Πέμπτη, 23 Απριλίου 2015

ΠΡΑΚΤΙΚΟ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ (14, 15 ΣΥΝΔ ΜΕ 299 Ή 302, 42 ΠΚ)


Ο μηχανικός αυτοκινήτων Α έχει αναλάβει τον τακτικό έλεγχο του αυτοκινήτου του Β. Κατά τον τελευταίο έλεγχο διαπιστώνει μία σοβαρή βλάβη την οποία όμως λόγω φόρτου εργασίας δεν επισκευάζει, ελπίζοντας να μην έχει αυτό δυσμενείς συνέπειες για την ζωή του Β. Την επόμενη ημέρα, ωστόσο, το αυτοκίνητο του Β συγκρούεται λόγω της παραπάνω βλάβης με άλλο, με αποτέλεσμα τον ακαριαίο θάνατο αυτού (του Β). 
Α. Ποιό το αξιόποινο του Α;
Β. Διαφοροποιείται η απάντηση αν ο Α επιδιώκοντας τον θάνατο του Β είχε προκαλέσει ο ίδιος την βλάβη, το θανατηφόρο όμως ατύχημα οφειλόταν αποκλειστικά σε σφάλμα άλλου οδηγού;
Συνοπτική απάντηση:

Α.
Σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 1 ΠΚ για την στοιχειοθέτηση της έννοιας του εγκλήματος απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικά τα εξής στοιχεία: α) πράξη (ανθρώπινη συμπεριφορά) β) άδικος χαρακτήρας της πράξης γ) καταλογισμός της πράξης σε ενοχή του δράστη δ) ποινική πρόβλεψη.
Όμως σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 14 ΠΚ με τον όρο πράξη νοείται και η παράλειψη. Για να είναι όμως μία παράλειψη ποινικά αξιόλογη, θα πρέπει να συντρέχουν οι κάτωθι προϋποθέσεις: α) το κοινωνικά επιβεβλημένο της (ανθρώπινης) ενέργειας που παραλήφθηκε β) φυσική δυνατότητα ενέργειας της πράξης που παραλείφθηκε και γ) η ύπαρξη του υποκειμένου μέσα σε μία κατάσταση προκκλητική αντίληψης και άρα ενέργειας, η οποία διαθέτει ετερονομία και δραστικότητα.
Σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά, η συμπεριφορά του μηχανικού Α αποτελεί συμπεριφορά φυσικού προσώπου που εκδηλώθηκε στον εξωτερικό κόσμο καθόσον η επισκευή του αυτοκινήτου του Β ή τουλάχιστον η ενημέρωση του Β ήταν "κοινωνικά επιβεβλημένη" και δεν συντελέστηκε.
Τέλος, ο Α (δηλαδή το υποκείμενο) γνώριζε την υποχρέωση ενέργειας και μπορούσε να ενεργήσει. Έτσι, υφίσταται μεν αξιόλογη παράλειψη, όμως, τίθεται το ζήτημα για το εάν πρόκειται για γνήσιο ή μη γνήσιο έγκλημα παράλειψης (=δια παραλείψεως τελούμενο έγκλημα ενέργειας).
Αρχικά, αποκλείεται η εφαρμογή του άρθρου 307 ΠΚ (γνήσιο έγκλημα παράλειψης) διότι δεν συντρέχει ήδη κίνδυνος ζωής του Β.
Συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί αν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής του άρθρου 15ΠΚ για την στοιχειοθέτηση μη γνήσιου εγκλήματος παράλειψης (299 ΠΚ ή 302 ΠΚ).
Η εφαρμογή του άρθρου 15 ΠΚ προϋποθέτει την ύπαρξη ιδιαίτερης νομικής η οποία μπορεί να απορρέει από τον νόμο, από σύμβαση, ή από προγενέστερη επικίνδυνη ενέργεια η οποία πρέπει να είναι άδικη (χωρίς να απαιτείται και καταλογισμός σε ενοχή του δράστη αυτής).
Συμπερασματικά, στην υπό κρίση περίπτωση υπάρχει παράλειψη του Α για την αποτροπή του θανάτου του Β "αιτιωδώς" συνδεόμενη με τον θάνατο του Β (αν είχε λάβει χώρα η ενέργεια που παραλήφθηκε δηλαδή η επισκευή της βλάβης που διαπιστώθηκε, θα οδηγούσε σε αποτροπή του θανάτου του Β υπό τις περιστάσεις τόπου, χρόνου κλπ υπό τις οποίες αυτός επήλθε και χωρίς να υφίσταται ουσιώδης παραλλαβή.
Σύμφωνα με τα παραπάνω η συμπεριφορά (=παράλειψη) του Α πληροί την αντικειμενική υπόσταση της ανθρωποκτονίας και συνιστά καταρχήν άδικη πράξη. Πρέπει όμως να ερευνηθεί και η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Δημιουργείται δηλαδή το ερώτημα αν ο Α έδρασε με ενδεχόμενο δόλο (27 ΠΚ) ή ευσυνείδητη αμέλεια (28 ΠΚ). Όταν ο δράστης "ελπίζει" στην μη επέλευση του αποτελέσματος πλησιάζει σε περίπτωση του ενδεχόμενου δόλου σε βάρος της ενσυνείδητης αμέλειας. Άρα η "πράξη" του Α θεωρείται καταρχάς άδικη και καταλογιστή σε ενοχή του.
Εφόσον λοιπόν δεν συντρέχει ούτε λόγος άρσης του αδίκου ούτε και λόγος άρσης του καταλογισμού, ο Α τέλεσε δια παραλείψεως (15 ΠΚ) το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση (299 σε συνδ 15 ΠΚ) ή της ανθρωποκτονίας από αμέλεια (308 σε συνδ 15 ΠΚ).
Το ζήτημα θα κριθεί από την αξιούμενη στην κάθε φορά από αυτές διατάξεις μορφή υπαιτιότητας.
Β.
Η συμπεριφορά του Α συνιστά πράξη κατά την έννοια  του άρθρου 14 παρ. 1 ΠΚ (ανθρώπινο, εξωτερικό, εξωτερίκευση). Ωστόσο η πράξη του Α (= πρόκληση βλάβης στο αυτοκίνητο του Β πχ φρένα) δεν πληροί την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας (299 ή 302 ΠΚ).
Και τούτο διότι η ανθρωποκτονία συνιστά έγκλημα ουσιαστικό και αποτελέσματος, οπότε πρέπει να ερευνηθεί η ύπαρξη αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου ανάμεσα στην συμπεριφορά του δράστη και το αποτέλεσμα πουυ επήλθε (=θάνατος του Β, οφειλόμενος όμως αποκλειστικά σε σφάλμα άλλου οδηγού).
Σύμφωνα με τη θεωρία του ισοδύναμου των όρων δεν υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος εφόσον και αν ακόμη ο Α δεν προκαλούσε την βλάβη, θα επερχόταν ο θάνατος του Β αφού ο θάνατος του ήταν αποκλειστικό σφάλμα του άλλου οδηγού.
Δηλαδή με την πράξη του άλλου οδηγού έχουμε υπερκέραση της αιτιώδους διαδρομής που έθεσε σε κίνηση ο Α (προκαλώντας βλάβη), από εκείνη που έθεσε σε κίνηση ένας άλλος (ο άλλος οδηγός), ώστε η πράξη του Α να μην προφτάσει να γίνει όρος του αποτελέσματος.
Συνεπώς, δεν πληρούται η αντικειμενική υπόσταση τετελεσμένης ανθρωποκτονίας.
Όμως, στο πλαίσιο της υποκειμενικής υπόστασης, διαπιστώνουμε, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά, δόλο του Α και μάλιστα άμεσο α βαθμού = επιδίωξη.
Έτσι, καταλήγουμε στο συμπέρασμα, ότι ο Α τελεί απόπειρα ανθρωποκτονίας με πρόθεση (299 σε συνδ 42 ΠΚ) καθόσον η σοβαρή βλάβη στο αυτοκίνητο του Β την οποία προκάλεσε ο Α εύλογα δημιουργεί "εντύπωση" τέλεσης αυτού του εγκλήματος και συνεπώς, συνιστά αρχή εκτέλεσης αυτού.
Τέλος, με δεδομένο ότι δεν συντρέχει λόγος άρσης του αδίκου ή του καταλογισμού, ο Α θα τιμωρηθεί για την παραπάνω πράξη (299 σε συνδ 42 ΠΚ).


Δεν υπάρχουν σχόλια: