Παρασκευή, 29 Αυγούστου 2014

Η ΠΡΟΤΑΣΗ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ Η ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΣΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ

Ορισμός

Πρόταση εμπιστοσύνης είναι η αίτηση τη κυβέρνησης για τη λήψη απόφασης, κατά την οποία το κοινοβούλιο τάσσεται υπέρ του δεδομένου κυβερνητικού σχήματος και της κυβερνητικής πολιτικής.

Είδη προτάσεων εμπιστοσύνης

Άρθρο 84 παρ 1 εδ β Σ & άρθρο 141 παρ. 1 ΚΒ: "μέσα σε δέκα πέντε ημέρες από την ορκωμοσία του πρωθυπουργού, η κυβέρνηση υποχρεούται να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης της βουλής και μπορεί να τη ζητεί και οποτεδήποτε άλλοτε".
Η πρόταση εμπιστοσύνης διακρίνεται σε:
(α) Υποχρεωτική 
Συναντάται πρώτη κατά τη βουλευτική περίοδο και ακολούθως της συζήτησης των προγραμματικών της δηλώσεων η κυβέρνηση έχει την υποχρέωση να παρουσιαστεί στη βουλή και να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης. Ο πρόεδρος της βουλής, μετά από συνεννόηση με τη κυβέρνηση, προσδιορίζει χρονικά το σημείο από το οποίο θα αρχίσει η συζήτηση για τις προγραμματικές δηλώσεις και την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης.  Σε ειδική ημερήσια διάταξη καταγράφονται η ανάγνωση των προγραμματικών δηλώσεων της κυβέρνησης καθώς και η πρόταση εμπιστοσύνης. 
Το Σύνταγμα ορίζει ρητή προθεσμία για την ex constitutione πρόταση εμπιστοσύνης της κυβέρνησης. Μέσα σε 15 ημέρες από την ορκωμοσία του πρωθυπουργού, πραγματοποιείται υποχρεωτικά η πρώτη αυτή πρόταση εμπιστοσύνης. Αν η βουλή έχει διακόψει τις εργασίες της κατά το χρόνο αυτό, δεν επηρεάζεται και ο χρόνος παροχής εμπιστοσύνης. Αν κατά το σχηματισμό της κυβέρνησης οι εργασίες του κοινοβουλίου έχουν διακοπεί "καλείται μέσα σε 15 ημέρες να αποφασίσει για την πρόταση εμπιστοσύνης" (άρθρο 84 παρ 2 εδ α Σ).
(β) Δυνητική
Ο πρωθυπουργός με γραπτή ή και προφορική του δήλωση του ενώπιον της βουλής μπορεί οποτεδήποτε άλλοτε να ζητήσει εκ μέρους της κυβέρνησης ψήφο εμπιστοσύνης (άρθρο 141 παρ 4 εδ α ΚΒ). Πιθανή σχετική δήλωση του πρωθυπουργού σε άλλο χώρο στερείται νομικής δεσμευτικότητας. Η πρόταση εμπιστοσύνης καταγράφεται επίσης σε ημερήσια διαταξη. Δύο ημέρες μετά την υποβολή της πρότασης ξεκινά η συζήτηση και ολοκληρώνεται με ψηφοφορία.

Η απόσυρση της εμπιστοσύνης από τη βουλή

Από τη στιγμή που η κυβέρνηση πάρει τη ψήφο εμπιστοσύνης θεωρείται ως δεδομένο ότι τη διατηρεί για όλη τη διάρκεια του βίου της, εκτός και αν παρουσιαστεί δεδηλωμένη κοινοβουλευτική δυσπιστία. Δεν προβλέπεται συγκεκριμένος χρονικός περιορισμός ως προς την παροχή της κοινοβουλευτικής εμπιστοσύνης. Αντιθέτως, μπορεί να ανακληθεί οποιαδήποτε στιγμή μέσα στο διάστημα της βουλευτικής περιόδου. Η βουλή έχει το δικαίωμα με απόφασή της, οποιαδήποτε στιγμή να άρει την εμπιστοσύνη της από την κυβέρνηση συλλογικά ή από μέλος αυτής (άρθρο 84 παρ 2 εδ α Σ).
Η απόσυρση της εμπιστοσύνης είναι προϊόν εκ νέου ψηφοφορίας στη βουλή και μπορεί να πραγματοποιηθεί είτε από πρόταση εμπιστοσύνης που θέτει η κυβέρνηση η ίδια, είτε από πρόταση δυσπιστίας με πρωτοβουλία της αντιπολίτευσης.
Σχετικά με την πλειοψηφία που είναι απαραίτητη για να εξασφαλιστεί η ψήφος εμπιστοσύνης, το Σύνταγμα προβλέπει τα εξής "Πρόταση εμπιστοσύνης δεν μπορεί να γίνει δεκτή αν δεν εγκριθεί από την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων βουλευτών, η οποία όμως δεν επιτρέπεται να είναι κατώτερη από τα 2/5 του όλου αριθμού των βουλευτών (άρθρο 84 παρ 6 εδ α Σ και άρθρο 14 παρ 6 ΚΒ). Το Σύνταγμα κάνει αναφορά στην απόλυτη πλειοψηφία, όχι επί του συνόλου αλλά απί των παρόντων θέτοντας όμως ελάχιστο όριο (120/300) Συνεπώς, σύμφωνα με το άρθρο 84 παρ 5 του Συντάγματος, η πρόταση εμπιστοσύνης γίνεται αποδεκτή εάν συγκεντρώσιει την πλειοψηφία των παρόντων βουλευτών και τουλάχιστον τα 2/5=120/300 του συνολικού αριθμού των βουλευτών, αντιθέτως, η πρόταση δυσπιστίας απαιτεί τη συγκέντρωση της απόλυτης πλειοψηφίας του συνόλου των βουλευτών (151/300).
Η συγκεκριμένη ρύθμιση είναι διαφορετική από αυτή του άρθρου 37 κατά την οποία απαιτείται απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου για την ανάδειξη της κυβέρνησης. Η διαφοροποίηση αυτή, βέβαια, έχει πρακτική σημασία μόνο στην περίπτωση κατά την οποία ο αριθμός των παρόντων βουλευτών είναι διαφορετικός από το σύνολο αυτών, μόνο στην περίπτωση αποχής ανοχής, στην οποία στη συνεδρίαση που διεξάγεται για την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης δεν είναι παρόντες όλοι οι βουλευτές. Με  τη συνταγματική αυτή ρύθμιση διευκολύνεται συγκεκριμένη πολιτική συμπεριφορά, η οποία ανέχεται συγκεκριμένο κυβερνητικό σχήμα, με σκοπό να τερματιστεί πολιτική κρίση ή ακυβερνησία, δεν προβαίνει όμως στη ρητή έκφραση εμπιστοσύνης. Η αποχή λαμβάνει τη θέση της ανοχής. Εφόσον όμως η αποχή ανοχής εκδηλωθεί πριν από το σχηματισμό κυβέρνησης, δημιουργείται το ερώτημα, αν για την ανάδειξη της απαιτούνται 151 ψήφοι ή αν είναι αρκετές 120. Παρόλα αυτά μπορεί να γίνει δεκτό το ότι όποια πλειοψηφία απαιτείται για να αναδειχθεί κυβέρνηση, η ίδια πλειοψηφία είναι απαραίτητη και για τη διατήρησή της.
Τα μέλη της κυβέρνησης αφού διοριστούν και έχει προηγηθεί παροχή ψήφου εμπιστοσύνης της βουλής προς την κυβέρνηση, διαθέτουν την εμπιστοσύνη της βουλής και κατά συνέπεια δεν έχουν την υποχρέωση ούτε το δικαίωμα να ζητήσουν ατομικά την ψήφο εμπιστοσύνης του κοινοβουλίου. Αξίζει να υπογραμμιστεί πως η άρση της εμπιστοσύνης της βουλής (πρόταση δυσπιστίας) μπορεί να γίνει ξεχωριστά για κάποιον υπουργό ή υφυπουργό.

Κοινοβουλευτική διαδικασία

Δύο ημέρες μετά την υποβολή της πρότασης εμπιστοσύνης, ξεκινά η συζήτηση της σχετικής πρότασης με εξαίρεση την περίπτωση πρότασης δυσπιστίας οπότε η κυβέρνηση μπορεί να ζητήση να αρχείσει αμέσως η συζήτηση η οποία δε μπορεί να παραταθεί πέρα από τρεις ημέρες από την έναρξή της (άρθρο 84 παρ 4 Σ).
Αν διαπιστωθεί ότι η πρόταση δυσπιστίας υπογράφεται από τον ελάχιστο απαιτούμενο αριθμό βουλευτών (1/6=50/300 βουλευτές) και εφόσον περιλαμβάνει σαφώς διατυπωμένα τα θέματα γύρω από τα οποία θα περιστραφεί η συζήτηση, το κοινοβούλιο διακόπτει για 2 ημέρες τις εργασίες του, με εξαίρεση την περίπτωση που η κυβέρνηση ζητήσει να ξεκινήσει άμεσα η συζήτηση σχετικά με την πρόταση δυσπιστίας.
Μόλις ολοκληρωθεί η συζήτηση, ξεκινά η διεξαγωγή της ψηφοφορίας για την πρόταση εμπιστοσύνης (ονομαστικά), υπάρχει και δυνατότητα αναβολής της για 48 ώρες μετά από αίτημα της κυβέρνησης (άρθρο 84 παρ 5 Σ).
Η ψηφοφορία για τις προτάσεις εμπιστοσύνης είναι πάντοτε ονομαστική. Υπουργοί και Υφυπουργοί συμμετέχουν στην ψηφοφορία, εάν αποτελούν μέλη της βουλής (άρθρο 84 παρ 7 Σ).

Αρχή της κοινοβουλευτικής διατήρησης της κυβέρνησης

Η διατήρηση της κυβέρνησης με την εμπιστοσύνη του κοινοβουλίου, αποτελεί μια σημαντική διάσταση του κοινοβουλευτικού συστήματος όπως αυτό διαμορφώθηκε την περίοδο 1864-1875. Τη συγκεκριμένη περίοδο διαπιστώνουμε ότι οι κυβερνήσεις διατηρούνταν στην εξουσία με την προϋπόθεση ότι διέθεταν την εμπιστοσύνη του Κοινοβουλίου και επίσης υπέβαλλαν την παρίτησή τους εφόσον καταψηφίζονταν. Είχαμε δηλαδή εφαρμογή της συνταγματικής αρχής κατά την οποία "η κυβέρνηση οφείλει να έχει την εμπιστοσύνη της βουλής" (άρθρο 84 παρ 1 Σ).  Παρόλα αυτά η αρχή αυτή εφαρμόζονταν τότε μόνο εφόσον η βουλή ήταν παρούσα.Συμπεραίνουμε, ότι το πρώιμο κοινοβουλευτικό σύστημα λειτούργησε αποτελεσματικά ως ένα βαθμό.
Δύο είναι οι μορφές της θεμελιώδους αυτής κοινοβουλευτικής αρχής, η θετική και η αρνητική που οδηγούν στην ανάλυση της στους εξής μερικότερους κανόνες:
(α) Θετική διατύπωση αρχής: εννοείται η διατήρηση της κυβέρνησης στην εξουσία μόνο αν λάβει ψήφο εμπιστοσύνης από το κοινοβούλιο.
(β) Αρνητική διατύπωση αρχής: εννοείται η υποχρέωση παραίτησης της κυβέρνησης στη περίπτωση κατά την οποία καταψηφιστεί από το κοινοβούλιο.
Οι δύο αυτές επιμέρους μορφές της αρχής της κοινοβουλευτικής διατήρησης της κυβέρνησης συνδέονται άμεσα μεταξύ τους. Η εφαρμογή της μίας οδηγεί αναγκαία και στην εφαρμογή της δεύτερης. Αφού η κυβέρνηση, διατηρείται στην εξουσία μετά από την έφκραση εμπιστοσύνης που της παρέχει το κοινοβούλιο, λογικά θα απομακρύνεται μετά από την έκφραση της δυσπιστίας αυτού.

Το σύνταγμα του 1975/86 περιέχει την πληρέστερη (σε σχέση με τα προηγούμενα ελληνικά συντάγματα) τυποποίηση τόσο της κοινοβουλευτικής αρχής όσο και της αρχής της δεδηλωμένης. Η κοινοβουλευτική αρχή δηλαδή η αρχή της εξάρτησης της κυβέρνησης από την εμπιστοσύνη της βουλής αποτυπώνεται υπό τον τίτλο "Σχέσεις Βουλής και Κυβέρνησης" στο άρθρο 84 παρ 1 Σ: "Η κυβέρνηση οφείλει να έχει την εμπιστοσύνη της βουλής. Μέσα σε 15 ημέρες από την ορκωμοσία του πρωθυπουργού η κυβέρνηση υποχρεούται να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης της βουλής και μπορεί να τη ζητεί και οποτεδήποτε άλλοτε. Η βουλή, αν έχουν διακοπεί οι εργασίες της κατά το σχηματισμό της κυβέρνησης, καλείται μέσα σε 15 ημέρες να αποφανθεί για την πρόταση εμπιστοσύνης".

Η παραπάνω αρχή η οποία έχει να κάνει με την ίδια τη φύση του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, ισχύει σε κάθε περίπτωση διορισμού νέας κυβέρνησης είτε αφού έχουν προηγηθεί γενικές βουλευτικές εκλογές είτε κατά τη διάρκεια της βουλευτικής περιόδου. Εξαίρεση στα παραπάνω αποτελεί μόνο ο διορισμός "εκλογικής" κυβέρνησης, είτε "οικουμενικού" είτε "υπηρεσιακού" χαρακτήρα μετά την ατελέσφορη κατάληξη της διαδικασίας των διερευνητικών εντολών (άρθρο 37 παρ. 3 Σ).
Η εκλογική κυβέρνηση δεν έχει την υποχρέωση να εμφανίζεται ενώπιον της βουλής καθώς ο διορισμός της συμπίπτει χρονικά με τη διάλυση της τελευταίας. Ούτε η υπηρεσιακή κυβέρνηση του άρθρου 37 Σ η οποία σχηματίζεται με πρωθυπουργό έναν από τους τρεις προέδρους των ανωτάτων δικαστηρίων δεν έχει τη δυνατότητανα ζητήσει και να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης του κοινοβουλίου εφόσον αποτελεί διάλυση κοινοβουλίου λόγω αδυναμίας σχηματισμού κοινοβουλευτικά βιώσιμης κυβέρνησης. Δεν είναι όμως απίθανο, μια κυβέρνηση συνασπισμού ή αλλιώς μια κυβέρνηση " από όλα τα κόμματα της βουλής" να εμφανιστεί ενώπιον της βουλής και να ζητήσει και να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης πχ η "οικουμενική" κυβέρνηση του Ξ.Ζολώτα που σχηματίστηκε τον Νοέμβριο του 1990 και την κοινοβουλευτική στήριξη όλων των κομμάτων.




Βιβλιογραφία:
Δημητρόπουλος"Γενική συνταγματική Θεωρία", 2004
Δημητρόπουλος "Η γένεση του κοινοβουλευτικού συστήματος και η ανάδειξη της κυβέρνησης",1988
www.parliament.gr


Δεν υπάρχουν σχόλια: