Τετάρτη 9 Ιουλίου 2014

Η ΕΞΑΤΟΜΙΚΕΥΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ (ΑΚ 51-56)



 Έννοια
Κάθε φυσικό πρόσωπο έχει ορισμένες ιδιότητες (πραγματικές ή νομικές), οι οποίες ονομάζονται συνήθως και καταστάσεις του φυσικού προσώπου. Αυτές οι ιδιότητες (πχ όνομα, φύλο) χρησιμεύουν στην εξατομίκευση του προσώπου δηλαδή στον προσδιορισμό του και την διάκρισή του από τους άλλους ανθρώπους.
Ιδιότητες ή καταστάσεις του προσώπου
Το όνομα
Είναι το κύριο μέσο εξατομίκευσης του προσώπου και συνίσταται στη χρησιμοποίηση ορισμένης λέξης ή λέξεων για τον προσδιορισμό της ταυτότητας και τελικά για την εξατομίκευση του συγκεκριμένου φυσικού προσώπου. Κάθε πρόσωπο είναι υποχρεωμένο να έχει όνομα για λόγους δημοσίου συμφέροντος. Το όνομα, αν και τα στοιχεία του δεν προσδιορίζονται από τον ΑΚ, πρέπει να αποτελείται τουλάχιστον από το κύριο όνομα και το επώνυμο (βλ. και ΑΚ 43 παρ.2). Με το επώνυμο το πρόσωπο διακρίνεται από τα μέλη άλλων οικογενειών ενώ με το κύριο όνομα από τα μέλη της οικογένειάς του. Αν δύο πρόσωπα έχουν το ίδιο όνομα και επώνυμο, χρησιμοποιείται ως διακριτικό και το πατρώνυμο. Το κύριο όνομα αποκτάται με την ονοματοδοσία, η οποία είναι μονομερής δικαιοπραξία καταρτιζόμενη με τη σύμπραξη δημόσιας αρχής. Η επιλογή του ονόματος είναι ελεύθερη αλλά δεν πρέπει να προσβάλλει το ηθικό, θρησκευτικό ή εθνικό συναίσθημα, την αξιοπρέπεια του ανθρώπου ή τα χρηστά ήθη. Δικαίωμα να προβεί στην ονοματοδοσία έχει αυτός που έχει την επιμέλεια του τέκνου, συνήθως οι γονείς (ΑΚ 1510) ή ένας από τους γονείς. Το κύριο όνομα μπορεί να αλλάξει με δικαστική απόφαση κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Η κτήση του επωνύμου προβλέπεται στις ΑΚ 1505, 1506 και 1563, σύμφωνα με τις οποίες το πρόσωπο αποκτά το επώνυμο κάποιου άλλου προσώπου (παράγωγη κτήση). Με το όνομα εξομοιώνεται, με ορισμένες προϋποθέσεις, το ψευδώνυμο δηλαδή μια επινοηθείσα ονομασία την οποία το πρόσωπο χρησιμοποιεί αυτοβούλως στο πλαίσιο ορισμένης δραστηριότητας αντί για το πραγματικό του όνομα. Τόσο το ψευδώνυμό όσο και το όνομα, ως στοιχεία της προσωπικότητας προστατεύονται από την ΑΚ 58 η οποία παρέχει στον προσβαλλόμενο το δικαίωμα να αξιώσει άρση της προσβολής και παράλειψής της στο μέλλον.
Το φύλο
Η διάκριση των προσώπων σε άνδρες και γυναίκες γίνεται με βάση τις διαφορές των εξωτερικών γεννητικών οργάνων. Αν ένα πρόσωπο είναι ερμαφρόδιτο, κατατάσσεται στο φύλο του οποίου τα χαρακτηριστικά υπερισχύουν. Είναι δυνατή η μεταβολή του φύλου. Σύμφωνα με το Σύνταγμα (άρθρο 4 παρ. 2) ισχύει η αρχή της ισότητας ανδρών και γυναικών.
Η συγγένεια
Είναι η έννομη σχέση που απορρέει από κοινή καταγωγή ή από γάμο ή από σύμφωνο συμβίωσης και η οποία προσδιορίζει νομικά το πρόσωπο σε σχέση με τα άλλα πρόσωπα. Η συγγένεια διακρίνεται σε εξ αίματος και σε εξ αγχιστείας (ΑΚ 1463, 1464). Συγγένεια μπορεί να ιδρυθεί και με υιοθεσία (ΑΚ 1584-1585). Μετά τον Ν. 3089/2002 για την ιατρική υποβοήθηση της ανθρώπινης αναπαραγωγής κατοχυρώθηκαν νέες μορφές συγγένειας που βασίζονται σε κοινωνικοσυναισθηματικούς δεσμούς. Συγγένεια εξ αίματος είναι ο δεσμός που θεμελιώνεται με τη γέννηση (ΑΚ 1463) και διακρίνεται σε συγγένεια σε ευθεία γραμμή στην οποία το ένα πρόσωπο κατάγεται από το άλλο πχ πατέρας με γιο και σε συγγένεια εκ πλαγίου στην οποία τα πρόσωπα χωρίς να είναι μεταξύ τους συγγενείς σε ευθεία γραμμή κατάγονται από το ίδιο πρόσωπο πχ αδέλφια. Συγγένεια εξ αγχιστείας είναι η σχέση  του συζύγου προς τους συγγενείς του άλλου. Η συγγένεια εξ αγχιστείας διατηρείται και μετά τη λύση ή την ακύρωση του γάμου, από τον οποίο δημιουργήθηκε (ΑΚ 1462 εδ. β). Συγγένεια από υιοθεσία  δημιουργείται με την τέλεση της υιοθεσίας και υπάρχει στη μεν υιοθεσία ανηλίκων μεταξύ του θετού γονέα, των συγγενών του και του θετού τέκνου (ΑΚ 1561) στη δε υιοθεσία ενηλίκων μόνο μεταξύ του θετού γονέα και του θετού τέκνου, οι οποίοι γεννήθηκαν μετά την τέλεση της υιοθεσίας (ΑΚ 1584). Για τις περιπτώσεις που ο δημιουργούμενος με την τεχνητή αναπαραγωγή γονικός δεσμός δεν έχει βιολογικό υπόβαθρο (δηλ χρήση γενετικού υλικού τρίτων προσώπων) ισχύουν ειδικές ρυθμίσεις (ν. 3089/2002) που συνδέουν νομικά το τέκνο που γεννάται όχι με τους «γενετικούς» γονείς του αλλά με αυτούς που το επιθυμούν, τους «κοινωνικούς» γονείς. Σημαντικός παράγοντας για την ίδρυση της συγγένειας δεν είναι μόνο η βιολογική καταγωγή αλλά η βούληση ορισμένων προσώπων να συνδεθούν νομικά με το τέκνο που πρόκειται να γεννηθεί (ΑΚ 1460, 1471 παρ. 2 αρ.2, 1478 παρ.2, 1479 παρ.2). Η συγγένεια έχει σημασία στο δίκαιο γιατί αφενός αποτελεί προϋπόθεση για την κτήση δικαιωμάτων ή τη δημιουργία υποχρεώσεων (πχ διατροφή, νόμιμη μοίρα, γονική μέριμνα) και αφετέρου περιορίζει ορισμένες ειδικές ικανότητες πχ κώλυμα σε γάμο ή συνδέεται με ορισμένες έννομες συνέπειες πχ ΑΚ 98,101 ακυρότητα απόφασης σωματείου που αφορά δικαιοπραξία μέλους σωματείου με εξ αίματος συγγενή του.
Η κατοικία
Είναι ο σταθερός νομικός δεσμός του προσώπου με τον τόπο της κύριας και μόνιμης εγκατάστασης του (ΑΚ 51). Ο τόπος αυτός αποτελεί το κέντρο των βιοτικών, επαγγελματικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων του. Η κατοικία συνεπώς αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο εξατομίκευσης του προσώπου. Η κατοικία διακρίνεται σε εκούσια και νόμιμη. Εκούσια κατοικία είναι αυτή που επιλέγεται με τη βούληση του προσώπου. Για να αποκτηθεί απαιτούνται δύο στοιχεία α) το πραγματικό ή υλικό στοιχείο δηλαδή πραγματική εγκατάσταση σε ένα τόπο και β) το βουλητικό δηλαδή πρόθεση χρησιμοποίησης αυτού του τόπου ως κέντρο των βιοτικών του σχέσεων. Άρα δεν υφίσταται κατοικία  αν υπάρχει μεν πραγματική εγκατάσταση σε ένα τόπο για κάποιο λόγο πχ φοιτητής από την Πάτρα εγκαθίσταται στην Αθήνα για την περίοδο των σπουδών του αλλά το πρόσωπο έχει τη βούληση να αναχωρήσει από αυτόν μετά την έκλειψη του λόγου παραμονής στον συγκεκριμένο τόπο πχ περάτωση σπουδών.  Η κτήση κατοικίας είναι οιονεί δικαιοπραξία και εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την δικαιοπρακτική ικανότητα. Νόμιμη ή αναγκαία κατοικία είναι εκείνη που αποκτάται αμέσως βάσει των διατάξεων του νόμου, ανεξάρτητα αν συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις. Νόμιμη κατοικία έχουν οι ισόβιοι δημόσιοι υπάλληλοι, δηλαδή κυρίως οι δικαστικοί λειτουργοί, τον τόπο διαμονής τους (ΑΚ 54), οι ανήλικοι την κατοικία των γονέων ή του γονέα που ασκεί την γονική μέριμνα (ΑΚ 56 παρ.1), οι ανήλικοι που τελούν υπό επιτροπεία την κατοικία του επιτρόπου και όποιοι τελούν υπό πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση την κατοικία του δικαστικού συμπαραστάτη τους (ΑΚ 56 παρ.2).
Η ιθαγένεια
Είναι ο νομικός δεσμός ενός προσώπου με ορισμένη Πολιτεία και αποτελεί σημαντικό στοιχείο εξατομίκευσης του προσώπου. Με βάση την ιθαγένεια τα πρόσωπα διακρίνονται σε ημεδαπούς (αυτοί που έχουν την ελληνική ιθαγένεια) και αλλοδαπούς (αυτοί που δεν έχουν την ελληνική ιθαγένεια). Η ιθαγένεια έχει περιορισμένη σημασία στο δικονομικό δίκαιο και ιδιαίτερη σημασία στο ιδιωτικό διεθνές δίκαιο. Η ελληνική ιθαγένεια αποκτάται με την γέννηση, με αναγνώριση, με υιοθεσία, με κατάταξη ομογενούς αλλοδαπού στις ένοπλες δυνάμεις, με πολιτογράφηση κλπ.  Από την ιθαγένεια πρέπει να διακρίνεται η εθνικότητα, η οποία αποτελεί τον πραγματικό δεσμό μεταξύ ενός προσώπου και ενός έθνους. Όσοι ανήκουν στο ίδιο έθνος λέγονται ομοεθνείς ή ομογενείς, ενώ οι άλλοι αλλοεθνείς ή αλλογενείς.
Η ηλικία
Είναι το χρονικό διάστημα που έχει περάσει από τη γέννηση του προσώπου. Με βάση την ηλικία τους τα πρόσωπα διακρίνονται σε ενηλίκους (αυτοί που έχουν συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας τους) και σε ανηλίκους (αυτοί που δεν το έχουν συμπληρώσει). Οι τελευταίου διακρίνονται σε νήπια (δεν έχουν συμπληρώσει το δέκατο έτος της ηλικίας τους) και σε κυρίως ανηλίκους (αυτοί που το έχουν συμπληρώσει). Η ηλικία έχει σημασία στο αστικό δίκαιο κυρίως για τη ρύθμιση της δικαιοπρακτικής ή αδικοπρακτικής ικανότητας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου