Πέμπτη, 5 Νοεμβρίου 2015

ΣΥΓΚΡΙΝΑΤΕ ΤΟ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ ΤΟΥ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ ΜΕ ΤΟ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ ΤΟΥ ΟΘΩΝΑ (ΣΟΣ ΘΕΜΑ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΥ)



Πολίτευμα είναι το σύστημα οργάνωσης της κρατικής εξουσίας. Μορφή του πολιτεύματος είναι το σύστημα σχηματισμού της κρατικής εξουσίας και καθορίζεται από το ποιος είναι το κυρίαρχο όργανο. Σημειώνεται ότι η μεταβολή ενός κανόνα του Συντάγματος δεν συνεπάγεται τη μεταβολή του πολιτεύματος ενός κράτους παρά μόνο αν είναι τόσο σημαντική, ώστε να ανατρέπει τη συνολική ισορροπία του συνταγματικού συστήματος.
Την 6 Απριλίου 1826, η Γ’ Εθνοσυνέλευση συνέρχεται στην Τροιζήνα και αποφασίζει ομόφωνα η «Νομοτελεστική Δύναμη» να παραδοθεί σε ένα μονοπρόσωπο όργανο, τον Κυβερνήτη της Ελλάδας. Για τη θέση αυτή εκλέχτηκε ομόφωνα ο Ιωάννης Καποδίστριας με 7ετή θητεία. Μέχρι να αναλάβει τα καθήκοντά του, η νομοτελεστική δύναμη παραδίδεται σε μία τριμελή Αντικυβερνητική Επιτροπή.
Ένα χρόνο περίπου μετά, την 1η Μαΐου του  1827, η Γ Εθνοσυνέλευση ψηφίζει το «Πολιτικό Σύνταγμα της Ελλάδας» που δέχεται επιδράσεις από το αμερικανικό. Διακηρύσσει τη λαϊκή κυριαρχία, αν και αναφέρεται στο Έθνος, ενώ διατυπώνει ρητά το χωρισμό των εξουσιών. Ειδικότερα, οι εξουσίες διακρίνονται σε:
(α) Η νομοθετική που ανήκει στη βουλή και όπου οι αντιπρόσωποι εκλέγονται με 3ετή θητεία, χωρίς δυνατότητα επανεκλογής στην επόμενη περίοδο, κατασκευάζει τους νόμους.
(β) Η νομοτελεστική επικυρώνει τους νόμους. Αυτή παραχωρείται στον κυβερνήτη ο οποίος είναι απαραβίαστος, διορίζει και αλλάζει τους Γραμματείας της Επικρατείας, υπογράφει όλα τα διατάγματα –που προσυπογράφονται και από τον αρμόδιο Γραμματέα της Επικρατείας-, δεν έχει είσοδο στη Βουλή, αλλά έχει δικαίωμα αναβλητικής νομοθετικής αρνησικυρίας.
(γ) Η δικαστική προσαρμόζει τους νόμους.
          Ο Ιωάννης Καποδίστριας παραλαμβάνει την εκτελεστική εξουσία στις 11/1/1828 και αναστέλλει την ισχύ του Συντάγματος της Τροιζήνας  και συγκεντρώνει όλες τις εξουσίες στα χέρια του για να αντιμετωπίσει τα μεγάλα προβλήματα της χώρας. Η αλλαγή πολιτεύματος γίνεται πραξικοπηματικά, με ψήφισμα της βουλής, τα κύρια σημεία του είναι τρία:
(α) Η βουλή αυτοκαταργείται.
(β) Οργανώνεται η «προσωρινή διοίκηση της επικράτειας». Ο Κυβερνήτης απορροφά και τη νομοθετική εξουσία, ενώ ιδρύεται και το Πανελλήνιο, συμβούλιο από 27 μέλη, που έχει συμβουλευτικές αρμοδιότητες και διαιρείται σε τρία τμήματα (οικονομικών, εσωτερικών και ενόπλων δυνάμεων). Το Πανελλήνιο παίρνει τη θέση της βουλής, αλλά δεν είναι αντιπροσωπευτικό όργανο. Επίσης, σχηματίζεται υπουργικό συμβούλιο.
