή  ο πρώτος τη τάξει υπουργός αν δεν υπάρχει αντιπρόεδρος.  Ο πρωθυπουργός αντικαθίσταται σε περίπτωση που παραιτηθεί ατομικά, πεθάνει ή αδυνατεί να ασκήσει τα καθήκοντά του. Η αδυναμία αυτή διαπιστώνεται από 151 βουλευτές με ειδική απόφαση της βουλής ύστερα από πρόταση της κοινοβουλευτικής ομάδας της πλειοψηφίας. Αν όμως ο πρωθυπουργός ηγείται κυβέρνηση συνεργασίας τότε η πρόταση υποβάλλεται από τα 2/5 των βουλευτών. Πρωθυπουργός διορίζεται ο υποδειχθείς από τη κοινοβουλευτική ομάδα της πλειοψηφίας. Αν δεν υπάρχει πλειοψηφία τότε ακολουθείται η διαδικασία των διερευνητικών εντολών.
Ü      Αρμοδιότητες υπουργών: (α) προσυπογράφει κατά την αρμοδιότητά του τις πράξεις του ΠτΔ (β) προτείνει την έκδοση κανονιστικών προεδρικών διαταγμάτων στηριζόμενος σε εξουσιοδότηση νόμου (γ) προΐσταται του υπουργείου του και ασκεί τις αρμοδιότητές του. Οι υπουργοί χωρίς χαρτοφυλάκιο ασκούν τις αρμοδιότητες που τους αναθέτει ο πρωθυπουργός.  Οι υφυπουργοί τις αρμοδιότητες που τους παρέχουν με απόφασή τους ο πρωθυπουργός και ο αρμόδιος υπουργός.
Ü      Αρμοδιότητες κυβέρνησης: (α) καθορίζει και κατευθύνει την γενική πολιτική της χώρας, εκφράζει τη πολιτεία (β) το υπουργικό συμβούλιο αναπληρώνει τον ΠτΔ (γ) προτείνει στον ΠτΔ την έκδοση πράξεων νομοθετικού περιεχομένου (δ) προτείνει σε περίπτωση πολέμου, επιστράτευση λόγω εξωτερικών κινδύνων ή άμεσης απειλής ή εκδηλωθεί ένοπλο κίνημα (ε) ασκεί τη διοίκηση των ενόπλων δυνάμεων (στ) διαθέτει νομοθετική πρωτοβουλία καθώς υποβάλλει νομοσχέδια στη βουλή και (ζ) εφόσον έχει την εμπιστοσύνη της διαλυόμενης βουλής διενεργεί τις εκλογές για ανανέωση της λαϊκής εντολής για να αντιμετωπισθεί εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας.
Η ευθύνη των υπουργών και των υφυπουργών (θέμα 2010)
Ü      Ποινική ευθύνη. Συνεπάγεται την επιβολή ποινικών κυρώσεων.  Προέρχεται από πρακτική που διαμορφώθηκε   και εξελίχθηκε στην Αγγλία. Διατάξεις για ποινική ευθύνη περιλαμβάνουν όλα τα ελληνικά συντάγματα (άρθρο 86 Σ). Η ποινική ευθύνη των υπουργών και υφυπουργών αφορά μόνο στις πράξεις ή παραλείψεις οι οποίες ανάγονται στην εκτέλεση των καθηκόντων τους. Απαγορεύεται η θέσπιση ιδιώνυμων υπουργικών εγκλημάτων. Τα εγκλήματα για τα οποία παραπέμπονται  διατελούντες ή διατελέσαντες υπουργοί ή υφυπουργοί είναι : (α) η παραβίαση του συντάγματος και των νόμων (β) η εκ προθέσεως βλάβη του κράτους (γ) η παράνομη προσυπογραφή διαταγμάτων ή πράξεων υπουργικού συμβουλίου (δ) η ανακοίνωση προς τρίτο ή δημοσιοποίηση εγγράφου με πρόθεση να βλαβούν τα συμφέροντα του κράτους και (ε) η παραβίαση των ποινικών νόμων κατά την εκτέλεση καθήκοντός τους. Η διαδικασίας για την ποινική ευθύνη διακρίνεται σε (α) κοινοβουλευτική προδικασία και (β) σε δικαστηριακή διαδικασία. Η κοινοβουλευτική προδικασία περιλαμβάνει (α) πρόταση κατηγορίας που υπογράφεται από 1/10 των βουλευτών (β) συζήτηση στη βουλή και μυστική ψηφοφορία στην οποία δεν μετέχει εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η κατηγορία και (γ) απόφαση της βουλής για τη διεξαγωγή προκαταρκτικής εξέτασης. Διαφορετικά η βουλή απορρίπτει την πρόταση ως προδήλως αβάσιμη.  Αν όμως αποφασίσει τη διεξαγωγή προκαταρκτικής εξέτασης τότε συνιστάται προανακριτική επιτροπή βουλευτών η οποία συντάσσει πόρισμα. Το πόρισμα πρέπει να είναι αιτιολογημένο και να περιέχει σαφή πρόταση υπέρ ή κατά της κατηγορίας. Μετά το πόρισμα συζητείται στην ολομέλεια και η βουλή αποφασίζει με απόλυτη πλειοψηφία την παραπομπή οπότε και συγκροτείται υπουργοδικείο δηλαδή εθνικό δικαστήριο το οποίο είναι ανώτατο. Η βουλή μπορεί να ασκεί δίωξη κατά όσων διατέλεσεαν ή διατελούν μέλη της κυβέρνησης ή υφυπουργοί μέχρι το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της κοινοβουλευτικής περιόδου που αρχίζει μετά την τέλεση του αδικήματος. Όταν προκύπτουν νέα στοιχεία πρέπει να διαβιβάζονται στη βουλή από αυτόν που ενεργεί την ανάκριση, προανάκριση ή εξέταση. Η βουλή με απόλυτη πλειοψηφία μπορεί να ανακαλεί την απόφασή της ή να αναστέλλει την δίωξη, την προδικασία ή την κύρια διαδικασία.
Ü      Αστική ευθύνη. Πρόκειται για αποκατάσταση της ζημιάς η οποία προκλήθηκε από τη διάπραξη των αδικημάτων της ποινικής ευθύνης. Επίσης για την αποκατάσταση ζημιάς η οποία προκλήθηκε από κάθε παράνομη πράξη ή παράλειψη των μελών της κυβέρνησης.
Ü      Πολιτική ευθύνη. Υπουργός ή υφυπουργός είτε έχει συμμετάσχει στην λήψη συγκεκριμένης απόφασης είτε όχι, ανεξαρτήτως αν συμφωνούσε ή όχι, ανεξαρτήτως αν συμφωνούσε προς αυτή, αποδέχεται την ευθύνη, εφόσον παραμένει στην κυβέρνηση και δεν παραιτείται. Σημαντικό ερμηνευτικό κριτήριο παρέχει το άρθρο 82 παρ. 1 Σ με το οποίο η κυβέρνηση χαράσσει και ασκεί συλλογικά τη γενική πολιτική της χώρας.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Η εκλογή του ΠτΔ Σ.Ο.Σ.
Ü      Οι προϋποθέσεις εκλογής του ΠτΔ (31 Σ) είναι (α) ελληνική ιθαγένεια (β) την οποία να έχει τουλάχιστον πέντε χρόνια πριν την ημέρα εκλογής του (γ) ένας τουλάχιστον γονέας να είναι έλληνας (δ) να έχει συμπληρώσει τα 40 έτη (ε) να έχει δικαίωμα ψήφου.
Ü      Μη εκλόγιμος είναι (α) όποιος έχει εκλεγεί δύο φορές ΠτΔ (30 παρ. 5Σ) (β) εάν ο ΠτΔ καταδικαστεί από το ειδικό δικαστήριο (49 Σ) (γ) αν ο ΠτΔ παραιτηθεί πριν να λήξει η θητεία του δεν μπορεί να εκλεγεί αμέσως στην εκλογή που ακολουθεί (ερμηνευτική δήλωση 32Σ).
Ü      Η διαδικασία εκλογής του ΠτΔ. Σύμφωνα με το άρθρο 32 Σ ο ΠτΔ εκλέγεται από τη βουλή με ονομαστική ψηφοφορία δηλαδή φανερή. Τους υποψηφίους προτείνουν πολιτικά κόμματα (140 παρ. 54 ΚτΒ) δηλαδή οι κοινοβουλευτικές ομάδες και οι ανεξάρτητοι. Η εκλογή γίνεται σε ειδική συνεδρίαση η οποία συγκαλείται από τον Πρόεδρο της Βουλής ένα τουλάχιστο μήνα πριν τη λήξη της θητείας. Σύμφωνα με 32 Σ η εκλογή του ΠτΔ μεθοδεύεται σε έξι ψηφοφορίες. Στην πρώτη ψηφοφορία απαιτείται η ειδική αυξημένη πλειοψηφία των 200 βουλευτών. Στη δεύτερη ψηφοφορία απαιτείται η ειδική αυξημένη ψηφοφορία των 200 βουλευτών. Στην Τρίτη ψηφοφορία απαιτείται η ειδική αυξημένη πλειοψηφία των 180 βουλευτών. Κάθε ψηφοφορία απέχει από την προηγούμενη πέντε ημέρες. Αν κανένας δεν συγκεντρώσει την πλειοψηφία διαλύεται υποχρεωτικά η βουλή και προκηρύσσονται εκλογές για την ανάδειξη νέας βουλής.  Στη νέα βουλή επαναλαμβάνονται οι ψηφοφορίες. Στην τέταρτη ψηφοφορία απαιτείται η ειδική αυξημένη πλειοψηφία των 180 βουλευτών. Στη Πέμπτη ψηφοφορία απαιτείται η απόλυτη πλειοψηφία των βουλευτών (151) και στην έκτη ψηφοφορία απαιτείται η σχετική πλειοψηφία των βουλευτών. 
Ü      Η θητεία του ΠτΔ παρατείνεται (α) σε περίπτωση πολέμου έως τη λήξη του (β) εάν η διαδικασία εκλογής δεν περατωθεί εγκαίρως ο υπάρχων εξακολουθεί να ασκεί τα καθήκοντά του μέχρι να αναδειχθεί νέος ΠτΔ.
Η αναπλήρωση του ΠτΔ
Ü      Αναπληρώνεται εφόσον αποδημεί στο εξωτερικό άνω των δέκα ημερών.
Ü      Εφόσον πεθάνει.
Ü      Εκπέσει του αξιώματος.
Ü      Παραιτηθεί.
Ü      Αδυνατεί να ασκήσει τα καθήκοντά του πάνω από τριάντα μέρες.
Η προσωρινή αναπλήρωση γίνεται από τον Πρόεδρο της βουλής, αν δεν υπάρχει βουλή από τον Πρόεδρο της τελευταίας βουλής και αν δεν υπάρχει ή αρνείται ο ΠτΔ αναπληρώνεται συνολικά από την κυβέρνηση.
Η απώλεια του αξιώματος συντελείται
Ü      Με παραίτηση του ΠτΔ (34 παρ. 1).
Ü      Με το θάνατο του ΠτΔ (34 παρ. 1).
Ü      Έκπτωση μετά από ποινική καταδίκη σύμφωνα με το άρθρο 49 Σ.
Ü      Λόγω οριστικής αδυναμίας άσκησης των καθηκόντων του που διαπιστώνει η βουλή (34 παρ. 2 Σ).
Οι αρμοδιότητες του ΠτΔ Σ.Ο.Σ.
Ο ΠτΔ δεν έχει άλλες αρμοδιότητες παρά μόνο όσες του απονέμουν ρητά το σύνταγμα και οι νόμοι που είναι σύμφωνοι με αυτό. Οι αρμοδιότητες διακρίνονται σε νομοθετικές, διοικητικές, δικαστικές ενώ ασκεί στα πλαίσια λειτουργίας του πολιτεύματος ρυθμιστικές αρμοδιότητες.
Ü      Οι νομοθετικές αρμοδιότητες του ΠτΔ έιναι: (α) Εκδίδει και δημοσιεύει νόμους (42 παρ. 1) (β) Αναπέμπει ψηφισμένο νομοσχέδιο στη βουλή εντός ενός μηνός από την ψήφισή του (42 παρ. 2). Η αναπομπή  πρέπει να είναι αιτιολογημένη. Το αναπεμφθέν νομοσχέδιο εισάγεται στην Ολομέλεια, συζητείται και ψηφίζεται δύο φορές σε δύο συνεδριάσεις. Αν ψηφιστεί εκ νέου με απόλυτη πλειοψηφία  ο ΠτΔ υποχρεούται να το δημοσιεύσει.  Η αναπομπή σημαίνει άρνησης έκδοσης.  Η έκδοση σημαίνει ότι ο νόμος ψηφίστηκε  από τη βουλή σύμφωνα με την προβλεπόμενη συνταγματική διαδικασία.  Η αναπομπή αποτελεί αρνησικυρία με χαρακτήρα αναβλητικό. (γ) Έκδοση των προεδρικών διαταγμάτων (43 παρ. 1,2,4) (δ) Έκδοση πράξεων νομοθετικού περιεχομένου (44 παρ. 1) (ε) Δημοσιεύει την απόφαση της βουλής και εκδίδει πράξεις νομοθετικού περιεχομένου σε περίπτωση κατάστασης πολιορκίας (48 Σ) (στ)  Προκηρύσσει δημοψήφισμα (44 παρ. 2) για κρίσιμο εθνικό θέμα ή για ψηφισμένο νομοσχέδιο.
Ü      Οι διοικητικές αρμοδιότητες του ΠτΔ: (α) Ο διορισμός και η παύση των δημοσίων υπαλλήλων (46 παρ. 1) (β) Ο διορισμός των δικαστών (88 παρ. 1) (γ) Είναι αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων (συμβολικά, 45 Σ) (δ) Απονέμει τα προβλεπόμενα παράσημα (46 παρ. 2).
Ü      Οι δικαστικές αρμοδιότητες του ΠτΔ: (α) Μπορεί να χαρίζει, μετατρέπει ή να μετριάζει τις ποινές που επιβάλλονται από τα δικαστήρια (47 παρ. 1) Απαιτείται πρόταση υπουργού δικαιοσύνης και γνώμη του συμβουλίου χαρίτων. (β) Μπορεί να χαρίζει ποινή σε καταδικασθέντα υπουργό ή υφυπουργό (47 παρ. 2). Απαιτείται  συγκατάθεση της βουλής.
Ü      Οι ρυθμιστικές αρμοδιότητες του ΠτΔ:  Σύμφωνα με άρθρο 30 παρ. 1 Σ ο ΠτΔ είναι ρυθμιστής του πολιτεύματος. (α) Η διεθνής εκπροσώπηση της πολιτείας, η κήρυξη πολέμου και η συνομολόγηση συνθηκών ειρήνης (36 παρ. 1) (β) Οι σχετικές με τη λειτουργία της βουλής (η κήρυξη της έναρξης και λήξης της βουλευτικής περιόδου, η αναστολή των εργασιών της βουλής και η διάλυση της βουλής) (γ) Ο διορισμός του πρωθυπουργού και της κυβέρνησης και η απαλλαγή από τα καθήκοντά τους (37 και 38) (δ)  Τα διαγγέλματα (44 παρ. 3) τα οποία απευθύνει στο λαό σε εξαιρετικές περιπτώσεις με τη σύμφωνη γνώμη του πρωθυπουργού (ε) Η αρμοδιότητα αναπομπής ψηφισμένου νομοσχεδίου (42 παρ. 2).
Η νομική θέση του ΠτΔ Σ.Ο.Σ.
Ο ΠτΔ είναι ανεύθυνος εκτός από τις περιπτώσεις της εκ προθέσεως παραβίασης του Συντάγματος και για εσχάτη προδοσία.  Για αυτό όλες οι πράξεις του για να ισχύσουν χρειάζονται προσυπογραφή από μέλος της κυβέρνησης ή τον πρόεδρο της βουλής.
Εξαιρετικά δεν χρειάζονται προσυπογραφή οι εξής πράξεις (35 παρ. 2 Σ):
Ü      Ο διορισμός του πρωθυπουργού (37 παρ. 1).
Ü      Η ανάθεση διερευνητικής εντολής (37 παρ. 2,3).
Ü      Η διάλυση της βουλής (32 παρ. 4, 41 παρ. 1 αν δεν προσυπογράφει ο πρωθυπουργός, 53 παρ. 1 αν δεν προσυπογράφει το υπουργικό συμβούλιο).
Ü      Η αναπομπή ψηφισμένου νομοσχεδίου (42 παρ. 1).
Ü      Ο διορισμός του προσωπικού των υπηρεσιών της υπηρεσίας της προεδρίας της δημοκρατίας.#
Ü      Η απαλλαγή της κυβέρνησης από τα καθήκοντά της (38 παρ. 1 Σ).

Η ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ
Διατάξεις σχετικές με τη δικαστική λειτουργία
Η δικαστική λειτουργία ασκείται από τα δικαστήρια, οι αποφάσεις τους εκτελούνται στο όνομα του ελληνικού λαού.
Σχετικές με τη δικαστική λειτουργία υπάρχουν διάσπαρτες:
Ü      Άρθρο 20 παρ. 1 θεσπίζει το θεμελιώδες στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια.
Ü      Η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 ορίζει ότι κανένας δε στερείται χωρίς τη θέλησή του το δικαστή που του έχει ορίσει ο νόμος ενώ η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 απαγορεύει τη σύσταση δικαστικών επιτροπών και έκτακτων δικαστηρίων.
Ü      Η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 ρυθμίζει θέματα προσωπικής ασφάλειας.
Ü      Η διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 εδ. γ θεσπίζει τις εγγυήσεις για την παραβίαση του οικιακού ασύλου και ορίζει ότι καμιά έρευνα δεν γίνεται σε κατοικία παρά μόνο αν ο νόμος ορίζει και πάντοτε με παρουσία των εκπροσώπων της δικαστικής εξουσίας.
Ü      Η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 εδ.  β, επιτρέπει την κατάσχεση εντύπου μετά την κυκλοφορία του, με παραγγελία του εισαγγελέα εφόσον δημοσίευμα που περιλαμβάνεται στο έντυπο (α) προσβάλλει χριστιανική ή άλλη θρησκεία (β) προσβάλει το πρόσωπο του ΠτΔ (γ) αποκαλύπτει πληροφορίες για τη σύνθεση, εξοπλισμό και διάταξη των ενόπλων δυνάμεων (δ) περιέχει άσεμνα δημοσιεύματα που προσβάλλουν ολοφάνερα τη δημόσια αιδώ.
Ü      Σημαντικές δικαστικές αρμοδιότητες προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 και 4 του Σ. Το άρθρο αυτό προβλέπει το πλαίσιο προστασίας της ιδιοκτησίας και ορίζει, ότι στην περίπτωση στέρησης της ιδιοκτησίας για δημόσια ωφέλεια καταβάλλεται αποζημίωση το ύψος της οποίας ορίζεται πάντα από τα πολιτικά δικαστήρια.
Ü      Η διάταξη του άρθρου 106 παρ. 4 ορίζει ότι σε περίπτωση εξαγοράς επιχείρησης το τίμημα της εξαγοράς ή το αντάλλαγμα της αναγκαστικής συμμετοχής του κράτους ή άλλων δημόσιων φορέων καθορίζεται δικαστικά.
Ü      Η διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 εδ. β΄ απαγορεύει την απεργία με οποιοδήποτε μορφή στους δικαστικούς λειτουργούς.
Ü      Το άρθρο 86 παρ. 1 ορίζει ότι αρμόδιο για την ευθύνη υπουργών ή πρώην υπουργών και υφυπουργών είναι δικαστήριο που προεδρεύεται από τον πρόεδρο του αρείου πάγου και συγκροτείται από δώδεκα δικαστές που κληρώνονται σε δημόσια συνεδρίαση.
Ü      Το άρθρο 49 ορίζει ότι σε περίπτωση ποινικής ευθύνης του ΠτΔ αρμόδιο είναι το δικαστήριο του άρθρου 86 του Σ.
Ü      Στην περίπτωση που η διαδικασία των διερευνητικών εντολών αποβεί άκαρπη και δεν σχηματιστεί καμία κυβέρνηση τότε ο ΠτΔ επιλέγει ανάμεσα στον πρόεδρο του συμβουλίου της επικρατείας ή του Αρείου Πάγου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου, τον πρωθυπουργό της υπηρεσιακής εκλογικής κυβέρνησης.
Διαφορές της δικαστικής λειτουργίας από την εκτελεστική και τη νομοθετική λειτουργία
Η δικαστική λειτουργία εφαρμόζει τους κανόνες που θέτει η νομοθετική λειτουργία και κατά τούτο διαφέρει από αυτήν. Η δικαστική λειτουργία διαφέρει από την εκτελεστική ως προς τον σκοπό, την έκταση της διακριτικής ευχέρειας, το βαθμό της ιεραρχικής δομής. Η δικαστική λειτουργία αποσκοπεί μέσα από την εφαρμογή των δικαιϊκών κανόνων στην πραγμάτωση του δικαίου ενώ ο σκοπός της εκτελεστικής λειτουργίας είναι η ικανοποίηση του γενικού συμφέροντος. Η εκτελεστική λειτουργία εκτιμά ελεύθερα προκειμένου να αποφασίσει. Η δικαστική δρα σε πεδίο δέσμιας κρίσης. Η εκτελεστική παρουσιάζει αυστηρή ιεραρχική δομή ενώ η δικαστική λειτουργία βασίζεται στις αρχές της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας του δικαστή.
Αν και η νομοθετική λειτουργία θέτει το δίκαιο, η διάπλαση του δικαίου από τα δικαστήρια έχει αναμφισβήτητα δικαιοπαραγωγική διάσταση. Ωστόσο η διάπλαση του δικαίου από τα δικαστήρια δεν είναι αποτέλεσμα πολιτικής επιλογής όπως είναι η θέσπιση δικαιϊκών κανόνων από τη νομοθετική λειτουργία. Η πολιτική επιλογή είναι το κρίσιμο διαφοροποιητικό στοιχείο της δικαστικής λειτουργίας από τη εκτελεστική λειτουργία εφόσον γίνει αποδεκτό ότι και οι δύο λειτουργίες εφαρμόζουν το δίκαιο. Σημαντικό στοιχείο που διαφοροποιεί τη δικαστική λειτουργία από τη νομοθετική και εκτελεστική είναι το πολιτικό.  Η δικαστική λειτουργία δεν ελέγχεται από πολιτικά κριτήρια.
Οι συνταγματικές αρχές που διέπουν τη λειτουργία των δικαστηρίων Σ.Ο.Σ.
Ü      Η αρχή της διαφάνειας των παραγόντων της δικαστικής απόφασης.  Στην αρχή αυτή υπάγονται (α) Η  αρχή της δημοσιότητας (93 παρ. 2 και παρ. 3 εδ. α΄ του Συντάγματος με την οποία οι συνεδριάσεις κάθε δικαστηρίου είναι δημόσιες εκτός αν το δικαστήριο κρίνει διαφορετικά, αν συντρέχουν ειδικοί λόγοι προστασίας της ιδιωτικής ζωής ή η δημοσιότητα θα είναι επιβλαβής στα χρηστά ήθη. Σύμφωνα με τη διάταξη 93 παρ. 3 εδ. α΄ κάθε δικαστική απόφαση απαγγέλλεται σε δημόσια συνεδρίαση.  Ο αποκλεισμός της δημοσιότητας επιτρέπεται μόνο εφόσον συντρέχουν λόγοι προστασίας της οικογενειακής και ιδιωτικής  ζωής των διαδίκων. (β) Η αρχή της αιτιολόγησης της δικαστικής απόφασης κατοχυρώνεται στο άρθρο 93 παρ. 3 εδ. α του συντάγματος που ορίζει κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη.  Αιτιολογημένη είναι η απόφαση στην οποία εκτίθενται επακριβώς οι λόγοι επί των οποίων το δικαστήριο βασίστηκε για να διαμορφώσει τη δικαστική κρίση του. (γ) Η αρχή της υποχρεωτικής δημοσίευσης της γνώμης της μειοψηφίας. Κατοχυρώνεται στο άρθρο 93 παρ. 3 εδ. γ΄ του συντάγματος το οποίο ορίζει ότι η γνώμη της μειοψηφίας δημοσιεύεται υποχρεωτικά. Η γνώμη της μειοψηφίας παρατίθεται υπό τον τύπο της αμφιβολίας και με τήρηση της δικαστικής δεοντολογίας. Η δημοσίευση της γνώμης της μειοψηφίας υποχρεώνει εκ των πραγμάτων, την πλειοψηφία να δώσει μεγαλύτερη προσοχή στην αιτιολογία και την ορθότητα των νόμων.
Ü      Ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων. Απορρέει από την αυξημένη τυπική ισχύ του συντάγματος. Ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων σημαίνει τον έλεγχο που ασκείται προκειμένου να διαπιστωθεί, ότι οι κανόνες που θεσπίζει ο κοινός νομοθέτης συνάδουν με το πλαίσιο που χαράσσουν οι αντίστοιχοι κανόνες του συντάγματος. Για το λόγο αυτό το άρθρο 93 παρ. 4 Σ ορίζει ότι τα δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα. Ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων διακρίνεται στον προληπτικό έλεγχο και στον κατασταλτικό έλεγχο. Ο προληπτικός  ασκείται κατά την κατάρτιση του δικαιϊκού κανόνα και οπωσδήποτε πριν αυτός εκδοθεί και να εφαρμοστεί. Συνήθως ασκείται από τα όργανα της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας. Ο κατασταλτικός ασκείται οπωσδήποτε μετά την έκδοση του δικαιϊκού κανόνα και ιδίως κατά την εφαρμογή του. Υπάρχουν τρεις διαδικασίες προληπτικού ελέγχου. (α) Κατά τη διάρκεια της καταρχήν συζήτησης νομοσχεδίου ή πρότασης νόμου, ο ΠτΔ και κάθε βουλευτής ή μέλος της κυβέρνησης μπορούν να προβάλλουν ένσταση αντισυνταγματικότητας. Για την προταθείσα αντισυνταγματικότητα αποφασίζει η βουλή κατά προτεραιότητα. (β) Ο ΠτΔ (42 παρ. 1 εδ. β) μπορεί να  αναπέμψει στη βουλή νομοσχέδιο που έχει ψηφιστεί από αυτή. (γ) Περισσότερο γνωμοδοτική λειτουργία και λιγότερο προληπτικό έλεγχο συνταγματικότητας ασκεί το Ελεγκτικό Συνέδριο που γνωμοδοτεί για τους νόμους που αφορούν συντάξεις ή αναγνώριση υπηρεσίας για την παροχή δικαιώματος σύνταξης καθώς και για κάθε άλλο θέμα ο νόμος ορίζει. Αξίζει να σημειωθεί ιδιαιτέρως ότι ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων ξεκίνησε με πρωτοβουλία του Αρείου Πάγου. Σύμφωνα με το άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος τα δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα.  Ο δικαστικός έλεγχος εμφανίζεται και οργανώνεται με δύο συστήματα. Ο συγκεντρωτικός έλεγχος είναι το σύστημα στο οποίο τον δικαστικό έλεγχο συνταγματικότητας του νόμου ασκεί συνταγματικό δικαστήριο. Το σύστημα αυτό υιοθετείται κατ΄ εξαίρεση στο άρθρο 100 Σ που προβλέπει τις δικαιοδοτικές αρμοδιότητες του ΑΕΔ. Το σύστημα δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας του  νόμου που θεσπίζει το άρθρο 93 παρ. 4 Σ έχει ως βασικά χαρακτηριστικά ότι ο έλεγχος είναι διάχυτος, παρεμπίπτων και συγκεκριμένος. Ο έλεγχος είναι διάχυτος σημαίνει ότι όλα τα δικαστήρια όλων των βαθμών και των δικαιοδοσιών είναι εξίσου αρμόδια να ελέγχουν τη συνταγματικότητα του νόμου βάσει του οποίου εκδικάζουν την υπόθεση. Ο έλεγχος είναι παρεμπίπτων, σημαίνει ότι το δικαστήριο δεν ακυρώνει το νόμο αλλά τον παραμερίζει στη συγκεκριμένη επίδικη υπόθεση.  Ο έλεγχος είναι συγκεκριμένος σημαίνει ότι το δικαστήριο κρίνει τη συνταγματικότητα της επίμαχης και μόνο διάταξης χωρίς να επεκτείνεται στο σύνολο του νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 93 παρ. 4 και με το άρθρο 100 παρ. 1 στοιχ. ε΄ τα δικαστήρια και το ΑΕΔ ελέγχουν την αντισυνταγματικότητα του περιεχομένου του νόμου δηλαδή την ουσιαστική αντισυνταγματικότητα.  Τα δικαστήρια δεν μπορούν να ελέγξουν την τυπική αντισυνταγματικότητα. Δεν εμπίπτουν στην τυπική αντισυνταγματικότητα και άρα επιδέχονται δικαστικού ελέγχου, τα απαιτούμενα για το κύρος του νόμου εξωτερικά στοιχεία όπως είναι η υπογραφή του ΠτΔ που εκδίδει και δημοσιεύει το νόμο και η υπουργική προσυπογραφή για τις πράξεις του ΠτΔ. Σημαντικό είναι το ερώτημα που αφορά στην έκταση της παρέμβασης των δικαστηρίων στις επιλογές του νομοθέτη. Είναι γνωστή άλλωστε η επιφύλαξη για το «κράτος των δικαστών» ή «κυβέρνηση των δικαστών». Ο όρος «όρος των δικαστών» χρησιμοποιείται για να αποδώσει τη νομολογιακή στάση ανώτατων δικαστηρίων στις περιπτώσεις που αντιτάχθησαν στην νομοθετική εισαγωγή μέτρων νέας κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής.
Πότε δεν ασκείται η δικαστική λειτουργία από τα δικαστήρια
Ü      Η βουλή ασκεί δικαστικές αρμοδιότητες, όταν αποφασίζει την παραπομπή του Προέδρου της Δημοκρατίας (49 Σ), όταν παρέχει άδεια για την άσκηση ποινικής δίωξης κατά βουλευτή (62 Σ), όταν παρέχει τη συγκατάθεσή της για την απονομή χάρης σε υπουργό (47 παρ. 2 Σ).
Ü      Ο ΠτΔ ασκεί δικαστική αρμοδιότητα όταν απονέμει χάρη κατά το άρθρο 47 παρ. 1 Σ ύστερα από πρόταση του υπουργού Δικαιοσύνης και τη γνώμη του Συμβουλίου Χαρίτων και επίσης απονέμει χάρη στον καταδικασθέντα υπουργό ή υφυπουργό (47 παρ. 2 Σ).
Ü      Άρθρο 96 παρ. 2 Σ η εκδίκαση αστυνομικών παραβάσεων που τιμωρούνται με πρόστιμο μπορεί να ανατεθεί με νόμο σε αρχές, οι οποίες ασκούν αστυνομικά καθήκοντα, ενώ η εκδίκαση ιδιωτικών διαφορών και πταισμάτων σχετικών με τους αγρούς μπορεί να ανατεθεί με νόμο σε αρχές αγροτικής ασφάλειας.
Ü      Το Σύνταγμα επιτρέπει την προσφυγή στην εκούσια διαιτησία για την επίλυση διαφορών.
Ü      Δικαιοδοτικό έργο ασκούν επίσης διεθνή δικαστήρια.
Διάκριση δικαστηρίων
Ü      Άρθρο 94 παρ. 1 Σ τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια είναι αρμόδια για την εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας εκτός από αυτές που υπάγονται με ειδικές διατάξεις στο Συμβούλιο της Επικρατείας και στο Ελεγκτικό Συνέδριο.  Τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια είναι τα μονομελή και τριμελή διοικητικά πρωτοδικεία και τα τριμελή και πενταμελή διοικητικά εφετεία.
Ü      Άρθρο 94 παρ. 2 Σ στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας που τους ανατίθεται με νόμο. Είναι τα ειρηνοδικεία, τα μονομελή και πολυμελή πρωτοδικεία, τα εφετεία και ο Άρειος Πάγος.
Ü      Άρθρο 96 παρ. 1 Σ η εκδίκαση των ποινικών υποθέσεων ανήκει στα τακτικά ποινικά δικαστήρια. Είναι τα πταισματοδικεία, τα μονομελή και πολυμελή πλημμελειοδικεία, τα εφετεία, τα μικτά ορκωτά δικαστήρια και ο Άρειος Πάγος.
Ü      Το Σύνταγμα στο άρθρο 48 παρ. 1 προβλέπει τη δυνατότητα σύστασης εξαιρετικών δικαστηρίων στα πλαίσια της κατάστασης ανάγκης που επιβάλλει την κήρυξη της χώρας σε κατάσταση πολιορκίας.
Ü      Το Συμβούλιο της Επικρατείας (άρθρο 95 Σ). Αποτελείται από τακτικούς δικαστές και οι αρμοδιότητές του ασκούνται από την Ολομέλεια και τα Τμήματά του. Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν είναι αρμόδια να εκδικάσει συγκεκριμένες κατηγορίες υποθέσεων αλλά επιλαμβάνεται των υποθέσεων που παραπέμπονται σε αυτήν από τα Τμήματα ή τον Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας. Σημαντικός λόγος παραπομπής προβλέπεται στο άρθρο 100 παρ. 5 Σ όπου όταν τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Αρείου Πάγου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου κρίνει διάταξη τυπικού νόμου αντισυνταγματική παραπέμπει υποχρεωτικά το ζήτημα στην οικεία ολομέλεια εκτός αν αυτό έχει κριθεί με προηγούμενη απόφαση της ολομέλειας ή του ΑΕΔ. Επίσης λόγοι παραπομπής είναι (α) η μεγάλη σπουδαιότητα της υπόθεσης (β) οι αποφατικές συγκρούσεις αρμοδιοτήτων μεταξύ των Τμημάτων (γ) όταν τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας πρόκειται να λάβει απόφαση διαφορετική από απόφαση του Αρείου Πάγου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου ως προς την ουσιαστική συνταγματικότητα τυπικού νόμου.
Ü      Το Ελεγκτικό Συνέδριο. Προβλέπεται στο άρθρο 98 Σ. Έχει διττό χαρακτήρα. Αποτελεί ανώτατο ειδικό διοικητικό δικαστήριο αφενός και αφετέρου διοικητικό όργανο που διαθέτει ελεγκτικές και γνωμοδοτικές αρμοδιότητες για δημοσιονομικά και συνταξιοδοτικά θέματα. Οι δικαστικές αρμοδιότητες του ΕΣ ασκούνται σε Ολομέλεια και σε Τμήματα.
Ü      Το Δικαστήριο Αγωγών Κακοδικίας. Είναι ειδικό δικαστήριο αρμόδιο να εκδικάσει αγωγές κακοδικίας κατά δικαστικών λειτουργών που ευθύνονται για πράξεις ή παραλείψεις κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Τα μέλη του ορίζονται για ένα έτος.  Με την εξαίρεση του Προέδρου όλα τα υπόλοιπα μέλη κληρώνονται. Η κλήρωση διενεργείται από την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας σε δημόσια συνεδρίαση. Συνεδριάζει με επταμελή σύνθεση και οι αποφάσεις τους δεν προσβάλλονται με κανένα ένδικο μέσο. Αγωγή κακοδικίας δεν χωρεί (α) κατά των μελών του ΑΕΔ (β) κατά των μελών των δικαστηρίων που κρίνουν το κύρος των δημοτικών και κοινοτικών εκλογών (γ) κατά των δικαστικών λειτουργών που μετέχουν σε συμβούλια (δ) κατά των μελών των Δικαστηρίων Αγωγών Κακοδικίας για τις αποφάσεις που εκδίδει επί αγωγών κακοδικίας.
Ü      Το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο. Είναι νέο, μόνιμο, ειδικό δικαστήριο στο οποίο υπάγονται (α) η εκδίκαση ενστάσεων κατά το άρθρο 58 (β) ο έλεγχο του κύρους των αποτελεσμάτων δημοψηφίσματος που ενεργείται κατά το άρθρο 44 παρ. 2 (γ) η κρίση για τα ασυμβίβαστα ή την έκπτωση βουλευτή (δ) η άρση των συγκρούσεων μεταξύ δικαστηρίων και των διοικητικών αρχών ή μεταξύ του Συμβουλίου της Επικρατείας και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων αφενός και των αστικών και ποινικών δικαστηρίων αφετέρου και τέλος μεταξύ ΕΣ και λοιπών δικαστηρίων (ε) η άρση της αμφισβήτησης για την ουσιαστική αντισυνταγματικότητα (στ) η άρση της αμφισβήτησης για το χαρακτηρισμό κανόνων του διεθνούς δικαίου ως γενικά παραδεδεγμένων κατά την παρ. 1 του άρθρου 28. Οι αποφάσεις του ΑΕΔ είναι αμετάκλητες, δεν προσβάλλονται με κανένα τακτικό ή έκτακτο ένδικο μέσο.
Οι δικαστικοί λειτουργοί
Σύμφωνα με το άρθρο 87 παρ. 1 Σ η δικαιοσύνη απονέμεται από τα δικαστήρια συγκροτούμενα από τακτικούς δικαστές που απολαμβάνουν λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία.
Οι τακτικοί δικαστές είναι δημόσιοι λειτουργοί που συνδέονται με το κράτος με πάγια αμειβόμενη σχέση. Διακρίνονται από τους δημόσιους υπαλλήλους που είναι έμμεσα όργανα του κράτους. Στους δικαστικούς λειτουργούς περιλαμβάνονται οι τακτικοί δικαστές και οι εισαγγελείς. Η εισαγγελία είναι δικαστική αρχή ανεξάρτητη τόσο από τα δικαστήρια όσο από τα όργανα της εκτελεστικής λειτουργίας.  Η αποστολή της είναι η τήρηση της νομιμότητας, η προστασία του πολίτη και η διαφύλαξη των κανόνων της δημόσιας τάξης.
Από τους δικαστικούς λειτουργούς διακρίνονται οι δικαστικοί υπάλληλοι που είναι μόνιμοι και παύονται με δικαστική απόφαση εξαιτίας ποινικής καταδίκης είτε με απόφαση δικαστικού συμβουλίου για βαρύ πειθαρχικό παράπτωμα, ασθένεια, ή αναπηρία, ή υπηρεσιακή ανεπάρκεια.
Οι τακτικοί δικαστές απολαμβάνουν λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία. Λειτουργική ανεξαρτησία είναι η εγγύηση που παρέχει το σύνταγμα στο δικαστή σε σχέση με το δικαιοδοτικό λειτούργημά του και κατά την οποία απαγορεύεται κάθε είδους ετεροκαθορισμός της δικανικής πεποίθησης του. Προσωπική ανεξαρτησία είναι η εγγύηση του προσωπικού υπηρεσιακού καθεστώτος του δικαστή με κανόνες που τον προφυλάσσουν από δυσμενείς επεμβάσεις του νομοθέτη, των οργάνων της εκτελεστικής και της δικαστικής λειτουργίας, οι οποίες θα μπορούσαν να οδηγήσουν στο ετεροκαθαρισμό της δικαστικής του πεποίθησης.
Η λειτουργική ανεξαρτησία του δικαστή αποσκοπεί στην προστασία του δικαστή από παρεμβάσεις και δεσμεύσεις. Η προσωπική ανεξαρτησία του δικαστή κατοχυρώνεται από τα  άρθρα 88-91 του Συντάγματος.
Το λειτούργημα του δικαστή είναι ασυμβίβαστο με κάθε άλλη δημόσια υπηρεσία και κάθε άλλο επάγγελμα. Οι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών είναι ανάλογες με το λειτούργημά τους. Η βαθμολογική τους εξέλιξη καθορίζεται με ειδικούς νόμους.
Το άρθρο 91 θεσπίζει ειδικό καθεστώς πειθαρχικής  ευθύνης των δικαστικών λειτουργών. Οι υπηρεσιακές μεταβολές τους γίνονται με προεδρικό διάταγμα. Η μετάταξη δικαστικών λειτουργών απαγορεύεται. Η δικαστική ιδιότητα λήγει είτε με την επιβολή της ποινής της παύσης είτε με την υποχρεωτική αποχώρηση από την υπηρεσία. Η παύση διακρίνεται σε οριστική και σε προσωρινή.  Παύση είναι η πριν τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας οριστική ή πρόσκαιρη λήξη της δικαστικής ιδιότητας που επέρχεται με δικαστική απόφαση λόγω ποινικής καταδίκης, βαρέος πειθαρχικού παραπτώματος, ασθενείας, αναπηρίας, υπηρεσιακής ανεπάρκειας.
Η υποχρεωτική αποχώρηση από την υπηρεσία συμβαίνει όταν ο δικαστικός λειτουργός συμπληρώσει το όριο ηλικίας. Οι δικαστικοί λειτουργοί που έχουν ανώτερο βαθμό από του εφέτη ή του αντιεισαγγελέα εφετών αποχωρούν από την υπηρεσία υποχρεωτικά μόλις συμπληρώσουν το εξηκοστό έβδομο έτος της ηλικίας τους.
Οι δικαστικοί λειτουργοί από το διορισμό τους μέχρι την ημέρα της υποχρεωτικής αποχώρησης είναι ισόβιοι. Έννομη συνέπεια της ισοβιότητας είναι ότι οι δικαστικοί λειτουργοί δεν χάνουν την δικαστική ιδιότητά τους έστω και αν καταργηθεί η θέση που κατέχουν.



Τέλος…ή μήπως όχι;

2 σχόλια:

  1. Λεπτομερέστατο και εμπεριστατωμένο. Ευχαριστώ πολύ ως πρωτοετής, με βοήθησε να ξεδιαλύνω διάφορες απορίες!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Να εισαι καλα! Χαίρομαι που βοήθησε...

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Παρακαλώ τα σχόλια σας να μην θίγουν ούτε να προσβάλλουν τον συνομιλητή τους. Σε αυτό το blog ερχόμαστε μόνο να πάρουμε γνώση και να πετύχουμε τους στόχους μας!