Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2016

ΑΠΑΝΤΗΜΕΝΟ ΠΡΑΚΤΙΚΟ ΣΩΜΑΤΕΙΟΥ/ΕΥΘΥΝΗ ΟΡΓΑΝΩΝ Ν.Π.



ΠΡΑΚΤΙΚΟ ΣΩΜΑΤΕΙΟΥ/ΕΥΘΥΝΗ ΟΡΓΑΝΩΝ Ν.Π.

Το Διοικητικό Συμβούλιο (ΔΣ) του σωματείου Σ κάνοντας χρήση σχετικού δικαιώματος του από το καταστατικό αναθέτει στο μέλος του Μ να εξεύρει κατάλληλο χώρο για την εγκατάσταση των γραφείων του Σ και να διαπραγματευτεί τη μίσθωσή του. 

Ο Μ διαπραγματεύεται με τον Κ, κύριο διαμερίσματος πολυκατοικίας, τη μίσθωση του διαμερίσματος. Μετά την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων ο Μ παρακάλεσε τον Κ να αναμείνει 2 ημέρες, χωρίς να διαπραγματευτεί με άλλον τη μίσθωση, προκειμένου να υπογραφεί το συμφωνητικό μίσθωσης.

Όλως, όμως, αυθαιρέτως ο Μ δεν εμφανίστηκε για να υπογράψει το συμφωνητικό. Ο Κ, εμπιστευόμενος τον Μ, είχε αποκρούσει στο ενδιάμεσο νεότερη προσφορά άλλου (του Χ) για τη μίσθωση του διαμερίσματος και υπέστη τελικά ζημιά από τη συμπεριφορά αυτή του Μ, δεδομένου ότι το διαμέρισμα παρέμεινε ξενοίκιαστο επί τρεις μήνες, με αποτέλεσμα την αποστέρηση εσόδων που θα είχε ο Κ, αν είχε εκμισθωθεί το διαμέρισμα του στον Χ.

Ερωτάται:

(α) Αποτελεί το Σ υποκείμενο δίκαιου και, αν ναι, ποια η νομική σημασία αυτού του χαρακτηρισμού;
(β) Ευθύνεται το Σ για τη ζημιά του Κ;

(γ) Εάν ο Μ είχε προβεί στην υπογραφή του συμφωνητικού μίσθωσης, θα δέσμευε η σύμβαση αυτή το Σ;

(δ) Αποτελεί η μίσθωση σύμβαση ενοχική ή εμπράγματη, υποσχετική ή εκποιητική, επαχθή ή χαριστική;

(ε) Αν ο Α, μέλος του ΔΣ του Σ θέλησε να δωρίσει ένα ακίνητο του στο Σ προκειμένου αυτό να χρησιμοποιηθεί για την εγκατάσταση των γραφείων του Σ, δικαιούται ο Α να ψηφίσει στη συνεδρίαση του ΔΣ του Σ κατά τη λήψη της απόφασης για την αποδοχή της εν λόγω δωρεάς ή απαγορεύεται η συμμετοχή του στη σχετική ψηφοφορία;




Απάντηση σε πρακτικό σωματείου
α) Υποκείμενα δικαίου είναι εκείνα τα φυσικά (ΑΚ 34) ή νομικά πρόσωπα (ΑΚ 61) που έχουν ικανότητα δικαίου, που σημαίνει ότι μπορούν αυτοτελώς να είναι υποκείμενα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων Στην περίπτωση των νομικών προσώπων την ικανότητα δικαίου την λέμε και νομική προσωπικότητα. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι το νομικό πρόσωπο έχει τη δική του αυτοτελή νομική προσωπικότητα, ανεξάρτητη από των μελών του («αρχή της αυτοτέλειας του Ν.Π.»). Το σωματείο είναι μια τέτοια ακριβώς περίπτωση Ν.Π. που αποκτά νομική προσωπικότητα από την εγγραφή στο βιβλίο σωματείων του πρωτοδικείου της έδρας του (ΑΚ 78). Επομένως, το σωματείο είναι υποκείμενο δικαίου και αναπτύσσει έννομες σχέσεις και έχει δική του βούληση που εκφράζεται μέσω των οργάνων του και είναι ανεξάρτητη από αυτή των μελών του που το συγκροτούν.
β) Εν προκειμένω ο Μ εκπροσωπεί το σωματείο και δρα για λογαριασμό του, αφού του δόθηκε η εξουσία από το ΔΣ να διαπραγματευτεί την μίσθωση διαμερίσματος (ΑΚ 70, 211). Στο πλαίσιο της αντιπροσωπευτικής του εξουσίας ο Μ διαπραγματεύτηκε με Κ τη μίσθωση διαμερίσματος του τελευταίου και κατά τις διαπραγματεύσεις συμπεριφέρθηκε αντίθετα στην καλή πίστη, διότι του υποσχέθηκε ότι θα συνάψει μίσθωση με αυτόν και του ζήτησε να αποκρούσει άλλη προσφορά, όπως και έγινε. Από αυτή τη συμπεριφορά ο Κ υπέστη ζημία αφού το διαμέρισμα έμεινε ξενοίκιαστο για 3 μήνες και η ζημία οφείλεται στη διάψευση της εμπιστοσύνης του Κ στον Μ. Εδώ συντρέχει η περίπτωση προσυμβατικής ευθύνης κατά ΑΚ 197-198, αφού δεν έχει συναφθεί ακόμη μίσθωση, ενώ υπάρχει υπαίτια ζημία από τον Μ που εν προκειμένω δρα ως αντιπρόσωπος οργάνου του Σ και επομένως ευθύνεται αυτό κατά την πρόβλεψη του αρ. 71 ΑΚ που ορίζει ότι για τις πράξεις ή τις παραλείψεις του οργάνου ευθύνεται το ΝΠ προς αποζημίωση και το υπαίτιο πρόσωπο, δηλαδή ο Μ ευθύνεται και αυτός «εις ολόκληρον», δηλαδή ο Κ μπορεί να στραφεί κατά οποιουδήποτε από τους δύο, είτε κατά του ΝΠ είτε κατά του Μ, είτε και κατά των δύο ταυτόχρονα, αλλά θα ζητήσει μια φορά την αποζημίωση (βλ. ΑΚ 481). Μεταξύ του ΝΠ και του Μ υπάρχει «δικαίωμα αναγωγής», δηλαδή αυτός που κατέβαλε έχει δικαίωμα να ζητήσει από τον άλλο όλο ή μέρος του ποσού που κατέβαλε (βλ. ΑΚ 487). Στη συγκεκριμένη περίπτωση η απάντηση είναι καταφατική: το Σ ευθύνεται για τη ζημία του Μ.
γ) Κατά το αρ. 70 ΑΚ οι δικαιοπραξίες του οργάνου που διοικεί το ΝΠ δεσμεύουν το νομικό πρόσωπο, εφόσον εμπίπτουν εντός των ορίων εξουσίας του. Εν προκειμένω το σωματείο Σ όπως ρητά μνημονεύεται στο πρακτικό έχει την εξουσία να προβεί στην σχετική ενέργεια, δηλαδή εντάσσεται στην εξουσία για την οποία κάνουν λόγο τα άρθρα 68 και 70 ΑΚ. Το ΔΣ του σωματείου αναθέτει την ενέργεια αυτή σε μέλος του, που αν δεν προβλέπεται απευθείας από το καταστατικό ότι το πρόσωπο αυτό θα έχει αυτή την εξουσία ( αρ. 68 εδ. β’ «σε ιδιαίτερο πρόσωπο», που συνήθως αφορά ενέργειες επί μονίμου βάσεως π.χ από υπάλληλο, λογιστή), τότε θα έχουμε αντιπροσώπευση κατά αρ. 211 επ. Εδώ λοιπόν Μ δρα ως αντιπρόσωπος του οργάνου και επομένως η μίσθωση θα μπορούσε να συναφθεί εγκύρως από τον Μ ως αντιπρόσωπο του ΔΣ του Σ και η υπογραφή του Μ θα δέσμευε το Σ.
δ) Η μίσθωση (ΑΚ 574 επ.) είναι ενοχική σύμβαση, διότι με την σύναψή της συνίσταται ενοχικό δικαίωμα (που είναι ενοχική υποχρέωση του άλλου μέρους-αμφοτεροβαρής σύμβαση) του εκμισθωτή να ζητήσει το συμφωνημένο μίσθωμα και του μισθωτή να ζητήσει την παραχώρηση του μισθίου.
Είναι επίσης υποσχετική σύμβαση, διότι με αυτήν δημιουργείται απλώς η ως άνω υποχρέωση, δίχως να επέρχεται μεταβολή σε κάποιο δικαίωμα. Με την υποσχετική δικαιοπραξία αυξάνεται το παθητικό, αλλά δεν μειώνεται το ενεργητικό της περιουσίας του οφειλέτη. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι κάποιος μπορεί να μισθώσει εγκύρως πράγμα που δεν του ανήκει.
Τέλος, πρόκειται για δικαιοπραξία επαχθή, καθώς γίνεται με αντάλλαγμα, παραχωρείται η χρήση του μισθίου έναντι καταβολής του μισθώματος.
ε) Κατά ρητή επιταγή του αρ. 66 ΑΚ απαγορεύεται μέλος της διοίκησης του ΝΠ να ψηφίσει σε συνεδρίαση που αφορά επιχείρηση δικαιοπραξίας μεταξύ του ιδίου και του ΝΠ (σύγκρουση συμφερόντων) και δεν υφίσταται εξαίρεση για την περίπτωση που η δικαιοπραξία είναι χαριστική προς το ΝΠ. Επομένως, ο Α δεν δικαιούται να ψηφίσει στην συγκεκριμένη συνεδρίαση με θέμα την αποδοχή της δωρεάς του προς το Σ. Κατά μια άποψη, απαγορεύεται ακόμη και η συμμετοχή του Α στη συνεδρίαση και στον υπολογισμό του για το σχηματισμό απαρτίας. Σε κάθε περίπτωση, η παραβίαση της επιταγής του αρ. 66 ΑΚ συνεπάγεται ακυρότητα της σχετικής απόφασης. 

Σύνταξη - Επιμέλεια απάντησης: Λευτέρης Αθανασόπουλος/Nomopolis