Παρασκευή, 24 Απριλίου 2015

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΑΠΟ ΜΥΛΩΝΟΠΟΥΛΟ ΓΕΝΙΚΟ ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΟΜΟΣ Α



Η ΠΟΙΝΗ
Η γενική πρόληψη
Ο φόβος που προκαλεί η βεβαιότητα ότι θα επιβληθεί και θα εκτελεσθεί η ποινή εξουδετερώνει την προσδοκώμενη ικανοποίηση από την τέλεση της πράξης. Για αυτό σκοπός της ποινής είναι ο εκφοβισμός και μέσω αυτού η αρνητική γενική πρόληψη.
Η ποινή λοιπόν συμβάλλει στη σταθερότητα και ειρήνευση της κοινωνικής ζωής, καθόσον παρέχει στους πολίτες την επιβεβαίωση ότι καλώς πράττουν όταν συμπεριφέρονται συννόμως.
Η ειδική πρόληψη
Εκείνος που υφίσταται την εκτέλεση της ποινής λογικό είναι και να αποτρέπεται περισσότερο από οποιονδήποτε τρίτο από τη τέλεση περαιτέρω αξιόποινων πράξεων.
Παράδειγμα : Αν κάποιος σκότωσε άλλον για 100 ευρώ σύμφωνα με τη θεωρία της ειδική πρόληψης μια χρηματική ποινή 1000 ευρώ θα έπρεπε να είναι αρκετή για να τον αποτρέψει από την τέλεση άλλων παρόμοιων πράξεων.

Τα μέτρα ασφαλείας
Υπάρχουν προσβολές εννόμων αγαθών (συχνά μάλιστα άγριες εγκληματικές πράξεις όπως ανθρωποκτονίες, αποπλανήσεις παιδιών κλπ) που δεν μπορούν να αντιμετωπισθούν αποτελεσματικά δια της ποινής επειδή απλούστατα, οι δράστες τους είτε δεν βαρύνονται διόλου με ενοχή είτε η ενοχή τους για τη συγκεκριμένη πράξη είναι ελάχιστη σε σχέση με την επικινδυνότητά τους.
Παράδειγμα: Ο σχιζοφρενής Α φονεύει τη μητέρα του σε κρίση παραληρήματος. Είναι άκρως επικίνδυνος μεν, δεν μπορεί όμως διόλου να υποβληθεί σε ποινικό κολασμό.
Ενόψει των ανωτέρω διαμορφώθηκε η έννοια του μέτρου ασφαλείας, που αποσκοπεί να καλύψει τα κενά άμυνας της κοινωνίας στις περιπτώσεις όπου η επιβολή ποινής δυναμένης να εξαλείψει την επικινδυνότητα του δράστη είναι δικαιοκρατικώς αδύνατη, ελλείψει ενοχής αντίστοιχης προς την επικινδυνότητα αυτή.


Οι ποινές του Ποινικού Κώδικα
Οι κύριες ποινές: Κύριες είναι εκείνες που επιβάλλονται αυτοτελώς, ενώ οι παρεπόμενες προϋποθέτουν την κατάγνωση κύριας ποινής και επιβάλλονται συμπληρωματικά σε ορισμένες περιπτώσεις, προς ολοκλήρωση της αποδοκιμασίας και για λόγους αντεγκληματικής πολιτικής.
Οι στερητικές της ελευθερίας ποινές: Ποινές στερητικές της ελευθερίας είναι κατά βαρύτητα η κάθειρξη, η φυλάκιση, ο περιορισμός σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων, ο περιορισμός των επικίνδυνων, ελαττωμένης ικανότητας προς καταλογισμό εγκληματιών σε ψυχιατρικό κατάστημα ή παράρτημα των φυλακών και η κράτηση (άρθρο 51 παρ.1 ΠΚ). Η ποινή της κάθειρξης είναι ισόβια ή πρόσκαιρη και εκτελείται σε καταστήματα ή τμήματα των καταστημάτων που προορίζονται αποκλειστική για αυτήν. Η διάρκεια της πρόσκαιρης κάθειρξης δεν υπερβαίνει τα είκοσι έτη ούτε είναι μικρότερη από πέντε έτη. Η διάρκεια της φυλάκισης δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη ούτε είναι μικρότερη από δέκα ημέρες. Ο περιορισμός σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων επιβάλλεται σε ανηλίκους που έχουν συμπληρώσει το 13ο έτος της ηλικίας  τους, μέχρι και τη συμπλήρωση του 18ου έτους. Ο εγκλεισμός σε ψυχιατρικό κατάστημα ή παράρτημα των φυλακών επιβάλλεται στους ελαττωμένης ικανότητας προς καταλογισμό εγκληματίες (άρθρο 36 ΠΚ), εφόσον, λόγω διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών ή κωφαλαλίας, θεωρηθούν επικίνδυνοι για τη δημόσια ασφάλεια και η πράξη τους είναι κακούργημα ή πλημμέλημα για το  οποίο απειλείται ποινή κατά της ελευθερίας άνω  των έξι μηνών (άρθρο 38 ΠΚ). Η διάρκεια της κράτησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τον ένα μήνα ούτε να είναι συντομότερη από μια ημέρα, αν ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά σε ειδικές διατάξεις (η επικίνδυνη για την υγεία συνάφεια πχ τιμωρείται με κράτηση πέντε μηνών ή πρόστιμο), εκτελείται δε σε ιδιαίτερα τμήματα των φυλακών ή αν τέτοια δεν υπάρχουν, στα αστυνομικά κρατητήρια.
Οι ποινές σε χρήμα: Οι ποινές σε χρήμα είναι η χρηματική ποινή και το πρόστιμο. Η χρηματική ποινή δεν μπορεί να είναι κατώτερη από 150 ευρώ ούτε ανώτερη από 15000 ευρώ. Το πρόστιμο δεν μπορεί να είναι κατώτερο από 29 ευρώ και δεν μπορεί να είναι ανώτερο από 590 ευρώ.
Η παροχή κοινωφελούς εργασίας: Ιδιάζουσα περίπτωση ποινής αποτελεί και η παροχή κοινωφελούς εργασίας. Σύμφωνα με το άρθρο 82 παρ.6 ΠΚ «η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που είναι μεγαλύτερη από δύο έτη και δεν υπερβαίνει τα τρία μπορεί να μετατρέπεται σε ποινή κοινωφελούς εργασίας αν το ζητεί ή το αποδέχεται εκείνος που καταδικάστηκε».
Οι παρεπόμενες ποινές: Αυτές είναι (α) η αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων (άρθρο 59-66 ΠΚ) (β) η απαγόρευση άσκησης επαγγέλματος (άρθρο 67 ΠΚ) και (γ) η δημοσίευση της καταδικαστικής απόφασης (άρθρο 68 ΠΚ) (δ) η δήμευση των μέσων και προϊόντων του εγκλήματος στα χέρια του αυτουργού ή των συμμετόχων (άρθρο 76 παρ.1ΠΚ).
Τα μέτρα ασφαλείας του ΠΚ: Μέτρα ασφαλείας στον ΠΚ είναι η φύλαξη των ακαταλόγιστων εγκληματιών (άρθρο 69 ΠΚ), η εισαγωγή αλκοολικών και τοξικομανιών σε θεραπευτικό κατάστημα (άρθρο 71 ΠΚ), η παραπομπή σε κατάστημα εργασίας (άρθρο 72 ΠΚ), η απαγόρευση διαμονής (άρθρο 73 ΠΚ), η απέλαση αλλοδαπού (άρθρο 74 ΠΚ), η δήμευση των μέσων των προϊόντων του εγκλήματος στα χέρια παντός τρίτου κατόχου δηλαδή έστω και χωρίς καταδίκη, εφόσον προκύπτει από αυτά κίνδυνος της δημόσιας τάξης και η επιβολή αναμορφωτικών ή θεραπευτικών μέτρων σε ανήλικους που δεν έχουν συμπληρώσει το 13ο έτος της ηλικίας τους (άρθρο 126 παρ.2 ΠΚ).




Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΕΓΚΛΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΟΙΝΩΝ
Σύνταγμα και ποινικό δίκαιο
Το ΠΚ συνδέεται με τη συνταγματική νομοθεσία μας, πολλές από τις θεμελιώδεις αρχές που προβλέπονται ήδη και στο σύνταγμα ως κανόνες υπέρτερης τυπικής ισχύος.
Οι αρχές αυτές είναι :
(α) Η αρχή της νομιμότητας (nulla crimen nulla poena sine lege) (άρθρο 7 παρ.1Σ)
(β) Η αρχή ουδεμία ποινή χωρίς δίκη (άρθρο 96 παρ.1 Σ)
(γ) Η αρχή ουδέν έγκλημα, ουδεμία ποινή χωρίς πράξη (άρθρο 7 παρ.1 Σ)
(δ) Η αρχή της ενοχής (άρθρο 2 παρ.1 Σ)
(ε) Η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ.1 Σ)
Η αρχή της νομιμότητας γενικά
Ουδέν έγκλημα, ουδεμία ποινή χωρίς νόμο. Η αρχή της νομιμότητας διασφαλίζει τη δημοκρατική θεμελίωση της ποινικής εξουσία.
Η αρχή αυτή εξειδικεύεται σε τέσσερις επιμέρους αρχές (α) απαγορεύεται η θεμελίωση ή επιβάρυνση του αξιόποινου (β) απαγορεύεται η αναλογία προς θεμελίωση ή επιβάρυνση του αξιόποινου (γ) απαγορεύεται η αναδρομική εφαρμογή ποινικών νόμων προς θεμελίωση ή επιβάρυνση του αξιόποινου (δ) απαγορεύεται η θέσπιση εντελώς αορίστων ποινικών διατάξεων. Από αυτές τις διατάξεις οι μεν δύο πρώτες απευθύνονται στον δικαστή οι δε δύο τελευταίες στο νομοθέτη.
Οι επί μέρους αρχές
Η αρχή ουδεμία ποινή χωρίς γραπτό νόμο. Ως γραπτός νόμος νοείται ο τυπικός νόμος, που ψηφίστηκε από τη βουλή και εκδόθηκε σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους, αλλά και τα προεδρικά διατάγματα καθώς και οι πράξεις της διοίκησης εφόσον προς τούτο υπάρχει ρητή και ειδική νομοθετική εξουσιοδότηση, η οποία έχει παρασχεθεί με τυπικό νόμο.
Το έθιμο
Ως προς το έθιμο, η δικαιολογητική βάση της απαγόρευσης είναι διαφορετική. Το έθιμο προϋποθέτει όχι μόνο συνείδηση δικαίου αλλά και μακρά χρήση. Εμμέσως το έθιμο μπορεί να συμβάλλει στην θεμελίωση του αξιόποινου.
Οι λεγόμενοι λευκοί ποινικοί νόμοι
Λευκός είναι ο ποινικός νόμος που προβλέπει μόνο την ποινή μιας αξιόποινης πράξης, ενώ για την περιγραφή αυτής παραπέμπει σε άλλο νόμο, ο οποίος προσδιορίζει επακριβώς τα στοιχεία της αξιόποινης συμπεριφοράς είτε εν όλω είτε εν μέρει.
Στην περίπτωση που ο νόμος περιγράφει μεν πλήρως την αξιόποινη συμπεριφορά, για την τιμώρησή της όμως παραπέμπει σε άλλον νόμο, η αρχή της νομιμότητας ικανοποιείται μόνο εφόσον με την παραπομπή συνδέει σαφώς συγκεκριμένη συμπεριφορά με συγκεκριμένη ποινή.
Η έννοια της αναλογίας και η σημασία της απαγόρευσης
Η αναλογία είναι μέθοδος κάλυψης κενών στο νόμο, κατά την οποία μια διάταξη ρυθμίζει μια βιοτική περίπτωση, εφαρμόζεται σε μια άλλη, αρρύθμιστη μεν από το νόμο, η οποία όμως εμφανίζει αξιολογική ομοιότητα προς την πρώτη. Στο ποινικό δίκαιο η εφαρμογή της αναλογίας για την πλήρωση των νομικών κενών απαγορεύεται εφόσον επιχειρείται σε βάρος του κατηγορούμενου δηλαδή είτε προς θεμελίωση είτε προς επαύξηση του αξιοποίνου. Η απαγόρευση αυτή αποσκοπεί στην προστασία του πολίτη από την κρατική/δικαστική αυθαιρεσία. Αντιθέτως επιτρέπεται η αναλογία υπέρ του κατηγορούμενου.
Το άρθρο 2 ΠΚ και η δικαιολογική βάση του
 Η απαγόρευση της αναδρομικότητας των ποινικών νόμων ισχύει μόνο εφόσον η αναδρομή οδηγεί σε θεμελίωση ή επαύξηση του αξιοποίνου. Αντίθετα, αναδρομική εφαρμογή επιεικέστερου ποινικού νόμου όχι μόνο επιτρέπεται αλλά και επιβάλλεται.
Έτσι σύμφωνα με το άρθρο 2 ΠΚ «αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις».
Αν οι νόμοι που ίσχυσαν από την τέλεση της πράξης μέχρι την εκδίκασή της επιβαρύνουν εξίσου τον κατηγορούμενο, εφαρμόζεται ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης. Στην περίπτωση τώρα που μεταξύ του νόμου που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης και εκείνου που ισχύει κατά το χρόνο εκδίκασης, ίσχυσε προσκαίρως  άλλος, επιεικέστερος αμφοτέρων, κατά την ορθότερη γνώμη εφαρμόζεται αυτός ο ενδιάμεσος νόμος.
Ανέγκλητο της πράξης μετά την καταδίκη
Σύμφωνα  με το άρθρο 2 παρ.2 ΠΚ «αν μεταγενέστερος νόμος χαρακτήρισε την πράξη ως αξιόποινη, παύει και η εκτέλεση της ποινή που επιβλήθηκε καθώς και τα ποινικά επακόλουθά της». Μετά την αμετάκλητη καταδίκη επομένως, τον καταδικασθέντα ωφελεί μόνον ο νόμος που χαρακτηρίζει την πράξη ανέγκλητη (όχι αξιόποινη) όχι όμως και εκείνος που επιτρέπει την ηπιότερη ποινική μεταχείρισή της.
Νόμοι με προσωρινή ισχύ, το άρθρο 3 ΠΚ
Νόμοι με προσωρινή ισχύ είναι εκείνοι που ισχύουν για ορισμένο μόνο χρονικό διάστημα και όχι για γενικώς για το μέλλον, προβλέπουν δηλαδή οι ίδιοι την λήξη της ισχύος τους.
Τέτοιοι είναι οι νόμοι οι συνδεόμενοι με ορισμένο γεγονός πχ Ολυμπιακούς αγώνες, θεομηνίες κλπ.
Η απαγόρευση της αοριστίας
Η απαγόρευση της αοριστίας καθιερώνεται με ιδιαίτερη έμφαση στο άρθρο 7 παρ. 1 Σ που ρητά απαιτεί ο ποινικός νόμος να ορίζει τα στοιχεία της αξιόποινης πράξης. Έτσι τα στοιχεία του εγκλήματος και οι προϋποθέσεις του αξιόποινου εν γένει πρέπει όχι απλώς να περιγράφονται στο νόμο αλλά και να είναι επαρκώς προσδιορίσιμα.

 
ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΒΑΘΜΙΔΕΣ ΤΗΣ ΕΝΝΟΙΑΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ
Το άρθρο 14 παρ.1 ΠΚ
Έγκλημα είναι πράξη άδικη και καταλογιστή σε ενοχή του δράστη, τιμωρούμενη από το νόμο.
Η ειδική υπόσταση, το άδικο και η ενοχή και το ειδικότερο περιεχόμενό τους
Η πράξη πρέπει πρώτα να αντιστοιχεί στη νομική περιγραφή ενός εγκλήματος στο νόμο.
Πρώτο στοιχείο της έννοιας του εγκλήματος είναι πράξη που πληροί την ειδική υπόσταση ενός εγκλήματος. Στην περίπτωση αντίθετα που μια πράξη δεν πληροί την ειδική υπόσταση κάποιου εγκλήματος μπορεί μεν ο υπό κρίση δράστης να έχει άλλου είδους ευθύνη πχ αστική, πειθαρχική κλπ ποινική όμως δεν μπορεί να έχει.
Όταν επομένως, μια πράξη πληροί την ειδική υπόσταση ενός εγκλήματος είναι καταρχήν όχι όμως και κατά τελειωτική εκτίμηση, άδικη.
Τελειωτικά άδικη είναι η πράξη που πληροί την ειδική υπόσταση ενός εγκλήματος και δεν συντρέχει ως προς αυτήν κάποιος λόγος άρσης του αδίκου.
Αν λοιπόν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης, αυτή δεν μπορεί ήδη εξ αυτού του λόγου να είναι έγκλημα. Το άδικο επομένως, δηλαδή ο τελειωτικά άδικος χαρακτήρας της πράξης, αποτελεί λογική προϋπόθεση της κρίσης περί καταλογισμού στην ενοχή.
«Αν δεν μπορούμε να αποδοκιμάσουμε έναν άνθρωπο για την πράξη του δεν μπορούμε λογικά και να τον τιμωρήσουμε για την τέλεσή της».
Και εδώ η έρευνα αν η πράξη είναι καταλογιστή έχει κατά βάση αρνητικό χαρακτήρα. Ερευνάται δηλαδή αν συντρέχει λόγος που αποκλείει τον καταλογισμό. Διότι η πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης κατά κανόνα σημαίνει και ότι είναι δεδομένη η ενοχή δηλαδή ενδεικνύει τον καταλογισμό. Ενώ λοιπόν μπορεί να υπάρχει άδικο χωρίς ενοχή, ενοχή χωρίς άδικο και πλήρωση της ειδικής υπόστασης δεν υπάρχει.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η έννοια του εγκλήματος περιλαμβάνει απαραιτήτως τρεις βαθμίδες (α) την ειδική υπόσταση, η πράξη πρέπει να πληροί την ειδική υπόσταση του εγκλήματος (β) το άδικο, η πράξη πρέπει να είναι τελειωτικά άδικη δηλαδή να μην συντρέχει λόγος άρσης του αδίκου και (γ) τον καταλογισμό σε ενοχή, η πράξη πρέπει να μπορεί να αναχθεί σε ενοχή του δράστη, επιτρέποντας την προσωπική αποδοκιμασία του για το άδικο που έθεσε.
Έγκλημα λοιπόν είναι μια πράξη η οποία πληροί την ειδική υπόσταση ενός εγκλήματος, άδικη και καταλογιστή, για την οποία ο νόμος απειλεί ποινή.
Η διερεύνηση των στοιχείων του εγκλήματος από τον εφαρμοστή
Εν πρώτοις, ερευνούμε αν υπάρχει πράξη και αν αυτή είναι ενέργεια ή παράλειψη. Αν δεν υπάρχει πράξη δεν υπάρχει λόγος να ερευνηθεί αν πληρούται η ειδική υπόσταση ενός εγκλήματος (αν υπάρχει σχετική νομοθετική πρόβλεψη). Αν τώρα, υπάρχει πράξη, αυτή θα πρέπει να μπορεί να υπαχθεί (να αντιστοιχεί) στην νομική περιγραφή ενός εγκλήματος. Αν έχουμε να κάνουμε με πράξη, που δεν αντιστοιχεί (δεν υπάγεται) σε καμιά νομική περιγραφή εγκλήματος, η ποινική έρευνα σταματά εδώ. Δεν έχει λοιπόν νόημα να ερευνήσουμε αν μια πράξη είναι in concreto άδικη, αν δεν περιγράφεται ως έγκλημα στο νόμο. Αλλά ούτε μας ενδιαφέρει αν ο υπό κρίση δράστης φταίει, αν η πράξη του δεν είναι άδικη. Μόνον όταν συντρέχουν τα στοιχεία αυτά κατά την παραπάνω λογική σειρά μπορεί να επιβληθεί ποινή. Αν ελλείπει έστω και ένα από αυτά, έγκλημα δεν υπάρχει και ποινή δεν μπορεί να επιβληθεί.
Παράδειγμα – συμπεριφορά που δεν πληροί την ειδική υπόσταση κανενός εγκλήματος: Αν ο Α πάρει κρυφά τη φωτογραφική μηχανή του Β με σκοπό να τραβήξει φωτογραφίες στην εκδρομή με τους φίλους του και να την επιστρέψει δεν πληροί την ειδική υπόσταση κανενός εγκλήματος. Δεν είναι κλοπή 372 ΠΚ διότι αυτή προϋποθέτει σκοπό παράνομης ιδιοποίησης, τον οποίο ο Α δεν έχει αλλά και ούτε κλοπή χρήσης 374α ΠΚ.
Παράδειγμα – Συμπεριφορά που πληροί με την ειδική υπόσταση ενός εγκλήματος, πλην όμως δεν είναι άδικη: Ο Α βλέπει ότι το γειτονικό σπίτι του Β όπου γνωρίζει ότι κοιμάται το τριών μηνών τέκνο του τελευταίου, έπιασε φωτιά.  Χωρίς να διστάσει, σπάζει την πόρτα του σπιτιού και σώζει το παιδί. Η πράξη του πληροί την ειδική υπόσταση δύο εγκλημάτων, της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας 381 ΠΚ αφού έσπασε την πόρτα και της διατάραξης οικιακής ειρήνης 334 ΠΚ αφού εισήλθε στην ξένη κατοικία χωρίς τη θέληση του δικαιούχου Β. Εντούτοις η πράξη δεν είναι τελειωτικά άδικη  καθώς συντρέχει λόγος άρσης του αδίκου, η κατάσταση ανάγκης 25 ΠΚ. Στην περίπτωση αυτή η ποινική έρευνα σταματά εδώ και περιττεύει να ερευνήσουμε αν η συμπεριφορά του Α είναι καταλογιστή.
Παράδειγμα – Συμπεριφορά που πληροί μεν την ειδική υπόσταση ενός εγκλήματος και είναι άδικη αλλά όχι καταλογιστή: Ο Α πάσχει από βαρεία σχιζοφρένεια. Σε μια έξαρση της ασθένειάς του σκοτώνει τον πατέρα του με 90 μαχαιριές, πιστεύοντας ότι είναι η ενσάρκωση του σατανά. Η πράξη του πληροί την ειδική υπόσταση της ανθρωποκτονίας από πρόθεση 299 παρ.1 ΠΚ, είναι δε και τελειωτικά άδικη, διότι ουδείς λόγος άρσης του αδίκου συντρέχει. Ο Α και να είχε δόλο να τον σκοτώσει λόγω του 34 ΠΚ η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη, αν αυτός, λόγω της νοσηρής διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών του δεν μπορούσε να αντιληφθεί τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του ή να συμμορφωθεί. Εδώ η έννομη τάξη αποδοκιμάζει μεν την πράξη, αλλά όχι τον δράστη.
Διάγραμμα
(0)     Πράξη
(1)     Ειδική υπόσταση (αντικειμενική υπόσταση, υποκειμενική υπόσταση – υποκειμενικά στοιχεία αν απαιτούνται)
(2)     Άδικο (έλλειψη κάποιου λόγου άρσης αδίκου)
(3)     Καταλογισμός (ικανότητα προς καταλογισμό, υπαιτιότητα –ψυχολογικό στοιχείο, δυνατότητα συμμόρφωσης – δεοντολογικό στοιχείο (συνείδηση του αδίκου, βουλητική δυνατότητα συμμόρφωσης)
(4)     Εξωτερικοί όροι του αξιοποίνου (αν απαιτούνται)
(5)     Λόγοι που αποκλείουν το τιμωρητό της πράξης (πχ παραγραφή, παρέλευση προθεσμίας προς υποβολής εγκλήσεως)
(6)     Διαδικαστικές προϋποθέσεις (πχ έγκληση αν η πράξη δεν τελέστηκε από υπόχρεο 315  παρ.1 ΠΚ)




Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΠΡΑΞΗΣ ΣΤΟ ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
Η έννοια της πράξης
Χωρίς πράξη δεν μπορεί να υπάρξει ούτε άδικο αλλά ούτε και ενοχή, πολύ δε περισσότερο δεν μπορεί να επιβληθεί ποινή. Η ποινή δεν επιβάλλεται στον πολίτη ούτε για ότι είναι ούτε για ότι σκέφτεται αλλά για ότι πράττει.
Κατά τη θεωρία της αιτιότητας πράξη είναι μια μεταβολή στον εξωτερικό κόσμο προκαλούμενη αιτιωδώς από εκούσια ανθρώπινη συμπεριφορά. Χαρακτηριστικό της είναι ότι αντιλαμβάνεται την πράξη ως αξιολογικώς ουδέτερη μυϊκή κίνηση που εμφορείται από τη βούληση του ατόμου, ενώ αδιαφορεί για το σκοπό ή το κοινωνικό νόημα της πράξης.
Σύμφωνα με τη θεωρία της πράξης ως σκόπιμης δράσης όταν ο άνθρωπος πράττει, θέτει στόχους, διότι προβλέπει τις συνέπειες της πράξης του βάσει της εμπειρικής γνώσης του για τα πράγματα. Έτσι ενώ η αιτιότητα είναι τυφλή η σκοπιμότητα βλέπει. Η καλόπιστη νοσοκόμα πχ που χορηγεί στον ασθενή δηλητήριο νομίζοντας ότι του δίνει φάρμακο, δεν επιχειρεί πράξη θανάτωσης αφού η πράξη της δεν κατατείνει στο θάνατο αλλά στη θεραπεία.
Πράξη λοιπόν είναι κάθε κίνηση ή αδράνεια του ανθρώπινου σώματος που αποτελεί εκδήλωση της συνείδησης και δύναται να ελεγχθεί από τη βούληση του ανθρώπου.
Οι μη πράξεις
Προσβολή εννόμων αγαθών από τη συμπεριφορά ζώων, από φυσικά φαινόμενα ή από πράγματα.
Προφανώς τα περιστατικά αυτά δεν μπορούν ούτε καταρχήν να έχουν ποινικό ενδιαφέρον έστω και αν πλήττουν έννομα αγαθά πχ επίθεση λύκου, πλήγμα κεραυνού,  κατακρήμνιση βράχου από σεισμό, πτώση κλαδιού δένδρου, εκτός, βέβαια αν αυτά μπορούν να αποδοθούν σε ανθρώπινη συμπεριφορά. Στην περίπτωση αυτή πράττει εκείνος που τα προκάλεσε.
Παραδείγματα: Ο Α εξερεθίζει το σκύλο του κατά του Β, ο Γ παραλείπει να στερεώσει το δέντρο του κήπου του με αποτέλεσμα αυτό να καταπλακώσει τον επισκέπτη Δ, ο Ε δεν εμποδίζει τον γιο του να ανυψώσει χαρταετό σε μια βροχερή ημέρα με αποτέλεσμα ο τελευταίος να χτυπηθεί από κεραυνό, ο Η παραλείπει να αντιστηρίξει το ετοιμόρροπο σπίτι του με αποτέλεσμα να καταπέσει ένα τμήμα του τοίχου και να τραυματισθεί ο διαβάτης Θ.
Τα εσωτερικά γεγονότα
Ομοίως δεν συνιστούν πράξη τα λεγόμενα εσωτερικά γεγονότα, όσα δηλαδή διαδραματίζονται στον λεγόμενο ψυχικό κόσμο του ατόμου. Δηλαδή οι σκέψεις, οι ιδέες, τα φρονήματα, οι πολιτικές, θρησκευτικές πεποιθήσεις, γνώσεις, τα συναισθήματα, οι διαθέσεις κλπ είναι ελεύθερα.
Παραδείγματα: Ο Α μισεί θανάσιμα τον Β και επιθυμεί διακαώς το θάνατό του. Ο Γ θεωρεί τον Δ ηλίθιο. Ο Ε είναι αποφασισμένος να ιδιοποιηθεί το βιβλίο που του χρησιδάνεισε ο Ζ. Ο Η πιστεύει ότι οι αθίγγανοι είναι κατώτερα όντα.
Εννοείται ότι η εξωτερίκευση ιδεών ή συναισθημάτων κλπ μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ρύθμισης του ποινικού νομοθέτη, αφού η εκφορά λέξεων συνιστά πράξη. Έτσι αν ο Γ εκδηλώσει στον Δ την καταφρόνησή τους αποκαλώντας τον ηλίθιο τελεί εξύβριση.
Ακαταμάχητη σωματική βία
Δεν υπάρχει πράξη όταν η κίνηση του ανθρώπινου σώματος είναι αποτέλεσμα ακαταμάχητης σωματικής βίας δηλαδή επενέργειας πάνω στο σώμα η οποία αποκλείει το σχηματισμό της βούλησης πχ ο Α πλήττει τον Β στο κεφάλι και αυτός σωριάζεται καταγής παρασέρνοντας και τραυματίζοντας τον μικρό Γ, είτε την ενεργοποίηση αυτής πχ ο Δ μετακινεί τον Ε σέρνοντάς τον, τον δένει, τον συγκρατεί κλπ. Οι Β και Ε δεν πράττουν.
Αντίθετα στην περίπτωση της λεγόμενης ψυχολογικής βίας η βούληση  κάμπτεται δηλαδή ενεργοποιείται μεν αλλά προς την κατεύθυνση που επιθυμεί ο εξαναγκάζων και επομένως υπάρχει πράξη πχ ο Α χτυπά τον Β ή τον απειλεί με πιστόλι μέχρις ότου εκείνος καταστρέψει ξένο αντικείμενο.
Απάλειψη της συνείδησης
Δεν υπάρχει πράξη όταν η κίνηση του ανθρώπινου σώματος συντελείται υπό καθεστώς απάλειψης της συνείδησης πχ ύπνος, λιποθυμία, νάρκωση, υπνοβασία, επιληπτική κρίση, αφού στην περίπτωση αυτή η οποιαδήποτε βλάβη προκαλείται χωρίς τη συμμετοχή του εγώ (δεν υπάρχει εκδήλωση της συνείδησης).
Παραδείγματα: Η Α κατά τη διάρκεια του ύπνου της καταπλακώνει το βρέφος της, που πεθαίνει από ασφυξία. Ο Β ενώ οδηγεί αποκοιμάται λόγω καμάτου στο τιμόνι και προκαλεί το θάνατο πεζού.
Ο Γ ενώ οδηγεί υφίσταται αιφνιδίως επιληπτική κρίση με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο του οχήματος και να προκαλέσει θάνατο πεζού. Αν όμως οι Α, Β και Γ γνώριζαν ή μπορούσαν να γνωρίζουν ότι ενδέχεται να περιέλθουν σε κατάσταση τέτοια, από την οποία μπορούσε να κινδυνεύσει κάποιος, τότε υπάρχει πράξη, η οποία όμως έγκειται όχι στο καταπλάκωμα ή στην πρόσκρουση επί του πεζού αλλά στην κατάκλιση μαζί με το βρέφος και στην ανάληψη της οδήγησης αντίστοιχα. Στην περίπτωση του αποκαμωμένου οδηγού έχουμε τώρα ανθρωποκτονία από αμέλεια.
Κατά την ορθότερη άποψη δεν συνιστά άποψη η κίνηση του ανθρώπου που βρίσκεται σε ύπνωση (black out).
Ανακλαστικές κινήσεις
Για τον ίδιο λόγο δεν συνιστούν πράξη οι λεγόμενες ανακλαστικές κινήσεις του ανθρώπινου σώματος που πραγματώνονται ενώ το φυσικό πρόσωπο βρίσκεται μεν σε συνειδησιακή εγρήγορση, το σώμα του όμως αντιδρά σε ένα εξωτερικό ή εσωτερικό ερέθισμα χωρίς τη συμμετοχή της συνείδησης. Τέτοιες είναι πχ το τίναγμα υπό την επίδραση ηλεκτρικού ρεύματος, το φτάρνισμα, το κλείσιμο των βλεφάρων υπό την επίδραση του φωτός κλπ.
Παράδειγμα: Ο ελαιοχρωματιστής Κοσμάς Κ κατά τη διάρκεια της εργασίας του αγγίζει ηλεκτροφόρο καλώδιο και τινάζεται με ορμή από τη σκάλα όπου βρισκόταν, με αποτέλεσμα να ρίξει το βοηθό του Παναγιώτη Π ο οποίος και τραυματίζεται. Δεν υπάρχει καν πράξη, αφού το αποτέλεσμα προκλήθηκε από μια ανακλαστική κίνηση του σώματος του Κ, παντελώς εξηρημένη του συνειδησιακού ελέγχου του.
Άλλες περιπτώσεις
Ομοίως δεν συνιστούν πράξη :
·                             Οι διαθέσεις όπως η φυγοπονία, η ροπή για άτακτη ζωή, η επικινδυνότητα
·                             Το ακούειν πχ ο Α ευρισκόμενος σε καφετέρια ακούει χωρίς να το επιδιώξει συζήτηση που αφορά τα μυστικά της πολιτείας, δεν μπορεί να τιμωρηθεί για κατασκοπεία
·                             Η κατάσταση στην οποία βρίσκεται το άτομο πχ τοξικοεξάρτηση
·                             Το παρίστασαι απλώς πχ ο διαβάτης Α δεν πράττει αν ενώπιων του ο εποχούμενος τσαντάκιας Β αρπάξει την τσάντα της ανύποπτης Γ, υπάρχει πράξη αν η παρουσία του Α συνιστά παράλειψη, είχε την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς ενέργεια
·                             Το υφίστασθαι πράξεις άλλου επί του ιδίου σώματος πχ ο Α δεν πράττει όταν δέχεται στο σώμα του πλήγμα του Β με μαχαίρι
·                             Η φυσική εξουσία πάνω σε πράγμα εφόσον δεν αποτελεί έκφραση της συνείδησης, δεν συνοδεύεται δηλαδή από φυσική βούληση εξουσίασης, ώστε να αναβαθμιστεί σε κατοχή πχ το βαποράκι καταδιωκόμενος από αστυνομικούς πετά τα ναρκωτικά στον κήπο του Β, ο Β δεν μπορεί να κατηγορηθεί για κατοχή ναρκωτικής ουσίας γιατί δεν πράττει
·                             Τέλος η συμπεριφορά των νηπίων ως το 8ο έτος είναι αδιάφορη για το Ποινικό Δίκαιο.
Οριακές περιπτώσεις που συνιστούν πράξη
Μεθυπνωτική υποβολή- Πλύση εγκεφάλου – Διχαστική διαταραχή: Οι περιπτώσεις αυτές καταρχήν πρέπει να θεωρηθούν πράξεις, το ανακύπτον ζήτημα ποινικής ευθύνης αντιμετωπίζεται στο επίπεδο του καταλογισμού. Στην υπόθεση Grimsley 1982 ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι όταν οδηγούσε μεθυσμένος είχε αποσχιστεί από την αρχική του προσωπικότητα του Robin και τελούσε υπό τον έλεγχο μιας δεύτερης της Jennifer η οποία είχε πρόβλημα αλκοολισμού. Εδώ ορθά έγινε δεκτό ότι δεν τελούσε υπό το καθεστώς απάλειψης της συνείδησης και ότι επομένως υπήρχε πράξη.
Παρορμητικές, ορμητικές και υποβουλητικές πράξεις και αυτοματισμοί: Ειδικότερα οι παρορμητικές ή βραχυκυκλωτικές πράξεις η παρόρμηση παρακάμπτει τη βούληση πριν καν αυτή προλάβει να σχηματισθεί και εξελίσσεται σε μεταβολή στον εξωτερικό κόσμο πχ ο πεινασμένος Γιάννης Αγιάννης αρπάζει από τα χέρια του φούρναρη ένα καρβέλι ψωμί. Στις ορμητικές πάλι ένα αιφνίδιο και σφοδρότατο συναίσθημα ή ορμή ισοπεδώνει τις αναστολές και γενικότερα το κυβερνών τμήμα της προσωπικότητας πχ ο Α ακούγοντας τον Β να καθυβρίζει τους αποβιώσαντες γονείς του καταλαμβάνεται από αιφνίδια και ανεξέλεγκτη οργή και τον σκοτώνει  (τα βλέπει όλα κόκκινα αλλά βλέπει). Αυτοματοποιημένες πράξεις τέλος είναι βουλητικά ενεργήματα τα οποία, λόγω της συχνής επανάληψης, έχουν αποθηκευτή στη μνήμη του πράττοντος και τελούνται οιονεί αυτομάτως, χωρίς δηλαδή τη διαρκή και ενεργό συμμετοχή της συνείδησης, η οποία όμως είναι ανά  πάσα στιγμή σε θέση να επέμβει πχ βάδισμα, οδήγηση, κολύμβηση, χειρισμός μηχανήματος, κλπ
Αυθόρμητες αντιδράσεις: Δεν είναι ανακλαστικές κινήσεις αλλά τελούν υπό τον έλεγχο της συνείδησης και μπορούν να προληφθούν. Κατά συνέπεια είναι πράξεις ως εκδηλώσεις της ανθρώπινης συνείδησης.
Παράδειγμα: Η Α, οδηγώντας το αυτοκίνητό της, δέχεται αιφνιδίως επίθεση εντόμου στο μάτι. Προσπαθώντας να το αποφύγει με απότομη κίνηση του χεριού της προς τα πίσω, εισέρχεται στο αντίθετο ρεύμα και τρακάρει. Η αυθόρμητη αντίδραση ελέγχεται από τη συνείδηση.
Ειδικά ζητήματα
Συμπεριφορά προς έτερον: Πράξη δεν υπάρχει όταν η ανθρώπινη δραστηριότητα δεν γίνεται αντιληπτή στο κοινωνικό περιβάλλον διότι μόνο τότε μπορεί να έχει κοινωνικό νόημα. Η πράξη δεν είναι απλά δράση, αλλά δράση προς έτερον. Εκείνος που κατασκευάζει κρυφά, αποκρύπτει ή κατέχει εκρηκτικές ύλες, ναρκωτικά κλπ δεν πράττει καν και επομένως δεν είναι  αξιόποινο για τον λόγο αυτό. Η πλαστογραφία και η παραχάραξη θα είχε λογική με τη θέση του αξιόγραφου σε κυκλοφορία.
Το αξιόποινο των νομικών προσώπων: Η συμπεριφορά των ΝΠ στερείται ποινικού ενδιαφέροντος καθώς δεν πράττει αυτό αλλά τα φυσικά πρόσωπα που το διοικούν.
Ευθύνη για τις πράξεις άλλων: Η νομοθεσία μας περιέχει διατάξεις που επιτρέπουν είτε άμεσα είτε έμμεσα ποινική ευθύνη για πράξεις άλλων χωρίς να απαιτείται ρητά να υπάρχει πράξη του υφισταμένου τις ποινικές κυρώσεις.
Η παράλειψη ως μορφή συμπεριφοράς
Από το άρθρο 14 ΠΚ η έννοια της πράξης περιλαμβάνει και την παράλειψη. Ως παράλειψη δε ορίζει ο Χωραφάς την αποχή από ορισμένη ενέργεια.
Παράλειψη δεν μπορεί να οποιαδήποτε αδράνεια ή απραξία του ανθρώπινου σώματος, έστω και συνειδητή, αλλά μόνο εκείνη η αδράνεια που έχει κάποιο κοινωνικό νόημα, εκείνη δηλαδή που εμφανίζεται στο κοινωνικό περιβάλλον ως αποχή από ορισμένη δηλαδή από κοινωνικώς προσδοκώμενη ενέργεια.
Παράδειγμα: Ο Α κοιμάται έχοντας αφήσει την παροχή υγραερίου ανοιχτή, υπάρχει λοιπόν άμεση επέμβασης προς σωτηρία της ζωής του. Στο διπλανό διαμέρισμα ο Β ουδέν πράττει, διότι απλούστατα δεν γνωρίζει τον κίνδυνο στον οποίο βρίσκεται ο Α. Ο Β δεν παραλείπει. Η αδράνειά του δεν συνιστά συμπεριφορά. Ακόμα και αν γνώριζε ο Β τον κίνδυνο αλλά ήταν παράλυτος πάλει δεν παραλείπει. Επίσης δεν παραλείπει ο πατέρας που δεν παρέχει βοήθεια στο κακοποιημένο τέκνο του από ληστές καθώς βλέπει την κακοποίηση δεμένος από τους δράστες και αδυνατεί να αντιδράσει. Η αδράνειά του δεν συνιστά πράξη.
Η νοσηλεύτρια Β γνωρίζει ότι πρέπει να ξυπνήσει στις τρεις προ μεσημβρίας για να χορηγήσει ζωτικό φάρμακο σε ασθενή, ευρισκόμενο σε κίνδυνο ζωής. Η Β δεν μεριμνά ώστε να ξυπνήσει και να χορηγήσει το φάρμακο, με αποτέλεσμα το θάνατο του ασθενούς. Καίτοι η Β κατά το χρόνο που όφειλε να αφυπνισθεί δεν έπραττε διότι τελούσε σε κατάσταση απάλειψης της συνείδησης (ύπνου) το γεγονός ότι δεν μερίμνησε ώστε να αφυπνισθεί εγκαίρως συνιστά συμπεριφορά με μορφή παράλειψης.
Από την άλλη δυνατότητα ενέργειας υπάρχει και όταν ο παραλείπων μπορεί απλώς να θέσει άλλους έμμεσους όρους που θα οδηγήσουν στην σωτηρίου του έννομου αγαθού πχ σε περίπτωση φωτιάς όπου ο Α κινδυνεύει και ο Β το ξέρει αλλά μπορεί απλώς να πάρει τη πυροσβεστική.
Αντίθετα, αντικειμενική δυνατότητα ενέργειας δεν υπάρχει όταν αυτή είναι εκ των προτέρων καταδικασμένη σε αποτυχία.
Παράδειγμα: Η Α, απελπισμένη από τις απιστίες του συζύγου της, ρίχνεται στη θάλασσα από τη γέφυρα Ρίου – Αντιρρίου μια νύχτα του χειμώνα με έντονη καταιγίδα για να αυτοκτονήσει.
Η αδράνεια του συζύγου της να επιχειρήσει να τη σώσει πηδώντας αυτός, δεν συνιστά συμπεριφορά με τη μορφή παράλειψης. Συνιστά όμως παράλειψη η τυχόν μη ενημέρωση των αρχών.



Η ΕΙΔΙΚΗ ΥΠΟΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ
Η έννοια της ειδικής υπόστασης
Η ειδική υπόσταση είναι το σύνολο των στοιχείων που χρησιμοποιεί ο νομοθέτης για να περιγράψει μια εγκληματική συμπεριφορά στο νόμο.
Το σύνολο των αντικειμενικών στοιχείων που χρησιμοποιεί ο νομοθέτης για την περιγραφή ενός εγκλήματος συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ενώ αντίστοιχα, τα υποκειμενικά στοιχεία  που αναφέρονται στον εσωτερικό κόσμο του δράστη, συγκροτούν την υποκειμενική υπόσταση. Ώστε η ειδική υπόσταση του εγκλήματος απαρτίζεται από την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση.
Το σημαντικότερο στοιχείο της υποκειμενικής υπόστασης είναι η υπαιτιότητα, δηλαδή ο υποκειμενικός σύνδεσμος του δράστη με τη πράξη του. Αυτός ο σύνδεσμος μπορεί να είναι ο δόλος ή η αμέλεια. Χωρίς υπαιτιότητα έγκλημα δεν νοείται στο νομικό μας πολιτισμό.
Τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης
Από τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης το σημαντικότερο είναι η εγκληματική συμπεριφορά, η πράξη, που μπορεί να είναι θετική ενέργεια αλλά και παράλειψη.
Το νομικό και το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος
Η εγκληματική συμπεριφορά που πληροί την ειδική υπόσταση ενός εγκλήματος προσβάλλει πάντοτε κατ΄ ανάγκη ένα έννομο αγαθό. Το έννομο αγαθό που προστατεύεται από την εκάστοτε ποινική διάταξη αποτελεί το λεγόμενο νομικό αντικείμενο του εγκλήματος. Υπό την έννοια αυτή όλα τα εγκλήματα έχουν ένα νομικό αντικείμενο αφού όλα προσβάλλουν ένα έννομο αγαθό. Από το έννομο αγαθό (νομικό αντικείμενο) ωστόσο, διακρίνεται το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος. Σε ορισμένα εγκλήματα (τα περισσότερα) η αντικειμενική υπόσταση πληρούται με επενέργεια του δράστη σε ένα ενσώματο αντικείμενο, πρόσωπο ή πράγμα. Ενώ όλα τα εγκλήματα έχουν νομικό αντικείμενο δεν έχουν όλα υλικό αντικείμενο.
Ο παθών από το έγκλημα
Ο φορέας του εννόμου αγαθού που προσβάλλεται με το έγκλημα είναι ο παθών από το έγκλημα. Παθών μπορεί να είναι είτε φυσικό είτε νομικό. Πχ παθών από την κλοπή με το σύστημα ριφιφί σε βάρος της τράπεζας Χ είναι το νομικό πρόσωπο της τράπεζας.
Υποκειμενικά στοιχεία στην αντικειμενική υπόσταση
Ενίοτε στην περιγραφή της αντικειμενικής υπόστασης ο νομοθέτης χρησιμοποιεί υποκειμενικά στοιχεία δηλαδή στοιχεία που αναφέρονται στον ψυχικό κόσμο άλλου προσώπου, διαφορετικού από το δράστη.
Τέτοια είναι πχ η πλάνη του παθόντος στην απάτη (386 παρ.1 ΠΚ), η αντίθετη θέληση της απαχθείσας στην ακούσια απαγωγή (327 ΠΚ παρ.1) και στη διατάραξη οικιακής ειρήνης (334 παρ. 1 ΠΚ), η σύμφωνη θέληση της απαχθείσας στην εκούσια απαγωγή (328 ΠΚ).
Εδώ παρά τη διατύπωση του νόμου, πρόκειται για αντικειμενικά στοιχεία, αφού αυτά για να υπάρξουν πρέπει να εξωτερικευθούν και να γίνουν αντιληπτά από τρίτους δηλαδή να αντικειμενικοποιηθούν.
Έννοια και λειτουργία των εξωτερικών όρων του αξιοποίνου
Με την πλήρωση της ειδικής υπόστασης και εφόσον η πράξη είναι άδικη και καταλογιστή, γεννάται κατά κανόνα η ποινική αξίωση της πολιτείας. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ωστόσο, απαιτούνται και ορισμένες επιπρόσθετες  προϋποθέσεις, η συνδρομή των οποίων εξετάζεται αφού προηγουμένως διαπιστωθεί το τελειωτικά άδικο και καταλογιστό της πράξης. Πρόκειται για αντικειμενικές περιστάσεις, ως προς τις οποίες δεν χρειάζεται να υπάρχει υπαιτιότητα του δράστη (δόλος ή αμέλεια) και οι οποίες αρκεί απλώς να υπάρχουν για να γεννηθεί και η ποινική αξίωση της Πολιτείας. Αν, αντίθετα αυτές δεν συντρέχουν, η ποινική αξίωση της πολιτείας δεν γεννάται έστω και αν έχουμε πράξη άδικη και καταλογιστή. Οι αντικειμενικές αυτές περιστάσεις αποκαλούνται εξωτερικοί όροι του αξιοποίνου.
Κατά ταύτα οι εξωτερικοί όροι του αξιοποίνου δεν ανήκουν στην αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και δεν θεμελιώνουν το άδικο της πράξης, αλλά μας λέγουν πότε μια πράξη, που είναι κάθε αυτήν ήδη άξια ποινικού κολασμού. Επιπλέον επομένως μια λειτουργία επιλογής και περιορίζουν το αξιόποινο, υποδεικνύουν πότε γεννάται η ποινική αξίωση της πολιτείας ως προς μία ήδη άδικη και καταλογιστή πράξη, περιγράφοντας τις επιπρόσθετες περιστάσεις που καθιστούν το πρώτον την επιβολή ποινής αναγκαία.
Παράδειγμα: Στην παρασιώπηση εγκλήματος η ειδική υπόσταση πληρούται και η πράξη είναι άξια ποινικού κολασμού όταν ο δράστης παραλείψει να αναγγείλει στην Αρχή το κακούργημα για το οποίο πληροφορήθηκε αξιόπιστα ότι σχεδιάζεται. Όμως η ποινική αξίωση της πολιτείας γεννάται μόνο υπό την επιπρόσθετη αντικειμενική περίσταση (όρο) ότι το κακούργημα τελέστηκε ή έγινε απόπειρα αυτού.  Μόνο τότε θα τιμωρηθεί ο δράστης για το άδικο που έθεσε.
Τέτοιοι εξωτερικοί όροι είναι η κήρυξη γάμου ως ακύρου με αμετάκλητη απόφαση στην απάτη περί τον γάμο 355 ΠΚ, η τέλεση αυτοκτονίας ή η απόπειρα αυτής στην συμμετοχή σε αυτοκτονία 301 ΠΚ και το αξιόποινο της πράξης κατά το δίκαιο του τόπου τελέσεως ή το ότι η πράξη τελέστηκε σε πολιτειακώς ασύντακτη χώρα επί κακουργημάτων και πλημμελημάτων που διαπράχθηκαν στην αλλοδαπή από ημεδαπό ή κατά ημεδαπού  άρθρο 6,7 ΠΚ.

 


ΟΙ ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΓΚΛΗΜΑΤΩΝ
Η τριχοτόμηση των εγκλημάτων
Σύμφωνα με το άρθρο 18 ΠΚ κακούργημα είναι κάθε πράξη που τιμωρείται με κάθειρξη, ενώ πλημμέλημα κάθε πράξη που τιμωρείται με φυλάκιση ή με χρηματική ποινή ή με περιορισμό σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων. Κάθε πράξη, τέλος, που τιμωρείται με κράτηση ή πρόστιμο, είναι πταίσμα.
Κοινά και ιδιαίτερα εγκλήματα
Αυτουργός μπορεί να είναι ο καθένας. Υπάρχουν όμως ορισμένα εγκλήματα που η αντικειμενική τους υπόσταση πληρούται μόνο εφόσον ο αυτουργός αυτών (το υποκείμενο του εγκλήματος) έχει ορισμένη ιδιότητα ή τελεί σε ορισμένη σχέση προς άλλο πρόσωπο. Αυτά είναι τα λεγόμενα ιδιαίτερα εγκλήματα.
Όταν, τώρα, η ιδιαίτερη ιδιότητα ή σχέση θεμελιώνει το πρώτον το αξιόποινο έχουμε γνήσιο ιδιαίτερο έγκλημα ενώ όταν επαυξάνει ή μειώνει το αξιόποινο, το ιδιαίτερο έγκλημα αποκαλείται μη γνήσιο.
Στην παιδοκτονία πχ 303 ΠΚ η ιδιαίτερη ιδιότητα της μητέρας που τελεί σε διαταραχή του οργανισμού της από τον τοκετό, απλώς μειώνει το αξιόποινο της πράξης της , η οποία υπό κανονικές συνθήκες είναι ανθρωποκτονία.
Η πρακτική σημασία της διάκρισης ανάμεσα στα γνήσια και τα μη γνήσια ιδιαίτερα εγκλήματα αναδεικνύεται κυρίως στα ζητήματα της συμμετοχής. Έτσι προκειμένου περί γνήσιου ιδιαίτερου εγκλήματος σύμφωνα με το  άρθρο 49 παρ. 1 ΠΚ, όταν η ιδιαίτερη ιδιότητα ή σχέση συντρέχει μόνο στο πρόσωπο του αυτουργού αυτός μεν θα τιμωρηθεί κανονικά, ο συμμέτοχος όμως (ηθικός αυτουργός ή συνεργός) μπορεί να τιμωρηθεί με ποινή ελαττωμένη κατά το άρθρο 83 ΠΚ. Στην αντίστροφη όμως περίπτωση δηλ. η ιδιαίτερη ιδιότητα συντρέχει μόνο στο πρόσωπο του συμμετόχου, ο τελευταίος θα τιμωρηθεί ως έμμεσος αυτουργός, ο δε δράστης, που δεν φέρει την ιδιαίτερη ιδιότητα, θα τιμωρηθεί ως συνεργός (διατηρεί δηλ. μια ευκαιρία να τιμωρηθεί ηπιότερα ως απλός συνεργός).
Για παράδειγμα ο υπάλληλος που δέχεται χρήματα κατά παράβαση των καθηκόντων του (δωροδοκία 235 ΠΚ) θα τιμωρηθεί κανονικά, η σύζυγός του όμως, που χωρίς να έχει υπαλληλική ιδιότητα τον παρότρυνε να την τελέσει (ηθικός αυτουργός) μπορεί να τιμωρηθεί με ποινή ελαττωμένη. Αντίστροφα, η σύζυγος του υπαλλήλου που δέχεται το δώρο τιμωρείται ως συνεργός (διότι δεν έχει την ιδιαίτερη ιδιότητα) ο δε υπάλληλος που την έπεισε να το δεχτεί, ως αυτουργός.
Επί μη γνησίων ιδιαίτερων εγκλημάτων αντίθετα εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 49 παρ. 2 ΠΚ όπου ιδιαίτερες ιδιότητες ή σχέσεις ή άλλες περιστάσεις που επιτείνουν, μειώνουν ή αποκλείουν την ποινή, λαμβάνονται υπόψη μόνο για εκείνον τον συμμέτοχο, στο πρόσωπο του οποίου συντρέχουν.
Για παράδειγμα στην παιδοκτονία η μεν μητέρα που σκοτώνει το παιδί της θα τιμωρηθεί με ποινή ελαττωμένη 303 ΠΚ ο δε σύζυγος που τη βοήθησε θα τιμωρηθεί κανονικά ως συνεργός σε ανθρωποκτονία εκ προθέσεως 299 παρ.1 ΠΚ.
Εγκλήματα συμπεριφοράς και εγκλήματα αποτελέσματος
Όλα τα εγκλήματα προσβάλλουν ένα έννομο αγαθό (νομικό αντικείμενο) δεν προσβάλλουν όλα ένα υλικό αντικείμενο.
Έτσι έγκλημα συμπεριφοράς έχουμε είτε (α) αν η αξιόποινη πράξη στερείται υλικού αντικειμένου πχ απόδραση κρατουμένου 173 ΠΚ, ψευδορκία 224 ΠΚ κλπ είτε (β) αν η συμπεριφορά του δράστη συνδέεται αναπόσπαστα με το υλικό αντικείμενο στο οποίο αυτός ενεργεί όπως πχ στην πλαστογραφία 216 ΠΚ όπου το έγκλημα συντελείται με την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου. Εδώ η συμπεριφορά του δράστη συνδέεται αναπόσπαστα με τη μεταβολή που επιφέρει στον εξωτερικό κόσμο, αφού η τελευταία ολοκληρώνεται με την τελευταία σωματική κίνηση του δράστη.
Έγκλημα αποτελέσματος υπάρχει αντίθετα όταν η αντικειμενική υπόσταση δεν εξαντλείται σε μια συμπεριφορά αλλά εξαντλείται σε μια συμπεριφορά, αλλά προϋποθέτει μιαν επενέργεια επί υλικού αντικειμένου, από την οποία επέρχεται και μια μεταβολή στον εξωτερικό κόσμο τουλάχιστον νοητά διακριτή κατά τόπο και χρόνο από τη συμπεριφορά που την προκάλεσε πχ σωματική βλάβη, ανθρωποκτονία, απάτη.
Πχ ο εργολάβος Α ανεγείρει μια οικοδομή και την παραδίδει στον Β αυτός δε τραυματίζεται λόγω κακοτεχνιών μετά. Εδώ το αποτέλεσμα είναι σαφώς διακεκριμένο της συμπεριφοράς.
Υπάρχουν εγκλήματα που άλλοτε είναι εγκλήματα συμπεριφοράς και άλλοτε αποτελέσματος πχ μια σωματική βλάβη μπορεί να εξαντλείται σε μια συμπεριφορά ταυτιζόμενη με την προκαλούμενη στον εξωτερικό κόσμο μεταβολή πχ ράπισμα ή να προκαλεί και ένα αποτέλεσμα σαφώς διακεκριμένο (πχ πυροβολισμός στα πόδια).
Ειδική περίπτωση εγκλημάτων αποτελέσματος αποτελούν τα εκ του αποτελέσματος διακρινόμενα εγκλήματα 29 ΠΚ όπως η θανατηφόρα σωματική βλάβη 311 ΠΚ, ο θανατηφόρος βιασμός 336  συνδ 340 ΠΚ, η θανατηφόρα ληστεία 380 παρ.2 ΠΚ, κλπ.
Αυτά είναι εγκλήματα που περιλαμβάνουν ένα εκ δόλου βασικό έγκλημα και ένα περαιτέρω βαρύτερο αποτέλεσμα συνήθως ανθρωποκτονία εξ αμελείας.
Εγκλήματα βλάβης και εγκλήματα διακινδύνευσης
Η προσβολή ενός εννόμου αγαθού σε οποιαδήποτε έγκλημα μπορεί να επιτευχθεί με τρεις τρόπους, βλάβη, διακινδύνευση και προσβολή της ειρηνευμένης κατάστασής του.
Ως βλάβη νοείται η άμεση, πραγματική και οριστική τρώση του έννομου αγαθού εν όλων πχ θάνατος ανθρώπου ή εν μέρει πχ μερική καταστροφή ενός βιβλίου στη φθορά ξένης ιδιοκτησίας. Η βλάβη μπορεί να έχει υλικό χαρακτήρα ή άυλο.
Για να καταστεί ωστόσο, μια πράξη αξιόποινη δεν απαιτείται σε κάθε περίπτωση η βλάβη του εννόμου αγαθού. Πολλές φορές αρκεί η διακινδύνευσή του, ενώ ενίοτε αρκεί ότι η πράξη είναι γενικώς επικίνδυνη. Στην παραβίαση των κανόνων της οικοδομικής πχ 286 ΠΚ δεν απαιτείται να επήλθε θάνατος, αρκεί να κινδύνεψε πράγματι κάποιος άνθρωπος.
Με βάση τα ανωτέρω τα εγκλήματα διακρίνονται σε εγκλήματα βλάβης και εγκλήματα διακινδύνευσης. Εγκλήματα βλάβης είναι εκείνα που για να στοιχειοθετηθεί η αντικειμενική τους υπόστασή τους απαιτείται βλάβη του εννόμου αγαθού.
Τα εγκλήματα διακινδύνευσης πάλι συνίστανται σε μια μετάθεση της ποινικής προστασίας προς τα εμπρός.
Στα εγκλήματα συγκεκριμένης διακινδύνευσης η αντικειμενική υπόσταση πληρούται όταν επέλθει ως αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του δράστη, συγκεκριμένος κίνδυνος του υλικού αντικείμενού τους.
Στα εγκλήματα αφηρημένης διακινδύνευσης δεν απαιτείται η έλευση κάποιου συγκεκριμένου κινδύνου, γιατί εδώ ο κίνδυνος δεν είναι στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης αλλά ο νομοθετικός λόγος για τον οποίο αυτά τιμωρούνται.


Εγκλήματα αφηρημένης συγκεκριμένης διακινδύνευσης
Εδώ δεν απαιτείται να κινδύνευσε πράγματι κάποιο έννομο αγαθό ούτε όμως ο κίνδυνος προσβολής του υπήρξε απλώς ο νομοθετικός λόγος ποινικοποίησης της συγκεκριμένης συμπεριφοράς, αλλά απαιτείται να υπήρξε συμπεριφορά τέτοια που δικαιολογεί την κρίση, υπό από αυτή μπορεί να προκληθεί όχι βλάβη αλλά κίνδυνος του έννομου αγαθού.
Εγκλήματα ενεργείας και εγκλήματα παραλείψεως
Ένα έγκλημα μπορεί να τελεστεί όχι μόνο με ενέργεια (θετική συμπεριφορά) δηλαδή μυϊκή κίνηση αντιληπτή με τις αισθήσεις που επιφέρει μεταβολή στον εξωτερικό κόσμο, αλλά και με παράλειψη.
Τα περισσότερα εγκλήματα είναι εγκλήματα ενεργείας πχ ανθρωποκτονία εκ προθέσεως, βιασμός, ληστεία, κλοπή, εξύβριση. Τα εγκλήματα παραλείψεως, τώρα, διακρίνονται σε δύο κατηγορίες γνήσια και μη γνήσια.
Γνήσιο έγκλημα παραλείψεως υπάρχει όταν η εγκληματική συμπεριφορά συνίσταται κατά τη ρητή περιγραφή του νόμου σε παράλειψη. Εδώ ο ίδιος ο νόμος χρησιμοποιεί εκφράσεις όπως «όποιος παραλείπει» ή αντίστοιχες κλπ.
Για να κατανοήσουμε τα μη γνήσια εγκλήματα παραλείψεως, πρέπει να στραφούμε μια στιγμή στα εγκλήματα ενεργείας και αποτελέσματος. Η ανθρωποκτονία από πρόθεση πχ περιγράφεται στο νόμο ως έγκλημα ενέργειας. Όμως το αποτέλεσμα του θανάτου σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να επέλθει και με παράλειψη και μάλιστα τέτοια, ώστε η απαξία της να εξισούται προς την απαξία της ενέργειας. Η παράλειψη της μητέρας να δώσει τροφή στο παιδί της με αποτέλεσμα το θάνατό του, τον οποίο αυτή αποδέχεται, έχει την ίδια ακριβώς απαξία ως αν το είχε σκοτώσει με ενέργειά της. Η επίσης με δόλο παράλειψη του πατέρα να σώσει το παιδί του από κίνδυνο ζωής έχει την ίδια απαξία σαν να το είχε πυροβολήσει. Η εξίσωση αυτή όμως δν είναι δυνατή σε κάθε περίπτωση και  υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις.
Στιγμιαία και διαρκή εγκλήματα
Στιγμιαίο είναι το έγκλημα όταν μετά τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασής του δηλαδή μετά την τελείωσή του, είτε ουδεμία παράνομη κατάσταση δημιουργείται είτε δημιουργείται μεν, πλην όμως η διατήρησή της δεν πληροί την αυτή αντικειμενική υπόσταση με την παραγωγή της.
Πχ μετά την φθορά ξένης ιδιοκτησίας δημιουργείται μεν και πάλι μια παράνομη κατάσταση (ο παθών αποστερείται οριστικά το πράγμα που κατέστρεψε ο δράστης) πλην όμως ουδεμία αντικειμενική υπόσταση πληρούται.
Διαρκές αντιθέτως, είναι εκείνο όπου η διατήρησή της παράνομης κατάστασης που προκλήθηκε από την τέλεση του πληροί την αυτή αντικειμενική υπόσταση με την παραγωγή του. Στο διαρκές η πράξη με την οποία πραγματώνεται το πρώτο το έγκλημα όσον και η διατήρηση της παράνομης κατάστασης που προέκυψε από αυτήν πληρούν την αυτή αντικειμενική υπόσταση πχ παράνομη κατακράτηση 325 ΠΚ.
Προσοχή το κριτήριο βάσει του οποίου ένα έγκλημα καθίσταται διαρκές δεν είναι χρονικό αλλά νομικό. Μια ανθρωποκτονία πχ μπορεί να διαρκέσει έξι ώρες όσο ο δράστης προσπαθεί να το σκοτώσει το θύμα.
Η πρακτική σημασία είναι μεγάλη. Ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να τρέχει από την άρση της παράνομης κατάστασης αφού τότε το πρώτον παύει να πληρούται η αντικειμενική υπόσταση. Συναυτουργία και συνέργεια είναι δυνατές μέχρι την άρση της παράνομης κατάστασης.
Απλά και σύνθετα εγκλήματα
Απλό είναι το έγκλημα όταν για την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασής του αρκεί μια πράξη, ενώ σύνθετο εκείνο, η πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του οποίου προϋποθέτει πλείονες πράξεις.
Η ανθρωποκτονία εκ προθέσεως είναι απλό έγκλημα. Για την διάπραξή του αρκεί κατά νόμο μία πράξη πχ ένας πυροβολισμός. Το αν θα τελεστεί με πλείονες πχ με πολλές μαχαιριές είναι νομικώς αδιάφορο.
Η ληστεία αντίθετα είναι σύνθετο έγκλημα. Απαρτίζεται από δύο αυτοτελείς πράξεις, την παράνομη βία και την κλοπή. Ο βιασμός επίσης είναι πολύπρακτο αποτελούμενο από παράνομη βία αφενός και την συνουσία από την άλλη. Το σύνθετο έγκλημα δεν απαρτίζεται κατ΄ ανάγκη από δύο μόνο πράξεις αλλά μπορεί να απαρτίζεται και από τρεις.
Εγκλήματα απλότροπα και εγκλήματα μικτά
Απλότροπα ή απλά αποκαλούμε τα εγκλήματα εκείνα κατά την περιγραφή των οποίων ο νόμος δεν εξειδικεύει τον τρόπο τέλεσής τους είτε τον εξειδικεύει αναγράφοντας ένα και μόνον τρόπο ενώ μικτά εκείνα η αντικειμενική υπόσταση των οποίων μπορεί να πραγματωθεί με πλείονες τρόπους που προβλέπονται στο νόμο διαζευκτικά. Απλότροπο είναι πχ η ανθρωποκτονία εκ προθέσεως 299 παρ.1 ΠΚ, η απιστία 390 ΠΚ κλπ. Τα μικτά εγκλήματα διακρίνονται σε δύο κατηγορίες τα υπαλλακτικώς και τα σωρευτικώς μικτά.
Υπαλλακτικώς μικτό έγκλημα υπάρχει όταν, όσοι αναφερόμενοι στο νόμο τρόποι τέλεσής του και αν πραγματωθούν, ένα και μόνον έγκλημα στοιχειοθετείται. Σωρευτικώς μικτά, είναι τα εν λόγω εγκλήματα είναι τα εν λόγω εγκλήματα όταν οι πλείονες τρόποι τέλεσης τους δεν μπορούν να εναλλαχθούν. Αν δηλαδή τελεσθούν οι πλείονες, αναγραφόμενοι στο νόμο τρόποι, θα υπάρχουν και αντίστοιχα αυτοτελή εγκλήματα.
Βασικά εγκλήματα και εγκληματικές παραλλαγές. Προνομιούχα και διακεκριμένα εγκλήματα
Βασικά εγκλήματα καλούνται εκείνα που η ειδική υπόσταση των οποίων περιλαμβάνει τις ελάχιστες εννοιολογικές προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση του οικείου τύπου εγκλήματος. Εκείνα πάλι, που περιέχουν τις περιστάσεις, βάσει των οποίων η ποινή του βασικού μειώνεται ή επιβαρύνεται αποκαλούνται εγκληματικές παραλλαγές. Και αν μεν οι περιστάσεις επιβαρύνουν το αξιόποινο, η εγκληματική παραλλαγή αποκαλείται διακεκριμένο έγκλημα αν δε το μειώνουν αποκαλείται προνομιούχο.
Το ιδιώνυμο έγκλημα
Ιδιώνυμο έγκλημα θεωρείται ότι υπάρχει όταν η προσθήκη στοιχείων στο βασικό έγκλημα αλλοιώνει σε τέτοιο βαθμό την φυσιογνωμία της πράξης, ώστε να μην προκύπτει απλώς μια παραλλαγή του βασικού εγκλήματος αλλά κυριολεκτικά ένα νέο έγκλημα.
Τέτοια περίπτωση θεωρείται η κλοπή από ανάγκη προς άμεση χρήση ή ανάλωση. Η πράξη εξωτερικά φέρει όλα τα στοιχεία του βασικού εγκλήματος της κλοπής, δεν μπορεί να θεωρηθεί προνομιούχα παραλλαγή της κλοπής. Η κοινωνικοηθική της απαξία απέχει τόσο πολύ από εκείνη του βασικού εγκλήματος, ώστε δεν μπορεί πλέον να υπαχθεί στην έννοια γένους κλοπή. Για αυτό και θεωρείται αυτοτελές ιδιώνυμο έγκλημα.
Ιδιόχειρα εγκλήματα
Ιδιόχειρα εγκλήματα είναι εκείνα που στοιχειοθετούνται μόνον με αυτοπρόσωπη συμπεριφορά (συνήθως άμεση σωματική δράση) του ίδιου του αυτουργού, διότι μόνον στην περίπτωση αυτή μπορεί να τεθεί η ιδιαίτερη απαξία του οικείου εγκλήματος. Πχ ψευδορκία, οδήγηση υπό την επήρεια οινοπνεύματος, έγκλημα σε υπαίτια μέθη κλπ
Ιδιόχειρα μπορούν να είναι και εξ αμελείας εγκλήματα πχ έγκλημα σε κατάσταση υπαίτιας μέθης από αμέλεια.
Εγκλήματα επιχειρήσεως
Εγκλήματα επιχειρήσεως αποκαλούνται εκείνες οι περιπτώσεις απόπειρας, τις οποίες ο νομοθέτης μεταχειρίζεται ως τετελεσμένο έγκλημα. Στα εγκλήματα αυτά η απόπειρα και το τετελεσμένο έγκλημα εξισώνονται και έχουν τις αυτές έννομες συνέπειες. Τέτοιο είναι η εσχάτη προδοσία.



ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟΣ ΑΙΤΙΩΔΗΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟΣ ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΜΟΣ ΩΣ ΣΤΟΙΧΕΙΑ Α. Υ.
Η θεωρία του ισοδυνάμου των όρων
Θέτουμε δηλαδή το ερώτημα, αν το περιστατικό αυτό δεν είχε πραγματωθεί, θα είχε επέλθει το αποτέλεσμα; Αν η απάντηση είναι αρνητική, τότε το εν λόγω περιστατικό είναι όρος εκ των ων ουκ άνευ για το αποτέλεσμα και επομένως αίτιο αυτού.
Το αποτέλεσμα ως συγκεκριμένο μέγεθος
Υπάρχουν περιπτώσεις που το αποτέλεσμα που προκλήθηκε από την πράξη θα επήρχετο έτσι και αλλιώς αλλά υπό διαφορετικές περιστάσεις τόπου, χρόνου και επί τη βάσει άλλων περιστατικών. Στις περιπτώσεις αυτές θα έπρεπε να αρνηθούμε τη στοιχειοθέτηση αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου. Διότι και αν ακόμη υποθέσουμε ελλείπουσα την πράξη το αποτέλεσμα δεν συναπολείπεται. Πχ ο Α σκοτώνει τον Β όταν μπαίνει στο αεροπλάνο, το οποίο είχε βόμβα.
Η υπερκέραση ως περίπτωση διακοπής της αιτιότητας
Για υπερκέραση (ξεπερασμένη) αιτιότητα γίνεται λόγος όταν, μετά την δρομολόγηση μιας αιτιώδους διαδρομής από την πράξη ενός προσώπου, εμφανίζεται μία αυτοτελής και χρονικά μεταγενέστερη πράξη άλλου, η οποία θέτει σε κίνηση μια νέα αιτιώδη διαδρομή που προκαλεί το αποτέλεσμα ανεξάρτητα από την πρώτη και πριν αυτή προλάβει να παραγάγει τα αποτελέσματά της. Πχ ο μαφιόζος Α αποφασισμένος να σκοτώσει τον επιχειρηματία Ε του χορηγεί δηλητήριο που επενεργεί σε δώδεκα ώρες. Μια ώρα μετά ο Ε υφίσταται επίθεση από τον Β μέλλος άλλης συμμορίας που τον σκοτώνει. Εδώ ο Α έθεσε μεν σε κίνηση μια αιτιώδη διαδρομή κατευθυνόμενη στο αποτέλεσμα πλην όμως η συμπεριφορά του ξεπεράστηκε (υπερκεράστηκε) από την χρονικά μεταγενέστερη και ανεξάρτητη πράξη του Β η οποία και κατέστησε ανενεργή την πρώτη. Έτσι η συμπεριφορά του Α δεν υπήρξε αιτιώδης για το θάνατο του Ε. Διότι και αν υποθέσουμε ελλείπουσα τη συμπεριφορά του και πάλι το συγκεκριμένο αποτέλεσμα (θάνατος από πυροβολισμό) θα επήρχετο.
Σωρευτική αιτιότητα
Για σωρευτική αιτιότητα πάλι γίνεται λόγος όταν το αποτέλεσμα προκαλείται από πλείονες όρους οι οποίοι μόνον από κοινού μπορούν να το προκαλέσουν, όχι όμως ένας έκαστος αυτοτελώς πχ οι Α και Β χορηγούν στο Γ από 3 γραμ. δηλητηρίου ο καθένας με σκοπό να τον σκοτώσουν ενώ για την επέλευση του θανάτου απαιτείται δόση 5 γραμ.
Είναι προφανές ότι η πράξη του καθενός από τους ανωτέρω δράστες είναι όρος του αποτελέσματος. Διότι καμία από αυτές δεν μπορεί να θεωρηθεί ελλείπουσα χωρίς να συναπολείπεται και το αποτέλεσμα στη συγκεκριμένη του μορφή. Αν ο Β δεν είχε χορηγήσει τα 3 γραμ στον παθόντα, ο τελευταίος θα είχε επιζήσει, αφού θα είχε λάβει μόνο 3. Το ίδιο ισχύει και ως προς τον Α.
Υπαλλακτική αιτιότητα
Περί αυτής γίνεται λόγος όταν συρρέουν πλείονες όροι, εκ των οποίων ο καθένας μόνος του μπορεί να προκαλέσει αυτοτελώς το αποτέλεσμα.
Πχ οι Α και Β χορηγούν στον Γ ο καθένας χωριστά (με ξεχωριστή απόφαση) από μια θανατηφόρα δόση δηλητηρίου. Οι Δ και Ε πυροβολούν χωρίς συναπόφαση τον Ζ. Η σφαίρα του πρώτου πλήττει τον παθόντα στο κεφάλι και του δεύτερου στη καρδιά.
Αν υποθέσουμε ελλείπουσα τη συμπεριφορά των Α και Δ αντίστοιχα, το αποτέλεσμα και πάλι θα επήρχετο υπό τη συγκεκριμένη του μορφή.  Οι πράττοντες χωρίς συναπόφαση είναι παραυτουργοί.
Αποδεικτικά προβλήματα
Ενίοτε είναι δύσκολο να αποδειχθεί η αιτιότητα μεταξύ συμπεριφοράς και αποτελέσματος.
Πχ οι Α και Β ενεργώντας αυτοτελώς ο καθένας πυροβολούν κατά τον Γ αλλά μόνο ένας τον σκοτώνει, η βαλλιστική εξέταση δεν μπορεί να δείξει ποιος, θα τιμωρηθούν για απόπειρα ανθρωποκτονίας με πρόθεση.
Πχ οι Α και Β ενεργώντας αυτοτελώς χορηγούν δηλητήριο στον Γ ο οποίος και πεθαίνει, από την αυτοψία προκύπτει ότι ένας από  τους δύο έδωσε ζάχαρη και όχι δηλητήριο χωρίς να είναι δυνατό να διαπιστωθεί ποιος, αμφότεροι θα τιμωρηθούν για απρόσφορη απόπειρα του ίδιου εγκλήματος.
Η θεωρία της νομικά σημαντικής αιτιότητας
Λειτουργεί ως συμπλήρωση και όχι ως υποκατάστατο της θεωρίας των ισοδύναμων των όρων. Η εν λόγω θεωρία ερευνά αν ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ πράξης και αποτελέσματος  πχ ο Α χτυπά βάναυσα τη Β η οποία για να αποφύγει τα χτυπήματα πηδάει από τον εξώστη και σκοτώνεται. Μεταξύ πράξης και αποτελέσματος ασφαλώς υπάρχει αιτιότητα κατά τη θεωρία των ισοδύναμων των όρων.
Η θεωρία της πρόσφορης αιτίας
Σύμφωνα με τη θεωρία της πρόσφορης αιτίας μία πράξη είναι αιτία του αποτελέσματος μόνον αν έχει τη γενική τάση κατά την κοινή πείρα να προκαλέσει το συγκεκριμένο αποτέλεσμα αν δηλαδή είναι γενικά κατάλληλη προς τούτο, ενώ αντίθετα, παράγοντες που προκάλεσαν το αποτέλεσμα κατά τύχη είναι νομικώς παντελώς αδιάφοροι.
Έτσι αν ο ανεψιός πείσει τον θείο του να ταξιδέψει με αεροπλάνο με την ελπίδα ότι θα πέσει και θα σκοτωθεί  για να τον κληρονομήσει, η  πράξη του θα ήταν πρόσφορη αν γνώριζε ότι στο αεροπλάνο έχει βόμβα και πρόκειται να εκραγεί.
                                




Η ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΥΠΟΣΤΑΣΗ
Η έννοια της υποκειμενικής υπόστασης
Τα υποκειμενικά στοιχεία που χρησιμοποιεί ο νομοθέτης για να περιγράψει και εξειδικεύσει, μαζί με τα αντικειμενικά, την κάθε μια ποινικώς αξιόλογη αδικοπραγία, είναι η υπαιτιότητα (δόλος ή αμέλεια) και τα λεγόμενα υποκειμενικά στοιχεία του αδίκου. Όλα μαζί συγκροτούν την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος.
Τα υποκειμενικά στοιχεία του αδίκου
Πχ ο Α αφαιρεί τη μοτοσικλέτα του εξαδέλφου του Β. Έχουμε κλοπή. Αν έχει και τον σκοπό παράνομης ιδιοποίησης έχει θέσει πράγματι το άδικο της κλοπής, χωρίς τον σκοπό πχ ο Β πήρε την μηχανή έκανε μία βόλτα και την επέστρεψε δεν έχουμε άδικο και η πράξη είναι ποινικά αδιάφορη. Ανάλογα με τον σκοπό του δράστη έχουμε και διαφορετική αντικειμενική απαξία. Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν, ότι η διαφοροποίηση του εκάστοτε εγκλήματος τόσο έναντι άλλων εγκλημάτων όσο και έναντι μη αξιόποινων μορφών συμπεριφοράς, δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς πρόσθετα υποκειμενικά στοιχεία.
Ο ΔΟΛΟΣ
Έννοια και αντικείμενο του δόλου
Σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ.1 ΠΚ με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης, επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν τα περιστατικά αυτά και τα αποδέχεται.
Αντικείμενο του δόλου δεν είναι τα περιστατικά που απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης αλλά τα περιστατικά που μπορούν να υπαχθούν στα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης υπό στενή έννοια, εκείνης δηλαδή που θεμελιώνει το άδικο.
Έτσι ο δράστης θα πρέπει να γνωρίζει ότι (α) έχει ιδιότητες που ενδεχομένως απαιτεί ο νόμος (β) τελεί πράξη που ανταποκρίνεται στην περιγραφή του νόμου (γ) το υλικό αντικείμενο στο οποίο επενεργεί έχει τις ιδιότητες που ο νόμος απαιτεί και (δ) τελεί την πράξη υπό τις περιστάσεις που προβλέπει ο νόμος.

Τα είδη του δόλου
Άμεσος δόλος α βαθμού (επιδίωξη): Αυτός συντρέχει όταν ο δράστης πράττει ακριβώς για να πραγματώσει την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος πχ πυροβολεί για να προκαλέσει τον θάνατο του παθόντος. Χαρακτηριστικό της επιδίωξης είναι το ισχυρό βουλητικό στοιχείο, ενόψει του οποίου η σημασία του γνωστικού είναι δραστικά περιορισμένη.
Άμεσος δόλος β βαθμού (αναγκαίος δόλος): Εδώ ο πράτων προβλέπει την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης ως βέβαιη (αναγκαία) συνέπεια της πράξης του και εντούτοις πράττει εξ ου συνάγεται κατά λογική αναγκαιότητα ότι αποδέχεται αυτήν. Πχ ο επιχειρηματίας Α βάζει φωτιά στο εργοστάσιό του προκειμένου να εισπράξει την ασφαλιστική αποζημίωση, γνωρίζοντας ότι μέσα στο οίκημα βρίσκεται ο κατάκοιτος και υπερήλικας πατέρας του φύλακα ή βρέφος που κατά ανάγκη θα πεθάνουν. Ο δράστης δεν πράττει για να προκαλέσει το θάνατο προσώπου αλλά για να κάψει το κτίριο.
Ενδεχόμενος δόλος: Όπως προκύπτει από το άρθρο 27 ΠΚ με ενδεχόμενο δόλο πράττει όποιος προβλέπει ως ενδεχόμενη την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης ενός εγκλήματος και εντούτοις πράττει αποδεχόμενος αυτήν πχ ο οδηγός Α αντιλαμβάνεται ότι στο χρηματοκιβώτιο που μερικά παιδιά άφησαν στη μέση του δρόμου ενδέχεται να είναι κρυμμένο ένα άλλο παιδί, εντούτοις δεν το αποφεύγει αλλά περνά από πάνω του με τη σκέψη «αν είναι μέσα, κακό του κεφαλιού του» και εντούτοις πράττει αποδεχόμενος αυτήν.
Ο σκοπός ως υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου
Σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 2 ΠΚ όπου ο νόμος απαιτεί η πράξη να έχει τελεστεί με σκοπό την πρόκληση ορισμένου αποτελέσματος, δεν αρκεί πρόθεση εν γένει, αλλά   απαιτείται άμεσος δόλος α βαθμού. Πρέπει δηλαδή ο δράστης να έχει επιδιώξει να προκαλέσει το αποτέλεσμα αυτό. Το ίδιο ισχύει και για τις εκφράσεις «για να», «απέβλεπε» κλπ.
Προσοχή! Στα εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση που περιλαμβάνουν το υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου τον σκοπό επίτευξης ενός περαιτέρω αποτελέσματος, η επιδίωξη αυτή (σκοπός) δεν αναφέρεται και στα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης. Στα εγκλήματα αυτά όταν δεν αναγράφεται ποια υπαιτιότητα απαιτείται ως προς την αντικειμενική υπόσταση αρκεί οποιαδήποτε μορφή δόλου, έστω και ενδεχόμενου.

Η γνώση
Στον άμεσο δόλο β βαθμού (βεβαιότητα) αναφέρεται ο ποινικός μας κώδικας χαρακτηρίζοντας αυτόν ως γνώση. Συνήθως γνώση απαιτείται ως προς συγκεκριμένο στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης ενώ ως προς τα λοιπά αρκεί και ενδεχόμενες δόλος (απαιτείται δηλαδή πρόθεση).
Ο διαζευκτικός δόλος
Για διαζευκτικό δόλο γίνεται λόγος όταν ο δράστης προβλέπει και τουλάχιστον αποδέχεται την πραγμάτωση πλειόνων ειδικών υποστάσεων, από τις οποίες λογικώς είναι δυνατόν να πραγματωθεί μόνο μία.  Πχ ο Α ρίχνει τη μοναδική σφαίρα που του απέμεινε κατά τριών αστυνομικών που τον καταδιώκουν γνωρίζοντας ότι είναι δυνατόν να προκαλέσει το θάνατο μόνο ενός από αυτούς.
Ο δράστης θα τιμωρηθεί μόνο για μια ανθρωποκτονία εκ προθέσεως και όχι επιπροσθέτως και για άλλες δύο απόπειρες ανθρωποκτονίας. Αυτό συμβαίνει όταν τα έννομα αγαθά που προσβάλλονται είναι ισοδύναμα. Αν δεν είναι ισοδύναμα τότε ο δράστης θα τιμωρηθεί μόνο για το βαρύτερο έγκλημα ως προς το οποίο έχει δόλο.
Η διάκριση του ενδεχόμενου δόλου από την ενσυνείδητη αμέλεια
Με ενδεχόμενο δόλο πράττει όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά νόμο την έννοια μιας αξιόποινης πράξης και αποδέχεται την πρόκλησή τους 27 παρ.1 ΠΚ.
Ενσυνείδητη αμέλεια στοιχειοθετείται όταν ο δράστης προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν άρθρο 28 ΠΚ.
Η πραγματική πλάνη
Σύμφωνα με τη βασική διάταξη του άρθρου 30 παρ. 1 ΠΚ η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη αν αυτός κατά το χρόνο τέλεσής της αγνοεί τα περιστατικά που τη συνιστούν. Η άγνοια του δράστη, ότι με τη συμπεριφορά του πραγματώνει ένα ή πλείονα περιστατικά που ανήκουν στην αντικειμενική υπόσταση ενός εγκλήματος συνιστά πραγματική πλάνη και αποκλείει το δόλο.
Πχ πραγματική πλάνη έχουν τόσο ο μηχανοδηγός αμαξοστοιχίας που δεν αντιλαμβάνεται καν ότι διέρχεται πάνω από το σώμα της αυτόχειρος Α, η οποία έχει πέσει στις γραμμές για να θέσει τέρμα στη ζωή της, όσο και ο οδηγός αυτοκινήτου που στο σκοτάδι υπολαμβάνει ότι ο κείμενος στο οδόστρωμα σε πλήρη μέθη Β είναι ένα δεμάτι χόρτα και τον παρασύρει (εσφαλμένη γνώση συγκεκριμένου περιστατικού).
Η πραγματική πλάνη ωφελεί τον δράστη όχι μόνο όταν αυτός αγνοεί πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το αξιόποινο, αλλά και όταν πρόκειται για περιστατικά που το επιβαρύνουν. Όταν λοιπόν υπάρχει πλάνη ως προς πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν επιβαρυντική περίσταση 30 παρ.2 ΠΚ αποκλείεται ο δόλος ως προς αυτά και παραμένει μόνον ως προς το βασικό έγκλημα.
Πχ ο κλέφτης Α εισέρχεται σε ένα κήπο και κλέβει ένα άγαλμα χωρίς να ξέρει ότι ήταν κήπος μουσείου, θα τιμωρηθεί για απλή κλοπή.
Τέλος, πραγματική πλάνη στοιχειοθετείται και όταν ο δράστης υπολαμβάνει ότι συντρέχουν πραγματικά περιστατικά που δεν συντρέχουν αν όμως συνέτρεχαν θα μείωναν το αξιόποινο (πλάνη ως προς πραγματικά περιστατικά που διαπλάθουν προνομοιούχο έγκλημα). Πχ ο κλέφτης Α αφαιρεί μια χρυσή λίρα νομίζοντας ότι πρόκειται για πρωτοχρονιάτικη, θα τιμωρηθεί μόνο για κλοπή πράγματος ευτελούς αξίας διότι αγνοεί περίσταση που επιβαρύνει το αξιόποινο.
Η ανάστροφη πραγματική πλάνη
Στην αντίστροφη περίπτωση αντίθετα, η ανάστροφη πραγματική επενεργεί σε βάρος του δράστη. Τούτο συμβαίνει όταν αυτός υπολαμβάνει ότι πραγματώνει πραγματικά περιστατικά ανήκοντα στην αντικειμενική υπόσταση ενός εγκλήματος, τα οποία όμως στην πραγματικότητα δεν συντρέχουν πχ νομίζει ότι πυροβολεί κατά του συγκυνηγού του ενώ πυροβολεί κατά θηράματος. Στην περίπτωση αυτή στοιχειοθετείται απρόσφορη απόπειρα.
Η πλάνη περί την ταυτότητα του υλικού αντικειμένου
Η πλάνη περί την ταυτότητα του υλικού αντικειμένου του εγκλήματος δηλαδή η πλάνη περί το πρόσωπο ή περί το αντικείμενο κατά του οποίου στρέφεται η πράξη είναι νομικώς αδιάφορη για τον αυτουργό όταν το υλικό αντικείμενο που ήθελε να προσβάλλει ο δράστης είναι νομικώς ισοδύναμο με το πράγματι προσβληθέν. Έτσι αν ο Α φονεύσει τον Β νομίζοντας ότι πρόκειται για τον Γ θα τιμωρηθεί για τετελεσμένη ανθρωποκτονία εκ προθέσεως.
Το ότι πλανάται ως προς την ταυτότητα αυτού είναι αδιάφορο, διότι η ταυτότητα εν γένει οι ιδιότητες του υλικού αντικειμένου δεν είναι στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης.
Νομικά σημαντική είναι αντιθέτως η πλάνη περί την ταυτότητα όταν πρόκειται για νομικώς ετεροδύναμα υλικά αντικείμενα δηλαδή για διαφορετικά έννομα αγαθά.
Πχ ο Α πυροβολεί με το κυνηγετικό όπλο του κατά του μικρού σκοτεινού όγκου που κινείται μέσα στο σπιτάκι του σκύλου του γείτονα Β νομίζοντας ότι πρόκειται για το σκύλο και με την επιθυμία να τον εξοντώσει. Στην πραγματικότητα πετυχαίνει και σκοτώνει το μικρό του γιο Β που έχει χωθεί στο σπιτάκι για να παίξει.
Στην περίπτωση αυτή ο δράστης τελεί σε πραγματική πλάνη, αφού τα υλικά αντικείμενα «πράγμα» και «άνθρωπος» δεν είναι νομικώς ισοδύναμα, ο δε Α δεν γνώριζε ότι επενεργεί κατά ανθρώπου.
Το αστόχημα βολής
Για αστόχημα βολής γίνεται λόγος όταν ο δράστης δεν προσβάλλει το υλικό αντικείμενο που είχε ήδη εξατομικεύσει και κατά του οποίου κατευθυνόταν  η πράξη του, αλλά ένα άλλο, το οποίο δεν ήθελε να προσβάλλει. Εδώ ο δόλος δεν καλύπτει το υλικό αντικείμενο που τελικά προσβλήθηκε αλλά ένα άλλο πχ η Α επιθυμώντας να φονεύσει τον σύζυγό της Β, αναμιγνύει φυτοφάρμακο σε κέικ που αυτός παίρνει για την εργασία ου. Όμως ο Β αντί να το δοκιμάσει το προσφέρει στον Γ και αυτός πεθαίνει. Άνθρωπο ήθελε να φονεύσει και άνθρωπο φόνευσε εντούτοις δεν στοιχειοθετείται τετελεσμένη ανθρωποκτονία εκ προθέσεως κατά του Γ αλλά απόπειρα ανθρωποκτονίας κατά του Β σε αληθή κατ΄ ιδέα συρροή με ανθρωποκτονία εξ αμελείας κατά του Γ.
Η ανωτέρω λύση μάλιστα ισχύει τόσο όταν το προσβαλλόμενο υλικό είναι νομικά ισοδύναμο με εκείνο που ήθελε να προσβάλλει ο δράστης όσο και όταν δεν είναι.
Πχ ο Α επιθυμώντας να απαλλαγεί από τον ενοχλητικό σκύλο του γείτονα Β ρίχνει στον κήπο του δηλητηριασμένο χάμπουργκερ το  οποίο όμως δοκιμάζει ο γιος του Β και πεθαίνει. Απόπειρα φθοράς ξένης ιδιοκτησίας σε κατ΄  ιδέα συρροή με ανθρωποκτονία από αμέλεια.
Αν όμως ο δράστης είχε ενδεχόμενο δόλο και ως προς το τελικώς προσβληθέν υλικό αντικείμενο τότε αρχειοθετείται τετελεσμένο έγκλημα.
Πχ ο τρομοκράτης Α παγιδεύει με βόμβα το αυτοκίνητο του επιχειρηματία Β για να τον σκοτώσει όταν αυτός επιβιβασθεί και το θέσει σε λειτουργία, γνωρίζοντας ότι πάντοτε το οδηγεί μόνο του ο Β. Αντ΄ αυτού όμως επιβιβάζεται η σύζυγός του Γ η οποία και πέφτει θύμα έκρηξης. Εφόσον κατά το σχεδιασμό του δράστη το υλικό αντικείμενο είχε εξατομικευθεί με βάση το κριτήριο «αυτός που θα επιβιβασθεί» υπάρχει νομικώς αδιάφορη πλάνη περί την ταυτότητα και όχι αστόχημα βολής.
Πραγματική πλάνη περί την υπαγωγή
Η άγνοια της ακριβούς νομικής έννοιας δεν αποκλείει το δόλο (δεν συνιστά πραγματική πλάνη) αλλά είναι νομικά αδιάφορη και αποκαλείται «πλάνη περί την υπαγωγή» πχ ο Γ ρίχνει φόλα στο σκύλο του γείτονα και ισχυρίζεται ότι δεν γνώριζε ότι ο σκύλος είναι «πράγμα» κατά την έννοια του άρθρου 381 ΠΚ.
Η ΑΜΕΛΕΙΑ
Το εξ αμελείας έγκλημα γενικά
Την αμέλεια προβλέπει ο ποινικός μας κώδικας στο άρθρο 28 ΠΚ «από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν».
Στην υποκειμενική υπόσταση του εξ αμελείας εγκλήματος ανήκουν τα εξής στοιχεία:
  1. Επέλευση αποτελέσματος
  2. Αντικειμενική παραβίαση ενός καθήκοντος επιμέλειας (εξωτερική αμέλεια)
  3. Αντικειμενική δυνατότητα πρόβλεψης του αποτελέσματος (προσφορότητα της πράξης ως προς το αποτέλεσμα)
  4. Αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος
  5. Συνάφεια κινδύνου μεταξύ της παραβίασης του καθήκοντος επιμέλειας (πλημμελούς συμπεριφοράς) και του αποτελέσματος
Ενσυνείδητη και άνευ συνειδήσεως αμέλεια
Σύμφωνα με το άρθρο 28 ΠΚ η εσωτερική αμέλεια υπάρχει όταν ο δράστης από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προείδε το αποτέλεσμα που προκάλεσε με την πράξη του (άνευ συνειδήσεως αμέλεια) είτε το προείδε αλλά πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν (ενσυνείδητη αμέλεια).


ΤΑ ΕΚ ΤΟΥ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΟΣ ΔΙΑΚΡΙΝΟΜΕΝΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ
Γενικά χαρακτηριστικά
Τα λεγόμενα εκ του αποτελέσματος διακρινόμενα εγκλήματα είναι εκείνα που τιμωρούνται βαρύτερα όταν προκαλούν ορισμένο περαιτέρω αποτέλεσμα και τα οποία αποκαλούνται έτσι διότι το περαιτέρω αποτέλεσμα διακρίνει (επιβαρύνει) τη βασική πράξη που το προκάλεσε. Έτσι πχ η ληστεία τιμωρείται καταρχήν με πρόσκαιρη κάθειρξη, όταν έχει ως αποτέλεσμα το θάνατο του παθόντος τιμωρείται με ισόβια 380 παρ.2 ΠΚ. Ομοίως η σωματική βλάβη τιμωρείται μεν καταρχήν με φυλάκιση μέχρι 3 ετών 308 παρ.1α ΠΚ όταν όμως έχει ως επακόλουθο το θάνατο του παθόντος επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι 10 ετών 310α ΠΚ.
Στοιχειοθετείται έγκλημα εκ του αποτελέσματος όταν ο δράστης έχει δόλο ως προς το βαρύτερο αποτέλεσμα;
Όταν ο δράστης έχει δόλο ως προς το βαρύτερο αποτέλεσμα η πρόκληση του οποίου πληροί την ειδική υπόσταση άλλου, βαρύτερου εγκλήματος, διαφορετικού από το βασικό, δεν στοιχειοθετείται κατά την κρατούσα γνώμη έγκλημα εκ του αποτελέσματος διακρινόμενο, αλλά πρόκειται για αληθινή κατ΄ ιδέα συρροή των δύο εγκλημάτων.
ΤΑ ΜΗ ΓΝΗΣΙΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΠΑΡΑΛΕΙΨΕΩΣ
Το άρθρο 15 ΠΚ
Τα μη γνήσια εγκλήματα παραλείψεως είναι εγκλήματα αποτελέσματος, τα οποία κατά κανόνα μεν τελούνται με ενέργεια, κατ΄ εξαίρεση όμως μπορούν να τελεσθούν και με παράλειψη, «αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος». Η παράλειψη της μητέρας να δώσει τροφή στο παιδί της με αποτέλεσμα το θάνατό του, τον οποίο αυτή αποδεχόταν, έχει την ίδια ακριβώς απαξία σαν να το είχε σκοτώσει με ενέργειά της.
Έννοια , φύση και πηγές της ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης
Η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση μπορεί να αποβλέπει όχι μόνο στην προστασία συγκεκριμένου εννόμου αγαθού από οποιονδήποτε κίνδυνο θα μπορούσε να το απειλήσει, αλλά και στην αποτροπή παντός είδους βλαβών δυναμένων να προκληθούν από συγκεκριμένη εστία κινδύνου.
Η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση πρέπει να είναι ειδική και όχι γενική, νομική και όχι απλώς ηθική. Πχ η υποχρέωση λύτρωσης άλλου από κίνδυνο ζωής 307 ΠΚ είναι γενική. Η υποχρέωση όμως του πατέρα να σώσει το παιδί του από τον ίδιο κίνδυνο είναι ιδιαίτερη. Η ιδιαίτερη υποχρέωση προς ενέργεια πρέπει να θεμελιώνεται με νόμο. Πηγές της ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης είναι ο νόμος, η σύμβαση και η προγενέστερη επικίνδυνη ενέργεια.
Ο νόμος
Την ιδιαίτερη νομική προς ενέργεια μπορεί να επιβάλλει ο νόμος δηλαδή είτε μεμονωμένη διάταξη του ιδιωτικού ή του δημόσιου δικαίου είτε σύμπλεγμα διατάξεων, από το οποίο αυτή προκύπτει είτε και έθιμο αφού όπως είναι γνωστό, κανόνας δικαίου μπορεί να καθιερώνεται και από έθιμο, το οποίο έτσι μπορεί να θεμελιώσει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση σε κοινωνό εφόσον δεν είναι ποινικός νόμος.
Η σύμβαση και η εκούσια ανάληψη προστατευτικής θέσης
Ιδιαίτερη νομική υποχρέωση ιδρύει και κάθε πραγματική και εκούσια προστατευτική δραστηριότητα, είτε στηρίζεται σε σύμβαση, είτε πραγματώνεται μονομερώς με εκούσια ανάληψη προστατευτικής θέσης (καθήκοντος αποτροπής αποτελέσματος). Αυτή μπορεί να συμφωνήθηκε ρητά πχ δάσκαλος κολύμβησης είτε και να συνάγεται σιωπηρά από προηγούμενη ενέργεια (πχ ενήλικας βρίσκει στην ερημιά ένα παιδί που χάθηκε και το περιάγει υπό την προστασία του), αρκεί να θεμελιώνει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη, ότι ο υπό κρίση δράστης αναδέχθηκε υποχρέωση αποτροπής κινδύνων στο μέλλον. Αν δεν υπάρχει πραγματική ανάληψη προστατευτικών καθηκόντων ιδιαίτερη νομική υποχρέωση δεν θεμελιώνεται.
Η εκούσια ανάληψη προστατευτικών καθηκόντων από γιατρό, νοσηλευτή, δάσκαλο, εκπαιδευτή, νηπιαγωγό κλπ θεμελιώνει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση έστω και αν η σύμβαση είναι άκυρη από αστικής πλευράς πχ ανήλικη μπέϊμπι σίτερ ενώ αντίστροφα η μονομερής ανάληψη προστατευτικής θέσης δεν απαιτεί σύμβαση για να θεμελιώσει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση.
Η προγενέστερη επικίνδυνη ενέργεια
Ως τέτοια νοείται κάθε ενέργεια πρόσφορη κατά την κοινή πείρα να προκαλέσει την προσβολή του εννόμου αγαθού που τελικά επήλθε. Εκείνος λοιπόν που έχει προκαλέσει έναν τέτοιο κίνδυνο με την προγενέστερη ενέργειά του έχει και ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να αποτρέψει την πραγμάτωση αυτού του κινδύνου.
Πχ ο εργολάβος Α ανεγείρει οικοδομή με σοβαρές κακοτεχνίες και στη συνέχεια παραλείπει να τις άρει, με αποτέλεσμα η κατάρρευση της οικοδομής και το θάνατο ανθρώπων.
Προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της επικίνδυνης προγενέστερης ενέργειας :
  1. Η προγενέστερη ενέργεια πρέπει να είναι επικίνδυνη
  2. Ο κίνδυνος δηλαδή που πραγματώθηκε στο μη αποτραπέν αποτέλεσμα πρέπει να είναι εξ εκείνων που σκοπεί να αποτρέψει ο κανόνας ο οποίος προστατεύει το οικείο έννομο αγαθό. Το αποτέλεσμα δηλαδή πρέπει να είναι πραγμάτωση του κινδύνου που ο δράστης έχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να αποτρέψει και δεν απέτρεψε.
  3. Προγενέστερη επικίνδυνη ενέργεια υπάρχει και όταν ο δράστης αγνοεί τον κίνδυνο που θέτει
  4. Η προγενέστερη ενέργεια πρέπει μεν αλλά και αρκεί να είναι επικίνδυνη. Δεν απαιτείται δηλαδή να είναι και άδικη.
Η σύνθετη συμπεριφορά
Τόσο στα εκ δόλου όσο και στα εξ αμελείας εγκλήματα, αν η υπό κρίση συμπεριφορά είναι πολυσήμαντη, δηλαδή περιέχει όχι μόνο στοιχεία ενεργείας αλλά και παραλείψεως, θα πρέπει να διερευνούμε αν πρόκειται για έγκλημα ενεργείας ή για μη γνήσιο έγκλημα παραλείψεως. Πχ τραυματίζω κάποιον κατά λάθος και στη συνέχεια παραλείπω να τον σώσω είτε ως μια συμπεριφορά που εμπεριέχει τόσο στοιχεία ενεργείας όσο και παράλειψης πχ εγκαταλείπω το βρεφικής ηλικίας τέκνο μου σε παγωμένο δωμάτιο χωρίς να το σκεπάσω.
Ο κανόνας είναι ότι σε περίπτωση σύνθετης συμπεριφοράς το προβάδισμα έχει η ενέργεια, δεν ισχύει όταν η παράλειψη έχει αυτοτελή απαξία.

 
ΤΟ ΑΔΙΚΟ
Τελειωτικά άδικη πράξη
Τελειωτικά άδικη πράξη είναι η πράξη που πληροί την ειδική υπόσταση ενός εγκλήματος και δεν συντρέχει ως προς αυτήν κάποιος λόγος άρσης του αδίκου.
Αντικείμενο περί αδίκου κρίσης είναι μόνο η ανθρώπινη συμπεριφορά, αφού μόνο τα φυσικά πρόσωπα μπορούν να είναι αποδέκτες των πρωτευόντων κανόνων. Είναι άδικη από πλευράς ποινικού δικαίου δεν μπορεί να είναι η συμπεριφορά του νομικού προσώπου αλλά ούτε και μία κατάσταση πχ μια πλημμύρα αυτή καθεαυτή, μια επικίνδυνη λοιμώδης νόσος κλπ αλλά μόνον η ανθρώπινη συμπεριφορά που συνδέεται με αυτές πχ η πράξη που προκάλεσε την πλημμύρα ή την μετάδοση της νόσου.
Εφόσον λοιπόν η πράξη είναι τελειωτικά άδικη όταν (α) πληρούται η ειδική υπόσταση και (β) δεν συντρέχει κάποιος λόγος άρσης του αδίκου καθίσταται σαφές ότι η μεν πλήρωση της ειδικής υπόστασης συνιστά την θετική προϋπόθεση της τελειωτικής κρίσης για τον άδικο χαρακτήρα της πράξης ενώ η έλλειψη λόγω άρσης του αδίκου συνιστά την αρνητική προϋπόθεση της τελειωτικής κρίσης για τον άδικο χαρακτήρα της πράξης και θεμελιώνει αρνητικά το άδικο αφού διερευνάται αρνητικά, αρκεί δηλαδή η διαπίστωση ότι αυτοί ελλείπουν.
Γενικοί και ειδικοί λόγοι άρσης του αδίκου
Οι γενικοί λόγοι άρσης του αδίκου αίρουν τον άδικο χαρακτήρα οποιασδήποτε ειδικής υπόστασης περιοριζόμενοι μόνο από τη φύση του πράγματος ενώ οι ειδικοί αίρουν το άδικο ορισμένου μόνο εγκλήματος. πχ η άμυνα 22 ΠΚ και η κατάσταση ανάγκης 25 ΠΚ είναι γενικοί λόγοι άρσης του αδίκου διότι αίρουν το άδικο οποιουδήποτε εγκλήματος αντίθετα η παραβίαση επαγγελματικής εχεμύθειας που απέβλεπε σε εκπλήρωση καθήκοντος μη δυνάμενου να διαφυλαχθεί διαφορετικά συνιστά ειδικό 371 παρ. 4 ΠΚ.
Στο γενικό μέρος του ΠΚ προβλέπεται η προσταγή 21 ΠΚ, η άμυνα 22 ΠΚ και η κατάσταση ανάγκης 25 ΠΚ ενώ κατ΄ άρθρο 20 ΠΚ επιτρέπεται και κάθε πράξη που αποτελεί ενάσκηση δικαιώματος ή εκπλήρωση καθήκοντος επιβεβλημένου από το νόμο.
Στο ειδικό μέρος του ΠΚ προβλέπονται οι θεμιτές προσβολές της τιμής 367 ΠΚ, η επιτρεπτή παραβίαση επαγγελματικού απορρήτου 371 παρ.4 ΠΚ, η χρήση προϊόντος τηλεφωνικής υποκλοπής 370α παρ.4 ΠΚ, οι περιπτώσεις ενδεδειγμένης διακοπής της εγκυμοσύνης 304 παρ.4-5 ΠΚ αλλά και η συναίνεση του παθόντος 308 παρ.2.
Η ΠΡΟΣΤΑΓΗ
Η διάταξη του άρθρου 21 ΠΚ
Σύμφωνα με το άρθρο 21 ΠΚ «δεν είναι άδικη η πράξη την οποία κάποιος επιχειρεί να εκτελέσει προσταγή που του έδωσε, σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους, η αρμόδια αρχή, αν ο νόμος δεν επιτρέπει στον αποδέκτη της προσταγής να εξετάσει αν είναι νόμιμη ή όχι. Στην περίπτωση αυτή ως αυτουργός τιμωρείται εκείνος που έδωσε την προσταγή».
Έτσι προσταγή είναι η εντολή που δίδει ένας ιεραρχικά προϊστάμενος δημόσιος υπάλληλος σε υφιστάμενό του να προβεί σε ορισμένη ενέργεια ή παράλειψη. Τυπικά νόμιμη είναι η προσταγή όταν αυτή έχει δοθεί από την αρμόδια αρχή σε αρμόδιο υφιστάμενο όργανο σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους και τη νόμιμη διαδικασία. Έτσι, αν η προσταγή δίδεται από αναρμόδιο προϊστάμενο ή σε αναρμόδιο υπάλληλο ή χωρίς τον απαιτούμενο τύπο είναι τυπικά παράνομη πχ ο δήμαρχος μιας πόλης διατάσσει τον λυκειάρχη να αποβάλει επιχειρηματία κακόφημου κέντρου διασκέδασης που λειτουργεί κοντά στο σχολείο.
Ουσιαστικά δε νόμιμη είναι όταν κατά περιεχόμενο εναρμονίζεται με τους ουσιαστικούς κανόνες δικαίου. Κατά συνέπεια ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 21 ΠΚ τίθεται μόνο όταν η προσταγή είναι τυπικά νόμιμη και ουσιαστικά παράνομη.
Προσταγές στο πλαίσιο της δημόσιας διοίκησης
Στην περίπτωση πολιτικού υπαλλήλου η άρση του αδίκου από την εκτέλεση παράνομης προσταγής χωρεί υπό τις εξής ειδικότερες προϋποθέσεις:
  1. Αν ο υπάλληλος θεωρεί κατά την αντίληψή του την προσταγή ως παράνομη μεν αλλά όχι ως προδήλως αντισυνταγματική ή παράνομη, εκτελεί και αναφέρει.
  2. Αν η προσταγή είναι προδήλως αντισυνταγματική ή προδήλως παράνομη, δεν εκτελεί και αναφέρει σχετικά.
  3. Αν τώρα έχουμε μια προδήλως παράνομη προσταγή, που επικαλείται επείγοντες και εξαιρετικούς λόγους γενικότερου συμφέροντος ή αν μετά την άρνηση του υπαλλήλου ακολουθήσει δεύτερη διαταγή που εκθέτει τέτοιους λόγους ο υπάλληλος πάλι εκτελεί και αναφέρει όποτε αίρεται το άδικο.
  4. Αν όμως η προσταγή είναι προδήλως αντισυνταγματική το άδικο δεν αίρεται σε καμιά περίπτωση και δεν ωφελείται ο υπάλληλος, έστω και αν προηγουμένως αρνηθεί ή αν στην προσταγή γίνεται επίκληση εξαιρετικών λόγων γενικότερου συμφέροντος.
Η ΑΜΥΝΑ
Η άμυνα ως λόγος άρσης του αδίκου
Σύμφωνα με το άρθρο 22 ΠΚ «άμυνα είναι η αναγκαία προσβολή του επιτιθέμενου στην οποία προβαίνει το άτομο προβαίνει το άτομο για να υπερασπισθεί τον εαυτό του ή άλλον από άδικη και παρούσα επίθεση που στρέφεται εναντίον τους». Το δικαίωμα της άμυνας στηρίζεται σε δύο θεμελιώδεις αρχές, την προστασία των ατομικών εννόμων αγαθών του δεχόμενου την επίθεση αφενός και την προστασία της αυθεντίας της έννομης τάξης αφετέρου. Έτσι η άμυνα αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης ακόμη και όταν με την τελευταία προσβάλλεται έννομο αγαθό μεγαλύτερης σημασίας από το προστατευόμενο πχ ο Α φονεύει τον Β (προσβολή ζωής) τη στιγμή που αυτός επιχειρεί να τον ληστέψει (προσβολή ιδιοκτησίας και προσωπικής ελευθερίας).
Το δικαίωμα της άμυνας θεωρείται ατομικό δικαίωμα.  Η άμυνα είναι δικαίωμα όχι καθήκον.
Οι προϋποθέσεις της άμυνας
Οι προϋποθέσεις της άμυνας είναι σημαντικά δύο κατάσταση άμυνας και αμυντική πράξη.
Κατάσταση άμυνας
Κατάσταση άμυνας υπάρχει όταν εκδηλωθεί παρούσα και άδικη επίθεση στρεφόμενη κατά του υπό κρίση δράστη ή άλλου.
Επίθεση κατά την έννοια του άρθρου 22 ΠΚ είναι ανθρώπινη συμπεριφορά που θέτει σε κίνδυνο έννομα αγαθά άλλου.
Δεν υπάρχει επίθεση όταν προέρχεται από ζώο, από νομικό πρόσωπο, από φυσικό φαινόμενο, από ανθρώπινη κίνηση μη υποκείμενη στον έλεγχο της συνείδησης πχ αντανακλαστική κίνηση, πτώση κλπ.
Κατά την κρατούσα γνώμη η επίθεση δεν είναι κατά ανάγκη σκόπιμη αλλά μπορεί να οφείλεται σε αμέλεια του δράστη πχ ο Α κόβει ένα δέντρο  στον κήπο αδιαφορώντας που θα πέσει.
Η απρόσφορη απόπειρα δεν συνιστά επίθεση.
Επίθεση μπορεί να γίνει με  παράλειψη τόσο στα μη γνήσια όσο και στα γνήσια εγκλήματα παράλειψης. Πχ άμυνας κατά μη γνησίου εγκλήματος παράλειψης, ο αδελφός ασθενούς του οποίου η ζωή κινδυνεύει, ασκεί βία κατά του μοναδικού φαρμακοποιού του χωριού, που αρνείται να πωλήσει το απαραίτητο για τη σωτηρία της ζωής φάρμακο αποδεχόμενος τον θάνατο του  ασθενούς.
Πχ άμυνας κατά γνησίου εγκλήματος παράλειψης, ο Α εξαναγκάζει τον Β, που παραμένει στην κατοικία του πρώτου χωρίς τη θέλησή του, να αποχωρήσει.
Άμυνα είναι δυνατή όχι μόνο όταν προσβάλλονται έννομα αγαθά του αμυνόμενου αλλά και έννομα αγαθά τρίτου (άμυνα υπέρ τρίτου). Όλα τα ατομικά έννομα αγαθά είναι καταρχήν δεκτικά άμυνας.
Άμυνα υπέρ τρίτου είναι δυνατή εφόσον πρόκειται για υπεράσπιση ατομικού έννομου αγαθού (τον εαυτό του ή άλλον). Κατά συνέπεια άμυνα επιτρέπεται όχι μόνο αν ο φορέας του ζήτησε βοήθεια ή συναινεί σε αυτήν αλλά και όταν ο φορέας του δεν την ζητήσει, επειδή πχ δεν γνωρίζει την επίθεση πχ ο Α επιχειρεί νύχτα να διαρρήξει ξένη οικία και ο διαβάτης Β τον χτυπά για να τον αποτρέψει.
Όταν μάλιστα πρόκειται για έννομο αγαθό επί του οποίου δεν υπάρχει εξουσία διάθεσης πχ ζωή, άμυνα επιτρέπεται ακόμη και παρά την αντίθετη βούληση του τρίτου.
Η επίθεση είναι παρούσα όταν η προσβολή του εννόμου αγαθού επίκειται άμεσα, άρχισε και συνεχίζεται ακόμη χωρίς να έχει αποπερατωθεί. Η επίθεση είναι ακόμα παρούσα εφόσον εξελίσσεται κα διαρκεί. Έτσι και στα διαρκή εγκλήματα επιτρέπεται άμυνα καθ΄ όλο το χρονικό διάστημα που διαρκεί η προσβολή του εννόμου αγαθού, έστω και αν κατά τη συγκεκριμένη στιγμή της αμυντικής πράξης ο επιτιθέμενος δεν πράττει.
Παρούσα είναι όμως η επίθεση και όταν ο επιτιθέμενος έχει μεν ολοκληρώσει την εγκληματική συμπεριφορά του, το αποτέλεσμα όμως δεν έχει ακόμη επέλθει, πχ ο τρομοκρατημένος Α τοποθετεί εκρηκτικό μηχανισμό σε σταθμό  του μετρό, ο οποίος πρόκειται να εκραγεί μετά από 12 ώρες.
Παρούσα θεωρείται η επίθεση και στο στάδιο μετά την τελείωση του εγκλήματος, μέχρι την ουσιαστική του αποπεράτωση, η οποία επέρχεται όταν η περαιτέρω προσβολή του εννόμου αγαθού δεν είναι πλέον δυνατή.
Η εγκατάσταση αμυντικών μηχανημάτων (παγίδες, πυροβόλα όπλα, ηλεκτροφόρα καλώδια) προς απόκρουση μελλοντικής επίθεσης, θα κριθεί από το αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις τη άμυνας κατά το χρόνο ενεργοποίησης τους. Κατά συνέπεια εκείνος που τα τοποθέτησε φέρει και τον κίνδυνο αν αυτά λειτουργήσουν υπό συνθήκες που δεν θεμελιώνουν δικαίωμα άμυνας. Το αυτό ισχύει και στην περίπτωση διατήρησης άγριων σκύλων.
Στα εγκλήματα παράλειψης η επίθεση είναι παρούσα για όσο χρόνο διαρκεί η παράλειψη (η αδράνεια του υπόχρεου προς αποτροπή του αποτελέσματος) δηλαδή συνήθως για όσο χρόνο επίκειται η επέλευση του αποτελέσματος. Η επίθεση εξακολουθεί να είναι παρούσα μέχρι να παύσει να παραλείπει ο δράστης, μέχρις ότου δηλαδή αυτός αδυνατεί πλέον να πράξει ή το έννομο αγαθό προσβληθεί οριστικά ή σωθεί άλλοθεν.
Άδικη είναι η επίθεση όταν αντιφάσκει προς το δίκαιο ως όλο κα επομένως αποδοκιμάζεται από την έννομη τάξη. Του νόμου μη διακρίνοντος η επίθεση δεν απαιτείται να είναι και αξιόποινη συμπεριφορά.
Εννοείται ότι λογικά δεν μπορεί να είναι άδικη η επίθεση που καλύπτεται από κάποιο λόγο άρσης του αδίκου πχ άμυνα, κατάσταση ανάγκης, προστασία δικαιολογημένων συμφερόντων, εκπλήρωση καθήκοντος επιβεβλημένου από το νόμο, συναίνεση του παθόντος.
Άδικη όμως είναι η συμπεριφορά του αμυνόμενου όταν υπάρχει υπέρβαση των ορίων της άμυνας 23 ΠΚ ή υπαίτια πρόκληση της επίθεσης 24 ΠΚ. Πχ ο Α πυροβολεί κατά του νεαρού Β που κλέβει μερικά μήλα από το περιβόλι του. Ο Γ εξυβρίζει τη σύζυγο του Δ προκειμένου ο τελευταίος να τον γρονθοκοπήσει, έτσι ώστε αυτός ο Γ να τον σκοτώσει με το πιστόλι που φέρει, καλυπτόμενος υπό την αμυντική κατάσταση.
Εφόσον η επίθεση αρκεί να είναι άδικη, δεν απαιτείται να είναι και καταλογιστή. Έτσι επιτρέπεται άμυνα και όταν η επίθεση προέρχεται από παράφρονες, παιδιά, πρόσωπα που τελούν σε πραγματική πλάνη ή σε πλήρη μέθη.
Αρκεί να σκεφτούμε έναν χειροδύναμο παράφρονα που επιχειρεί να κρεμάσει έναν άλλο από νοσηρή περιέργεια για να δει πως πεθαίνει.
Η αμυντική πράξη
Η αμυντική πράξη είναι αναγκαία προσβολή των εννόμων αγαθών του εκτιθέμενου στην οποία προβαίνει ο αμυνόμενος «για να υπερασπισθεί τον εαυτό του ή άλλον από την άδικη και παρούσα επίθεση».Ο αμυνόμενος δεν υποχρεούται πχ να αρκεσθεί στο να υψώσει τα χέρια του για να αποκρούσει τα χτυπήματα αλλά και να τον πλήξει και ο ίδιος. Τυχόν προσβολή εννόμων αγαθών τρίτου αναγκαία προς υπεράσπιση του αμυνόμενου παραμένει άδικη ή κρίνεται κατά τις διατάξεις για την κατάσταση ανάγκης.
Φυγή αντί άμυνας;
Η φυγή δεν είναι απόκρουση. Εκείνος που τρέπεται σε φυγή διατηρεί πλήρως το δικαίωμα του να αμυνθεί.
Άμυνα ενώπιον αστυνομικών
Η άμυνα είναι επικουρική έναντι της κρατικής προστασίας. Επομένως η αμυντική πράξη εκ μέρους του ιδιώτη δεν είναι αναγκαία και δεν επιτρέπεται όταν η απόκρουση της επίθεσης είναι εξίσου δυνατή από κρατικά όργανα παρόντα, έτοιμα και πρόθυμα να επέμβουν.
Εξαίρεση αποτελεί η σπάνια πρακτικά περίπτωση, κατά την οποία η αμυντική πράξη του ιδιώτη είναι ηπιότερη από εκείνη του αστυνομικού πχ πρωταθλητής του καράτε μπορεί να αποκρούσει τον επιτιθέμενο με απλό χτύπημα, ενώ ο παρών αστυνομικός πρέπει να κάνει χρήση του όπλου.
Η υπέρβαση των ορίων της άμυνας
Σε περίπτωση που η αμυντική πράξη υπερβαίνει το διαγραφόμενα στο άρθρο 22 παρ.3 ΠΚ αναγκαίο μέτρο τιμωρείται, όχι όμως με την πλήρη ποινή του εγκλήματος, αλλά κατά τις διακρίσεις του άρθρου 23 ΠΚ ως εξής, αν η υπέρβαση έγινε με πρόθεση, με ποινή ελαττωμένη κατά το μέτρο του άρθρου 83. Αν έγινε από αμέλεια επιβάλλεται η ποινή του εξ αμελείας εγκλήματος. Αν τέλος, ο πράτων ξεπέρασε τα όρια της άμυνας λόγω του φόβου ή της ταραχής που του προκάλεσε η επίθεση μένει ατιμώρητος και η υπέρβαση δεν καταλογίζεται στην ενοχή του.
Πχ ο αστυνομικός που πυροβόλησε κακοποιό που του είχε επιτεθεί με μαχαίρι, με δέκα σφαίρες ενώ με μία στα πόδια έφτανε να τον ακινητοποιήσει.
Η υπέρβαση της άμυνας από φόβο ή ταραχή
Η υπέρβαση του αναγκαίου μέτρου της άμυνας από φόβο ή ταραχή συνιστά λόγο αποκλεισμού του καταλογισμού και συγκεκριμένα της δυνατότητας συμμόρφωσης αφού η ψυχική πίεση του πράττοντος είναι τόσο μεγάλη, ώστε η συμμόρφωση προς τις επιταγές της έννομης τάξης να μην είναι ανθρωπίνως δυνατή.
Εννοείται ότι ως ταραχή δεν μπορεί να θεωρηθεί και εκείνη που προκαλείται από σθενικό συναίσθημα πχ οργή, αλλά μόνο η οφειλόμενη στην εκ της επιθέσεως έκπληξη που δοκιμάζει ο δεχόμενος μια αιφνιδιαστική άδικη επίθεση. Η οργή, ωστόσο, που ενδεχομένως συνοδεύει ένα, πάντως υπαρκτό, ασθενικό συναίσθημα, δεν αναιρεί την εφαρμογή του άρθρου 23 ΠΚ.
Η υπαίτια κατάσταση άμυνας
Άδικη επίθεση υπάρχει και όταν ο αποδέκτης της έδωσε αφορμή σε αυτήν με τη συμπεριφορά του, ακόμη και όταν δεν απέκλειε μια τέτοια δυσμενή αντίδραση. Όποιος όμως προκάλεσε με πρόθεση την επίθεση άλλου για να διαπράξει εναντίον του αξιόποινη πράξη με το πρόσχημα της άμυνας δεν απαλλάσσεται από την ποινή που ορίζει ο νόμος 24 ΠΚ. Με άλλα λόγια η υπαίτια κατάσταση άμυνας συνιστά άδικη επίθεση κατά της οποίας επομένως επιτρέπεται άμυνα σύμφωνα με τη γενική διάταξη του άρθρου 22 ΠΚ.
Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΑΝΑΓΚΗΣ ΠΟΥ ΑΙΡΕΙ ΤΟ ΑΔΙΚΟ
Ο κίνδυνος ως προϋπόθεση της κατάστασης ανάγκης
Κίνδυνος είναι μια κατάσταση που επιτρέπει κατά τους κανόνες της κοινής πείρας, την πρόγνωση ότι η περαιτέρω εξέλιξή της καθιστά πολύ πιθανή τη βλάβη ενός εννόμου αγαθού αν δεν ληφθούν αμέσως μέτρα αποτροπής.
Ο κίνδυνος μπορεί να προέρχεται από οποιαδήποτε πηγή αρκεί να μη συνιστά άδικη επίθεση κατά την έννοια του άρθρου 22 ΠΚ διότι τότε έχουν εφαρμογή οι διατάξεις για την άμυνα. Έτσι ο κίνδυνος μπορεί να προέρχεται από φυσικό γεγονός, όπως σεισμό, θεομηνία, πυρκαγιά, πλημμύρα, ναυάγιο, από συμπεριφορά ζώου πχ επίθεση σκύλου, είτε μπορεί να συνίσταται στην κατάσταση πράγματος πχ ετοιμόρροπο κτίριο, μολυσματικό έλος, σε κοινωνικές ή οικονομικές περιστάσεις πχ αιφνίδια οικονομική κατάρρευση, σε συμπεριφορά άλλου, πχ ο Α κλέβει από την Β το φάρμακό της που της ήταν τόσο σημαντικό που αναγκάστηκε να το κλέψει από το φαρμακείο, στη συμπεριφορά του ίδιου του πράττοντος πχ απερίσκεπτη περιπλάνηση στο δάσος, αλλά και σε επίθεση άλλου η οποία δεν εξικνείται μέχρι του σημείου να πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 22 ΠΚ πχ όταν δεν υπάρχει παρούσα επίθεση αλλά βάσιμα πιθανολογείται ότι μελλοντικά θα εκδηλωθεί καθώς και όταν η επίθεση έχει λήξει, αλλά προκάλεσε κινδύνους, οι οποίοι μόνο με προσβολή εννόμων αγαθών άλλων μπορούν να αντιμετωπισθούν.

Κίνδυνος «άλλως αναπότρεπτος»
Ο κίνδυνος είναι άλλως αναπότρεπτος όταν η απειλούμενη βλάβη δεν μπορεί να αποτραπεί (και αντίστοιχα το απειλούμενο έννομο αγαθό δεν μπορεί να προστατευθεί) με άλλον τρόπο ειμή μόνο με τη συγκεκριμένη προσβολή του θυσιαζομένου εννόμου αγαθού. Πχ ο αλλοδαπός Α εισέρχεται παρανόμως στη χώρα για να σωθεί από διώξεις λόγω της φυλετικής καταγωγής του στην Τουρκία.
Κίνδυνος που απειλεί το πρόσωπο ή την περιουσία του ίδιου ή κάποιου άλλου
Το άδικο της πράξης που πληροί την αντικειμενική υπόσταση ενός εγκλήματος αίρεται μας λέγει το άρθρο 25 ΠΚ, μόνο όταν ο κίνδυνος απειλεί το πρόσωπο ή την περιουσία του ίδιου του πράττοντος ή κάποιου άλλου.
Έτσι με το άρθρο 25 ΠΚ προστατεύονται η ζωή, η σωματική ακεραιότητα και υγεία, η προσωπική ελευθερία, η σεξουαλική αυτοδιάθεση, η πληροφορική αυτοδιάθεση αλλά και η τιμή κατά την ορθότερη γνώμη.
Ως περιουσία νοείται το σύνολο των περιουσιακών αγαθών δηλαδή των οικονομικών αξιών που ανήκουν σε ένα πρόσωπο και δεν αποδοκιμάζονται από το δίκαιο, πχ ο έμπορος ναρκωτικών δεν μπορεί να επικαλεσθεί κατάσταση ανάγκης όταν καταστρέφει την πόρτα ξένου σπιτιού, αξίας 300 ευρώ για να σώσει εμπόρευμα αξίας ενός εκατομμυρίου ευρώ.
Η σημαντικά κατώτερη κατά το είδος και τη σπουδαιότητα πράξη
Η πράξη, την οποία επιχειρεί ο ευρισκόμενος σε κατάσταση ανάγκης για να αποτρέψει τον κίνδυνο οδηγεί σε άρση του αδίκου μόνο όταν η βλάβη που προκλήθηκε στον άλλο είναι σημαντικά κατώτερη κατά το είδος και τη σπουδαιότητα από εκείνη που απειλήθηκε.
Το είδος της βλάβης
Η ανθρώπινη ζωή υπό οποιαδήποτε μορφή έχει την αυτή αξία με οποιαδήποτε άλλη. Ποσοτική ή ποιοτική στάθμιση της ανθρώπινης ζωής δεν επιτρέπεται για οποιονδήποτε λόγο. Έτσι δεν αίρεται κατά το άρθρο 25 ΠΚ το άδικο της θανάτωσης ενός ανθρώπου προκειμένου να σωθεί η ζωή πλειόνων, της θανάτωσης ενός ανθρώπου με τη σκέψη ότι αυτός αξίζει λιγότερο από τον άλλον κλπ.
Τα υποκειμενικά στοιχεία της δικαιολογήσεως
Υποκειμενικά πρέπει ο πράττων να γνωρίζει ότι τελεί σε κατάσταση ανάγκης, και να έχει τη βούληση να αποτρέψει τον κίνδυνο (την επερχόμενη βλάβη).
Υπέρβαση της κατάστασης ανάγκης
Η διάταξη του άρθρου 23 ΠΚ έχει ανάλογη εφαρμογή και στην περίπτωση υπέρβασης της κατάστασης ανάγκης. Στην περίπτωση αυτή η πράξη παραμένει άδικη και επομένως επιτρέπεται άμυνα κατ΄  αυτής.
Η ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΚΑΘΗΚΟΝΤΩΝ ΩΣ ΛΟΓΟΣ ΑΡΣΗΣ ΤΟΥ ΑΔΙΚΟΥ
Έννοια
Σύγκρουση καθηκόντων ανακύπτει όταν το βαρυνόμενο με πλείονα νομικά καθήκοντα πρόσωπο περιέρχεται σε τέτοιες πραγματικές περιστάσεις, ώστε στη συγκεκριμένη περίπτωση η εκπλήρωση του ενός καθήκοντος να είναι δυνατή μόνο με ταυτόχρονη παραβίαση ενός άλλου που τον βαρύνει συγχρόνως πχ ο Α βλέπει τα δύο τέκνα του να κινδυνεύουν από πυρκαγιά και μπορεί αν σώσει μόνο το ένα, πράγμα το οποίο και πράττει, με αποτέλεσμα να πραγματώσει την αντικειμενική υπόσταση της ανθρωποκτονίας από πρόθεση με παράλειψη ως προς το άλλο 299 παρ.1, 15 ΠΚ. Αίρεται όμως το άδικο του Α;
Σύγκρουση καθηκόντων νοείται μόνο όταν τα δύο ή και πλείονα καθήκοντα συμπίπτουν χρονικά όταν δηλαδή υπό κανονικές συνθήκες αυτά συνυπάρχουν χωρίς το ένα να επηρεάζει το άλλο.
Νομικά καθήκοντα
Η σύγκρουση αφορά μόνο σε νομικά καθήκοντα. Η σύγκρουση μεταξύ ενός νομικού και ενός απλώς κοινωνικοηθικού καθήκοντος στερείται νομικής επιρροής στο επίπεδο της άρσης του αδίκου και μόνο στην κρίση περί καταλογισμού θα μπορούσε να ληφθεί ακόμη πχ ο Α παραλείπει να παράσχει βοήθεια σε κινδυνεύοντα στο πλαίσιο τροχαίου ατυχήματος 288 ΠΚ προκειμένου να παρευρεθεί εγκαίρως στο γάμο της κόρης του.
Σύγκρουση καθηκόντων και κατάσταση ανάγκης
Η σύγκρουση καθηκόντων συνιστά μορφή κατάστασης ανάγκης υπό ευρεία έννοια αφού και εδώ υπάρχει η αδιέξοδη κατάσταση που χαρακτηρίζει την τελευταία.
Η σύγκρουση καθήκοντος ενεργείας με καθήκον παράλειψης συνιστά ειδική περίπτωση κατάστασης ανάγκης του άρθρου 25 ΠΚ και κρίνεται πάντοτε βάσει της διάταξης αυτής πχ ο Α κλέβει το φαρμακείο για να σώσει τη κόρη του.
Η ΣΥΝΑΙΝΕΣΗ ΤΟΥ ΠΑΘΟΝΤΟΣ
Πότε αίρει το άδικο η συναίνεση του παθόντος
Η συναίνεση του παθόντος δηλαδή του φορέα του εννόμου αγαθού που προσβάλλεται με το έγκλημα δεν προβλέπεται στον ποινικό κώδικα ως γενικός λόγος άρσης του αδίκου μόνο ως ειδικός, σε σχέση με το έγκλημα της απλής σωματικής βλάβης. Πράγματι το άρθρο 308 παρ.2 ΠΚ ορίζει ότι η απλή και μόνο σωματική βλάβη «δεν είναι άδικη όταν επιχειρείται με τη συναίνεση του παθόντος και δεν προσκρούει στα χρηστά ήθη».
Η εικαζόμενη συναίνεση ως λόγος άρσης του αδίκου
Το άδικο της πράξης αίρεται και στην περίπτωση της εικαζόμενης συναίνεσης του παθόντος. Περί αυτής γίνεται λόγος όταν ο φορέας του εννόμου αγαθού δεν έχει μεν συναινέσει στην προσβολή του, σύμφωνα όμως με αντικειμενική εκτίμηση όλων των περιστάσεων μπορεί με βεβαιότητα να υποτεθεί, ότι θα παρείχε τη συναίνεσή του αν γνώριζε την αληθή κατάσταση των πραγμάτων ή ήταν σε θέση να εκφράσει τη βούλησή του σχετικά.
Πχ ο Α εισέρχεται στην κατοικία του απόντος γείτονα Β παραβιάζοντας την πόρτα, για να την αποκαταστήσει ζημία σε σπασμένο σωλήνα ύδρευσης, από την οποία απειλείται πλημμύρα.



Ο ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΜΟΣ ΣΕ ΕΝΟΧΗ
Η αρχή της ενοχής
Η διαπίστωση ότι έχει τελεσθεί μια πράξη τελειωτικά άδικη, μη καλυπτόμενη από κάποιον λόγο άρσης του αδίκου, δεν αρκεί για την επιβολή ποινής στο δράστη, έστω και αν ο τελευταίος είναι αντικειμενικά επικίνδυνος για την κοινωνία. Θα πρέπει το άδικο που έθεσε ο δράστης με την πράξη του να μπορεί να καταλογιστεί στην ενοχή του. Αν δεν υπάρχει ενοχή, ποινική κύρωση σε βάρος του δράστη δεν είναι δυνατή, όσο βαρύ και αν είναι το άδικο που έθεσε, η δε τυχόν ιδιαίτερη επικινδυνότητά του μόνον με μέτρο ασφαλείας μπορεί να αντιμετωπισθεί 69 ΠΚ.
Τα στοιχεία της ενοχής
  1. Ικανότητα προς καταλογισμό, γενική ικανότητα του δράστη να είναι δεκτικός μομφής
  2. Υπαιτιότητα (δόλος ή αμέλεια)
  3. Δυνατότητα του δράστη να πράξει διαφορετικά, ήτοι συνείδηση του αδίκου αφενός και ψυχική (βουλητική) δυνατότητα συμμόρφωσης in concreto αφετέρου
ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΣΕ ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΜΟ
Έννοια
Σύμφωνα με το άρθρο 34 ΠΚ «η πράξη δεν καταλογίζεται στον δράστη αν αυτός που την διέπραξε λόγω νοσηρής διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών ή διατάραξης της συνείδησης, δεν είχε την ικανότητα να αντιληφθεί τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο αυτό.
Βλέπουμε ότι ο ποινικός μας κώδικας δεν ορίζει την ικανότητα προς καταλογισμό μας δίδει ένα αρνητικό ορισμό, μας λέει πότε υπάρχει ανικανότητα προς καταλογισμό.
Προς τούτο χρησιμοποιεί δύο θεμελιώδη κριτήρια, αφενός ένα βιολογικό (την νοσηρή διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών ή τη διατάραξη της συνείδησης) αφετέρου δε ένα ψυχολογικό (την αδυναμία του δράστη είτε προς διάγνωση του αδίκου είτε προς διάγνωση του αδίκου είτε προς συμμόρφωση στις περί αδίκου αξιολογήσεις του).

Η νοσηρή διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών
Ως νοσηρή διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών νοείται κατ΄ αρχήν κάθε ψυχική νόσος με σωματικό – οργανικό αίτιο δηλαδή τόσο οι λεγόμενες οργανικές ή εξωγενείς ψυχώσεις όσο και οι λειτουργικές ή ενδογενείς.
Οι οργανικές ψυχώσεις
Οργανικές ή εξωγενείς ψυχώσεις (οργανικά ψυχοσύνδρομα) είναι οι τραυματικές μετά από τραυματισμό του εγκεφάλου, οι τοξικές, οφειλόμενες σε λήψη τοξικών ουσιών, όπως οινοπνεύματος (αλκοολική ψύχωση), ναρκωτικών, ή φαρμάκων, οι νεοπλασματικές ψυχώσεις καθώς και οι οφειλόμενες σε διαταραχή του μεταβολισμού του εγκεφάλου, η προϊούσα παράλυση, η επιληψία, η αρτηριοσκλήρωση, η εγκεφαλική  ατροφία κλπ. Εδώ υπάγεται η γεροντική άνοια, οι ενδοκρανιακές λοιμώξεις και η ψύχωση της λοχείας.
Μέθη και λοιπές τοξικώσεις
Περίπτωση εξωγενούς ψύχωσης συνιστά και η κατάσταση της μέθης δηλαδή η οξεία δηλητηρίαση του οργανισμού με αλκοόλ όπως άλλωστε και κάθε δηλητηρίαση του οργανισμού με αλκοόλ, όπως άλλωστε και κάθε δηλητηρίαση του οργανισμού με τοξικές ουσίες πχ ναρκωτικά.
Σε κάθε περίπτωση ο δράστης λόγω μέθης είναι ανίκανος για καταλογισμό ενδέχεται όμως ποινικά να ευθύνεται αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για υπαίτια μέθη.
Η διατάραξη της συνείδησης
Διατάραξη της συνείδησης είναι  ο περιορισμός της ικανότητας του ατόμου να έχει σαφή παράσταση των νοητικών και συναισθηματικών βιωμάτων του. Η διατάραξη της συνείδησης εμφανίζεται ως θόλωση δηλαδή ως μερική εξάλειψη των βασικών συνειδησιακών βιωμάτων της εγωσυνειδησίας είτε της ετεροσυνειδησίας ει΄τε της σχέσης του εγώ προς το περιβάλλον και έχει ως αποτέλεσμα τον περιορισμό της ικανότητας του ατόμου προς αυτοκαθορισμό.
Οι ανήλικοι
Ανήλικοι για την εφαρμογή των κανόνων του ΠΚ είναι όσοι κατά το χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης έχουν ηλικία μεταξύ του ογδόου και του δεκάτου ογδόου έτους της ηλικίας τους συμπληρωμένων . Οι ανήλικοι 8-13 ετών είναι απολύτως ανίκανοι προς καταλογισμό αποκλειστικώς και μόνο με βάση το βιολογικό κριτήριο της ηλικίας. Στην περίπτωση αυτή επιβάλλονται μόνο τα αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα ασφαλείας. Σε εκείνους που συμπλήρωσαν 13-18 έτη επιβάλλονται καταρχήν μεν μόνο τα παραπάνω αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα ασφαλείας κατ΄ εξαίρεση όμως μπορεί να τους επιβληθεί και ποινικός σωφρονισμός αν αυτός είναι αναγκαίος για να αποτραπούν από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων.
Οι πράξεις των νηπίων ως 8 ετών είναι ποινικά αδιάφορες και επομένως σε βάρος τους δεν μπορούν να ληφθούν αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα.
Οι κωφάλαλοι
Ανίκανοι προς καταλογισμό έχουν και οι κωφάλαλοι εφόσον δεν είχαν την απαιτούμενη πνευματική ικανότητα, αν δεν συντρέχει όμως περίπτωση ανικανότητας προς καταλογισμό, αυτοί τιμωρούνται σε κάθε περίπτωση με ποινή ελαττωμένη κατά το μέτρο του άρθρου 83.
H ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΤΟΥ ΑΔΙΚΟΥ
Περιεχόμενο της έννοιας
Όπως έχουμε αναφέρει για να καταλογιστεί μια άδικη πράξη στην ενοχή του δράστη δεν αρκεί να έχει αυτός τη γενική ικανότητα να φταίει ως προς τη συγκεκριμένη άδικη πράξη, αλλά απαιτείται, επιπλέον, να έχει στη συγκεκριμένη περίπτωση συνείδηση του αδίκου που έθεσε ή τουλάχιστον δυνατότητα να διαγνώσει το άδικο αυτό.
Όταν λέμε συνείδηση του αδίκου εννοούμε ότι ο δράστης είτε γνώριζε το άδικο της πράξης του κατά το χρόνο τέλεσής της, είχε δηλαδή ζώσα συνείδηση του αδίκου αυτής είτε είχε τη δυνατότητα να το διαγνώσει είχε δηλαδή δυνάμει συνείδηση του αδίκου.
Η πλάνη περί το άδικο
Εκείνος που αγνοεί ότι η πράξη του απαγορεύεται από το δίκαιο ως όλο, έχει πλάνη περί το άδικο (στερείται συνείδησης του αδίκου) έστω και αν πιστεύει ότι η πράξη του αποδοκιμάζεται ηθικά. Αντίστροφα, εκείνος που γνωρίζει ότι η πράξη του απαγορεύεται δικαιϊκά έχει την απαραίτητη προς θεμελίωση της ενοχής συνείδηση του αδίκου, έστω και αν δεν μπορεί να αντιληφθεί ότι η πράξη του έχει κάποια κοινωνική βλαπτικότητα ή ηθική απαξία.


Αρνητική και θετική πλάνη περί το άδικο
Αν ο δράστης δεν γνωρίζει ότι η πράξη αποδοκιμάζεται από το δίκαιο, αγνοεί την σχετική απαγόρευση δεν έχει συνείδηση έχουμε αρνητική πλάνη περί το άδικο. Αν ο δράστης πιστεύει εσφαλμένα ότι έχει δικαίωμα να τελέσει την πράξη έχουμε θετική πλάνη περί το άδικο.
Η πλάνη περί την υπαγωγή
Αυτή συντρέχει όταν ο δράστης γνωρίζει μεν πλήρως τα πραγματικά περιστατικά που πραγματώνει, επειδή όμως ερμηνεύει εσφαλμένα κάποιο στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, υπολαμβάνει  ότι η συμπεριφορά του δεν υπάγεται στον κανόνα που το προβλέπει. Η πλάνη του λοιπόν εξαντλείται στο ότι αυτός, λόγω εσφαλμένης ερμηνείας του νόμου, αγνοεί ότι τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά κατ΄ ορθή ερμηνεία αντιστοιχούν (υπάγονται) σε στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης ενός εγκλήματος. Η πλάνη αυτή είναι μια πλάνη περί την ερμηνεία και για αυτό καταρχήν νομικά αδιάφορη. Όμως η πλάνη περί την υπαγωγή διακρίνεται από την πραγματική πλάνη. Διότι στην πραγματική πλάνη ο δράστης γνωρίζει τη σημασία της πράξης του ενώ εδώ τη γνωρίζει.
Νομιζόμενο έγκλημα
Νομιζόμενο ή κατά φαντασία έγκλημα υπάρχει όταν ο πράττων, έχοντας ακριβή εικόνα των πραγματικών περιστατικών, υπολαμβάνει ότι η συμπεριφορά του εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής ενός ποινικού κανόνα, θεωρεί δηλαδή εσφαλμένα ότι η συμπεριφορά του πληροί την ειδική υπόσταση ενός εγκλήματος. Το νομιζόμενο έγκλημα συνιστά ανάστροφη πλάνη περί το άδικο αφού ο πράττων υπολαμβάνει ότι η πράξη του υπάγεται στο απαγορευτικό πεδίο ενός ποινικού κανόνα, ενώ αυτό στην πραγματικότητα δεν συμβαίνει ή λόγω εσφαλμένης αντίληψης του αληθούς νοήματος ενός ποινικού κανόνα.
Πότε η πλάνη περί το άδικο είναι συγγνωστή
Συγγνωστή είναι η πλάνη περί το άδικο όταν ο δράστης όση επιμέλεια και αν κατέβαλλε δεν  θα μπορούσε να διαγνώσει το άδικο της πράξης του. Για τη διάγνωση του συγγνωστού της πλάνης περί το άδικο αποβλέπουμε απευθείας στο τι μπορούσε ο συγκεκριμένος δράστης να πράξει, προκειμένου να διαγνώσει το άδικο της πράξης του, έτσι ώστε, αν μπορούσε να πράξει περισσότερα από ότι ο μέσος άνθρωπος, να είναι ασύγγνωστη η πλάνη του.
ΤΕΛΟΣ Α ΤΟΜΟΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλώ τα σχόλια σας να μην θίγουν ούτε να προσβάλλουν τον συνομιλητή τους. Σε αυτό το blog ερχόμαστε μόνο να πάρουμε γνώση και να πετύχουμε τους στόχους μας!