(γ) Ο Κυβερνήτης με τη βουλή μπορούν να συγκαλέσουν τον ελληνικό λαό σε Εθνική Συνέλευση.
          Το πολίτευμα του Καποδίστρια είναι δημοκρατικός καισαρισμός δηλ. συνδυάζει τη συγκέντρωση όλης της εξουσίας στα χέρια του Κυβερνήτη με λαϊκό χρίσμα που αυτός λαμβάνει και ανανεώνει με το αντιπροσωπευτικό σύστημα. Με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου (1830), η Αγγλία, η Γαλλία και η Ρωσία αναγνωρίζουν διεθνώς την Ελλάδα ως ανεξάρτητο κράτος, τη θέτουν υπό την προστασία τους και προβλέπουν μοναρχικό πολίτευμα.
          Ο δημοκρατικός χαρακτήρας του πολιτεύματος που καθιερώνεται με το Σύνταγμα της Τροιζήνας προκύπτει από την καθιέρωση της αρχής της ισότητας ενώπιον του νόμου, του προσιτού όλων των «δημοσίων επαγγελμάτων» σε όλους ανεξαιρέτως τους Έλληνες, της αναλογικής κατανομής των φορολογικών βαρών και της απαγόρευσης κάθε τίτλου ευγενείας. Το αποκορύφωμα ωστόσο του δημοκρατικού πολιτισμού βρίσκεται στο άρθρο 5 του «Πολιτικού Συντάγματος της Ελλάδας» όπου καθιερώνεται για πρώτη φορά ρητά η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, καθιερώνεται δηλαδή η πολιτική υπεροχή της λαϊκής αντιπροσωπείας. Η ρητή αυτή διακήρυξη επαναλήφθηκε σχεδόν αυτούσια σε όλα τα συντάγματα, από το 1864 μέχρι και σήμερα. Ο Καποδίστριας συμμετείχε μεν στην άσκηση της νομοθετικής εξουσίας, αλλά δεν μπορούσε να ανατρέψει νομοθετικές αποφάσεις της βουλής, καθώς διέθετε αναβλητικό απλώς δικαίωμα αρνησικυρίας (veto). Ακόμη ο Κυβερνήτης δεν είχε τη δυνατότητα να διαλύσει τη βουλή ούτε μπορούσε να συνάψει συνθήκες ειρήνης, συμμαχίας, εμπορίου κοκ χωρίς τη συγκατάθεση της λαϊκής αντιπροσωπείας. Το Σύνταγμα της Τροιζήνας διακρίνεται όχι μόνο για το δημοκρατικό αλλά και για το φιλελεύθερο χαρακτήρα του ο οποίος είναι προφανής σε πολλές διατάξεις που θεσπίστηκαν προς προστασία των ατομικών δικαιωμάτων.
          Μετά τη δολοφονία του Ι. Καποδίστρια στο Ναύπλιο από τους αδελφούς Μαυρομιχάλη και την ταραχώδη περίοδο που ακολούθησε, η Ε Εθνοσυνέλευση μέσα σε ατμόσφαιρα διχασμού, ανέθεσε την νομοτελεστική εξουσία στον αδελφό του Ι. Καποδίστρια, Αυγουστίνο και δίνοντάς του τον τίτλο του «Προέδρου της Ελληνικής Κυβερνήσεως». Στις 15 Μαρτίου του 1832, η Ε Εθνοσυνέλευση ψήφισε το «Ηγεμονικό» ή «Βασιλικά» Σύνταγμα. Με το Ηγεμονικό Σύνταγμα καθιερώνεται η συνταγματική μοναρχία.
Το Ηγεμονικό Σύνταγμα αποτελεί ένα σύνταγμα-συνάλλαγμα, το οποίο προβλέπει κληρονομικό αρχηγό του κράτους, τον Ηγεμόνα ο οποίος ήταν πρόσωπο απαραβίαστο και πολιτικά ανεύθυνο. Υπεύθυνοι για τις πράξεις του ήταν οι υπουργοί που ο ίδιος διόριζε και έπαυε. Είχε, ακόμη, δικαίωμα διάλυσης της βουλής, θεσμός που εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην ελληνική συνταγματική ιστορία. Το «Βασιλικό» Σύνταγμα εισήγαγε για πρώτη φορά το σύστημα των δύο βουλών. Η Γερουσία δηλαδή ασκεί από κοινού με τη βουλή των αντιπροσώπων και τον Ηγεμόνα τη νομοθετική εξουσία. Πέραν αυτών, προστάτευε ατομικά δικαιώματα και για πρώτη φορά αναγνωρίστηκε το απαραβίαστο του ασύλου της κατοικίας.
Το Σύνταγμα αυτό δεν εφαρμόστηκε ποτέ διότι μετά τη ψήφισή του, οι συνταγματικοί συγκρούονται με τους κυβερνητικούς και τους νικούν. Ο Α. Καποδίστριας παραιτείται και φεύγει από την Ελλάδα και πλέον νόμιμο όργανο είναι πλέον η Γερουσία η οποία διορίζει 5μελή Διοικητική Επιτροπή (έγινε 7μελής ύστερα) η οποία δεν έχει καμία πραγματική εξουσία και με αποτέλεσμα να επικρατεί αναρχία.
Μόλις διορίζεται η Διοικητική Επιτροπή καλεί τις επαρχίες να στείλουν πληρεξούσιους για να συγκροτήσουν την Δ κατά συνέχεια Εθνική Συνέλευση (1832) η οποία αναγνωρίζει ομόφωνα την εκλογή του Όθωνα ως βασιλιά της Ελλάδος, καταργεί τη γερουσία και όλες τις πράξεις της Ε Εθνοσυνέλευσης. Το «Ηγεμονικό» Σύνταγμα το οποίο δεν τέθηκε ποτέ σε εφαρμογή διαδέχτηκε το Σύνταγμα του 1844. Αλλά προτού συμβεί αυτό εξαιτίας της απόλυτης αναρχίας δημιουργήθηκαν οι συνθήκες για την εγκαθίδρυση της απόλυτης μοναρχίας.
Λόγω της ανηλικότητας του Όθωνα, η εξουσία ασκείται προσωρινά από ένα τριμελές συμβούλιο Βαυαρών, την Αντιβασιλεία. Πρόεδρος διορίζεται ο κόμης Άρμανσπεργ και μέλη της ο Μάουερ και ο Εϋδέκ. Πρώτιστο μέλημα της Αντιβασιλείας είναι η δημιουργία τακτικού στρατού, αλλά και το νομοθετικό της έργο είναι πολύ μεγάλο. Τότε ιδρύεται η ΕΦημερίς της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος, επίσημο όργανο για την καταχώριση των κρατικών πράξεων, και εισάγεται το βυζαντινορωμαϊκό αστικό δίκαιο, με σεβασμό των εθίμων. Η επικράτεια διαιρείται σε δήμους και οι δημοτικές αρχές είναι αιρετές. Η Αντιβασιλεία εκδίδει νόμους περιοριστικούς  των ατομικών ελευθεριών, αποκόπτει τους δεσμούς με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και δημιουργεί εθνική εκκλησία, αυτοκέφαλη και ανεξάρτητη. Με την ενηλικίωσή του, ο Όθων αναλαμβάνει τη διακυβέρνηση της χώρας. Λίγο αργότερα (1835) ιδρύεται Συμβούλιο της Επικρατείας, με συμβουλευτικές, διοικητικές και δικαστικές αρμοδιότητες, καθώς και μέλη που διορίζονται /παύονται ελεύθερα από τον βασιλιά.
Η επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 καταλύει την απόλυτη μοναρχία, ασκώντας δικαίωμα αντιστάσεως. Αυθημερόν ο Όθων διορίζει νέο υπουργικό συμβούλιο με πρόεδρο τον Ανδρέα Μεταξά και ίση εκπροσώπησης των τριών κομμάτων, ενώ συγκαλεί εθνική συνέλευση για την κατάρτιση Συντάγματος – συναλλάγματος. Το Σύνταγμα του 1844 καθιέρωσε καταρχήν την μοναρχική αρχή και όχι τη δημοκρατική αρχή. Ο βασιλιάς αποτελεί το φορέα και την πηγή της κρατικής εξουσίας. Είναι πρόσωπο ιερό και απαραβίαστο. Ο μονάρχης δεν είναι απλώς ο ανώτατος άρχοντας του κράτους, αλλά και το ανώτατο, το κυρίαρχο όργανο του κράτους υπέρ του οποίου συντρέχει το «τεκμήριο της αρμοδιότητας». Αυτό σημαίνει ότι για οποιοδήποτε ζήτημα που όμως δεν ανήκει ρητώς στην αρμοδιότητα άλλου κρατικού οργάνου, αρμόδιος είναι ο βασιλιάς, ο οποίος, ως ανώτατο κρατικό όργανο, αποδέχεται μόνο τους ρητά διατυπωμένους στο Σύνταγμα περιορισμούς της εξουσίας του. Οι υπουργοί διορίζονταν και παύονταν από το μονάρχη, είχαν ελευθερία εισόδου στις συνεδριάσεις και υποχρεωμένοι να παρέχουν διασαφήσεις στη βουλή, οπότε τους ζητηθεί, και είναι ποινικώς υπεύθυνοι για τις πράξεις του βασιλιά και τις δικές τους.
Εκτός αυτών, το Σύνταγμα του 1844 προέβλεπε την ύπαρξη βουλής και γερουσίας. Τα μέλη δεν μπορούσαν να είναι λιγότερα από 80, εκλέγονταν κάθε τρία χρόνια και προστατεύονταν από το ακαταδίωκτο κατά τη διάρκεια της συνόδου. Η Γερουσία συνιστούσε ένα μη αιρετό νομοθετικό σώμα. Τα μέλη της δε μπορούσαν να είναι λιγότερα από 27, διορίζονταν από το βασιλιά και ήταν ισόβια. Η Γερουσία ήταν αριστοκρατική και αποτέλεσε ένα έντονα συντηρητικό στοιχείο του Συντάγματος του 1844. Ακόμη το Σύνταγμα αυτό καθιέρωσε και την αρχή της διάκρισης των εξουσιών:
(α) Η νομοθετική ασκείται από το βασιλιά, τη βουλή και τη γερουσία.
(β) Η εκτελεστική ανήκει στο βασιλιά και ασκείται από τους υπουργούς, που διορίζονται από τον ίδιο.
(γ) Η δικαστική πηγάζει από το βασιλιά και ασκείται από δικαστές, που ορίζει ο ίδιος.
Τέλος, το νέο Σύνταγμα καταργεί το Συμβούλιο της Επικρατείας και επιπλέον κατοχυρώνει και ορισμένα θεμελιώδη δικαιώματα όπως ισότητα απέναντι στο νόμο, απαγόρευση της δουλείας, το απαραβίαστο του οικογενειακού ασύλου (όπως και στο ηγεμονικό), η προστασία της ιδιοκτησίας κ.λπ. Η Βουλή έχει δικαίωμα να κατηγορεί τους Υπουργούς ενώπιον της Γερουσίας, η οποία τους δικάζει σε δημόσια συνεδρίαση. Ο Βασιλιάς μπορεί να διαλύσει τη βουλή, προκηρύσσοντας συγχρόνως εκλογές. Το Σύνταγμα του 1844 καθιερώνει την αρχή της νομιμότητας, αλλά δεν προβλέπει διαδικασία αναθεώρησης συντάγματος. Τέλος, το σύνταγμα αυτό ήταν συντηρητικό και μοναρχικό.
          Με τον εκλογικό νόμο του 1844, οι βουλευτές εκλέγονται άμεσα με ψηφοδέλτια, σύστημα απόλυτης πλειοψηφίας και καθολική ψηφοφορία. Το δικαίωμα της ψήφου ανήκει σε όλους τους Έλληνες που έχουν συμπληρώσει το 25ο έτος της ηλικίας και έχουν ιδιοκτησία εντός της επαρχίας ή ασκούν σε αυτή οποιοδήποτε επάγγελμα.