Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2012

ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΑΠΟ ΠΑΝΤΕΛΗ Β ΜΕΡΟΣ



Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΜΟΝΑΡΧΙΑ (1832-1843)

Η ΕΠΙΒΟΛΗ ΤΟΥ ΜΟΝΑΡΧΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑΤΟΣ – Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΜΟΝΑΡΧΙΑ
Το πρωτόκολλο του Λονδίνου 1830 ορίζει ότι η ελληνική κυβέρνηση θέλει να είναι μοναρχική και κληρονομική και ότι ο αρχηγός του κράτους θέλει να φέρει τον τίτλο Ηγεμών Κυρίαρχος της Ελλάδος.
Ούτε το Πρωτόκολλο του Λονδίνου ούτε η συνθήκη μεταξύ των τριών Δυνάμεων και της Βαυαρίας διευκρινίζουν αν η μοναρχία είναι απόλυτη ή συνταγματική.
Η απόλυτη αναρχία εξηγεί την εγκαθίδρυση απόλυτης μοναρχίας. Ο Όθων βρίσκει κενό εξουσίας και το καλύπτει για λογαριασμό του με στήριγμα το βαυαρικό στρατιωτικό σώμα που τον συνοδεύει.
Στις 06/02/1833 ο Όθων αποβιβάζεται στο Ναύπλιο. Ο πρόεδρος της ουσιαστικά ανύπαρκτης Διοικητικής Επιτροπής  Γ. Κουντουριώτης του παραδίδει συμβολικά την εξουσία
Το διάγγελμα της Αντιβασιλείας έχει προμετωπίδα τις λέξεις Όθων ο Α ελέω βασιλεύς της Ελλάδος και δεν κάνει καμία νύξη για Σύνταγμα.
Ο Όθωνα αποκτά την κυριαρχία με κατάληψη αδεσπότου χωρίς να συναντήσει ούτε καν πλατωνική αμφισβήτηση.
Στην περίοδο της απόλυτης μοναρχίας οι πράξεις του αρχηγού του κράτους φέρουν αδιακρίτως την ονομασία νόμος ή βασιλικό διάταγμα. Έχουν πάντοτε την ίδια τυπική ισχύ σύμφωνα με το αξίωμα.

Η ΑΝΤΙΒΑΣΙΛΕΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΤΗΣ ΕΡΓΟ
Ο Λουδοβίκος διορίζει πρόεδρο της Αντιβασιλείας τον κόμη Άρμανσπεργ, πρώην υπουργό οικονομικών, και μέλη της τον καθηγητή Μάουρερ και τον στρατηγό Εϋδέκ.
Ο κρατικός μηχανισμός διαιρείται σε επτά γραμματείς. Πρώτιστο μέλημα της Αντιβασιλείας είναι η δημιουργία τακτικού στρατού ώστε να ελέγχει τη χώρα. Αλλά και το νομοθετικό της έργο είναι πολύ μεγάλο. Τότε ιδρύεται και η Εφημερίδα της βασιλείας της Ελλάδος.
Η επικράτεια διαιρείται σε δήμους (νόμος περί συστάσεως των δήμων, 10/01/1834). Παρά την απόλυτη μοναρχία οι δημοτικές αρχές είναι αιρετές.
Η Αντιβασιλεία εκδίδει και νόμους περιοριστικούς των ατομικών ελευθεριών που άλλωστε δεν είναι συνταγματικά κατοχυρωμένες.
Στην προσπάθειά της να οικοδομήσει εθνικό κράτος η Αντιβασιλεία αποκόπτει τους δεσμούς με το Οικουμενικό Πατριαρχείο που βρίσκεται στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, και δημιουργεί εθνική εκκλησία. Η Ορθόδοξη Εκκλησία έχουσα αρχηγό τον βασιλέα της Ελλάδος που μάλιστα είναι καθολικός, κηρύσσεται αυτοκέφαλος και ανεξάρτητος από πάσης άλλης εξουσίας.

Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΟΥ ΟΘΩΝΑ ΚΑΙ Η ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΛΥΤΗΣ ΜΟΝΑΡΧΙΑΣ
Με την ενηλικίωση του ο Όθων  αναλαμβάνει τα ηνία της κυβερνήσεως καθόλη την έκταση. Στην προκήρυξή του  προς τους Έλληνες τονίζει μεταξύ άλλων ότι θα προστατεύει την ιδιοκτησία, θα υπερασπίζει την ελευθερία. Εντούτοις ο Όθων δεν κάνει λόγο ούτε για Σύνταγμα ούτε για Εθνοσυνέλευση.
Λίγο αργότερα ιδρύεται Συμβούλιο της Επικρατείας με οργανωτικό διάταγμα της 1835.
Ο παραγκωνισμός των προκρίτων και η οικονομική αθλιότητα του λαού δημιουργεί προς το καθεστώς του Όθωνα αντίδραση, την οποία υποδαυλίζουν κυρίως η Αγγλία και η Ρωσία. Το ελληνικό κράτος δεν καταφέρνει να αντλήσει οφέλη από τον τουρκοαιγυπτιακό πόλεμο και το 1843 κηρύσσει τη δεύτερη πτώχευση.
Για να διασκεδάσει την αντίδραση ο Όθων διορίζει για πρώτη φορά Έλληνα πρωθυπουργό τον Αλ. Μαυροκορδάτο αρχηγό του αγγλικού κόμματος. Για να γίνει το καθεστώς βιώσιμο ο Μαυροκορδάτος προτείνει αφενός απομάκρυνση των Βαυαρών, ώστε να συνδεθεί ο θρόνος με τον λαό και αφετέρου μεταρρυθμίσεις που δεν φτάνουν σε παραχώρηση Συντάγματος αλλά σε Συγκερασμένη Μοναρχία.





































Η ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΜΟΝΑΡΧΙΑ (1843-1862)

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ 3ΗΣ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1843
Την απόλυτη μοναρχία καταλύει αναίμακτη επανάσταση την 3η Σεπτεμβρίου 1843.
Αυθημερόν ο Όθων διορίζει νέο υπουργικό συμβούλιο με πρόεδρο τον Ανδρέα Μεταξά και ίση εκπροσώπηση των τριών κομμάτων και συγκαλεί εθνική συνέλευση για να συντάξουμε το Σύνταγμα του Κράτους.
Σύμφωνα με απαίτηση των επαναστατών η Εθνοσυνέλευση εκλέγεται με τον τελευταίο εκλογικό νόμο δηλ του Καποδίστρια.
Κηρύσσοντας την έναρξη των εργασιών της Συνέλευσης, ο Όθων αναφέρει να συνομολογήσουν μεταξύ τους συνθήκη και ως απάντηση η Εθνοσυνέλευση χαρακτηρίζει το αντιπροσωπευτικό σύστημα ως συνθήκη οπότε η Συνέλευση ψηφίζει Σύνταγμα –Συνάλλαγμα.

ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΟΥ 1844
Πρότυπά του είναι ο γαλλικός συνταγματικός χάρτης του 1830 και το βελγικό Σύνταγμα του 1831 το οποίο όμως αναγνωρίζει τη λαϊκή κυριαρχία. Ελήφθησαν υπόψη τα προηγούμενα ελληνικά Συντάγματα και ιδίως το ηγεμονικό.
Το σύνταγμα του 1844 υιοθετεί τον χωρισμό των εξουσιών. Η νομοθετική ενεργείται από βασιλιά, βουλή και Γερουσία. Η εκτελεστική ανήκει στον βασιλιά μαζί με τους διοριζόμενους από αυτόν υπουργών. Και η δικαστική ανήκει στους δικαστές διοριζόμενους από τον βασιλιά.
Το ΣτΕ καταργείται. Οι βουλευτές εκλέγονται ανά τριετία από τους πολίτες που έχουν το σχετικό δικαίωμα.
 Όλες οι βασιλικές πράξεις υπόκεινται σε υπουργική προσυπογραφή. Οι υπουργοί έχουν ελεύθερη είσοδο στη βουλή και τη γερουσία  οι οποίες μπορούν να απαιτήσουν την παρουσία των υπουργών. Οι υπουργοί είναι ποινικώς ανεύθυνοι για τις πράξεις τους και για τις πράξεις του βασιλέα.
Δηλαδή υπάρχουν  όλες τις νομικές προϋποθέσεις για να λειτουργήσει κοινοβουλευτικό σύστημα αλλά  κάτι τέτοιο δεν γίνεται εφικτό, δεν το επιτρέπουν οι συνθήκες.
Το νομοθετικό όργανο είναι μη αυτοτελές. Το αποτελούν η βουλή και η γερουσία που ψηφίζουν τα νομοσχέδια και ο βασιλιάς τα κυρώνει.
Ο βασιλιάς δεν έχει αυτόνομη κανονιστική αρμοδιότητα αλλά ισχύει χωρίς εξαιρέσεις η αρχή της νομιμότητας. Το Σύνταγμα του 1844 δεν προβλέπει διαδικασία για την αναθεώρησή του. Εντούτοις μπορούσε να αναθεωρηθεί με τον ίδιο τρόπο που καταρτίστηκε δηλαδή με νέα συνθήκη μονάρχη και λαού. Αυτός είναι ο αποκλειστικός  λόγος για τον οποίο το τεκμήριο της αρμοδιότητας ανήκει στον νομάρχη. Αλλά μόνο ψιλώ ονόματι.
Η μεγάλη σημασία του Συντάγματος αυτού είναι ότι αποτελεί  τη βάση για όλα τα επόμενα.

Ο ΕΚΛΟΓΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ 1844
Η Εθνική Συνέλευση συμπληρώνει το Σύνταγμα  με τον νόμο περί εκλογής των βουλευτών, ο οποίος δημοσιεύεται την ίδια ημέρα με το Σύνταγμα και εισάγει καινοτομίες επαναστατικές ακόμη  και στο ευρωπαϊκό επίπεδο. Οι βουλευτές εκλέγονται άμεσα με ψηφοδέλτια που ο ψηφοφόρος γράφει μόνος ή με άλλον εμπιστοσύνης του και με σύστημα απόλυτης πλειοψηφίας. Το δικαίωμα της ψήφου ανήκει σε όλους τους Έλληνες που έχουν συμπληρώσει το 25ο έτος της2 ηλικίας και έχουν ιδιοκτησία εντός της επαρχίας ή εξασκούν σε αυτή οποιοδήποτε επάγγελμα ή ανεξάρτητο επιτήδευμα.
Ως ιδιοκτησία νοείται και η ακίνητη και η κινητή εφόσον είναι προσοδοφόρος και φοροτελής. Αποκλείονται μόνο οι οικόσιτοι υπηρέτες και οι μαθητευόμενοι τεχνίτες  που δεν έχουν ιδιοκτησία διότι θεωρείται ότι δεν έχουν ανεξαρτησία ψήφου.
Η Ελλάς είναι η πρώτη ευρωπαΐκή χώρα  που εφαρμόζει στην πράξη την καθολική ψήφο.



Η ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ 1844
Ο Όθων ελάχιστα σέβεται το Σύνταγμα. Ο τύπος υφίσταται διώξεις, οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι δικαστές με ελεύθερο φρόνημα απομακρύνονται από τις θέσεις τους κλπ. Την αντιπολίτευση υποδαυλίζει η Αγγλία, που θεωρεί τον Όθωνα επικίνδυνο για την ακεραιότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Συγχρόνως, όταν οι υπουργοί εφαρμόζουν βασιλική πολιτική, έχουν μόνο νομική ευθύνη. Την πραγματική την έχει  ο Όθων, που φθείρεται τελικώς ο ίδιος, αντί να τον προστατεύει  η ανεπηρέαστη εναλλαγή κυβερνήσεων στην εξουσία.































Η ΚΥΒΕΡΝΩΣΑ ΒΟΥΛΗ ΤΗΣ ΜΕΣΟΒΑΣΙΛΕΙΑΣ

Η DE FACTO ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ
Ύστερα από εξέγερση στο Ναύπλιο, εκρήγνυται επανάσταση πάλι από τη φρουρά και τον λαό των Αθηνών στις 10/10/1852. Η επανάσταση επιτυγχάνει και αποκαθιστά τη λαϊκή κυριαρχία ως θεμελιώδη κανόνα στην έννομη τάξη.
Οι επαναστάτες εκδίδου Ψήφισμα του Έθνους όπου καταργείται η βασιλεία του Όθωνα, συνίσταται τριμελής Προσωρινή Κυβέρνηση και ανακοινώνεται ότι Εθνική Συντακτική Συνέλευση καλείται αμέσως προς σύνταξη της πολιτείας και εκλογή Ηγεμόνος.
Η προσωρινή κυβέρνηση διοργανώνει εκλογές που γίνονται με τον εκλογικό νόμο του 1844 ελαφρώς τροποποιημένο, ώστε οι πληρεξούσιοι στη Συντακτική Συνέλευση να είναι διπλάσιοι από τους βουλευτές στην κοινή βουλή και να ψηφίσουν και οι οπουδήποτε  εκτός της Ελλάδος ευρισκόμενοι υπήκοοι Έλληνες.

Η ΑΜΕΣΗ ΕΚΛΟΓΗ ΤΟΥ ΑΛΦΕΔΡΟΥ ΚΑΙ Η ΕΜΜΕΣΗ ΕΚΛΟΓΗ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
Με υπόδειξη της Αγγλίας, η Προσωρινή Κυβέρνηση τον καλεί να εκλέξει με άμεση ψήφο βασιλέα. Δικαίωμα ψήφου έχει κάθε πολίτης που συμπλήρωσε το εικοστό έτος της ηλικίας. Η ψηφοφορία για την εκλογή βασιλέα γίνεται μαζί με τις εκλογές για τη συνέλευση και ο Αλφέδρος συγκεντρώνει 230.016 ψήφους σε σύνολο 241.202. Εντούτοις ο Αλφέδρος δεν αποδέχεται το στέμμα διότι το Πρωτόκολλο του Λονδίνου του 1830 και οι άλλες δύο δυνάμεις αντιδρούν. Έτσι την επιλογή του ηγεμόνα την αναλαμβάνει τυπικά η Συνέλευση.
Στην πραγματικότητα τον βασιλέα τον επιλέγουν οι προστάτιδες δυνάμεις. Με υπόδειξή τους, η συνέλευση αναγορεύει τον δευτερότοκο υιό του μετέπειτα βασιλέα της Δανίας Χριστιανού Θ συνταγματικό βασιλέα υπό το όνομα Γεώργιος Α βασιλεύς των Ελλήνων. Ο Γεώργιος αποδέχεται την εκλογή του. Η εκλογή ολοκληρώνεται από τις προστάτιδες δυνάμεις.

ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΚΥΒΕΡΝΩΣΗΣ ΒΟΥΛΗΣ
Μία ημέρα πριν η Συνέλευση κηρύξει τον Αλφέδρο βασιλιά η προσωρινή κυβέρνηση της αναθέτει συμβολικά την εξουσία. Ύστερα από λίγες μέρες η συνέλευση ιδρύει τριμελή επιτροπή με το όνομα Προσωρινή Κυβέρνηση της Ελλάδος, τα μέλη της οποίας η ίδια η Συνέλευση είναι αρμόδια να εκλέγει. Έτσι εισάγεται σύστημα κυβερνώσης βουλής πράγμα που δείχνει τον επαναστατικό χαρακτήρα της περιόδου. Το σύστημα αυτό διαρκεί έως την ορκωμοσία του Γεωργίου.














Η ΠΡΩΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΒΑΣΙΛΕΥΟΜΕΝΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ 1864-1909

Η ΨΗΦΙΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
Η Συνέλευση αρχίζει την ψήφιση Συντάγματος μόνο μετά την άφιξη των Επτανήσιων πληρεξουσίων, αλλά καρκινοβατεί. Ο Γεώργιος της θέτει δεκαήμερη προθεσμία να τελειώσει αλλιώς σε αντίθετη περίπτωση απειλεί την Ελλάδα ότι θα φύγει. Συγχρόνως υποβάλλει σε σχέδιο τις διατάξεις που δεν έχουν ακόμη ψηφισθεί. Η Συνέλευση τελειώνει την ψήφιση μέσα στην προθεσμία αλλά με βάση το σχέδιο της επιτροπής της, όπως έκανε μέχρι τότε.
Ο Γεώργιος αποδέχεται το κείμενο και δηλώνει ότι θα δώσει τον όρκο τον οποίο προβλέπει το Σύνταγμα και εφιστά την προσοχή της συνέλευσης σε δύο διατάξεις του. Ο Γεώργιος τελικά δεν αρνείται να υπογράψει το Σύνταγμα και δίνει τον προβλεπόμενο όρκο.

ΤΟΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΟΥ 1864
Το νέο σύνταγμα ακολουθεί την κατάταξη της ύλης του προηγούμενου και επαναλαμβάνει αυτούσιες πολλές διατάξεις του με μία μεγάλη όμως διαφορά, ότι θεμελιώδης κανόνας του πολιτεύματος είναι τώρα η λαϊκή κυριαρχία. Το πολίτευμα είναι πλέον βασιλευόμενη δημοκρατία, όπου ο ανώτατος άρχοντας είναι κληρονομικός αλλά δεν είναι  το ανώτατο όργανο. Η λαϊκή κυριαρχία επιβάλλει νέες επί μέρους ρυθμίσεις. Το Σύνταγμα αυτό αποτελεί τον κορμό όλων των επομένων.
Συνέπειες της λαϊκής κυριαρχίας είναι η θέσπιση της καθολικής ψηφοφορίας η μονήρης βουλή, η μη συμμετοχή του αρχηγού του κράτους στην αναθεώρηση του Συντάγματος και ειδικώς τον βασιλέα, το τεκμήριο αρμοδιότητας που διακηρύσσεται ότι είναι εναντίον του και  υπέρ του λαού το ότι το πρόσωπο του βασιλέως είναι ανεύθυνο και απαραβίαστο και όχι πλέον ιερό, ενώ οι υπουργοί είναι υπεύθυνοι και το ότι η δικαιοσύνη δεν πηγάζει πλέον από τον βασιλέα, αλλά απονέμεται από ισόβιους δικαστές που ο βασιλέας διορίζει μόνο κατά νόμο.
Η κατάργηση της γερουσίας γίνεται για να μην υπάρχει αντίβαρο στη Βουλή και ο βασιλέας που είναι πραγματικό κέντρο εξουσίας να έχει απέναντί του ισχυρή και ενιαία λαϊκή αντιπροσωπεία. Πάντως ιδρύεται Συμβούλιο της Επικρατείας ως σώμα συμβουλευτικό αλλά πριν λειτουργήσει καταργείται όπως ειδικά επιτρέπει το Σύνταγμα. Ελλείψει Γερουσίας ιδρύεται ειδικό δικαστήριο για να δικάζει τους υπουργούς.
Τέλος, όσον αφορά τα ατομικά δικαιώματα επαναλαμβάνεται ο κλασικός κατάλογος με την προσθήκη του δικαιώματος του συνέρχεσθαι και  του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι, που προϋποθέτουν συλλογική δράση. Γενικότερα βρισκόμαστε μετά τη Γαλλική Επανάσταση του 1848 και την πικρή εμπειρία της μοναρχίας του Όθωνα.

Ο ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΗΣ ΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΝΟΜΩΝ
Η ιστορική δυναμική που καταλήγει στο Σύνταγμα του 1864 και το φιλελεύθερο πνεύμα του οδηγούν στη νομολογιακή αναγνώριση της αυξημένης τυπικής ισχύς του Συντάγματος  και στον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων.

Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΔΕΔΗΛΩΜΕΝΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ
Ακολουθώντας το παράδειγμα του Όθωνα ο Γεώργιος θεωρεί αρχικά ότι ο σχηματισμός των κυβερνήσεων είναι αποκλειστικά προσωπικό του ζήτημα. Από την ορκωμοσία του έως το 1875 οι επεμβάσεις του προκαλούν 17 ή 18 αλλαγές κυβερνήσεων σε σύνολο 22. Συγχρόνως η εκλογική διαδικασίας γίνεται γενικώς αποδεκτή ως ο καθοριστικός κανόνας της πολιτικής ζωής. Το πολίτευμα όμως αδυνατεί να αντεπεξέλθει που εκάστοτε προκύπτουν.
Ο Τρικούπης ξεκινά από τη δημοκρατική βάση του πολιτεύματος. Για να μη χρειασθεί να ασκήσει ο λαός το δικαίωμα αντιστάσεως πρέπει το πολίτευμα να λειτουργήσει κοινοβουλευτικά. Τούτο θα οδηγήσει σε δικομματισμό, περαιτέρω εγγύηση ομαλότητας.
Για το άρθρο αυτό ο Τρικούπης διώκεται ποινικά για εξύβριση του βασιλέα κα απόπειρα στάσεως και προφυλακίζεται αλλά γρήγορα απαλλάσσεται με βούλευμα του συμβουλίου πλημμελειοδικών Αθηνών. Τον Απρίλιο του 1875 όμως η κυβέρνηση Βούλγαρη έχει προκαλέσει αναταραχή με τις αντισυνταγματικές της ενέργειες και ο Γεώργιος για να την κατευνάσει, απευθύνεται στον Τρικούπη. Αυτός δεν είναι καν βουλευτής αλλά αποδέχεται πράγμα αντίθετο με τις διακηρύξεις του. Διορίζεται πρωθυπουργός και εν συνεχεία διοργανώνει υποδειγματικές εκλογές.
Έτσι εισάγεται με συνθήκη του πολιτεύματος η αρχή της δεδηλωμένης εμπιστοσύνης της βουλής κατά την οποία αρχηγός του κράτους διορίζει πρωθυπουργό τον εκλεκτό της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Με αρχή της δεδηλωμένης αρχίζει να εφαρμόζεται το κοινοβουλευτικό  σύστημα, βάση του οποίου είναι η υπουργική ευθύνη ενώπιον της βουλής. Η αρχή της  δεδηλωμένης είναι έκφανση του κοινοβουλευτικού συστήματος.
Το σύνταγμα του 1864 δεν προβλέπει ότι η κυβέρνηση πρέπει να απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της βουλής  Η αρχή της δεδηλωμένης και το κοινοβουλευτικό σύστημα αποτελούν συνθήκες του πολιτεύματος και όχι έθιμα, μολονότι είναι μέσα στη λογική της βασιλευόμενης δημοκρατίας. Θεωρητικά η εμπιστοσύνη της βουλής απαιτείται προκαταβολικά για τον διορισμό της στην εξουσία, αφού κανένας άλλος δεν έχει την εμπιστοσύνη της βουλής για να μπορεί να σχηματίσει κυβέρνηση. Στην πράξη, όμως, η αρχή δεν εφαρμόσθηκε σε όλη τη θεωρητική της έκταση.
Έτσι επαναλαμβάνονται οι βασιλικές παρεμβάσεις. Η αρχή της δεδηλωμένης έχει ιδιαίτερη σημασία όταν η βουλή δεν είναι σε σύνοδο και δεν μπορεί να καταψηφίσει την κυβέρνηση.
Όταν μετά τις εκλογές η σύνθεση της πλειοψηφίας της βουλής ήταν αμφίβολη, ο βασιλέας δεν έδινε αμέσως την εντολή για τον σχηματισμό κυβέρνησης αλλά περίμενε την εκλογή του προέδρου της βουλής. Αυτή η εκλογή χρησίμευε ως τεκμήριο για το ποιος έχει τη δεδηλωμένη πλέον εμπιστοσύνη της βουλής.
Σύμφωνα με την αρχή της δεδηλωμένης, κάθε νέα κυβέρνηση εμφανίζεται στη βουλή και ζητεί την εμπιστοσύνη της. Όταν την χάνει, μπορεί να παραμείνει στην εξουσία μόνο εφόσον διαλυθεί η βουλή και προκηρυχθούν εκλογές. Εκείνο που δεν συνάδει με την αρχή αλλά εμφανίζεται στην πράξη, είναι να διορίζεται κυβέρνηση μειοψηφίας συγχρόνως να διαλύεται η βουλή. Τούτο φανερώνει ότι ο βασιλιάς είναι πόλος πραγματικής εξουσίας.















Η ΒΑΣΙΛΕΥΟΜΕΝΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΤΑ ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΟ ΓΟΥΔΙ 1909-1915

ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΟ ΓΟΥΔΙ
Στις 15/08/1909 εκρήγνυται στο Γουδί στρατιωτικό κίνημα οργανωμένο από κατώτερους αξιωματικούς που έχουν αναθέσει την αρχηγία στον συνταγματάρχη Ζορμπά. Το κίνημα επιτυγχάνει αναίμακτα. Πρόκειται για στρατιωτική προκήρυξη φαινόμενο γνωστότατο στη Λατινική Αμερική και άλλοτε στην Ισπανία. Ο στρατός, με την απειλή βίας, επιβάλει τη βούλησή του στον αρχηγό του κράτους τη βουλή και την κυβέρνηση που συμμορφώνονται.
Στο εξωτερικό το κίνημα το εκλαμβάνουν ως κακή απομίμηση της επανάστασης των νεότουρκων.
Ο Γεώργιος χειρίζεται την κατάσταση με σύνεση και πολιτικότητα. Αυθημερόν η κυβέρνηση Δ. Ράλλη παραιτείται και σχηματίζει κυβέρνηση ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης διάδοχος του Θ Δηλιγιάννη. Τον Μαυρομιχάλη τον αποδέχεται ο στρατιωτικός σύνδεσμος και ο Μαυρομιχάλης αποδέχεται αμέσως τα αιτήματα των επαναστατών και γενικότερα το πρόγραμμά τους.
Υπό την πίεση του Στρατιωτικού Συνδέσμου ο διάδοχος και οι βασιλόπαιδες απομακρύνονται από το στράτευμα και η βουλή ψηφίζει πολλούς νόμους. Το πολιτικό, όμως, πρόβλημα δεν λύνεται και ο στρατιωτικός σύνδεσμος συνειδητοποιεί πόσο επισφαλής είναι η νίκη του. Τα κόμματα καραδοκούν να ελέγξουν πάλι την κατάσταση. Άλλωστε ο Σύνδεσμος αποκλείει τη διάλυση της βουλής και τις εκλογές, ακριβώς για να μην αποκτήσει ο παλιός πολιτικός κόσμος νέο λαϊκό χρίσμα. Νέο πνεύμα όμως δεν επικρατεί χωρίς νέους ανθρώπους.
Για να βγει ο Σύνδεσμος από το αδιέξοδο καλεί στην Αθήνα τον Ε. Βενιζέλο.

ΔΙΕΞΟΔΟΣ Η ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ 
Ο Βενιζέλος θεωρεί ότι ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος έχασε μέσα από τα χέρια του την ευκαιρία να προχωρήσει σε δικτατορία. Έτσι ο Βενιζέλος προτείνει την αναθεώρηση του συντάγματος.
Ο Μαυρομιχάλης παραιτείται γιατί διαφωνεί με την αναθεώρηση. Ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος υποδεικνύει ως πρωθυπουργό τον Σ. Δραγούμη.
Η άμεση σύγκληση αναθεωρητικής βουλής προϋποθέτει παραβίαση του άρθρου 107 που απαιτεί να ψηφίσουν δύο διαδοχικές βουλές και όχι μία την πράξη για την αναθεώρηση. Τήρηση των όρων του άρθρου 107 συνεπάγεται δύο εκλογικές αναμετρήσεις που ούτε ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος δεν μπορεί να δεχθεί διότι ενδέχεται να χάσει τον έλεγχο της κατάστασης ούτε οι πολιτικοί που επείγονται να διαλυθεί ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος.
Η κυβέρνηση Δραγούμη φροντίζει να ψηφίσει η βουλή, με την πλειοψηφία των ¾ του όλου αριθμού των βουλευτών πράξη για αναθεώρηση του Σ.
Ο Γεώργιος απευθύνει διάγγελμα που δεσμεύεται ότι θα δημοσιεύσει το νέο κείμενο μετά την αναθεώρηση δηλ συμμετέχει ήδη στην παραβίαση του άρθρου 107.
Με την προκήρυξη εκλογών για την εκλογή διπλής αναθεωρητικής βουλής δηλ βουλής με διπλάσιο αριθμό βουλευτών από την προηγούμενη ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος διαλύεται μόνος του.
Λίγο μετά την έναρξη των εργασιών της αναθεώρησης η Κυβέρνηση Δραγούμη θεωρεί ότι η αποστολή της έληξε και παραιτείται. Τότε ο Ε. Βενιζέλος σχηματίζει την πρώτη του κυβέρνηση στις 6/10/1910.





Η Α ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΒΟΥΛΗ
Η διπλή βουλή αν και συγκαλείται ως αναθεωρητική πρόκειται για συντακτική αφού δεν τηρήθηκαν οι όροι του Σ. Η βουλή αυτή αντιμετωπίζει τρία μείζονα ζητήματα
Α. Πρέπει να αποφασίσει η ίδια αν ονομάζεται αναθεωρητική ή συντακτική. Νομικά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται για συντακτική. Το ζήτημα το λύνει ο Βενιζέλος εκτός βουλής υπέρ της αναθεωρητικής. Η ίδια η βουλή δεν προλαβαίνει να αποφασίσει σχετικά.
Β. Η αναθεωρητική της αρμοδιότητα περιλαμβάνει άραγε μόνο όσες διατάξεις του Σ κήρυξε αναθεωρητέες η προηγούμενη βουλή ή όλες τις μη θεμελιώδης. Αφού δεν τηρείται όλη η διαδικασία αλλά μέρος της, και οι δύο απαντήσεις έχουν επιχειρήματα.
Γ. Ο όρος αναθεωρητική σημαίνει μόνο ότι η βουλή αυτή δεν μπορεί να θίξει τον βασιλευόμενο χαρακτήρα του πολιτεύματος και τη δυναστεία. Από την άλλη μεριά μπορεί να υποστηριχθεί ότι μία αναθεωρητική βουλή υπόκειται σε διάλυση εφόσον και η επόμενη βουλή α είναι αναθεωρητική.
Επειδή ο Βενιζέλος δεν έχει την πλειοψηφία των βουλευτών, η διάλυση της αναθεωρητικής βουλής του είναι χρήσιμη για να αποκτήσει δική του πλειοψηφία.

Η ΔΙΑΛΥΣΗ ΤΗΣ Α ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΚΑΙ Η Β ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΒΟΥΛΗ
Η βουλή εκφράζει την εμπιστοσύνη της στην κυβέρνηση Βενιζέλου  με μεγάλη πλειοψηφία αλλά την επομένη η βουλή διαλύεται με βασιλικό διάταγμα και προκηρύσσονται εκλογές για νέα διπλή αναθεωρητική βουλή. Ευθύς εξ αρχής σκοπός του Βενιζέλου είναι να εκτοπίσει τα παλαιά κόμματα ιδρύοντας δικό του, να ελέγχει πλήρως και τη νομοθετική εξουσία. Τα παλαιά κόμματα του Θεοτόκη, Ράλλη, Μαυρομιχάλη δεν λαμβάνουν μέρος στις εκλογές. Δηλώνουν ότι έως τότε ενώπιον της απειλής της ανατροπής των πάντων και για να διασωθεί  ο θρόνος, έκαναν όλες τις αναγκαίες υποχωρήσεις και ανέχθηκαν τις παραβιάσεις του Σ αλλά δεν μπορούν να αποδεχθούν και το καινοφανές δόγμα. Με άλλα λόγια καταγγέλλουν τη διάλυση της αναθεωρητικής βουλής και θεωρούν ότι η β αναθεωρητική βουλή θα έχει την απαραίτητη ελευθερία απόψεως.  Η αποχή των παλαιών κομμάτων εξασφαλίζει τον θρίαμβο των βενιζελικών.

ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΟΥ 1911
Το νέο συνταγματικό κείμενο δεν εκφράζει ρήξη με το προηγούμενο, αλλά μόνο την τάση προς οργάνωση και εμπέδωση του κράτους δικαίου και γενικώς του στοιχείου του φιλελευθερισμού στο δημοκρατικό πολίτευμα.
Οι σημαντικότερες οργανωτικές καινοτομίες αφορούν την καταπολέμηση της κωλυσιεργίας στη βουλή, την άμεση εφαρμογή των νομοσχεδίων για δασμούς από την κατάθεσή τους στη βουλή, την αναμόρφωση των εκλογικών διατάξεων και τη μείωση του ορίου ηλικίας των εκλογίμων, τη μη εκλογιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων και στρατιωτικών και την καθιέρωση ασυμβίβαστων του βουλευτικού αξιώματος προς ορισμένα έργα, την ίδρυση ειδικού δικαστηρίου, του λεγόμενου εκλογοδικείου, για την εξέλεγξη των βουλευτικών εκλογών και την πρόβλεψη για ανασύσταση του Συμβουλίου Επικρατείας ως ανώτατου διοικητικού δικαστηρίου με επί πλέον αρμοδιότητα την επεξεργασία των νομοσχεδίων και των κανονιστικών διαταγμάτων. Η πρόβλεψη αυτή δεν υλοποιείται.
Από την άλλη μεριά το Σύνταγμα του 1911 ενισχύει την προστασία των ατομικών ελευθεριών ιδίως της φορολογικής ισότητας, της προσωπικής ασφάλειας και του ασύλου της κατοικίας.
Η ομαλή εφαρμογή του Σ του 1911 δεν διαρκεί πολύ. Οι βαλκανικοί πόλεμοι σχεδόν διπλασιάζουν την έκταση και τον πληθυσμό του κράτους. Στις 5/3/1915 ο Γεώργιος δολοφονείται στη Θεσσαλονίκη. Δεν είναι γνωστό αν υπάρχουν ηθικοί αυτουργοί. Στον θρόνο ανεβαίνει ο διάδοχος Κωνσταντίνος, σύζυγος του οποίου είναι η Σοφία, αδελφή του Κάιζερ της Γερμανίας  Γουλιέλμου Β. Η κρίση δημιουργείται όταν τίθεται ζήτημα συμμετοχής στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο.




































Ο ΚΛΥΔΩΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ 1915-1936

ΤΟ ΜΕΙΚΤΟ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ 1915-1917
Η κρίση του 1915
Τον Φεβρουάριο του 1915 ο Βενιζέλος προτείνει στον Κωνσταντίνο να συμμετάσχει και η Ελλάς στην εκστρατεία των Δαρδανελλίων. Ο Κωνσταντίνος, που είναι γερμανόφιλος, αρνείται και ο Βενιζέλος παραιτείται. Ο Κωνσταντίνος διορύζει πρωθυπουργό τον Δ. Γούναρη που σχηματίζει κυβέρνηση αντιβενιζελικών. Η βουλή του 1912 διαλύεται και γίνονται εκλογές. Το κόμμα των φιλελευθέρων του Βενιζέλου κερδίζει άνετα.
Στις 21/9/1915 γίνεται συζήτηση στη βουλή για το ζήτημα εφαρμογής της ελληνοσερβικής συνθήκης και ο Βενιζέλος δεν αφήνει αμφιβολία ότι η Ελλάς πρέπει να μπει στον πόλεμο στο πλευρό της Σερβίας. Μετά τα μεσάνυκτα, η βουλή εκφράζει την εμπιστοσύνη της στην κυβέρνηση Βενιζέλου. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας ο Κωνσταντίνος δέχεται τον πρωθυπουργό σε συνεργασία και δεν συμφωνεί με τις δηλώσεις του στη βουλή για τον λόγο ότι είναι πεπεισμένος για την τελική νίκη της Γερμανίας. Αμέσως ο Βενιζέλος παραιτείται για δεύτερη φορά. Κυβέρνηση σχηματίζει ο Ζαίμης αλλά η βουλή δεν του εκφράζει την εμπιστοσύνη της. Τότε πρωθυπουργός διορίζεται ο Σκουλούδης. Από τις εκλογές απέχει το κόμμα των φιλελευθέρων.
Η συνταγματική διάσταση
Το συνταγματικό θέμα στο οποίο αποκρυσταλλώνεται η πολιτική ρήξη είναι η δεύτερη διάλυση της βουλής για την ίδια αιτία. Με την πρώτη διάλυση ο λαός που αποτελεί το κυρίαρχο όργανο, καλείται να λύσει τη διχογνωμία μεταξύ δύο άλλων άμεσων οργάνων, του βασιλέα και της βουλής που στηρίζει με την πλειοψηφία της τον Βενιζέλο.
Ο Κωνσταντίνος δεν έχει πλέον δικαίωμα να έχει διαφορετική γνώμη από τον πρωθυπουργό. Το Σύνταγμα του 1911 δεν περιέχει κανένα περιορισμό στο δικαίωμα για τη διάλυση της βουλής, το οποίο χαρακτηρίζουν τότε προνομία του στέμματος. Η διάλυση της βουλής δεν μπορεί να επαναλαμβάνεται συνεχώς για να επιβάλλει κάποτε ο ανεύθυνος βασιλιάς την πολιτική του ακυρώνοντας την πολιτική της υπεύθυνης κυβέρνησης. Το σύνταγμα προβλέπει τη διάλυση της βουλής για να εκφράσει ο λαός την ετυμηγορία του και όχι για να ακυρώνεται αυτή η ετυμηγορία. Αρκεί ότι ο λαός κρίνει τη διχογνωμία μία φορά αλλιώς δεν είναι κυρίαρχος. Άρα ο Κωνσταντίνος με τη δεύτερη διάλυση ολοκληρώνει την παραβίαση του Συντάγματος, την οποία έχει αρχίσει εξαναγκάζοντας τον Βενιζέλο στη δεύτερη παραίτησή του.
Το μεικτό πολίτευμα
Από τη δεύτερη παραίτηση του Βενιζέλου το πολίτευμα προσλαμβάνει μοναρχικά στοιχεία και γίνεται μεικτό. Η δεύτερη διάλυση αποτελεί θραύση  του συνταγματικού πλαισίου. Οι δεύτερες εκλογές υπό τις συνθήκες που γίνονται, δεν αρκούν για να δώσουν στο νέο πολίτευμα δημοκρατική νομιμοποίηση.
Από τη δεύτερη παραίτηση του Βενιζέλου τη χώρα κυβερνά στην πράξη ο Κωνσταντίνος. Αφού προβάλλεται ως αρχηγός πολιτικής παρατάξεως του λαού παύει ουσιαστικά να είναι πολιτικά ανεύθυνος. Οι μετέπειτα Κυβερνήσεις  είναι διεκπεραιωτικά όργανα των βασιλικών αποφάσεων όπως είναι και η δεύτερη βουλή του 1915.
Με διακοίνωσή τους οι τρεις εγγυήτριες  της Ελλάδος Δυνάμεις καταγγέλλουν την παραβίαση του Συντάγματος με τη δεύτερη διάλυση της βουλής και την επιβολή αστυνομικής καταπιέσεως και τυραννίας και στηριζόμενοι στα δικαιώματα που απορρέουν από τις συνθήκες απαιτούν τελεσιγραφικά την άμεση αντικατάσταση της κυβερνήσεως Σκουλούδη με υπηρεσιακή κυβέρνηση και τη διάλυση τους βουλής.  Το τελεσίγραφο γίνεται αποδεκτό. Τώρα η κυριαρχία του κράτους μόνο θεωρητικώς υπάρχει. Αντί όμως για διάλυση της βουλής λήγει με βασιλικό δάταγμα η βουλευτική σύνοδος και η βουλή εκείνη δεν ξανασυνέρχεται. Οι κυβερνήσεις εξαρτώνται πλέον αποκλειστικά από τον Κωνσταντίνο.  Τα μοναρχικά στοιχεία του μεικτού πολιτεύματος υπερισχύουν και τα δημοκρατικά συρρικώνονται ακόμη περισσότερο. Το πολίτευμα, πάντως, δεν γίνεται αμιγώς μοναρχικό διότι το Σύνταγμα του 1911 ισχύει αν και δεν εφαρμόζεται πλήρως.
Η διαμάχη Κωνσταντίνου και Βενιζέλου προκαλεί τον εθνικό διχασμό. Η ψυχική διαίρεση των Ελλήνων σε βενιζελικούς και αντιβενιζελικούς διαχέεται σε όλο το κοινωνικό φάσμα ακόμη και μέσα στις οικογένειες. Τα πάθη είναι εκτός ελέγχου και η αμοιβαία δυσπιστία εμποδίζει την απαραίτητη ομοφροσύνη για την ομαλή λειτουργία δημοκρατικού πολιτεύματος, οπότε σημασία έχει ποια παράταξη ελέγχει τον στρατό.
Ο εθνικός διχασμός είναι το μείζον πολιτικό γεγονός της νεοελληνικής ιστορίας Με βάση αυτόν διαμορφώνεται ακόμη και σήμερα το δικομματικό σύστημα. Από τη μια μεριά βρίσκεται η βενιζελική παράταξη κυρίως με το Κόμμα των Φιλελευθέρων, την Ένωση κέντρου – Γ. Παπανδρέου και το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα και από την άλλη η αντιβενιζελική παράταξη κυρίως με το Λαικό κόμμα – Δ. Γούναρης και Π. Τσαλδάρης, τον Ελληνικό Συναγερμό – Παπάγος, την Εθνική Ριζοσπαστική ένωση – Κ.Καραμανλής και τη Νέα Δημοκρατία.

Η DE FACTO ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 1916-1917
Χάρη στη βοήθεια του στρατηγού Σαρράιγ, εκδηλώνεται το κίνημα της Εθνικής Άμυνας στη Θεσσαλονίκη τον Αύγουστο του 1916 και επιτυγχάνει.
Ύστερα από ένα μήνα ο Βενιζέλος φεύγει από την Αθήνα μαζί με τους συνεργάτες του και πηγαίνει στην Κρήτη. Εκεί σχηματίζει Προσωρινή Κυβέρνηση που αποτελούν ο ίδιος, ο ναύαρχος Κουντουριώτης και ο στρατηγός Δαγκλής. Η Προσωρινή Κυβέρνηση υποτίθεται ότι λαμβάνει λαϊκό χρίσμα από συλλαλητήριο στα Χανιά και σύντομα εγκαθίσταται στη Θεσσαλονίκη. Τώρα υπάρχουν δύο ελληνικά κράτη, το κράτος των Αθηνών και το κράτος της Θεσσαλονίκης.
Η προσωρινή κυβέρνησης αναγνωρισθείσα ως πραγματική εξουσία κηρύσσει τον πόλεμο κατά της Βουλγαρίας και της Γερμανίας.
Το κίνημα της Εθνικής Άμυνας δημιουργεί  την αυτοδύναμη εξουσία. Στο νέο οργανωτικό σχήμα, κυρίαρχο όργανο είναι η τριμελής Προσωρινή Κυβέρνηση, που συγκεντρώνει την εκτελεστική εξουσία και τη νομοθετική εξουσία καθώς και τη συντακτική αρμοδιότητα δηλ ισχύει σύγχυση εξουσιών.
Ο κρατικός μηχανισμός διαιρείται σε δύο υπουργεία, εξωτερικών και στρατιωτικών, και εννέα ανώτατες διευθύνσεις με επικεφαλής συμβούλους. Το Σύνταγμα του 1911 παραμένει θεωρητικά σε ισχύ, αλλά η Προσωρινή Κυβέρνηση που είναι ο κυρίαρχος αρχηγός του κράτους, μπορεί να τροποποιεί τα διατάγματά της. Οι υπουργοί και σύμβουλοι δεν μετέχουν στην Προσωρινή Κυβέρνηση.

ΤΟ ΜΕΙΚΤΟ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΤΩΝ ΛΑΖΑΡΩΝ
Η θραύση του συνταγματικού πλαισίου
Η κρισιμότητα του πολέμου αναγκάζει τις προστάτιδες Δυνάμεις να δώσουν  τέλος στο κωνσταντινικό καθεστώς του κράτους των Αθηνών, διότι χρειάζονται τη βοήθεια της Ελλάδος. Ο ύπατος αρμοστής τους για τις ελληνικές υποθέσεις Ζοννάρ, Γάλλος Γερουσιαστής και πρώην διοικητής της Αλγερίας, φθάνει στην Ελλάδα και απευθύνει τελεσίγραφο στον πρωθυπουργό Ζαίμη.  Πολύ απλά οι προστάτιδες δυνάμεις που έχουν προσφέρει το στέμμα στον Γεώργιο το αφαιρούν από το γιό του επειδή δεν τηρεί τις υποχρεώσεις του.
Συγχρόνως συμμαχικά αγήματα αποβιβάζονται στον Πειραιά. Το τελεσίγραφο γίνεται αποδεκτό και το συνταγματικό πλαίσιο σπάει. Ο Κωνσταντίνος εγκαταλείπει την Ελλάδα μαζί με τον διάδοχο του Γεώργιο, που οι Δυνάμεις θεωρούν γερμανόφιλο. Ο Κωνσταντίνος όμως δεν παραιτείται από τον θρόνο. Τον αφήνει στον δευτερότοκο  γιο του Αλέξανδρο, όπως επιθυμούν οι Δυνάμεις αλλά δεν προβλέπει το Σύνταγμα.
Η Κυβέρνηση Ζαίμη παραιτείται και σχηματίζει κυβέρνηση ο Βενιζέλος  τον Ιούνιο του 1917. Συνεχίζεται όμως και βαθαίνει ο εθνικός.
Ο μεικτός χαρακτήρας του πολιτεύματος
Πως όμως θα κυβερνήσει ο Βενιζέλος μέσα σε παγκόσμιο πόλεμο και εθνικό διχασμό;
Η λύση που προκρίνεται είναι ενδιάμεση, η διατήρηση του Συντάγματος του 1911 και η αναβίωση της βουλής του Μαίου 1915 (βουλής της Κ Περιόδου) την οποία αντισυνταγματικώς έχει διαλύσει ο Κωνσταντίνος. Η κυβέρνηση θεωρεί ότι από τη δεύτερη διάλυση  του 1915 βρισκόταν ενώπιον ανατροπής της Λαϊκής Κυριαρχίας. Η ανατροπή αυτή  επανορθώνεται με την αποκατάσταση του Συντάγματος. Με βασιλικό διάταγμα ανακαλείται το διάταγμα διαλύσεως του 1915 και καλείται η βουλή του Μαΐου 1915. Η βουλή αυτή επονομάζεται βουλή των Λαζάρων και λειτουργεί έως το 1920 με τέσσερις παρατάσεις της θητείας της εξαιτίας του πολέμου.
Το πολίτευμα είναι μεικτό διότι συνδυάζει στοιχεία μονοκρατικά, ιδίως την κατάληψη της εξουσίας με τα όπλα, με ορισμένα δημοκρατικά, τη λειτουργία κοινοβουλευτικού συστήματος με βουλή κανονικά εκλεγμένη, που όμως έχει ενδιαμέσως διαλυθεί και έχουν γίνει εκλογές. Η ανάκληση διαλυμένης βουλής μετά από εκλογές δεν αρκεί για τη δημοκρατική νομιμοποίηση του πολιτεύματος την οποία θα προσέφεραν μόνο νέες εκλογές.
Η νομοθεσία της βουλής των Λαζάρων
Η κυβέρνηση Βενιζέλου καταφεύγει σε έκτακτα μέτρα, ορισμένα από τα οποία είναι αντισυνταγματικά και δεν επιτρέπει ούτε η κατάσταση πολιορκίας.
Υπολογίζεται ότι απομακρύνονται 570 δικαστικοί, 6500 δημόσιοι υπάλληλοι και 230 αξιωματικοί. Στην εκκλησία συγκροτείται για πρώτη φορά αριστίνδην ιερά σύνοδος για τη διοίκησή της, καθώς και ανώτατο εκκλησιαστικό δικαστήριο.  Επίσης γίνονται πολλές εκτοπίσεις ακόμη και απλώς υπόπτων. Άλλωστε οι κυριότεροι αντιβενιζελικοί ηγέτες (Γούναρης, Μεταξάς, Δούσμανης, Δραγούμης κλπ) εκτοπίζονται αμέσως στην Κυριακή.
Η πρόταση για αναθεώρηση του Συντάγματος
Μετά τη νίκη στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και τη συνθήκη των Σεβρών, που ικανοποιεί  τους περισσότερους εθνικούς πόθους, η κυβέρνηση Βενιζέλου αποφασίζει να προχωρήσει σε εκλογές και μάλιστα για εθνική συνέλευση. Οι υπουργοί βουλευτές υποβάλλουν προτάσεις για αναθεώρηση του Συντάγματος.
Οι εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920
Μετά τον θάνατο του Αλέξανδρου συνέρχεται η διαλυμένη βουλή και εκλέγει αντιβασιλέα τον ναύαρχο Κουντουριώτη. Οι μοιραίες εκλογές της 1ης Νοεμβρίου δίνουν μεγάλη πλειοψηφία στους αντιβενιζελικούς. Ο ίδιος ο Βενιζέλος δεν εκλέγεται βουλευτής.

ΤΟ ΜΕΙΚΤΟ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ ΤΗΣ Γ ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗΣ 1920-1922
Η μεταβίβαση της εξουσίας
Ο Βενιζέλος αποδέχεται το εκλογικό αποτέλεσμα και παραιτείται. Ο αντιβασιλιάς Κουντουριώτης διορίζει Κυβέρνηση Δ. Ράλλη με προσυπογραφή Βενιζέλου και ύστερα υποβάλλει παραίτηση προς την Κυβέρνηση Ράλλη που την αποδέχεται. Αμέσως αναλαμβάνει την αντιβασιλεία η βασιλομήτωρ Όλγα και ξαναδιορίζει την κυβέρνηση Ράλλη. Ο Βενιζέλος φεύγει στο εξωτερικό.
Το δημοψήφισμα για την επάνοδο του Κωνσταντίνου
Πριν από το δημοψήφισμα η Αγγλία, η Γαλλία και η Ιταλία γνωστοποιούν επισήμως ότι θεωρούν τυχόν επιστροφή του Κωνσταντίνου ως μη φιλική ενέργεια, που θα τους έδινε το δικαίωμα να επανεξετάσουν ολόκληρη την πολιτική τους στην Εγγύς Ανατολή χωρίς καμιά δέσμευση δηλ χωρίς δέσμευση από τη Συνθήκη των Σεβρών, και ότι θα διακόψουν κάθε οικονομική βοήθεια, αν επανέλθει ο Κωνσταντίνος.
Στο δημοψήφισμα της 22ας Νοεμβρίου 1920 η αποχή ήταν αισθητά μικρότερη και ο Κωνσταντίνος επανέρχεται μέσα σε λαϊκό παραλήρημα. Φυσικά το 98,97% το προσωπικό δημοψήφισμα δεν επιτρέπει να χαρακτηρίσουμε το πολίτευμα δημοκρατικό, μολονότι ξεκινά με εκλογές. Είναι μεικτό.
Σταδιακά επανέρχονται οι αντιβενιζελικοί, τους οποίους έχει απομακρύνει η κυβέρνηση Βενιζέλου. Παρόμοια μέτρα εφαρμόζονται και στους δημόσιους υπαλλήλους.
Η Γ Συντακτική Συνέλευση
Η συνέλευση συνέρχεται και κηρύσσει τον εαυτό της Γ εν Αθήναι Συντακτική Συνέλευση των Ελλήνων.
Έως το τέλος της η Γ Συντακτική Συνέλευση κατορθώνει να ψηφίσει ορισμένα μόνο άρθρα.



Η ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΟΥ 1922 (1922-1923)
Η φύση του πολιτεύματος
Μετά την ήττα του ελληνικού στρατού και τη Μικρασιατική Καταστροφή, αξιωματικοί των στρατιωτικών τμημάτων που έχουν καταφύγει στη Χίο και τη Λέσβο οργανώνουν κίνημα και καταλαμβάνουν εκεί την εξουσία. Ο στόλος προσχωρεί.
Οι επαναστάτες αξιώνουν 1. Παραίτηση του Βασιλιά χάρη της Πατρίδας υπέρ του Διαδόχου 2. Άμεση διάλυση της εθνοσυνελεύσεως 3. Σχηματισμό κυβέρνησης αχρόου και εμπνεούσης εμπισοσύνην εις την Αντάντ για την ταχύτατη και αμερόληπτη ενέργεια εκλογών εθνοσυνελεύσεως κλπ και αποβιβάζουν  στρατιωτικές δυνάμεις στο Λαύριο. Την επομένη, ο Κωνσταντίνος παραιτείται και αμέσως ο Γεώργιος Β δίνει τον βασιλικό όρκο κατά το Σύνταγμα.
Η επικράτηση του κινήματος αποτελεί θραύση του συνταγματικού πλαισίου. Κυρίαρχο όργανο είναι η πολυμελής Επαναστατική Επιτροπή ή Επανάσταση, την οποία αποτελούν αποκλειστικώς αξιωματικοί. Η Επανάσταση ασκεί την κυριαρχία στο όνομά της και όχι στο όνομα του λαού. Αρχικώς υπάρχει τριμελής Εκτελεστική Επιτροπή  - Ν.Πλαστήρας, Στ. Γονατάς, Δ. Φωκάς- και αργότερα την Επανάσταση την εκφράζει και μόνος ο Πλαστήρας ως αρχηγός της. Ο Βενιζέλος διορίζεται αντιπρόσωπος της Ελλάδος στο εξωτερικό. Η Επανάσταση με αποφάσεις της ασκεί συντακτική αρμοδιότητα και τροποποιεί διατάξεις του Συντάγματος του 1911. Το πολίτευμα  είναι στρατιωτική δικτατορία αν και δεν αποκτά πάγιο χαρακτήρα.
Η εκτέλεση των έξι
Αρχικά η επανάσταση αποφασίζει ότι οι συλληφθέντες ως ένοχοι των επελθουσών Εθνικών συμφορών θα παραμείνουν εν προφυλακίσει μέχρις ότου η μέλλουσα Συνέλευση αποφασίσει περί του τρόπου της ταχύτερης δίκης των. Ύστερα όμως αλλάζει γνώμη.
Η Επανάσταση συνιστά έκτακτο στρατοδικείο. Πρόεδρος της ανακριτικής επιτροπής είναι ο στρατηγός Θ. Πάγκαλος. Το έκτακτο στρατοδικείο με πρόεδρο τον στρατηγό Αλ. Οθωναίο, καταδικάζει  σε θάνατο για εσχάτη προδοσία έξι από τους οκτώ κατηγορουμένους. Οι έξι (Γούναρης, Στράτος, Πρωτοπαπαδάκης, Μπαλτατζής, Θεοτόκης και Χατζανέστης)  εκτελούνται αμέσως.
Οι εκλογές του 1923
Στο τέλος του 1923 η Επανάσταση προχωρεί σε εκλογές για συντακτική συνέλευση.
Η απομάκρυνση του Γεωργίου Β
Την επομένη των εκλογών ο πρωθυπουργός Στ. Γονατάς, σε συμφωνία με τον αρχηγό της Επαναστάσεως, υποδεικνύει στον Γεώργιο Β να ταξιδεύσει στο εξωτερικό υπο μορφή άδειας για να υπάρξει ήρεμη και άνετη συζήτηση για προσφορότερο πολίτευμα. Απομακρύνοντας τον Γεώργιο Β η Επανάσταση ξεκινά τη διαδικασία για την κατάλυση της βασιλευόμενης δημοκρατίας πριν συνέλθει η Δ Συντακτική Συνέλευση.
Όταν ο Βενιζέλος επιστρέφει στην Ελλάδα βρίσκει μια συνέλευση όπου την αντιπολίτευση στο Κόμμα των Φιλελευθέρων αποτελούν επίσης βενιζελικοί,  αλλά ακραίοι  οπαδοί της αβασίλευτης, τους οποίους δεν μπορεί να ελέγξει και πολλούς αξιωματικούς να πιέζουν υπέρ της αβασίλευτης.

ΤΟ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ ΤΗΣ Δ ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΕΩΣ 1924-1925
Η φύση του πολιτεύματος
Το πολίτευμα είναι δημοκρατικό και μάλιστα χωρίς αρμοδιότητα της εκτελεστικής εξουσίας να διαλύει τη Συνέλευση, που είναι κυρίαρχο όργανο. Η Δ Συντακτική Συνέλευση πρέπει να επιλύσει το καθεστωτικό και να ψηφίσει Σύνταγμα.
Η εγκαθίδρυση αβασίλευτης δημοκρατίας
Στη συνέλευση συγκρούονται δύο τάσεις.  Ο Βενιζέλος πάλι πρωθυπουργός εκπροσωπεί την ήπια. Δεν θέλει πια να δοθεί λαβή για να αμφισβητηθεί το νέο πολίτευμα. Η αδιάλλακτη τάση, της οποίας αρχηγός είναι ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου, υποστηρίζει ότι πρέπει αμέσως η Συνέλευση να κηρύξει την αβασίλευτη δημοκρατία και ύστερα ο λαός να την εγκρίνει με δημοψήφισμα.
Για να αποφύγει  αναμέτρηση με τη Δημοκρατική Ένωση, αλλά και τους στρατιωτικούς ο Βενιζέλος παραιτείται και αναχωρεί πάλι στο εξωτερικό. Με υπόδειξη του Βενιζέλου, σχηματίζει κυβέρνηση ο Γ. Καφαντάρης.
Την 25η Μαρτίου 1924 η Συνέλευση εγκρίνει ψήφισμα περί εκπτώσεως της Δυναστείας και ανακηρύξεως της Δημοκρατίας, το οποίο υποβάλλει η Κυβέρνηση Παπαναστασίου. Με το ψήφισμα, η Δ Συντακτική Συνέλευση 1. Κηρύττει οριστικά έκπτωτον την Δυναστεία των Γλυξβούργων 2. Αποφασίζει να συνταχθεί η Ελλάς σε Δημοκρατία κοινοβουλευτικής μορφής υπό τον όρο εγκρίσεως της αποφάσεως αυτής αμέσως υπό του Λαού μέσω δημοψηφίσματος. 4. Ο Ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης θέλει εξακολουθήσει να εκτελεί,  ως  μέχρι τούδε, καθήκοντα ρυθμιστού του Πολιτεύματος μέχρι συντάξεως του Δημοκρατικού Χάρτου της Ελλάδος. Με τον όρο Δημοκρατία νοείται το αβασίλευτο πολίτευμα.
Στο δημοψήφισμα 13/04/1924 περί εγκρίσεως της αποφάσεως της Εθνοσυνέλευσης όπως συνταχθεί η Ελλάς σε Δημοκρατία κοινοβουλευτικής μορφής τα ΝΑΙ συγκεντρώνουν 69,78% των έγκυρων ψήφων και τα ΟΧΙ 30,02%.
Το συντακτικό έργο
Η Συνέλευση αρχίζει εργασίες για την ψήφιση νέου Συντάγματος, αλλά προχωρεί με βραδύ ρυθμό.

Η ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΟΥ ΠΑΓΚΑΛΟΥ 1925-1926
Ο κοινοβουλευτικός μανδύας
Το συνταγματικό πλαίσιο σπάει με κίνημα του Στρατηγού Πάγκαλου στις 25/06/1925.
Ο Κουντουριώτης διορίζει αυθημερόν  τον Πάγκαλο με προσυπογραφή του μέχρι τότε πρωθυπουργό Α. Μιχαλακοπούλου.Η Κυβέρνηση Πάγκαλου εμφανίζεται στη Δ Συντακτική Συνέλευση και την εξαναγκάζει  να τις εκφράσει την εμπιστοσύνη της εγκρίνοντας ψήφισμα περί διακοπής εργασιών της συνελεύσεως και περί της κατά τον χρόνο των διακοπών επιψηφίσεως του Συντάγματος και εκδόσεως Νομοθετικών Διαταγμάτων.
Τη μεγαλύτερη ευθύνη για την επικράτηση του Πάγκαλου την έχει ο Παπαναστασίου, που αποτρέπει τη δυναμική αντιμετώπιση του κινήματος και προτρέπει τη Συνέλευση να δώσει την εμπιστοσύνη της στην Κυβέρνηση Πάγκαλου.
Η απουσία αντιβενιζελικής αντιπολιτεύσεως διευκολύνει τον εκτροχιασμό. Ο Πάγκαλος δηλώνει στη Συνέλευση ότι θα επιβάλει την υπέρβαση του εθνικού διχασμού.
Με πρόεδρο τον Αλ. Παπαναστασίου η επιτροπή ψηφίζει Σύνταγμα και το υποβάλλει στην Κυβέρνηση για άμεση δημοσίευση σύμφωνα με το ψήφισμα.
Το θνησιγενές Σύνταγμα του 1925
Το Σύνταγμα της επιτροπής Παπαναστασίου μοιάζει με το Σύνταγμα του 1927. Προβλέπει αβασίλευτη δημοκρατία με δύο βουλές.
Η απροκάλυπτη δικτατορία
Συγχρόνως με τη δημοσίευση του τροποποιημένου Συντάγματος, η κυβέρνηση Πάγκαλου διαλύει με προεδρικό διάταγμα τη Συνέλευση, καίτοι Συντακτική, χωρίς μάλιστα να προκηρύξει νέες εκλογές.
Όταν παραιτείται οπ Πρόεδρος Κουντουριώτης το 1926 ο Πάγκαλος καλεί τον λαό σε άμεση εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας.
Τη δικτατορία του Πάγκαλου την καταλύει κίνημα του στρατηγού Γ. Κονδύλη.

Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ 1926-1935
Η αποκατάσταση της δημοκρατικής νομιμότητας
Ο ναύαρχος Κουντουριώτης αναλαμβάνει πάλι προεδρικά καθήκοντα και διορίζει τον Κονδύλη πρωθυπουργό.
Ύστερα από ένα μήνα δημοσιεύεται το Σύνταγμα του 1925 όπως το ψήφισε η επιτροπή Παπαναστασίου. Επίσης δημοσιεύεται ο εκλογικός νόμος που ψήφισε η επιτροπή Παπαναστασίου.
Σύντομα η Κυβέρνηση Κονδύλη προκηρύσσει εκλογές. Το σχετικό προεδρικό διάταγμα προβλέπει ότι η βουλή θα έχει επί δεκαπενθήμερον από του καταρτισμού της εις Σώμα αναθεωρητικά δικαιώματα. Οι εκλογές διεξάγονται υποδειγματικά και με συμμετοχή όλων των κομμάτων. Έτσι λήγει η de facto κυβέρνηση.
Ύστερα από διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο παρατάξεων, σχηματίζεται οικουμενική κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Αλ. Ζαίμη.
Οι συντακτικές εργασίες
Η βουλή του 1926 – βουλή της α περιόδου- είναι συντακτική, αν και δεν λαμβάνει τέτοια ονομασία. Πράγματι συνεχίζει το ημιτελές έργο της Δ Συντακτικής και δεν ακολουθεί καμία αναθεωρητική διαδικασία.
Η βουλή θέτει ως βάση της συντακτικής της εργασίας το Σύνταγμα του 1925, στο οποίο υποβάλλονται τροπολογίες. Εξαιρεί όμως από κάθε τροπολογία τη μορφή του πολιτεύματος δηλ την αβασίλευτη δημοκρατία, ζήτημα λυμένο.
Το Σύνταγμα ψηφίζεται 2/6/1927 και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με τις υπογραφές μόνο του Προέδρου της Δημοκρατίας, του προέδρου της βουλής και του πρωθυπουργού.
Το Σύνταγμα δεν το υπογράφουν οι υπουργοί ώστε να αποφύγουν το δίλημμα οι υπουργοί του Λαϊκού  Κόμματος που διατηρεί επιφυλάξεις για την αβασίλευτη δημοκρατία. Τούτο μοιραία υποσκάπτει το κύρος του Συντάγματος.
Το Σύνταγμα του 1927
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί φυσικά με προσυπογραφή να διαλύσει τη βουλή.
Το κοινοβουλευτικό σύστημα ρυθμίζεται ρητά και παύει να αποτελεί συνθήκη του πολιτεύματος. Το Σύνταγμα δεν προβλέπει ούτε πως εκλέγει ο λαός τους γερουσιαστές ούτε πως αναδεικνύονται τα υπόλοιπα τουλάχιστον 2/12 των γερουσιαστών. Ο νόμος ορίζει ότι 92 γερουσιαστές εκλέγει άμεσα ο λαός με σύστημα σχετικής πλειοψηφίας και περιορισμένη εκπροσώπηση των μειονοψηφιών, 10 γερουσιαστές, τους λεγόμενους αριστίνδην, εκλέγουν μαζί η βουλή και η γερουσία και τους υπόλοιπους 18 ορισμένες επαγγελματικές οργανώσεις για τριετή θητεία. Τους νόμους πρέπει να τους ψηφίζουν και οι δύο βουλές, αλλά σε περίπτωση διαφωνίας υπερέχει σχετικώς η βουλή.
Όσον αφορά τη δικαστική εξουσία το Σύνταγμα προβλέπει τα δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο, που το περιεχόμενό του αντίκειται στο Σύνταγμα. Επίσης προβλέπει για άλλη μια φορά, Συμβούλιο της Επικρατείας ως ανώτατο διοικητικό δικαστήριο. Η διαδικασία για την αναθεώρηση του Συντάγματος είναι ευκολότερη. Προβλέπεται  προαιρετικό συνταγματικό δημοψήφισμα.
Τέλος το Σύνταγμα του 1927 προστατεύει καλύτερα ορισμένα ατομικά δικαιώματα και δεν περιέχει διάταξη για επίσημη γλώσσα.
Η εφαρμογή του Συντάγματος και η αποσταθεροποίηση
Το Σύνταγμα του 1927 είναι ένα άρτιο δημοκρατικό Σύνταγμα, αλλά κατά την εφαρμογή του ο εθνικός διχασμός αναζωπυρώνεται.
Όσον αφορά τους συνταγματικούς θεσμούς η κυβέρνηση Βενιζέλου διοργανώνει γερουσιαστικές εκλογές και έτσι λειτουργούν και τα δύο νομοθετικά σώματα. Το 1929, αρχίζει να λειτουργεί το Συμβούλιο της Επικρατείας. Επίσης ψηφίζεται ο νόμος περί μέτρων ασφαλείας του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών, το λεγόμενο ιδιώνυμο. Πρόκειται για έναν από τους αυστηρότερους αντικομμουνιστικούς νόμους της εποχής.
Τη νύκτα των εκλογών του 1933 εκρήγνυται στρατιωτικό κίνημα του στρατηγού Πλαστήρα, αλλά αποτυγχάνει.
Τα πολιτικά πάθη τα οξύνει ακόμη περισσότερο η απόπειρα δολοφονίας του Ελ.Βενιζέλου τον Ιούνιο του 1933 στη λεωφόρο Κηφισίας.
Την 1/3/35 εκδηλώνεται κίνημα από βενιζελικούς αξιωματικούς με την έγκριση του Βενιζέλου αλλά η Κυβέρνηση Τσαλδάρη το καταστέλλει.
Η αποτυχία του κινήματος αλλάζει άρδην το πολιτικό σκηνικό για πολλά χρόνια.

ΤΟ ΜΕΙΚΤΟ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗ 1935
Την 1/4/1935 η εκτελεστική εξουσία ιδιοποιείται τη συντακτική αρμοδιότητα και αρχίζει να εκδίδει συντακτικές πράξεις. Με την Α συντακτική πράξη διαλύεται η βουλή, καταργείται η γερουσία, στην οποία είχαν πλειοψηφία οι βενιζελικοί, και ορίζεται ότι θα προκηρυχθούν εκλογές εθνοσυνελεύσεως για να ψηφισθεί το νέο σύνταγμα της ελληνικής δημοκρατίας.
Με την αυθαίρετη αυτή άσκηση συντακτικής αρμοδιότητας , το πολίτευμα γίνεται μεικτό. Η Κυβέρνηση και δευτερευόντως ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας που έχουν αναδειχθεί δημοκρατικά, συγκεντρώνουν όλη την εξουσία, ενώ περιστέλλονται ορισμένες ατομικές ελευθερίες.
Αφού αίρεται η κατάσταση πολιορκίας, οι εκλογές γίνονται με πλειοψηφικό σύστημα και ευρεία περιφέρεια ( για μοναδική φορά) σε όλη τη χώρα. Τα βενιζελικά κόμματα απέχουν για να μην αναγνωρίσουν εξελίξεις που θεωρούν αναπότρεπτες.

ΤΟ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ ΤΗΣ Ε ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗΣ 1935
Η Ε Συντακτική Συνέλευση όπως είναι γνωστή κυρώνει με ψήφισμα όλες τις συντακτικές και νομοθετικές πράξεις, νομοθετικά διατάγματα και αναγκαστικούς νόμους της κυβερνήσεως Τσαλδάρη.
Στις 10/10/1935 εκδηλώνεται στρατιωτικό κίνημα (Αλ.Παπάγος, Δ.Οικονόμου, Γ. Ρέππας) και επιτυγχάνει.

Η ΔΙΚΤΑΚΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΟΥ ΚΟΝΔΥΛΗ 1935
Την ίδια ημέρα το βράδυ συνεδριάζει η Ε Συντακτική Συνέλευση και η νέα Κυβέρνηση Κονδύλη, που όρισε η Επαναστατική Επιτροπή, ορκίζεται ενώπιόν της. Ο Τσαλδάρης, αποχωρεί μαζί με 165 πληρεξούσιους (σε σύνολο 300). Απομένουν 82. Η συνέλευση εκφράζει την εμπιστοσύνη της στη νέα κυβέρνηση Κονδύλη εγκρίνοντας ψήφισμα με το οποίο καταργείται η αβασίλευτη Δημοκρατία, ορίζεται πάλι ότι θα γίνει δημοψήφισμα στις 3/11/1935, εξουσιοδοτείται ο πρωθυπουργός να ασκεί τη βασιλική εξουσία μέχρι του δημοψηφίσματος και επαναφέρεται προσωρινά εν ισχύ το Σύνταγμα του 1911 μέχρι της επιψηφίσεως του νέου Συντάγματος.
Η Συνέλευση εγκρίνει και διάγγελμα του Κονδύλη με το οποίο κηρύσσεται η χώρα σε κατάσταση πολιορκίας και ανατίθεται σε στρατοδικεία η δίωξη και εκδίκαση όλων των αδικημάτων κατά της ασφάλειας του κράτους και της δημόσιας τάξης.
Η κατάσταση πολιορκίας αίρεται μόλις στις 28/10/1935. Στο δημοψήφισμα η βασιλευόμενη συγκεντρώνει 97,87% των έγκυρων ψήφων.

Η ΒΑΣΙΛΕΥΟΜΕΝΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΠΑΛΙΝΟΡΘΩΣΕΩΣ 1935-1936
H de facto κυβέρνηση Δεμερτζή
Ο Γεώργιος Β χειρίζεται την κατάσταση με σωφροσύνη. Αποδέχεται την παραίτηση της Κυβερνήσεως του Κονδύλη, που περίμενε να τον διατηρήσει. Η Ε Συντακτική Συνέλευση διαλύεται και προκηρύσσονται εκλογές βουλευτών.
Η διάλυση δεν παρουσιάζει νομικό πρόβλημα διότι ύστερα από δύο θραύσεις συνταγματικού πλαισίου, η Συνέλευση αυτή έχει παύσει να είναι κυρίαρχη.
Η Γ Αναθεωρητική βουλή
Στις εκλογές 26/1/1936 που γίνονται με το αναλογικό σύστημα του 1932, συμμετέχουν όλα τα κόμματα, αλλά δεν προκύπτει κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Με την έκφραση του λαού, το πολίτευμα αποκτά δημοκρατική νομιμοποίηση.
Η σύνθεση της Γ Αναθεωρητικής βουλής δεν επιτρέπει σχηματισμό κυβερνήσεως χωρίς σύμπραξη βενιζελικών και αντιβενιζελικών κομμάτων, που δεν συνεργάζονται. Έτσι σχηματίζεται νέα κυβέρνηση Δεμερτζή. Όταν μετά ένα περίπου μήνα, πεθαίνει ο Δεμερτζής, ο Γεώργιος Β με δική του πρωτοβουλία διορίζει πρωθυπουργό τον Ι. Μεταξά, έως τότε αντιπρόεδρο της κυβερνήσεως και υπουργό στρατιωτικών. Η κυβέρνηση Μεταξά παίρνει ψήφο εμπιστοσύνης με 241 ΝΑΙ, 16 Όχι και 4 αρνήσεις ψήφων.
Η Γ Αναθεωρητική Βουλή δεν ασχολείται με αναθεώρηση του Συντάγματος.

















Ο ΚΛΥΔΩΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ
(1936-1974)

Η ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ ΤΗΣ 4ΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1936-1941
Η θραύση του συνταγματικού πλαισίου
Το πολίτευμα γίνεται δικτατορικό με τα δύο βασιλικά διατάγματα της 4ης Αυγούστου 1936. Με το πρώτο αναστέλλονται διατάξεις του Συντάγματος του 1911 που προστατεύουν ορισμένες ατομικές ελευθερίες και με το δεύτερο διαλύεται η Γ αναθεωρητική βουλή χωρίς να προκηρύσσονται εκλογές. Το Σύνταγμα του 1911 παραμένει σε ισχύ ακρωτηριασμένο.
Στην πραγματικότητα, στη δικτατορία οδηγεί ο συνδυασμός του αποτακτικού με τη διεθνή κατάσταση.
Η φύση της δικτατορίας
Το κυρίαρχο όργανο είναι ο βασιλέας. Η διάταξη κατά την οποία ο Βασιλιάς διορίζει και παύει τους υπουργούς του παραμένει σε ισχύ και ο Μεταξάς δεν την αμφισβητεί.
Ο Γεώργιος Β είναι άτυπα αρχηγός της αντιβενιζελικής παρατάξεως και ο στρατός είναι βασιλικός. Η δικτατορία δεν είναι κατάληξη λαϊκού κινήματος, αλλά επιβάλλεται εκ των άνω. Ο Μεταξάς ήταν αρχηγός ενός πολύ μικρού κόμματος. Δεν είναι αρχηγός ούτε των αντιβενιζελικών ούτε των βενιζελικών. Εφαρμόζει την πολιτική του, εφόσον αυτό το δέχεται ο Γεώργιος Β. Από την άλλη μεριά ο Γεώργιος Β όσο και αν χρησιμοποιεί τον Μεταξά ως πολιτική ασπίδα, υπογράφοντας τα διατάγματα της 4ης Αυγούστου αναλαμβάνει την ουσιαστική ευθύνη για την αλλαγή πολιτεύματος και την άσκηση της εξουσίας.
Η δικτατορία της 4ης Αυγούστου προβάλλει ένα πρότυπο ουσιαστικού συντάγματος αυταρχικό και όχι δημοκρατικό και φιλελεύθερο.
Η νομοθετική αρμοδιότητα ασκείται  με αναγκαστικούς νόμους που εκδίδει ο αρχηγός του κράτους και προσυπογράφει το υπουργικό συμβούλιο.
Ο αποκλεισμός της αμφισβητήσεως
Με το πρώτο διάταγμα της 4ης Αυγούστου αναστέλλονται οι συνταγματικές διατάξεις που προστατεύουν την προσωπική ασφάλεια, αντιμετωπίζουν κάπως ευνοϊκά τα πολιτικά εγκλήματα και προστατεύουν τα δικαιώματα του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι, το άσυλο της κατοικίας, την ελευθερία του τύπο και το απόρρητο των επιστολών. Η αναστολή του συνεταιρίζεσθαι την απαγόρευση των κομμάτων. Κατάσταση πολιορκίας κηρύσσεται  μόνο με την έναρξη του πολέμου οπότε εκδίδεται και η μοναδική συντακτική πράξη της δικτατορίας περί αναστολής της ισοβιότητας και μονιμότητας.
Το ιδιώνυμο του 1929 αντικαθίσταται με αυστηρότερες διατάξεις. Το νομικό αυτό οπλοστάσιο επιτρέπει πρακτική αστυνομικού κράτους, δηλ εκτοπίσεις, στρατόπεδα συγκεντρώσεως, πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων, δηλώσεις μετανοίας, κλπ. Συγχρόνως ιδρύεται η Εθνική Οργάνωση Νεολαίας ΕΟΝ που επιχειρεί να χειραγωγήσει τους νέους. Μετά το 1939 η εγγραφή των μαθητών στην ΕΟΝ γίνεται υποχρεωτική.

ΟΙ ΚΑΤΟΧΙΚΕΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΙΣ 1941-1944
Κατά την κατοχή όλη την εξουσία την κατέχουν οι Γερμανοί. Διορίζουν κυβερνήσεις σε αυτές ένα μέρος από την άσκησή της. Οι κατοχικές κυβερνήσεις μοιάζουν με διοικητικές αρχές.
Είναι περιττό να γίνει λόγος για ατομικές ελευθερίες στη διάρκεια της Κατοχής. Αρκεί να υπενθυμίσουμε τη γενοκτονία των Εβραίων Ελλήνων από τους Γερμανούς.




ΟΙ DE FACTO ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ 1941-1944
Το τέλος της δικτατορίας
Μετά τη μάχη της Κρήτης, ο Γεώργιος Β, η κυβέρνηση Τσουδερού και τα υπολείμματα των ενόπλων δυνάμεων καταφεύγουν στη Μέση Ανατολή. Έδρα της κυβερνήσεως  ορίζεται τυπικά το Λονδίνο και αργότερα το Κάιρο. Οι σύμμαχοι αναγνωρίζουν τον βασιλέα και την κυβέρνηση ως όργανα του ελληνικού κράτους.
Στο εξωτερικό εκδίδονται δύο συντακτικές πράξεις.  Με τη μία ρυθμίζεται μέχρι της απελευθερώσεως από των εχθρών της κατεχόμενης πατρίδος και της εισαγωγής και λειτουργίας ελεύθερου συνταγματικού πολιτεύματος, η άσκηση των λειτουργιών του κράτους. Η άλλη συντακτική πράξη ορίζει ότι είναι άκυρο το πρώτο διάταγμα της 4ης Αυγούστου το οποίο έχει αναστείλει ατομικές ελευθερίες. Νομικά η δικτατορία λήγει και αρχίζει de facto κυβέρνηση.
Πάντως η γερμανική κατοχή έχει ήδη προσφέρει στη δικτατορία την ευθανασία.
Το καθεστωτικό μέσα στη  θύελλα
Κατά την παραμονή των ελληνικών αρχών στο εξωτερικό, οι ηγέτες των παραδοσιακών κομμάτων , ακόμη και ορισμένοι αντιβενιζελικοί, θέτουν από την Ελλάδα καθεστωτικό ζήτημα. Ακόμη εντονότερα το θέτουν οι αριστερές οργανώσεις και το ΚΚΕ που ανδρώνονται κατά την Κατοχή.
Το συμβόλαιο του Λιβάνου προβλέπει ότι μετά την απελευθέρωση ο ελληνικός λαός θα αποφασίσει κυρίαρχα και για το πολίτευμα και για το κοινωνικό καθεστώς και για την κυβέρνηση της αρέσκειάς του.
Το καθεστωτικό παραμένει εκκρεμές.

Η DE FACTO ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ 1944
Ύστερα από πρόσκληση της Κεντρικής Επιτροπής του Εθνικοαπελευθερωτικού μετώπου ιδρύεται η Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ) που επικαλείται ότι η δύναμή της πηγάζει από το λαό και ότι θα αναλάβει την υπεύθυνη ανώτερη διοίκηση των ελεύθερων περιοχών σε όλους τους τομείς.
Η ΠΕΕΑ αποτελεί ένα εθνικό συμβούλιο από αντιπροσώπους του λαού που αναδεικνύονται με κατά επίφαση εκλογές όπου είναι δυνατόν. Το Εθνικό Συμβούλιο συνέρχεται στις Κορυσχάδες Ευρυτανίας και ορίζει το οργανωτικό σχήμα. Το Εθνικό Συμβούλιο έχει το τεκμήριο της αρμοδιότητας. Η ΠΕΕΑ και το Εθνικό Συμβούλιο αυτοδιαλύονται αρκετά ύστερα από την επιστροφή της κυβερνήσεως Παπανδρέου.

ΟΙ DE FACTO ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗΣ 1944-1946
Το κομουνιστικό κίνημα
Οι Γερμανοί εγκαταλείπουν την Αθήνα στις 12/10/1944. Στις 14/10 φθάνει μία αγγλική ταξιαρχία υπό τον στρατηγό Scobie και στις 18 η κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου.
Όταν η Κυβέρνηση αποφασίζει την αποστράτευση του ΕΛΑΣ και των άλλων οργανώσεων, τη διάλυσή τους και την παράδοση του οπλισμού τους, οι υπουργοί του ΕΑΜ παραιτούνται και ο ΕΛΑΣ επιχειρεί να καταλάβει την εξουσία με τα όπλα. Στις αιματηρότατες μάχες που ακολουθούν στην Αθήνα, οι κυβερνητικές δυνάμεις τελικώς επικρατούν μόνο χάρη στην υποστήριξη των αγγλικών. Ο ΕΛΑΣ όμως συλλαμβάνει ομήρους και πολλούς τους εκτελεί, πράγμα που μεταστρέφει την κοινή γνώμη. Ο Τσώρτσιλ τελικά αναγκάζει τον Γεώργιο Β που είναι ακόμη στο εξωτερικό, να διορίσει αντιβασιλέα τον αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό κατά την περίοδο αυτής της ανάγκης. Στις 3/1/1922 επιβάλλει με το κύρος του την τάξη στις κόκκινες προσφυγικές συνοικίες.
ΟΙ εξουσίες των κυβερνήσεων
Οι κυβερνήσεις της απελευθέρωσης είναι de facto  κυβερνήσεις και διοργανώνουν εκλογές για  να λειτουργήσει το δημοκρατικό πολίτευμα. Εν τω μεταξύ η νομοθετική αρμοδιότητα ασκείται με αναγκαστικούς νόμους.
Η Συμφωνία της Βάρκιζας
O EAMEΛΑΣ αποτελεί αυτοδύναμη εξουσία. Η κυβέρνηση Πλαστήρα συνάπτει με το ΕΑΜ τη Συμφωνία της Βάρκιζας στις 12/2/1945 αφού από κοινού εξέτασαν τα μέσα και τον τρόπο της καταπαύσεως του εμφυλίου πολέμου και της συμφιλιώσεως του Ελληνικού Λαού. Συνοπτικά, η Κυβέρνηση αναλαμβάνει να αποκαταστήσει το κράτος δικαίου και το ΕΑΜ να καταθέσει τα όπλα και να διαλύσει τον ΕΛΑΣ ώστε να μην αμφισβητείται το κρατικό μονοπώλιο της νόμιμης βίας. Ενώ οι συμβαλλόμενοι συμπράττουν ισοτίμως η Συμφωνία της Βάρκιζας κυρώνεται με συντακτική πράξη και αποκτά αυξημένη τυπική ισχύ.
Έτσι δηλώνεται ποια είναι η ανώτατη εξουσία.
Οι εκλογές του 1946
Ύστερα από υπόδειξη των Συμμάχων η Κυβέρνηση Π Βούλγαρη προτάσσει τις εκλογές και όχι το δημοψήφισμα.
Παρά τις αντιδράσεις των φιλοβασιλικών κομμάτων, οι εκλογές γίνονται με το αναλογικό σύστημα για να λάβει μέρος το ΚΚΕ. Αυτό όμως απέχει, για να μην το δεσμεύει το εκλογικό αποτέλεσμα. Αυτό όμως απέχει, για να μην το δεσμεύει το εκλογικό αποτέλεσμα. Το ακολουθούν ορισμένα μικρά αριστερά κόμματα.
Ιδίως στις αγροτικές περιοχές οι φλοβασιλικοί ασκούν έντονη τρομοκρατία.
Την αποχή ακολουθεί ο εμφύλιος πόλεμος.

Η ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΒΑΣΙΛΕΥΟΜΕΝΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ 1946-1967
Το δημοψήφισμα
Το Σύνταγμα του 1911 που με μεγάλες αβαρίες ισχύει πάλι από το 1935, καθιερώνει βασιλευόμενη δημοκρατία. Το αντιπροσωπευτικό σύστημα ξαναλειτουργεί με τις εκλογές του 1946. Η αμφισβήτηση του βασιλευόμενου χαρακτήρα λήγει με δημοψήφισμα. Η συνταγματική εκκρεμότητα όμως συνεχίζεται.
Ο εμφύλιος πόλεμος έχει αρχίσει και η ψήφος υπέρ του Γεωργίου Β γίνεται σύμβολο αντιθέσεως προς το ΚΚΕ (έτσι θέλουμε και θα τον φέρουμε) πράγμα που φέρνει σε δύσκολη θέση τους βενιζελικούς. Το αποτέλεσμα  του δημοψηφίσματος είναι 68,40% υπέρ της επανόδου και 31,60% εναντίον. Οι πολιτικοί αρχηγοί που είχαν αντιταχθεί στην επάνοδο αποδέχονται τη νέα κατάσταση αν και το δημοψήφισμα τούτο στερείται του ηθικού κύρους της αδιαβλήτου γνησιότητος. Ο Γεώργιος ο Β επιστρέφει.
Η Δ Αναθεωρητική Βουλή
Η βουλή του 1946 ονομάζεται Δ αναθεωρητική βουλή αλλά προφανώς είναι και αυτή συντακτική. Η Δ αναθεωρητική βουλή με το ψήφισμα Β /1946 συνιστά από μέλη της Επιτροπή Αναθεωρήσεως του Συντάγματος. Εξαιτίας του εμφυλίου πολέμου, η πλειοψηφία θεωρεί το σχέδιο του 1948 ακατάλληλο, διότι δυσπιστεί προς την επανασύνδεση με το συνταγματικό κίνημα.
Η ψήφιση του Συντάγματος του 1952
Το διάταγμα για τη διάλυση της Δ Αναθεωρητικής βουλής δεν αναφέρει τίποτε για συνέχιση του συντακτικού έργου από την επόμενη. Οι εκλογές του 1950 αναδεικνύουν βενιζελική πλειοψηφία. Τελικώς οι αρχηγοί των κατά τον κανονισμό της βουλής, θεωρουμένων κομμάτων δηλ χωρίς την δημοκρατική παράταξη την οποία είχε πριμοδοτήσει το ΚΚΕ υπογράφουν παρουσία του Παύλου, ένα πρακτικό, με το οποίο συμφωνούν στη διατύπωση του διατάγματος διαλύσεως και αναλαμβάνουν την υποχρέωση να ψηφίσουν , με τους οπαδούς τους, στη νέα βουλή το σχέδιο Συντάγματος της Επιτροπής του ΞΗ ψηφίσματος.
Και η βουλή του 1951 έχει βενιζελική πλειοψηφία. Την αξιωματική αντιπολίτευση αποτελεί ο Ελληνικός Συναγερμός του στρατάρχη Αλ. Παπάγου, κόμμα νεοιδρυμένο του οποίου ο αρχηγός δεν έχει υπογράψει το πρακτικό. Ο Ελληνικός Συναγερμός δεν αναγνωρίζει στη βουλή την αρμοδιότητα να ψηφίσει Σύνταγμα και οι βουλευτές του αποχωρούν από τη σχετική ψηφοφορία. Το Σύνταγμα δημοσιεύεται την 1/1/1952 και ισχύει αμέσως.
Το Σύνταγμα του 1952
Αν και προϊόν πρωτογενούς ασκήσεως συντακτικής εξουσίας, το κείμενο του 1952 γενικώς ακολουθεί το Σύνταγμα του 1911 και παραλαμβάνει  ορισμένες διατάξεις από το Σύνταγμα του 1927. Καθιερώνει ρητά τη βασιλευόμενη δημοκρατία και το κοινοβουλευτικό σύστημα με μονήρη βουλή, αλλά οι αξιόλογες νέες διατάξεις είναι λίγες. Εκτός από τη βουλή και τον βασιλέα που αποτελούν το νομοθετικό όργανο, ιδρύεται και δεύτερο. Αυτά τα νομοθετικά διατάγματα δεν χρειάζονται κύρωση από τη βουλή  και ακολουθούν την ίδια αύξουσα αριθμητική σειρά με τους νόμους. Με άλλα λόγια, είναι νόμοι που ψηφίζει η Επιτροπή νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως της βουλής και εκδίδει ο αρχηγός του κράτους.
Στο πολιτικό κλίμα της εποχής, το Σύνταγμα του 1952 δεν περιέχει διατάξεις με κοινωνικό περιεχόμενο αι εισάγει περιορισμούς σε ορισμένες ατομικές ελευθερίες. Έτσι στην ελευθερία του τύπου περιλαμβάνει στοιχεία από το προληπτικό σύστημα και χαρακτηρίζει τα αδικήματα του τύπου αυτόφωρα. Καθιερώνει περιορισμούς στην ίδρυση ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων. Όσον αφορά τους δημοσίους υπαλλήλους το δικαίωμά τους να συνεταιρίζονται μπορεί να περιορισθεί με νόμο, η απεργία τους απαγορεύεται και ορίζει ότι ο ΔΥ οφείλει πίστη στη Πατρίδα κλπ.
Το παρασύνταγμα
Η βουλή του 1951 ρυθμίζει και την τύχη των συντακτικών πράξεων και ψηφισμάτων της ανώμαλου περιόδου.
Αυτές οι διατάξεις χάνουν την αυξημένη τυπική ισχύ αλλά εξακολουθούν να ισχύουν ως κοινοί νόμοι Το σύνολό τους επονομάζεται παρασύνταγμα, ισχύει παραλλήλως προς το Σύνταγμα και τα αναιρεί σε πολλές και σημαντικές ρυθμίσεις. Το Σύνταγμα του 1952 δεν μπορεί να μελετηθεί παρά μόνο μαζί με το παρασύνταγμα. Αρκετές διατάξεις των συντακτικών πράξεων και ψηφισμάτων παρέμεναν σε ισχύ και ως ειδικές υπερίσχυαν, ενώ τυχόν διαφορετικές διατάξεις του Συντάγματος δεν μπορούσαν να εφαρμοσθούν. Γενικώς, το παρασύνταγμα καταργείται μόλις μετά την ψήφιση του Συντάγματος του 1975.
Η βαθειά τομή
Το 1963 οι βουλευτές υπουργοί στην κυβέρνηση Καραμανλή καταθέτουν στη βουλή πρόταση για αναθεώρηση του Συντάγματος η οποία επονομάζεται βαθειά τομή διότι κατά τον πρωθυπουργό, μόνο μία βαθειά τομή στους θεσμούς μπορεί να επιφέρει την ευκταία ανανέωση. Η βουλή συνιστά ειδική επιτροπή που αρχίζει να επεξεργάζεται την πρόταση. Όταν όμως η κυβέρνηση Καραμανλή παραιτείται  η προσπάθεια εγκαταλείπεται.
Στο πολιτικό κλίμα που επικρατεί, η πρόταση αποβλέπει κυρίως να μεταφέρει αρμοδιότητες για αστυνόμευση της πολιτικής ζωής από την εκτελεστική εξουσία στη δικαστική και, γενικότερα, να αφομοιώσει στο Σύνταγμα ορισμένα έκτακτα μέτρα πράγμα που προϋποθέτει κάποια άμβλυνσή τους. Ακρογωνιαίος λίθος είναι η σύσταση συνταγματικού δικαστηρίου.
Ως υπόδειγμα προβάλλεται το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο, αλλά μόνο όταν αυτό παρεμβαίνει στην πολιτική ζωή και όχι όταν προστατεύει τα θεμελιώδη δικαιώματα.
Τα έκτακτα μέτρα
Η ένταση και η διάρκεια του εμφυλίου πολέμου οδηγούν στην έκδοση πολλών δρακόντειων νομοθετημάτων που περιορίζουν τις ατομικές ελευθερίες και συνήθως διατηρούνται ακόμη και μετά τη νίκη των κυβερνητικών δυνάμεων.
Τα έκτακτα μέτρα περιλαμβάνουν διοικητικές εκτοπίσεις, ίδρυση στρατοπέδων συγκεντρώσεως, εκκαθαρίσεις δημοσίων υπαλλήλων, πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων, δηλώσεις μετανοίας, στέρηση της ιθαγένειας, δημεύσεις, στέρηση γεωργικού κλήρου, διάλυση πολιτικών κομμάτων και οργανώσεων κλπ.
Επίσης εκδίδονται πολλές πράξεις υπουργικού συμβουλίου χωρίς νομοθετική εξουσιοδότηση. Στην έκδοσή τους δεν μετέχει ο αρχηγός του κράτους, γίνεται επίκληση έκτακτης ανάγκης ή εξαιρετικά επείγοντος θέματος και συνήθως πρέπει να κυρωθούν από τη βουλή.
Η de facto προσωρινή δημοκρατική κυβέρνηση της ελεύθερης Ελλάδας
Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου ο Δημοκρατικός Στρατός της Ελλάδας τον οποίο ελέγχει το ΚΚΕ συγκροτεί την Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση της Ελεύθερης Ελλάδας με πρωθυπουργό τον Μάρκο Βαφειάδη . Πρότυπό του υποτυπώδους πολιτεύματος της είναι το τότε πολίτευμα των βορείων γειτόνων.
Η επικράτηση της Δεξιάς υπό το Σύνταγμα του 1952
Η απαγόρευση του ΚΚΕ στο οποίο τότε αντιστοιχεί τουλάχιστον 10% του εκλογικού σώματος, και η μη κατάργηση των έκτακτων μέτρων είναι τα νομικά δεδομένα που χαρακτηρίζουν την περίοδο αυτή. Ακόμη σημαντικότερο όμως είναι το γεγονός ότι ο εμφύλιος πόλεμος προξενεί γενικώς φτώχεια και εξαθλίωση και συχνά δυσπιστία στους δημοκρατικούς  και φιλελεύθερους θεσμούς. Η εναλλαγή στην εξουσία δεν θεωρείται αυτονόητη από μεγάλος μέρος του κρατικού μηχανισμού, που είναι αντιβενιζελικός. Συγχρόνως, το στέμμα αποτελεί πραγματική εξουσία.
Η Ελλάς προσχωρεί στο ΝΑΤΟ και κυρώνει τη διεθνή σύμβαση της Ρώμης μεταξύ των κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης.
Όταν ο πρωθυπουργός Παπάγος πεθαίνει 4/10/1955, ο Παύλος, πριν περάσουν 24 ώρες, αναθέτει την εντολή σχηματισμού κυβερνήσεως στον Κ.Καραμανλή, υπουργό δημοσίων έργων, χωρίς να αναμείνει την ανάδειξη νέου αρχηγού από το κόμμα της πλειοψηφίας. Πρόκειται για καθαρή επέμβαση στα εσωτερικά του Ελληνικού Συναγερμού, που όμως δεν αντιδρά. Τότε φαίνεται φυσικό ο βασιλέας να ορίζει τον αρχηγό του βασιλικού κόμματος.
Σύντομα ο Καραμανλής ιδρύει την Εθνική Ριζοσπαστική Ένωση. Με αυτό το κόμμα κερδίζει τις εκλογές του 1956, που γίνονται με το λεγόμενο τριφασικό εκλογικό σύστημα. Η ΕΡΕ κερδίζει τις εκλογές του 1958, που γίνονται με ενισχυμένη αναλογική.
Οι υπηρεσιακές κυβερνήσεις
Από το 1950 και μετά τις εκλογές τις διεξάγουν υπηρεσιακές κυβερνήσεις οι οποίες διορίζονται από τον αρχηγό του κράτους για την προεκλογική περίοδο, δεν παρουσιάζονται στη βουλή και αποτελούνται από προσωπικότητες εκτός πολιτικής.
Πρόκειται για απλή πρακτική και όχι για έθιμο ή συνθήκη του πολιτεύματος.
Η αποσταθεροποίηση
Πριν τις εκλογές του 1961 ως απάντηση στην άνοδο της ΕΔΑ οι βενιζελικοί ενώνονται και σχηματίζουν την Ένωση Κέντρου με αρχηγό τον Γ. Παπανδρέου. Τις εκλογές διεξάγει υπηρεσιακή κυβέρνηση υπό τον στρατηγό Κ. Δόβα, αρχηγό του βασιλικού στρατιωτικού οίκου, και τις κερδίζει η ΕΡΕ. Η ΕΚ αναδεικνύεται αξιωματική αντιπολίτευση. Στις εκλογές αυτές εφαρμόζεται το σχέδιο Περικλής του ΓΕΕΘΑ για επηρεασμό ψηφοφόρων της ΕΔΑ αλλά στην πράξη και του κέντρου.
Στις 12/06/1953 ο Καραμανλής υποβάλλει την παραίτηση της Κυβερνήσεώς του, επειδή ο Παύλος δεν αποδέχεται την εισήγηση να μην πραγματοποιήσει επίσημη επίσκεψη στο Λονδίνο. Η παραίτηση γίνεται  δεκτή. Ο αρχηγός του κράτους δεν έχει αρμοδιότητα να χαράσσει πολιτική, αλλά και ο πρωθυπουργός με την παραίτηση αναγνωρίζει την αντισυνταγματική βασιλική πρωτοβουλία. Ακόμη χειρότερο, την ίδια μέρα, πριν δηλαδή διορισθεί νέος πρωθυπουργός, ο ραδιοφωνικός Σταθμός Αθηνών μεταδίδει  βασιλικό διάγγελμα που δεν έχει προσυπογραφεί και για αυτό δεν έχει δημοσιευθεί στην ΕτΚ. Με το διάγγελμα ο Παύλος δικαιολογεί την πολιτική που επιλέγει. Πρόκειται για την επιδεικτικότερο αντισυνταγματική κατά τους τύπους πράξη, αλλά τούτο περνά απαρατήρητο. Ούτε ο Καραμανλής αντιδρά, διότι κάτι τέτοιο ισοδυναμεί με διαμελισμό του κόμματός του, ούτε ο Παπανδρέου, διότι καλύπτει το στέμμα για να απαλλαγεί από τον αντίπαλό του.
Ο Πιπινελής σχηματίζει εξωκοινοβουλευτική Κυβέρνηση, παίρνει ψήφο εμπιστοσύνης μόνον από την ΕΡΕ και συνοδεύει το βασιλικό ζεύγος στο Λονδίνο. Το ταξίδι το καλύπτει κοινοβουλευτικά μόνο το κόμμα του Καραμανλή. Τις εκλογές τις διεξάγει υπηρεσιακή κυβέρνηση Μαυρομιχάλη. Στις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 1963, η ΕΚ συγκεντρώνει σχετική πλειοψηφία. Ο Γ. Παπανδρέου σχηματίζει κυβέρνηση και δηλώνει ότι αναμένει προσχωρήσεις ώστε το κόμμα του να αποκτήσει απόλυτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία.  Η κυβέρνηση των 50 ημεών κάνει αφειδείς παροχές και παίρνει ψήφο εμπιστοσύνης χάρη στους βουλευτές της ΕΔΑ. Εντούτοις ο Παπανδρέου αρνείται να παραμείνει στην εξουσία με την ψήφο της ΕΔΑ, παραιτείται αμέσως και εισηγείται νέες εκλογές. Τις διεξάγει υπηρεσιακή κυβέρνηση  Ι Παρακσυόπουλου, υποδιοικητή της Εθνικής Τράπεζας. Η ΕΚ νικά με 52,72% και 171 έδρες και ο Παπανδρέου σχηματίζει πάλι κυβέρνηση.
Μόλις πεθαίνει ο Παύλος (6/3/1964), ο Παπανδρέου υποβάλλει την παραίτηση της κυβέρνησης στον νέο βασιλιά Κωνσταντίνο Β κατά την πρώτη τους συνεργασία. Η παραίτηση  δεν γίνεται αποδεκτή, αλλά έτσι ο Παπανδρέου αναγνωρίζει ότι η κυβέρνηση χρειάζεται την εμπιστοσύνη και του εκάστοτε αρχηγού του κράτους.
Επειδή ο υπουργούς Αμύνης Π. Γαρουφαλιάς καλύπτει ορισμένες μεθόδους που θεωρούνται ότι καθοδηγούν τη στρατιωτική δικαιοσύνη προς την ενοχοποίηση αθώων, ο πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου ζητεί την παραίτησή του, ο Γαρουφαλιάς αρνείται προφανώς με την κάλυψη των ανακτόρων. Ο πρωθυπουργός ζητεί από τον Κωνσταντίνο Β να υπογράψει διάταγμα για την παύση του Γαρουφαλιά και την ανάληψη του υπουργείου Εθνικής Αμύνης από τον ίδιο τον πρωθυπουργό, αλλά ο Κωνσταντίνος αρνείται.
Στις 15/07/1965 περί τις 7 μμ κατά την συνεργασία Κωνσταντίνου και Γ Παπανδρέου επιβεβαιώνεται η διαφωνία και ο πρωθυπουργός δηλώνει ότι την επόμενη θα υποβάλει εγγράφως την παραίτηση της κυβερνήσεως. Ο Γ. Παπανδρέου κηρύσσει νέο Ανένδοτο Αγώνα για την αποκατάσταση της δημοκρατικής λειτουργίας του πολιτεύματος και ζητεί διάλυση της βουλής και εκλογές.
Μετά την υπογραφή μυστικής συμφωνίας Π. Κανελλοπούλου και Γ. Παπανδρέου, εν γνώσει του Κωνσταντίνου, για την επάνοδο  στην ομαλότητα, ο Κανελλόπουλος  αποσύρει την υποστήριξη της ΕΡΕ στην κυβέρνηση Στεφανόπουλου που παραιτείται. Σχηματίζεται  εξωκοινοβουλευτική κυβέρνηση Ι. Παρασκευόπουλου, στην οποία δίνουν ψήφο εμπιστοσύνης ΕΚ και ΕΡΕ αλλά και αυτή η κυβέρνηση παραιτείται, όταν, κατά τη συζήτηση νομοσχεδίου για απλή αναλογική, η ΕΚ επιμένει να ψηφισθεί τροπολογία για παράταση της βουλευτικής ασυλίας από τη διάλυση της βουής έως τις εκλογές προκειμένου να προστατευθεί ο Ανδρέας Παπανδρέου. Η ΕΡΕ δεν δέχεται την τροπολογία. Ο Κωνσταντίνος Β διορίζει κυβέρνηση Κανελλόπουλου στις 3/4/67. Την αποτελούν αποκλειστικά βουλευτές της ΕΡΕ. Η κυβέρνηση Κανελλόπουλου διαλύει τη βουλή με βασιλικό διάταγμα και προκηρύσσει εκλογές για τις 28/5/1967. Οι συνταγματάρχες ανατρέπουν κυβέρνηση της δεξιάς.
Η γενικότερη παρατήρηση υπό το Σύνταγμα του 1952 είναι ότι επικρατεί ορλεανική πρακτική. Η κυβέρνηση χρειάζεται και τη βασιλική εμπιστοσύνη σε πείσμα του Συντάγματος.

Η ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ 1967-1974
Τα πραγματικά γεγονότα  και η ρυθμιστική τους δύναμη
Την 21η Απριλίου 1967 εκρήγνυται πραξικόπημα ομάδας συνταγματαρχών και επικρατεί. Αυθημερόν ο Κωνσταντίνος Β διορίζει κυβέρνηση που  αποτελούν οι τρεις πρωτεργάτες του (Γ.Παπαδόπουλος, Στ. Παττακός, Ν.Μακαρέζος) και ως πρωθυπουργός ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κ. Κόλλιας. Πολιτικά, η υπογραφή αυτού του διορισμού ισοδυναμεί με υπογραφή απώλειας του στέμματος.
Σύντομα η κυβέρνηση συμπληρώνεται με μη πολιτικούς, ενώ στις περισσότερες θέσεις γενικών γραμματέων υπουργείων διορίζονται συνωμότες συνταγματάρχες. Την πραγματική εξουσία την ασκούν οι τρεις πρωτεργάτες του πραξικοπήματος και οι γενικοί γραμματείς.
Τη 13η Δεκεμβρίου 1967 εκρήγνυται βασιλικό αντιπραξικόπημα στη Βόρειο Ελλάδα, αλλά αποτυγχάνει. Ο Κωνσταντίνος φεύγει στη Ρώμη μαζί με τον Κολλία αλλά δεν συγκροτεί εξόριστη κυβέρνηση.
Ύστερα από την αποτυχία βασιλικού κινήματος στο Ναυτικό το υπουργικό συμβούλιο αποφασίζει με συντακτική πράξη ότι εγκαθιδρύεται το πολίτευμα της Προεδρικής Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας, Προσωρινός Πρόεδρος της Δημοκρατίας ορίζεται ο Παπαδόπουλος οπυ παραμένει και πρωθυπουργός. Αργότερα αυτός ως Πρόεδρος διορίζει πρωθυπουργό τον Σπύρο Μαρκεζίνη που χαρακτηρίζει την κυβερνητική εξουσία δοτήν και δηλώνει ότι αδιάβλητες εκλογές θα διεξαχθούν οπωσδήποτε. Ο πολιτικός κόσμο γενικά δεν συμπαρίσταται στο εγχείρημα Μαρκεζίνη. Ακολουθεί η εξέγερση του Πολυτεχνείου, την οποία οι στρατιωτικοί καταστέλλουν με τα όπλα (17/11/1973).
Στις 25/11/1973  νέο στρατιωτικό κίνημα ανατρέπει Παπαδόπουλο και Μαρκεζίνη.
Πρόεδρος της Δημοκρατίας ορκίζεται ο στρατηγός Φαίδων Γκιζίκης. Το πραξικόπημα που οργανώνει η χούντα κατά του Μακαρίου (15/7/1974) δίνει αφορμή στην Τουρκία να πραγματοποιήσει απόβαση στην Κύπρο (20/7/1974) με την ανοχή των μεγάλων δυνάμεων. Αμέσως η κυβέρνηση κηρύσσει γενική επιστράτευση που γίνεται με απερίγραπτη αταξία. Υπό το βάρος της αμαχητί εθνικής καταστροφής, οι αρχηγοί του στρατεύματος αποφασίζουν να παραδώσουν την εξουσία στους πολιτικούς (23/7/1974). Ο Ιωαννίδης υπόσχεται να μην αντιδράσει και ο πρωθυπουργός και οι υπουργοί εξαφανίζονται. Ο Γκιζίκης διοργανώνει σύσκεψη με πολιτικούς και τελικώς καλείται από το Παρίσι ο Κ.Καραμανλής.
Μόλις η είδηση ανακοινώνεται, οι έντονοι λαϊκοί πανηγυρισμοί σηματοδοτούν την αποκατάσταση της λαϊκής κυριαρχίας. Η κυρίως συνταγματική ιστορία τελειώνει.
Μέχρι την άφιξη του Καραμανλή, τη χώρα εκπροσωπούν διεθνώς οι πολιτικοί που συσκέπτονται, και ιδίως ο Π. Κανελλόπουλος. Αυτός εκφράζοντας de facto κυβέρνηση, συνομιλεί τηλεφωνικώς με τον Αμερικανό υπουργό εξωτερικών Κίσσινγκερ και απειλεί με πολεμική σύρραξη, αν οι τουρκικές δυνάμεις μπουν στην Λευκωσία.
Ο Καραμανλής επιστρέφει αμέσως και ορκίζεται μόνος ως πρωθυπουργός τα χαράματα της 24/7/1974.
Η οργάνωση της εξουσίας
Από την 21/4 το πολίτευμα είναι στρατιωτική δικτατορία. Ως κυρίαρχο όργανο εμφανίζεται, μόνο μία φορά, η Επαναστατική Επιτροπή. Εντούτοις την ανώτατη εξουσία την έχει ευρύτερη αφανής επαναστατική ομάδα αξιωματικών (χούντα). Την 25/11/1973 αλλάζουν τα πρόσωπα και όχι το πολίτευμα. Στο ανώτατο επίπεδο υφίσταται διαρκώς μία  de facto κυβέρνηση.
Από την 21η Απριλίου η χώρα κηρύσσεται σε κατάσταση πολιορκίας.
Μετά το πραξικόπημα της 25/11/1973 ο ΠτΔ και το υπουργικό συμβούλιο ασκούν τη συντακτική και τη νομοθετική εξουσία με συντακτικές πράξεις  και νομοθετικά διατάγματα. Συγχρόνως οι προεδρικές αρμοδιότητες περιορίζονται δραστικά.
Το Σύνταγμα του 1968
Τα κύρια χαρακτηριστικά του είναι η επιβολή αυστηρών ρυθμίσεων στη βουλή και τον κοινοβουλευτισμό,  ο περιορισμός της βασιλικής εξουσίας και η οργάνωση ανελεύθερου και στρατοκρατικού καθεστώτος.
Το κείμενο του 1968 αφιερώνει ιδιαίτερο τμήμα στις ένοπλες δυνάμεις. Κατοχυρώνει τη διοικητική και λειτουργική αυτονομία τους από την πολιτική εξουσία και προσδιορίζει την αποστολή τους. Με άλλα λόγια οι ένοπλες δυνάμεις ξεφεύγουν από τον δημοκρατικό έλεγχο.
Το Σύνταγμα του 1973
Δεσπόζουσα θέσει κατέχει ο ΠτΔ. Εκλέγεται άμεσα μαζί με έναν αντιπρόεδρο, που τον επικουρεί και αναλαμβάνει την προεδρία σε περίπτωση παραιτήσεως ή θανάτου. Η προεδρική θητεία είναι επταετής, αλλά το ίδιο το κείμενο ορίζει τον Παπαδόπουλο πρώτο Πρόεδρο για επτάμισυ χρόνια. Ο Πρόεδρος ρυθμίζει σχεδόν πάντοτε αυτόνομα, την εθνική άμυνα  και ασφάλεια την εξωτερική πολιτική και τη δημόσια τάξη.
Η καταπάτηση των ατομικών ελευθεριών
Η κατάλυση του δημοκρατικού πολιτεύματος συνεπάγεται εκτεταμένες παραβιάσεις των δικαιωμάτων του ανθρώπου από το δικτατορικό καθεστώς. Αυτές γίνονται ή αυθαίρετα δηλ έξω από κάθε νομικό πλαίσιο ή με βάση το νομικό οπλοστάσιο που υπάρχει πριν από το πραξικόπημα ή με βάση νέα νομοθετήματα της δικτατορίας.
Η ελληνική υπόθεση στο συμβούλιο της Ευρώπης
Επειδή η Ελλάς δεσμεύεται διεθνώς από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, οι κυβερνήσεις της Δανίας, της Νορβηγίας, της Σουηδίας και της Ολλανδίας καταθέτουν προσφυγές κατά της κυβέρνησης της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για παραβίαση πολλών άρθρων της συμβάσεως. Οι προσφυγές κηρύσσονται παραδεκτές.
Η Ελλάς είναι το μόνο μέλος που εκδιώκεται από το Συμβούλιο της Ευρώπης. Η τουρκική εισβολή στην Κύπρο έχει πολλαπλασιαστικές συνέπειες, εθνικές, οικονομικές, ηθικές…



ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ
Η συνταγματική ιστορία αποτελεί τμήμα της ευρύτερης ιστορίας του νεοελληνικού κρατιδίου που αναγνώρισαν οι Προστάτιδες Δυνάμεις, το 1830, και σήμερα είναι κράτος μέλος της ΕΕ. Τη συνταγματική ιστορία τη χαράσσουν οι εθνικές προκλήσεις που η Ελλάς πρέπει να αντιμετωπίσει. Τα Συντάγματα είναι μέσα εκσυγχρονισμού και για αυτό τον σκοπό, χρησιμοποιούν ολοένα και περισσότερο την ταυτόχρονη ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας και των ατομικών δικαιωμάτων. Έτσι επιδιώκεται αποτελεσματικότητα στην αντιμετώπιση των προβλημάτων με τη συμμετοχή του λαού στους δημοκρατικούς θεσμούς.
Υπενθυμίζουμε πχ ότι το Σύνταγμα του 1844 είναι προϊόν της επαναστάσεως του 1843, η οποία ακολουθεί τη δεύτερη πτώχευση και την αδυναμία να αντληθούν κέρδη από τον τουρκοαιγυπτιακό πόλεμο, ότι το Σύνταγμα του 1864 είναι η απάντηση στη διαφθορά και στην απώλεια της ευκαιρίας για κέρδη από τον κριμαϊκό πόλεμο, ότι το Σύνταγμα του 1911 είναι συνέπεια του κινήματος του 1909, που προκαλεί η επανάσταση των Νεοτούρκων κλπ. Στο ίδιο σχήμα το 1844 καθιερώνεται η συνταγματική προστασία των ελευθεριών, το αντιπροσωπευτικό σύστημα και η καθολική ψήφος. Το 1864 η λαϊκή κυριαρχία και η μονήρης βουλή. Το 1911 η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων και η αγροτική μεταρρύθμιση κλπ.












Η ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΗΣ ΤΡΙΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Η ΕΓΚΑΘΙΔΡΥΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑΤΟΣ
Η de facto Κυβέρνηση Καραμανλή
Στη λεγόμενη «Κυβέρνηση εθνικής ενότητας» υπουργοί διορίζονται πολιτικοί από την ΕΡΕ και την ΕΚ και προσωπικότητες οπυ έχουν διακριθεί στην αντίθεση προς τη δικτατορία. Ως αντιπρόεδρος και υπουργός εξωτερικών διορίζεται ο κεντρώος Γ. Μαύρος. Αφού ο θεμελιώδης κανόνας της έννομης τάξης είναι τώρα η λαϊκή κυριαρχία, οι πράξεις που έγιναν εναντίον της δικτατορίας και υπέρ της δημοκρατίας δεν αποτελούν πλέον εγκλήματα.
Την 1η Αυγούστου 1974, εκδίδεται η πρώτη συντακτική πράξη της de facto περιόδου. Αυτή η συντακτική πράξη καταργεί το Σύνταγμα της δικτατορίας και  ξαναθέτει σε ισχύ το Σύνταγμα του 1952.  Ο Γκιζίκης παραμένει στη θέση του  μέχρι το δημοψήφισμα. Ο Καραμανλής και η Κυβέρνησή του αντιμετωπίζουν τεράστια προβλήματα, αλλά επιδεικνύουν σωφροσύνη και πολιτική δεξιοτεχνία. Η εγκαθίδρυση κράτους δικαίου προϋποθέτει λειτουργία του αντιπροσωπευτικού συστήματος με εκλογές, λύση του πολιτειακού, ψήφιση νέου Συντάγματος και κάθαρση του άγους της δικτατορίας, ζητήματα αλληλένδετα. Η μέθοδος που επιλέγεται είναι η ψήφιση Συντάγματος από εκλεγμένη συνέλευση και η απομόνωση του πολιτειακού, για το οποίο αποφαίνεται ο λαός με δημοψήφισμα.
Οι δύο λαϊκές ετυμηγορίες
Ο δρόμος προς τις εκλογές ξεκινά με τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ. Η κατάσταση πολιορκίας αίρεται. Οι εκλογές (17 Νοεμβρίου 1974) διεξάγονται υποδειγματικά με σύστημα ενισχυμένης αναλογικής χωρίς +1 και για πρώτη φορά προβλέπονται βουλευτές Επικρατείας.
Το δημοψήφισμα που διεξάγεται στις 8 Δεκεμβρίου 1974 πριν από την εναρκτήρια συνεδρίαση της Βουλής, βρίσκει το πολιτειακό λυμένο, 69,78% των εγκύρων ψηφοδελτίων αναγράφουν «Αβασίλευτη δημοκρατία» και 30,82% «Βασιλευόμενη δημοκρατία».
Η Ε Αναθεωρητική Βουλή όπως αυτονομάστηκε είναι και αυτή συντακτική.
Οι συντακτικές εργασίες
Η διαδικασία επεξεργασίας του νέου Συντάγματος ξεκινά  με σχέδιο που η Κυβέρνηση συντάσσει, δίνει στον Τύπο και καταθέτει στη Βουλή. Το νέο Σύνταγμα το υπογράφει ο πρόεδρος της Βουλής, το δημοσιεύει ο προσωρινός ΠτΔ στην ΕτΚ με διάταγμα προσυπογεγραμμένο από τον πρόεδρο και τα μέλη το υπουργικού συμβουλίου και ισχύει από 11 Ιουνίου 1975.
Η απόκτηση νέου Συντάγματος συμβολίζει την ολοκλήρωση της νομικής ασφάλειας και της σταθερότητας του δημοκρατικού πολιτεύματος.
Η εκπόνηση του συνταγματικού κειμένου
Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας ο Κ.Παπακωνσταντίνου συντάσσει δύο ανέκδοτα σχέδια Συντάγματος, το ένα με κληρονομικό αρχηγό του κράτους και το άλλο με αιρετό. Χωρίς μεγάλη πιθανότητα σφάλματος, θα πρόκειται για επεξεργασία του Συντάγματος του 1952 με προσθήκη ιδεών κυρίως από τη «Βαθειά Τομή» και το σχέδιο Μανιάτη. Βάση του κυβερνητικού σχεδίου αποτελεί το δεύτερο κείμενο Παπανσταντίνου. Ορισμένα σημεία του τα επεξεργάζεται ο Κ. Τσάτσος και στα μεγάλα ζητήματα επεμβαίνει ο ίδιος ο Καραμανλής.
Κατά τη συζήτηση του κειμένου γίνονται δεκτές πολλές τροπολογίες. Πριν όμως ολοκληρωθεί η διαδικασία η αντιπολίτευση αποχωρεί από τη συζήτηση των λίγων άρθρων που απομένουν και αφορούν προεδρικές αρμοδιότητες.
Το Σύνταγμα στο σύνολο του το ψηφίζουν μόνο οι βουλευτές της Ν.Δ.
Το Σύνταγμα του 1975 βασίζεται στο Σύνταγμα του 1952 αλλά έχει και πρωτότυπες ρυθμίσεις. Για ορισμένες διατάξεις έχουν ληφθεί υπόψη ιδίως το Σύνταγμα του 1927 και τα Συντάγματα της Γαλλίας, της Γερμανίας και της Ιταλίας.
Το Σύνταγμα του 1975
Μοιάζει με το Σύνταγμα του 1982 και προβλέπει αρχηγό του κράτους που εκλέγεται έμμεσα με πρωτότυπο τρόπο, είναι απαλλαγμένο από τις δουλείες των εμφύλιων συγκρούσεων και περιέχει πολλές νέες διατάξεις που εκφράζουν τη σύγχρονη φιλελεύθερη δημοκρατία με κοινωνικό περιεχόμενο.
Το νέο Σύνταγμα προβλέπει εξορθολογισμένο κοινοβουλευτικό σύστημα με μονήρη βουλή και διατυπώνει ρητά την αρχή της δεδηλωμένης. Ιδρύει και δεύτερο νομοθετικό όργανο,  που αποτελούν ο ΠτΔ και το υπουργικό συμβούλιο, για την έκδοση πράξεων νομοθετικού περιεχομένου. Προβλέπει συμβουλευτικό δημοψήφισμα και τον θεσμό των νόμων – πλαισίων. Επιτρέπει βουλευτές Επικρατείας και την άσκηση του νομοθετικού έργου σε Τμήματα της Βουλής. Ιδρύει το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο και ανάγει τα φορολογικά δικαστήρια σε τακτικά διοικητικά. Επιτρέπει την ίδρυση περισσότερων βαθμίδων στην τοπική αυτοδιοίκηση. Προβλέπει εφικτή διαδικασία για τη συνταγματική αναθεώρηση με πολύ λόγους ουσιαστικούς περιορισμούς. Το εξαιρετικά επιτυχές άρθρο 28 θεσπίζει την υπεροχή του διεθνούς δικαίου έναντι του νόμου και επιτρέπει, υπό όρους, την αναγνώριση συνταγματικών αρμοδιοτήτων σε όργανα διεθνών οργανισμών και τη θέσπιση περιορισμών στην άσκηση της εθνικής κυριαρχίας. Ακόμη περισσότερο, διευκολύνει την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας. Για πρώτη φορά υπάρχει συνταγματική ρύθμιση για τα πολιτικά κόμματα. Μετά την εμπειρία της δικτατορίας, ενισχύεται η προστασία  των ατομικών δικαιωμάτων τόσο με γενικές ρήτρες όσο και με ειδικές διατάξεις. Προβλέπονται ορισμένα κοινωνικά δικαιώματα. Έχει διαγραφεί η διάταξη για την επίσημη γλώσσα του κράτους. Τέλος το Σύνταγμα διατυπώνει ρητά δικαίωμα αντιστάσεως και μάλιστα προσθέτει αντίστοιχη υποχρέωση.
Η ρήξη με αφορμή τις προεδρικές αρμοδιότητες
Κανένα κόμμα δεν είχε συγκροτημένες απόψεις για το νέο Σύνταγμα. Η αντιπολίτευση εντοπίζει την κριτική της σε ότι χαρακτηρίζει γενικώς προεδρικές υπερεξουσίας δηλαδή προεδρικές αρμοδιότητες χωρίς προσυπογραφή. Ποιες όμως ήταν στο κυβερνητικό σχέδιο και ποιες τελικά μπήκαν στο Σύνταγμα του 1975;
Με το κυβερνητικό σχέδιο ο ΠτΔ δεσμευόταν με την αρχή της δεδηλωμένης μόνο στον πρώτο διορισμό πρωθυπουργού μετά τις εκλογές και όχι αργότερα. Επίσης το σχέδιο εξαιρούσε την παύση του πρωθυπουργού  από την υπουργική προσυπογραφή. Ο Πρόεδρος θα μπορούσε να παύσει τον λαοπρόβλητο πρωθυπουργό και να διορίσει στη θέση του οποιονδήποτε, τον κηπουρό του όπως λέγανε. Ο νέος πρωθυπουργός θα μπορούσε μάλιστα να προσυπογράψει διάταγμα που θα κήρυσσε κατάσταση πολιορκίες, οπότε θα καταλήγαμε σε προεδρική δικτατορία.
Να όμως που τελικά το κείμενο του Συντάγματος δεν περιέχει τις διατάξεις που στηριζόταν σε αυτό το σενάριο. Έτσι η αρχή της δεδηλωμένης ισχύει σε όλη τη διάρκεια της βουλευτικής περιόδου, δηλαδή από τις εκλογές έ3ως τη διάλυση της βουλής ή τη λήξη της θητείας της. Ακόμη περισσότερο οι ρυθμίσεις του 1975 καθιστούν νομικά αδύνατη την παύση της κυβερνήσεως, εφόσον δεν έχει αλλάξει η δεδηλωμένη εμπιστοσύνη της βουλής στο πρόσωπο του πρωθυπουργού.
Η κάθαρση
Οι πρωταίτιοι της δικτατορίας παραπέμπονται στην τακτική δικαιοσύνη και καταδικάζονται για στάση και εσχάτη προδοσία. Προηγουμένως ο Άρειος Πάγος θεωρεί ότι η εσχάτη προδοσίας είναι έγκλημα στιγμιαίο και όχι διαρκές. Έτσι διώκονται ποινικά μόνο όσοι έδρασαν την 21η Απριλίου και όχι όσοι έλαβαν μετέπειτα μέρος σε Κυβερνήσεις ή ανέλαβαν άλλα αξιώματα. Επίσης δίκη γίνεται και για τα επεισόδια του Πολυτεχνείου (ανθρωποκτονίες) και δύο δίκες για βασανιστήρια στην ΕΣΑ.
Η Ελλάς ίσως είναι η μόνη χώρα στην οποία μετά από δικτατορία επιβάλλεται ποινικός κολασμός έστω και σε περιορισμένη έκταση.

ΟΙ ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΕΙΣ
Η αναθεώρηση του 1986
Το Σύνταγμα του 1975 αναθεωρείται δύο φορές με τήρηση της σχετικής διαδικασίας. Όλες οι διατάξεις που αναθεωρούνται το 1986 αφορούν τον ΠτΔ ιδίως τις πράξεις του χωρίς υπουργική προσυπογραφή. Συγκεκριμένα διαγράφονται αφενός η διάταξη για διάλυση της βουλής για προφανή δυσαρμονία της βουλής προς το λαϊκό αίσθημα και η δυνατότητα να παύεται η Κυβέρνηση. Έτσι φαίνεται ο Πρόεδρος δεν μπορεί να συγκρουστεί με την κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Όμως ακόμη και μετά την αναθεώρηση του 1986 ο ΠτΔ διαθέτει πάντοτε το φοβερότερο και αποτελεσματικότερο νομικό όπλο, την παραίτησή του.
Η αναθεώρηση του 2001
Είναι προϊόν συνεργασίας ΠΑΣΟΚ και ΝΔ. Η διαδικασία ξεκινά το 1995 αλλά ματαιώνεται με τη διάλυση της βουλής το 1996. Τον Ιούνιο του 1997 βουλευτές του ΠΑΣΟΚ και βουλευτές της ΝΔ υποβάλλουν δύο προτάσεις για αναθεώρηση του Συντάγματος οι οποίες γενικώς δεν συγκρούονται.
Η αναθεώρηση του 2001 τροποποιεί τουλάχιστον το ένα τρίτο των άρθρων του Συντάγματος αλλά σε δευτερεύοντα θέματα. Μπαίνουν στο Σύνταγμα πολλές ρυθμίσεις που ήδη υπήρχαν σε κατώτερο επίπεδο πχ απαγόρευση θανατικής ποινής. Οι νέες ρυθμίσεις είναι γενικώς λεπτομερείς και τις βρίσκουμε σε όλο το φάσμα το τυπικού Συντάγματος αλλά συχνά δεν ανήκουν στο ουσιαστικό. Το Σύνταγμα γίνεται ογκώδες.
Με την αναθεώρηση του 2001 ορίζεται το ασυμβίβαστο για τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων και την άσκηση δραστηριοτήτων ΜΜΕ κάτι που υπήρχε ήδη στο επίπεδο του νόμου.  Ορίζεται μάλιστα αμάχητο τεκμήριο διαπλοκής για συγγενείς.
Δημοσίευση και μεταφορά στη δημοτική
Και το 1986 και το 2001 οι αναθεωρημένες διατάξεις του Συντάγματος δημοσιεύονται στην ΕτΚ με ψήφισμα της αναθεωρητικής βουλής. Το υπογράφει μόνο ο πρόεδρος της και όχι ο ΠτΔ που δεν μετέχει στην αναθεώρηση. Το συναρμολογημένο κείμενο του Συντάγματος δημοσιεύεται με πράξη προέδρου βουλής.
Η απόφαση με την οποία η βουλή καθορίζει τις αναθεωρητέες διατάξεις πριν από τις εκλογές του 2000 δεν αναφέρει τίποτε για μεταφορά στη δημοτική αλλά το Β ψήφισμα δεν περιλαμβάνει κανένα νέο κανόνα δικαίου.
Σε περίπτωση διαφοράς μεταξύ του αρχικού κειμένου του Συντάγματος και του κειμένου στη δημοτική επικρατεί το αρχικό κείμενο (Β ψήφισμα).
Η ευρωπαϊκή πορεία
Το 1967 η πορεία αυτή αναστέλλεται εξαιτίας της δικτατορίας. Μόλις αποκαθίσταται η δημοκρατία, ο Καραμανλής προσανατολίζει εξωτερικώς την Ελλάδα προς τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες. Η συνθήκη για τν ένταξη υπογράφεται στην Αθήνα στις 27 Μαΐου του 1978 και τίθεται σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1981.
Πριν  τις εκλογές του 1981 το ΠΑΣΟΚ αμφισβητεί έντονα την προσχώρηση.
Τώρα η Ελλάς συγκαταλέγεται μεταξύ των χωρών που υποστηρίζουν θερμά την ευρωπαΙκή ενοποίηση.
Η νέα συνταγματική πραγματικότητα
Το Σύνταγμα του 1975 που έχει αιρετό αρχηγό του κράτους, προβλέπει πολίτευμα παρόμοιο με του Συντάγματος του 1952,  η νέα όμως συνταγματικότητα διαφέρει ριζικά από την προδικτατορική.
Η δικτατορία ήταν στην Ελλάδα σχετικά σύντομη (7 χρόνια) και τελειώνει με εθνική καταστροφή. Στην Ελλάδα η δημοκρατία λειτουργεί από τον 19ο αιώνα υφίσταται  δύο μεγάλους κλυδωνισμούς με τους παγκόσμιους πολέμους δηλαδή από εξωτερικές αιτίες, και οι δικτατορίες αποτελούν παρενθέσεις.
Στο κομματικό επίπεδο η απρόσκοπτη πλέον λειτουργία των κοινοβουλευτικών θεσμών και το ότι η δικτατορία, όπως και να το κάνουμε, ήταν δεξιά ευνοούν τους βενιζελικούς.
Το ΠΑΣΟΚ δεσπόζει 23 χρόνια (1981-2004). Η ΝΔ μαζί με την ενιαία τότε Αριστερά (ΚΚΕ και Συνασπισμό), το εκτοπίζει 1989-1993 μόνο χρησιμοποιώντας τις διατάξεις για την ποινική ευθύνη υπουργών αλλά ύστερα το ΠΑΣΟΚ επανέρχεται ανανεωμένο. Αργότερα η φθορά του επιτρέπει τον σχηματισμό πλειοψηφίας ΝΔ το 2004.
Το σημαντικότερο από όλα είναι η εναλλαγή στην εξουσία λειτουργεί.





































Ο ΛΑΟΣ

ΤΟ ΕΚΛΟΓΙΚΟ ΣΩΜΑ
Τι είναι ο λαός
Στο δημοκρατικό μας πολίτευμα ο λαός είναι το κυρίαρχο όργανο. Το Σύνταγμα δεν αναφέρει ρητά ότι ο λαός είναι όργανο του κράτους, τούτο όμως συνάγεται από την καθολική ψηφοφορία. Το Σύνταγμα αναθέτει αρμοδιότητες στον λαό και με την λαϊκή κυριαρχία τον καθιστά κυρίαρχο όργανο.
Ο λαός είναι όργανο συλλογικό  και αυτοτελές (ή απλό).
Συγκρότηση
Ο λαός εκφράζεται πάντοτε με την καθολική ψηφοφορία Συνεπώς εκλογικό δικαίωμα έχουν όλοι οι πολίτες αλλά το Σύνταγμα επιτρέπει στον νόμο να θεσπίσει εξαιρέσεις.
Τον λαό εν στενή έννοια τον αποτελούν όλοι όσοι έχουν την ελληνική ιθαγένεια με τρεις εξαιρέσεις. Στερούνται το δικαίωμα ψήφου όσοι δεν έχουν συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας τους, όσοι βρίσκονται σε πλήρη δικαστική συμπαράσταση και όσοι έχουν αμετάκλητα καταδικασθεί ποινικά σε στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων για όσο χρόνο διαρκεί αυτή η στέρηση.
Αρμοδιότητες
Το Σύνταγμα δίνει στον λαό δύο αρμοδιότητες, να εκλέγει τους βουλευτές και να εκφράζει τη βούλησή του σε δημοψήφισμα. Ο νόμος προσθέτει Τρίτη αρμοδιότητα, την εκλογή των αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Το Σύνταγμα δεν προβλέπει ρητά καθολική ψηφοφορία στο δημοψήφισμα. Αυτή όμως συνάγεται εύκολα από την έννοια του δημοψηφίσματος. Ο νόμος δεν μπορεί να το αναθέσει σε άλλο όργανο εκτός από τον λαό.
Οι εκλογικοί κατάλογοι
Το εκλογικό δικαίωμα μπορεί κανείς να το ασκήσει μόνο ύστερα από ορισμένες διατυπώσεις. Το δικαίωμα του εκλέγειν έχουν σε κάθε εκλογική περιφέρεια μόνο όσοι είναι γραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους των δήμων και κοινοτήτων της εκλογικής περιφέρειας. Οι εκλογικοί κατάλογοι είναι ένα μέσο για τη γνησιότητα της ψηφοφορίας. Η εγγραφή δεν δημιουργεί το δικαίωμα, αλλά αποτελεί προϋπόθεση για την άσκησή του.
Οι εκλογικοί κατάλογοι καταρτίζονται κατά δήμους και κοινότητες με βάση τα οικεία δημοτολόγια και τηρούνται στο υπουργείο εσωτερικών. Η εγγραφή είναι υποχρεωτική. Το προσωπικό των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας μπορεί, με βάση ειδικούς καταλόγους, να ασκήσει το εκλογικό του δικαίωμα στον δήμο ή στην κοινότητα όπου είτε είναι εγγεγραμμένο είτε υπηρετεί. Οι ετεροδημότες μπορούν να ψηφίζουν στον τόπο διαμονής του με ειδικούς καταλόγους. Ναυτικοί που υπηρετούν σε πλοίο με ελληνική σημαία και κατά την ημέρα των εκλογών ευρίσκονται σε ελληνικό λιμάνι δήμου όπου δεν είναι εγγεγραμμένοι ψηφίζουν εκεί με βάση κατάσταση που συντάσσει ο πλοίαρχος. Τα εκλογικά βιβλιάρια έχουν καταργηθεί. Οι εκλογικοί κατάλογοι είναι ενιαίοι άρα και τα εκλογικά τμήματα. Οι δήμοι χωρίζονται σε εκλογικά διαμερίσματα και όχι σε ενορίες.
Τα χαρακτηριστικά της ψήφου
Η ψήφος του λαού είναι άμεση, καθολική, μυστική, ατομική, ίση, προσωπική και υποχρεωτική. Για να διασφαλίσει τη μυστικότητα της ψήφου, η εκλογική νομοθεσία περιλαμβάνει πολλές ειδικές διατάξεις και η σχετική νομολογία του ΑΕΔ είναι απαιτητική.
Την ατομικότητα τη θεσπίζει η διάταξη ότι οι βουλευτές εκλέγονται από τους πολίτες.
Η ισότητα της ψήφου συνάγεται από τη γενική αρχή της ισότητας.
Την προσωπική ψήφο προβλέπει η εκλογική νομοθεσία.
Αφού η άσκηση του εκλογικού δικαιώματος είναι υποχρεωτική, η ψήφος είναι και δικαίωμα και λειτούργημα.
Οι βουλευτικές εκλογές διενεργούνται ταυτόχρονα  σε ολόκληρη την Επικράτεια.

ΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΚΟΜΜΑΤΑ
Λαός και κόμματα
Εφόσον τα κόμματα συμβάλουν στον σχηματισμό της πολιτικής βουλήσεως του λαού, το ελληνικό δίκαιο τα αναγνώρισε πρώτα με την αναλογική και ορίζοντας ότι οι επιτροπές της βουλής συγκροτούνται κατά αναλογία της δυνάμεως των κομμάτων, δηλαδή των κοινοβουλευτικών ομάδων.
Το ισχύον Σύνταγμα αφιερώνει στα κόμματα ειδικό άρθρο, που εντάσσεται στο μέρος «Οργάνωση και λειτουργίες της Πολιτείας» και έχει περιορισμένο αντικείμενο. Ιδρύει ειδικό δικαίωμα των Ελλήνων να ιδρύουν και να συμμετέχουν σε πολιτικά κόμματα, Απαγορεύονται ορισμένες εκδηλώσεις όμως υπέρ ή κατά πολιτικών κομμάτων σε ομάδες πολιτών που βρίσκονται μέσα στον κρατικό μηχανισμό πχ δικαστικούς, ενόπλους, δημοσίους κλπ.
Η ρύθμιση με νόμο
Τα κόμματα αποκτούν νομική προσωπικότητα μόλις το 2002. Το πολιτικό κόμμα πριν αναλάβει δραστηριότητα καταθέτει ιδρυτική δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Τη δήλωση καταθέτει ο Πρόεδρος ή η Διοικούσα Επιτροπή του και σε αυτή αναφέρεται ότι η οργάνωση και η δράστη του εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, δηλαδή επαναλαμβάνεται η σχετική συνταγματική διάταξη. Πολιτικό κόμμα δεν ιδρύεται χωρίς τη δήλωση.
Το Σύνταγμα δεν περιέχει κανόνες για την εσωτερική οργάνωση των κομμάτων. Προβλέπει ρυθμίσεις για τα οικονομικά τους και έτσι μπορούν να επιβληθούν εμμέσως ορισμένοι κανόνες για τη δομή τους. Η κρατική χρηματοδότηση διακρίνεται σε τακτική και εκλογική. Η τακτική καταβάλλεται κατά έτος και ανέρχεται σε 1,02% των τακτικών εσόδων του κρατικού προϋπολογισμού. Η εκλογική καταβάλλεται κάθε φορά που διεξάγονται βουλευτικές ή ευρωπαϊκές  εκλογές και ανέρχεται σε 0,22% των τακτικών εσόδων του προϋπολογισμού του έτους των εκλογών.
Ο έλεγχος των οικονομικών κομμάτων και υποψηφίων ανατίθεται σε Επιτροπή Ελέγχου. Την αποτελούν ένας αντιπρόεδρος της Βουλής, ως πρόεδρος, εκπρόσωποι των κομμάτων και ένας αρεοπαγίτης, ένας σύμβουλος της Επικρατείας και ένας σύμβουλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Το ελληνικό δίκαιο δεν προβλέπει δυνατότητα διαλύσεως πολιτικού κόμματος με απόφαση κρατικού οργάνου. Τα κόμματα διαλύονται αποκλειστικώς μόνα τους.










Δεν υπάρχουν σχόλια: