Πέμπτη, 2 Οκτωβρίου 2014

ΠΡΑΚΤΙΚΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ_ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ ΑΠΟ ΠΤΔ



ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ ΑΠΟ ΠΤΔ:

Μετά τις εκλογές ο αρχηγός του σχετικώς πλειοψηφίσαντος στη βουλή κόμματος (149 ψήφοι) ζητά από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να τον διορίσει πρωθυπουργό.

Ερώτηση:
Δύναται να έχει την αξίωση αυτή; Σε τι ενέργειες θα προβεί ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έως την ορκωμοσία της κυβέρνησης και γιατί;






Η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1  του Συντάγματος καθορίζει ρητά την κοινοβουλευτική μορφή του πολιτεύματος. Η κοινοβουλευτική ευθύνη της κυβέρνησης συνίσταται στην υποχρέωση της να απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της βουλής και να παραιτείται όταν τη χάνει. Η σχέση εξάρτησης της κυβέρνησης από τη βουλή εμφανίζεται σε τρεις βασικές διαστάσεις με την εξής λογική σειρά: την ανάδειξη (37Σ), τον έλεγχο και την διατήρηση της κυβέρνησης (84Σ).
Σύμφωνα με το άρθρο 37 ο  Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει δέσμια αρμοδιότητα (υποχρέωση που πηγάζει από το Σύνταγμα) να διορίσει ως πρωθυπουργό τον αρχηγό του κόμματος ή του συνασπισμού κομμάτων που έχει τη δεδηλωμένη της βουλής (ήτοι 151 ψήφοι), με προεδρικό διάταγμα χωρίς υπουργική προσυπογραφή ώστε να έχει ποινική ευθύνη αν παραβεί τους λεπτομερείς συνταγματικούς κανόνες που τον δεσμεύουν.
Κατά το άρθρο 37 παρ. 2 όταν ένα κόμμα ή συνασπισμός κομμάτων διαθέτει την απόλυτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, ο αρχηγός του κόμματος αυτού δικαιούται να διορισθεί πρωθυπουργός. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ενημερώνεται από τον Πρόεδρο της προηγούμενης βουλής για το αν υπάρχει κόμμα που να διαθέτει τη δεδηλωμένη.
Η εμπιστοσύνη δεν ταυτίζεται με την απόλυτη πλειοψηφία καθώς η κυβέρνηση στέκεται και με λιγότερες ψήφους (άρθρο 84 παρ. 6) δηλαδή αν κανένα κόμμα δεν διαθέτει την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών ο Πρόεδρος παρέχει στον αρχηγό του κόμματος που διαθέτει την σχετική πλειοψηφία διερευνητική εντολή για να διακριβωθεί η δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης που να απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της βουλής. Αν δεν διαπιστωθεί αυτή η δυνατότητα, ο Πρόεδρος παρέχει διερευνητική εντολή στον αρχηγό του δεύτερου σε κοινοβουλευτική δύναμη κόμματος και αν δεν τελεσφορήσει κι αυτή, παρέχει διερευνητική εντολή στον αρχηγό του τρίτου σε κοινοβουλευτική δύναμη κόμματος. Κάθε διερευνητική εντολή ισχύει για τρεις ημέρες (άρθρο 37 παρ. 2-3). Οι τρεις ημέρες αντιστοιχούν σε τρία εικοσιτετράωρα από τη λήψη της εντολής. Ο εντολοδόχος μπορεί να καταθέσει την εντολή πριν συμπληρωθεί το τριήμερο ενώ ο Πρόεδρος δεν δεσμεύεται πλέον αν συμπληρωθεί το τριήμερο και ο εντολοδόχος δεν αναγνωρίζει την αποτυχία του.
Αν ο εντολοδόχος θεωρεί ότι η διερεύνηση πέτυχε δεν σημαίνει ότι ο Πρόεδρος είναι υποχρεωμένος να ελέγξει την ακρίβεια των στοιχείων του εντολοδόχου συνεκτιμώντας τα με κάθε άλλο. Μόνο αν πεισθεί ότι ο εντολοδόχος εξασφάλισε συμμάχους, του δίνει εντολή. Αν όχι, περνά στην επόμενη φάση της διαδικασίας.
Αν δεν τελεσφορήσουν οι μεμονωμένες διερευνητικές εντολές ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας καλεί σε σύσκεψη τους αρχηγούς των κομμάτων για το σχηματισμό βιώσιμης κυβέρνησης.  Το Σύνταγμα δεν αναφέρει ποιους αρχηγούς καλεί ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, όμως αποτελεί πρακτική συνθήκη του πολιτεύματος να καλούνται μόνο τα κόμματα που τους είχαν δοθεί διερευνητικές εντολές. Αν δεν τελεσφορήσει και η λεγόμενη κοινή διερευνητική εντολή η χώρα οδηγείται σε πρόωρες εκλογές.
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας (άρθρο 37 παρ. 3) καλεί σε δεύτερη σύσκεψη αυτή τη φορά τους αρχηγούς όλων των κομμάτων με σκοπό τον σχηματισμό οικουμενικής κυβέρνησης που το έργο της θα είναι η διεξαγωγή των πρόωρων εκλογών.
Σε περίπτωση αποτυχίας ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διορίζει υπηρεσιακό πρωθυπουργό τον πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Αρείου Πάγου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου, για το σχηματισμό υπηρεσιακής προεκλογικής κυβέρνησης όσο το δυνατόν ευρύτερης αποδοχής, που θα διενεργήσει εκλογές και διαλύει τη βουλή.
Τέλος, στην περίπτωση σχηματισμού κυβέρνησης χωρίς να έχει την απόλυτη πλειοψηφία της βουλής (όπως στην προκειμένη περίπτωση με τους 149 ψήφους), υποστηρίζεται η άποψη ότι αρκεί στο πρώτο κόμμα να δηλώσουν ότι προσχωρούν και βουλευτές άλλων κομμάτων ώστε το κόμμα αυτό να διαθέτει τη δεδηλωμένη. Όμως, κατά την κρατούσα άποψη, αυτό δεν μπορεί να συμβεί εις βάρος της λαϊκής κυριαρχίας και συγκεκριμένα θέτονται ως προϋποθέσεις: (α) το πρώτο κόμμα να έχει πάρει τουλάχιστον το 1/3 των ψήφων, (β) το πρώτο κόμμα να έχει μεγάλη διαφορά από το δεύτερο και (γ) το πρώτο κόμμα να αγγίζει τη δεδηλωμένη (βλ. περίπτωση Κατσίκη).





Δεν υπάρχουν σχόλια: