Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2014

ΠΩΣ ΦΤΑΣΑΜΕ ΣΤΟΝ ΑΣΤΙΚΟ ΚΩΔΙΚΑ (ΣΟΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΔΙΚΑΙΟΥ) (ΑΠΕΞΩ)



Το αστικό δίκαιο γενικά:
Αστικό δίκαιο είναι το γενικό ιδιωτικό δίκαιο δηλαδή το δίκαιο που ρυθμίζει τις έννομες σχέσεις του βίου του κοινού ανθρώπου. Επομένως ρυθμίζει την ικανότητα δικαίου και δικαιοπραξίας, την κατάρτιση των δικαιοπραξιών, τις σχέσεις του προσώπου με τα άλλα πρόσωπα και τα πράγματα, τις οικογενειακές σχέσεις και την τύχη της περιουσίας του (φυσικού) προσώπου μετά τον θάνατό του.
Η διαίρεση του Αστικού Κώδικα:
Σύμφωνα με το πενταμερές σύστημα το αστικό δίκαιο διαιρείται σε πέντε μέρη (βιβλία): τις Γενικές Αρχές, το Ενοχικό Δίκαιο, το Εμπράγματο Δίκαιο, το Οικογενειακό Δίκαιο και το Κληρονομικό Δίκαιο.
Ενοχικό Δίκαιο είναι ο κλάδος του αστικού δικαίου που ρυθμίζει τις ενοχικές σχέσεις ή όπως αλλιώς λέμε, τις ενοχές. Εμπράγματο δίκαιο είναι το σύνολο των κανόνων του αστικού δικαίου που ρυθμίζουν τα εμπράγματα δικαιώματα δηλαδή τις έννομες σχέσεις των προσώπων προς τα πράγματα. Οικογενειακό δίκαιο είναι το σύνολο των κανόνων που ρυθμίζουν τις οικογενειακές σχέσεις δηλαδή τις σχέσεις μεταξύ των συζύγων και μεταξύ των συγγενών, ιδιαίτερα μεταξύ γονέων και τέκνων. Κληρονομικό δίκαιο είναι το σύνολο των κανόνων που ρυθμίζουν την τύχη της περιουσίας του ανθρώπου μετά τον θάνατό του, δηλαδή τον τρόπο της ολικής ή μερικής διαδοχής στην περιουσία του, καθώς και τα δικαιώματα των κληρονόμων.
Σύμφωνα με το διμερές σύστημα  οι δύο πόλοι γύρω από τους οποίους στρέφεται ολόκληρο το σύστημα του αστικού δικαίου είναι το πρόσωπο και η περιουσία. Πρόσωπο (φυσικό ή νομικό) είναι το υποκείμενο των έννομων σχέσεων, ιδίως των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Περιουσία είναι το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ενός προσώπου που επιδέχονται χρηματική αποτίμηση. Με βάση αυτές τις έννοιες το αστικό δίκαιο διαιρείται στο δίκαιο των πρόσωπων και στο περιουσιακό δίκαιο.
Το αστικό δίκαιο πριν τον ΑΚ:
 Το αγωνιζόμενο για την ανεξαρτησία του Έθνος αναγόρευσε από τις πρώτες κιόλας εθνικές συνελεύσεις το βυζαντινό δίκαιο, τους νόμους των αυτοκρατόρων, σε ισχύον αστικό δίκαιο. Ο Κυβερνήτης όμως Καποδίστριας λαμβάνοντας υπόψη του πόσο δύσχρηστα ήταν τα Βασιλικά που περιείχαν τους νόμους αυτούς και πόσο σπάνια τα αντίτυπα στην Ελλάδα, όρισε στο Ψήφισμα της 15ης Δεκεμβρίου 1828 ότι «τα δικαστήρια ακολουθούν τους νόμους των αυτοκρατόρων, περιεχομένους εις την Εξάβιβλον του Αρμενόπουλου».  Δηλαδή προέκρινε μόνο την εύχρηστη, συνοπτική και προσιτή συλλογή νόμων την οποία σύνταξε τον 14ο αιώνα ο «εν Θεσσαλονίκη νομοκάνων και κριτής» Κωνσταντίνος Αρμενόπουλος και η οποία είχε εφαρμοστεί ευρύτατα μεταξύ των υπόδουλων Ελλήνων κατά τους χρόνους της τουρκοκρατίας.  Την απόφαση του Καποδίστρια υιοθέτησε και η Αντιβασιλεία αργότερα με το Διάταγμα της 23ης Φεβρουαρίου 1835. Παρά τη ρητή αναφορά του Διατάγματος στην Εξάβιβλο, επικράτησε μεταξύ των νομικών της νεότερης Ελλάδας η αντίληψη ότι άμεση και κύρια πηγή του τότε ισχύοντος δικαίου ήταν η ιουστινιάνεια νομοθεσία λόγω του ότι η Εξάβιβλος αποτελούσε περίληψη των Βασιλικών και ότι το Διάταγμα του 1835 δεν όριζε την Εξάβιβλο του Αρμενόπουλου ως αποκλειστική πηγή αστικού δικαίου. Με τον τρόπο αυτό οι Έλληνες νομικοί έφταναν μέσω της Εξαβίβλου στην ιουστινιάνεια νομοθεσία, την οποία και θεώρησαν ως αμέσως ισχύουσα στη νεότερη Ελλάδα.
Η διαπίστωση ότι το βυζαντινορρωμαϊκό δίκαιο ήταν σε πολλά θέματα ακατάλληλο για μια σύγχρονη πολιτεία οδήγησε στη θέσπιση νεότερων αστικών νόμων, με τους οποίους αντικαταστάθηκαν μεγάλα και σημαντικά τμήματα του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου όπως ο «Αστικός Ελληνικός Νόμος» του 1856 κλπ.
Επίσης, με την επέκταση των ορίων του ελληνικού Κράτους επεκτάθηκε και η νομοθεσία του δηλαδή το βυζαντινορρωμαϊκό δίκαιο όπως είχε συμπληρωθεί και εκσυγχρονισθεί με τους νεότερους νόμους. Οι υφιστάμενοι όμως τοπικοί αστικοί κώδικες διατηρήθηκαν σε ισχύ όπως ο Ιόνιος Πολιτικός Κώδικας του 1841 στην Επτάνησο που αποτελείται από 2111 άρθρα και είχε συνταχθεί βάση τον γαλλικό κώδικα, ο Σαμιακός Αστικός Κώδικας του 1899 και ο Κρητικός Αστικός Κώδικας το 1874.
Η σύνταξη του Αστικού Κώδικα:
 Περισσότερα από 100 χρόνια χρειάστηκαν για να συνταχθεί ο Αστικός Κώδικας, τον οποίο προανήγγειλε το Διάταγμα του 1835. Το 1930 η Κυβέρνηση του Ελευθέριου Βενιζέλου συνέστησε πενταμελή συντακτική επιτροπή, η οποία ανταποκρίθηκε στη γενική επιθυμία του νομικού κόσμου της χώρας και απέκλεισε το ενδεχόμενο άμεσης μεταφοράς ενός από τους ξένους κώδικες. Ως βάση θα αποτελούσε αφενός το βυζαντινορρωμαϊκό δίκαιο, όπως ίσχυσε στη χώρα μας κάτω από την επίδραση της επιστήμης του δικαίου των πανδεκτών, και αφετέρου οι νεότεροι αστικοί νόμοι. Η επιτροπή περάτωσε το έργο της το 1936, τα δε σχέδια των πέντε βιβλίων του ΑΚ  δημοσιεύθηκαν μεταξύ 1933 και 1936. Η κυβέρνηση Μεταξά που ήρθε στην εξουσία το 1936 θέλοντας να τελειώνει με το χρονίζον ζήτημα του ΑΚ ανέθεσε στο μέλος της επιτροπής Γ. Μπαλή τον συντονισμό και την τελική επεξεργασία των πέντε σχεδίων.  Μετά από 12 μήνες παρέδωσε το τελικό σχέδιο στην κυβέρνηση Μεταξά η οποία το δημοσίευσε την 01/07/1941 για να δοθεί δυνατότητα στους έλληνες νομικούς να το μελετήσουν. Όμως τα γεγονότα που ακολούθησαν (πόλεμος, κατάληψη της χώρας από τους εχθρούς, διαφυγή της Κυβέρνησης στην Αίγυπτο) κατέστησαν αναγκαία την επ΄αόριστον αναστολή της ισχύος του ΑΚ.
Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδος, η κυβέρνηση Πέτρου Βούλγαρη συγκρότησε το 1945 νέα επιτροπή από τα επιζώντα μέλη της παλαιάς συντακτικής επιτροπής (κάθε μέλος είχε γράψει ένα βιβλίο) με εντολή να αναθεωρήσουν το κείμενο του κώδικα με βάση την ασκηθείσα επ΄αυτού κριτική και τις νεότερες (μεταπολεμικές) αντιλήψεις. Μετά από τρίμηνη εργασία η επιτροπή παρέδωσε το αναθεωρημένο κείμενο του ΑΚ στην κυβέρνηση που το έθεσε σε ισχύ στις 23/02/1946. Έτσι, ενώ επί εκατό και πλέον χρόνια δεν είχαμε ΑΚ αποκτήσαμε δύο τον ΑΚ του 1940 και τον ΑΚ του 1945.
Η Κυβέρνηση Κων. Τσαλδάρη που προήλθε από τις εκλογές του 1946 επανέφερε σε ισχύ τον ΑΚ του 1940 και μάλιστα αναδρομικώς από 23/02/1946 καταργώντας τον ΑΚ του 1945. Προκλήθηκε οξύτατη επιστημονική διαμάχη που σύντομα έλαβε και πολιτικό χαρακτήρα.  Συγκρίνοντας τους δύο κώδικες ο ΑΚ του 1945 ενώ μεν εισήγαγε ορισμένες επιτυχείς τροποποιήσεις δεν είχε την ενότητα του ύφους και της μορφής που παρουσιάζει ο ισχύον κώδικας του 1940.
Περιεχόμενα και κύρια χαρακτηριστικά του ΑΚ:
 Ο ΑΚ περιέχει 2035 άρθρα και άλλα 121 στον Εισαγωγικό του Νόμο (ΕισΝΑΚ), από τα άρθρα του ΕισΝΑΚ μόνο 19 περιέχουν κανόνες ουσιαστικού δικαίου.
Χωρίζεται δε σε πέντε βιβλία όπως αναφέραμε παραπάνω. Οι συντάκτες του ΑΚ προσέφυγαν και σε ξένους κώδικες για να αντλήσουν διδάγματα είτε ως προς την ουσία είτε ως προς την διατύπωση και τη νομοτεχνική. Κατά πρώτο λόγο ανέτρεξαν στον γερμανικό και κατά δεύτερο στους δύο ελβετικούς κώδικες (τον αστικό και τον κώδικα των ενοχών), τον γαλλικό και τον αυστριακό. Ο λόγος που ανέτρεξαν στον γερμανικό κώδικα είναι γιατί ο γερμανικός είχε υποστεί τη μεγαλύτερη επίδραση του δικαίου των πανδεκτών. Επομένως οι έλληνες νομικοί ήταν περισσότερο εξοικειωμένοι με τους θεσμούς και το σύστημα του κώδικα αυτού.  Όμως ο ΑΚ δεν αποτελεί αντιγραφή των ξένων προτύπων και ένα σημαντικό του πλεονέκτημα είναι η σαφής και απέριττη διατύπωση των διατάξεών του.
Βασικά χαρακτηριστικά  του ΑΚ είναι (α) η αναγνώριση και η προστασία της ανθρώπινης προσωπικότητας (ΑΚ 57-59, 932) πράγμα που εναρμονίζεται και με την αντίστοιχη συνταγματική επιταγή (Σ2 παρ. 1, Σ5 παρ.1) (β) η αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας και οι ειδικότερες εκδηλώσεις της πχ ελευθερία των συμβάσεων ΑΚ 361, ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι Σ 12 κλπ που αποτελούν θεμέλιο του ΑΚ  (γ) εκδήλωση της αρχής της αυτονομίας της ιδιωτικής βουλήσεως αποτελεί επίσης η αρχή της υποχρέωσης τήρησης των συμφωνημένων που διαπνέει μεγάλο μέρος του ΑΚ και ιδίως το ενοχικό δίκαιο (δ) θεμελιώδες στοιχείο του ΑΚ αποτελεί η αναγνώριση εμπράγματων δικαιωμάτων ΑΚ 973 και η πρόσδοση απόλυτου χαρακτήρα στα δικαιώματα αυτά με πρώτο το δικαίωμα κυριότητας (ε) όλες οι παραπάνω αρχές αποτελούν κατά βάση εκδήλωση φιλελεύθερων αντιλήψεων (στ) στην ίδια κατεύθυνση κινείται η αναγνώριση της αρχής της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (ζ) χαρακτηριστική είναι επίσης η ευρεία χρήση στον ΑΚ γενικών ρητρών (η) ιδιαίτερα σημαντική στην κατεύθυνση της κοινωνικής λειτουργίας του ΑΚ είναι η απαγόρευση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος ΑΚ 281 σε εναρμόνιση και προς την αντίστοιχη συνταγματική επιταγή Σ 35 παρ. 3 και (θ) τέλος, χαρακτηριστικό του ΑΚ αποτελεί μετά τη μεταρρύθμιση του 1983 η ρύθμιση των οικογενειακών σχέσεων με γνώμονα την ισότητα μεταξύ των δύο φύλων Σ4 παρ. 2.
Οι σημαντικότερες τροποποιήσεις του ΑΚ επήλθαν το 1968 με την εισαγωγή του Νέου Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και στη συνέχεια με τους ν. 1250/1982 και 1329/1983 με τους οποίους μεταρρυθμίστηκε το Οικογενειακό Δίκαιο. Οι ν. 2447/1996 και 2915/2001 τροποποίησαν τις διατάξεις για την υιοθεσία, την επιτροπεία και τη δικαστική αντίληψη και προέβλεψαν νέους θεσμούς, όπως τη δικαστική συμπαράσταση και τη δικαστική επιμέλεια ξένων υποθέσεων. Ο ν. 3043/2002 τροποποίηση  τις διατάξεις που ρυθμίζουν την ευθύνη του πωλητή για πραγματικά ελαττώματα και έλλειψη συμφωνημένων ιδιοτήτων του πωληθέντος πράγματος ΑΚ 534 επ. και τις διατάξεις που ρυθμίζουν την εγκυρότητα των συμφωνιών περί αποκλεισμού ή περιορισμού της ευθύνης του οφειλέτη για πταίσμα δικό του ή του βοηθού εκπλήρωσης ΑΚ 332 και 334 παρ. 2. Με τον ν. 3089/2002 εντάχθηκαν στον ΑΚ νέες διατάξεις που αφορούν στην ιατρική υποβοήθηση της ανθρώπινης αναπαραγωγής ΑΚ 1455 επ. ενώ με το άρθρο 16 του ν. 3853/2010 καταργήθηκαν τρεις θεμελιώδεις διατάξεις από το κεφάλαιο περί πωλήσεως του ΑΚ 546 και 546 παρ 2 εδ. Α και β. Τέλος με τα άρθρα 1-5 του ν. 4055/2012 «για τη δίκαιη δίκη και την εύλογη διάρκεια αυτής» επήλθαν τροποποιήσεις κυρίως στα υποσυστήματα του δικαίου των νομικών προσώπων, του δικαίου του συναινετικού διαζυγίου και του δικαίου των διαθηκών.
Ο ΑΚ δεν στερείται ατελειών. Έτσι για παράδειγμα δε ρυθμίζει την πλημμελή εκπλήρωση της παροχής, τις διαρκείς συμβάσεις και τη μεταβίβαση της ενοχικής σχέσης ως συνόλου κλπ. Επίσης ο ΑΚ επειδή ο νομοθέτης δεν μπορούσε πάντοτε να παρακολουθεί τις εξελίξεις της τεχνολογίας όπως leasing, factoring, franchising, project-franchising δεν ανταποκρίνεται ευέλικτα σε αυτά.
Πέρα από τα παραπάνω ο ΑΚ αλλά και εν γένει όλο το ιδιωτικό δίκαιο παρουσιάζει αδυναμίες προσαρμογής στη σύγχρονη ανθρώπινη κοινωνία η οποία χαρακτηρίζεται από μια συνεχή μεταβολή και άρνηση της σταθερότητας, η αδυναμία αυτή είναι εμφανής όσον αφορά τους τομείς της βιοτεχνολογίας και της πληροφορικής, διεύρυνσης του κλασσικού πυρήνα της οικογένειας πχ ομοφυλόφιλοι ή κλωνοποίησης ανθρώπων λόγω του φόβου των νομικών ότι όλα αυτά μπορεί να καταλύσουν τους κανόνες που ρυθμίζουν την συγγένεια, τις οικογενειακές και τις κληρονομικές σχέσεις.