Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2013

ΕΝΝΟΙΑ, ΕΙΔΗ ΚΑΙ ΛΟΓΟΙ ΜΕΡΙΚΗΣ ΑΚΥΡΟΤΗΤΑΣ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΑΣ (ΣΟΣ ΓΙΑ ΠΡΑΚΤΙΚΑ)

Έννοια μερικής ακυρότητας
Ολική ακυρότητα είναι η ακυρότητα που καταλαμβάνει ολόκληρο το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας. Μερική ακυρότητα είναι η ακυρότητα μέρους μόνο του περιεχομένου της δικαιοπραξίας. Το άλλο μέρος της δικαιοπραξίας που δεν καταλαμβάνεται από τον ίδιο ή άλλο λόγο ακυρότητας είναι έγκυρο. Συνεπώς ενώ η δικαιοπραξία εδώ πάσχει από μερική ακυρότητα. Μερική ακυρότητα νοείται σε περιπτώσεις που το τμήμα της δικαιοπραξίας που δεν θίγεται από ακυρότητα μπορεί να αποτελεί ισχυρη δικαιοπραξία.
Το απλούστερο παράδειγμα είναι η σύμβαση πχ πώληση που έχει ως αντικείμενο περισσότερα πράγματα, αν η πώληση του ενός είναι άκυρη πχ περίπτωση 175, η πώληση των άλλων πραγμάτων μπορεί να είναι έγκυρη. Ακόμη σύμφωνα με το 294 δικαιοπραξία για τόσο που υπερβαίνει το ανώτατο θεμιτό όριο είναι άκυρη για "το υπερβάλλον". Η μερική ακυρότητα μπορεί όμως να αναφέρεται και στη συμφωνία με ένα από τα περισσότερα πρόσωπα που συμμετέχουν στη δικαιοπραξία πχ χρέος του Α προς τον Β εγγυώνται οι Χ και Ψ, από τους οποίους ο Ψ είναι ανίκανος.

Είδη της μερικής ακυρότητας
Διακρίνεται σε απόλυτη και σχετική. Απόλυτη μερική ακυρότητα είναι ακυρότητα μέρους της δικαιοπραξίας, την οποία μπορεί να επικαλεστεί οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον. Για παράδειγμα στην περίπτωση που η πώληση του ενός των περισσοτέρων πραγμάτων είναι άκυρη λόγω αντιθέσεως στα χρηστά ήθη, την ακυρότητα μπορούν να επικαλεσθούν όχι μόνο ο πωλητής ή ο αγοραστής αλλά και οι δανειστές τους. Η ακυρότητα αυτή τίθεται για εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος και λαμβάνεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο αν προκύπτει από τα πραγματαικά περιστατικά που έχουν υποβληθεί σε αυτό ενώ η παραίτηση από το δικαίωμα επικλήσεως της είναι άκυρη. Σχετική μερική ακυρότητα είναι η ακυρότητα μέρους της δικαιοπραξίας την οποία μπορούν να επικαλεσθούν μόνο πρόσωπα υπέρ των οποίων θεσπίζεται ή οι δανειστές τους με πλαγιαστική αγωγή (ΚπολΔ 72). Επειδή η ακυρότητα αυτή  τίθεται για εξυπηρέτηση του ιδιωτικού συμφέροντος δεν λαμβάνεται αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο αλλά πρέπει να προταθεί από τον δικαιούμενο δικαστικά ή εξώδικα. Μέχρι τότε η δικαιοπραξία παράγει όλα τα έννομα αποτελέσματά της πχ η περίπτωση που χρέος του Α προς τον Β εγγυώνται οι Χ και Ψ από τους ο Ψ δεν είχε συνείδηση των πράξεών του ή βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά την λειτουργία της βούλησής του (ΑΚ 131 παρ. 1) κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας της εγγύησης, έχουμε σχετική ακυρότητα, η οποία μπορεί να προταθεί μόνο από τον Ψ και η οποία μέχρι την επίκληση της παράγει έννομα αποτελέσματα.
Επίσης η μερική ακυρότητα μπορεί να διακριθεί σε αρχική όταν το ελάττωμα που την προκαλεί υφίσταται κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας πχ ένας από τους εγγυητές είναι δικαιοπρακτικά ανίκανος και σε επιγενόμενη όταν η ακυρότητα του μέρους επήλθε μεταγενέστερα όπως στην περίπτωση που όρος της δικαιοπραξίας ακυρώθηκε με δικαστική απόφαση λόγω πλάνης. Βέβαια όσον αφορά την εφαρμογή της ΑΚ 181 είναι αδιάφορο αν η ακυρότητα του μέρους είναι αρχική ή επιγενόμενη.

Λόγοι της μερικής ακυρότητας - παραδείγματα
Η μερική ακυρότητα μπορεί να στηρίζεται σε οποιονδήποτε λόγο ακυρότητας. Τέτοιοι λόγοι είναι η ανικανότητα για δικαιοπραξία (ΑΚ 128 επ.), η μη τήρηση του νόμιμου συστατικού τύπου (ΑΚ 159 παρ.1), τα ελαττώματα της βουλήσεως του δικαιοπρακτούντος (ΑΚ 138 εικονικότητα, αστεϊσμός), τα ελαττώματα του περιεχομένου της δικαιοοπραξίας (ΑΚ 174 η αντίθεση της δικαιοπρξίας στο νόμο, ΑΚ 178-179 η αντίθεση της δικαιοπραξίας στα χρηστά ήθη).
Έτσι για παράδειγμα στην περίπτωση που ο Α ο Β και ο Γ συνάπτουν μια εταιρεία είναι δυνατόν η εταιρική σύμβαση να είναι έγκυρη ως προς τον Β και Γ αλλά άκυρη ως προς τον Α, γιατί στερείται δικαιοπρακτικής ικανότητας είτε γιατί είναι ανήλικος (ΑΚ 128 εδ1) είτε γιατί βρίσκεται σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση (ΑΚ 128 εδ 2 134) είτε για κατά τη δεδομένη στιγμή δεν είχε συνείδηση των πράξεων του ή βρίσκεται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη βούλησή του (ΑΚ 131) είτε γιατί τελεί υπό επικουρική δικαστική συμπαράσταση και συνάπτει τη σύμβαση χωρίς τη συναίνεση του δικαστικού του συμπαραστατη (ΑΚ 129 περ 3, 433, 1683 εδ.γ., 1678 παρ. 2). Επίσης συλλογική σύμβαση εργασίας είναι άκυρη ως προς ανήλικο που συμπλήρωσε το 15ο έτος εφόσον συνάπτει τη συγκεκριμένη σύμβαση εργασίας χωρίς τη  συναίνεση των γονιών του ή των προσώπων που ασκούν την επιμέλεια του (ΑΚ 136).
Επιπλέον στην περίπτωση που ο Χ και Ψ κύριοι όμορων κτημάτων καταρτίζουν εγγράφως σύμβαση με την οποία α) ο Χ επιτρέπεται να αποθέτει τα αγριόχορτα που μαζεύει κάθε φορά όταν καθαρίζει το κτήμα του, στο κτήματου Ψ έναντι 1000 ευρώ ετησίως και β) ο Ψ πρέπει να μεταβιβάσει στον Β το ακίνητό του έναντι του τιμήματος των 500.000 ευρώ μετά την πάροδο 100 ετών, η σύμβασηη είναι άκυρη ως προς το μέρος με το οποίο ο Ψ ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει την κυριότητα του ακινήτου του στον Χ, γιατί δεν περιβλήθηκε τον νόμιμο συστατικό τύπο, ήτοι τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου (ΑΚ 159παρ.1 και 369). Τα αυτά ταύτα ισχύουν και στην περίπτωση δωρεάς περισσοτέρων του ενός πραγμάτων. Δηλαδή η σύμβαση θα είναι άκυρη για το πράγμα ως προς το οποίο δεν καταρτίστηκε συμβολαιογραφικό έγγραφο. Το ίδιο και όταν συμφωνήθηκε η πώληση ποιμνίου μαζί με τον τόπο εγκατάστασεώς του με ιδιωτικό έγγραφο. Ακόμη στην περίπτωση που περισσότεροι εγγυώνται το χρέος του Α για παράδειγμα, η σύβμαση της εγγύησης είναι άκυρη ως προς τον εγγυητή του οποίου η δήλωση δεν περιελήφθη σε ιδιωτικό έγγραφο (ΑΚ 849). Πρόκειται γαι το νόμιμο συστατικό τύπο που θα πρέπει να τηρηθεί λόγω ανάγκης προστασίας του Α. Τα ίδια ισχύουν και στην περίπτωση της αφηρημένης υπόσχεσης ή αναγνώρισης χρέους από  περισσότερους (ΑΚ 873).  Επίσης είναι δυνατό μέρος της δικαιοπραξίας να είναι εικονικό (ΑΚ 138 παρ.1) δηλαδή η αμοιβαία συμφωνία των μερών να μην έχει γίνει στα σοβαρά, αλλά φαινομενικά ως προς ένα τμήμα της πχ ο Α πωλεί και μεταβιβάζει 2 ακίνητα  αξίας στον  στον γιό του Β εκ των οποίων το ένα εικονικά είτε προς καταδολίευση των δανειστών του (απόλυτη εικονικότητα) είτε για να καλύψει δωρεά προς το σκοπό αποφυγής του βαρύτερου φόρου δωρεάς (σχετική εικονικότητα).  Η εικονική δικαιοπραξία της πώλησης είναι άκυρη ως εικονική ενώ η καλυπτόμενη δικαιοπραξία της δωρεάς είναι έγκυρη υπό την προϋπόθεση ότι οι συμβαλλόμενοι ήθελαν την δωρεά και τηρήθηκε ο συμβαολαιογραφικός τύπος (ΑΚ 138 παρ. 2 και 498). Περίπτωση δε που εμφανίζεται συχνά στην πράξη είναι η πώληση ακινήτου με συμβολαιογραφικό έγγραφο στο οποίο αναγράφεται - για λόγους φοροδιαφυγής - τίμημα μικρότερο από το συμφωνηθέν. Κατά μία άποψη η εμφανιζόμενη πώληση είναι άκυρη ως εικονική (ΑΚ 138 παρ. 1). Άκυρη επίσης, είναι και η καλυπτόμενη πώληση με το πραγματικό τίμημα αφού η συμφωνία για το τίμημα αυτό δεν έχει περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου. Κατά άλλη ορθότερη άποψη η σύμβαση είναι άκυρη ως εικονική  (ΑΚ 138 παρ. 1). Η καλυπτόμενη πώληση με το μεγαλύτερο τίμημα είναι έγκυρη, αλλά μόνο για το τίμημα που αναγράφεται στο συμβόλαιο. Διότι η πραγματικά ηθελημένη δικαιοπραξία με το μεγαλύτερο τίμημα υποβλήθηκε εν μέρει στον προσήκοντα τύπο και είναι ως προς αυτό το τμήμα έγκυρη (ΑΚ 138 παρ.2), θα συμπαρασύρονταν και αυτό το τμήμα σε ακυρότητα μόνο υπό τους όρους της ΑΚ 181. Τέλος στην περίπτωση της κρυψιβουλίας ή αστεϊσμού, αναφορικά με τμήμα μόνο της δικαιοπραξίας η μερική ακυρότητα επέρχεται εφόσον ο αποδέκτης της δηλώσεως διέγνωσε την επιφύλαξη ή τον αστεϊσμό του δηλούντος.
Εν συνεχεία, μπορεί μέρος της δικαιοπραξίας να αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη νόμου όπως πχ στην περίπτωση που ο Α δάνεισε ένα χρηματικό ποσό στον Β με ετήσιο τόκο 50% ενώ το ανώτερο ετήσιο ποσοστό του δικαιοπρακτικού τόκου που καθορίζεται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα είναι 9,25% ετησίως (αρ. 3 παρ. 2 Ν 2842/2000), Συνεπώς, ενόψει της ΑΚ 294 όπου κάθε δικαιοπραξία για τόκο που υπερβαίνει το ανώτατο θεμιτό όριο είναι άκυρη ως προς το επιπλέον, ο όρος σχετικά με τον τόκο του δανείου είναι άκυρος ως προς το περαν το επιτρεπόμενο ύψος επιτόκιο. Εδώ δεν ανατρέπεται όλη η δικαιοπραξία αλλά κατά το μέρος που συμφωνήθηκε τόκος που υπερβαίνει το ανώτατο θεμικό όριο. Τα ίδια ισχύουν και στην περίπτωση που έχει περιληφθεί, στη σύμβαση συμφωνία περί μη ευθύνης ενέκα δόλου ή βαριάς αμέλειας (ΑΚ 332 παρ. 1). Ο όρος αυτός είναι άκυρος, αλλά δεν επηρεάζεται εκ της ακυρότητας το λοιπό μέρος της σύμβασης. Το ίδιο και αν και σε σύσταση ενεχύρου περιελήφθη η κατά την ΑΚ 1239 απαγορευμένη συμφωνία να περιέρχεται το ενέχυρο στον δανειστή, αν δεν ικανοποιηθεί εμπρόθεσμα.
Επισης είναι δυνατό η μερική ακυρότητα να οφείλεται στο ότι μέρος της δικαιοπραξίας προσκρούει στις ΑΚ 175-177 με τις οποίες θεσπίζονται απαγορεύσεις διαθέσεως. Έτσι για παράδειγμα στην περίπτωση που ο Χ πουλά στον Ψ την κυριότητα ενός πράγματος και την επικαρπία ενός άλλου, η πώληση είναι άκυρη ως προς το τμήμα της που αφορά την πώληση της επικαρπίας του ενός πράγματος ενόψει της απόλυτης απαγόρευσης διάθεσης που τίθεται στην ΑΚ 1166 με την οποία θεσπίζεται το αμεταβίβαστο της επικαρπίας. Ακόμη αν ο πατέρας Α πουλήσει στον Τ το οικόπεδο που κληροδότησε σε αυτόν και στον γιο του Β η σύζυγος του Σ χωρίς να ζητήσει την άδεια του δικαστηρίου (1526 ΑΚ) η πώληση θα είναι άκυρη ως προς το μερίδιο των 3/4 του ανηλίκου. Πρόκειται για περίπτωση σχετικής απαγόρευσης διαθέσεως εκ του νόμου που έχει ταχθεί για την προστασία ορισμένων προσώπων. Από το συνδυασμό των διατάξεων 1526, 175ΑΚ προκύπτει ότι ο νομοθέτης δεν θέλει να εκποιούνται περιουσιακά στοιχςεία των ανηλίκων και κυρίως τα ακίνητα χωρίς έλεγχο του λόγου και της σκοπιμότητας της διάθεσης από το δικαστήριο, ακόμη και στην περίπτωση που η εκποίηση διενεργείται από τους γονείς του ανηλίκου που ασκούν την γονική μέριμνα . Τα ίδια ισχύουν και στην απαγόρευση  διάθεσης έχει ταχθεί υπέρ ορισμένου προσώπου με δικαστική απόφαση.
Επιπλέον μέρος της δικαιοπραξίας μπορεί να αντίκειται στα χρηστά ήθη (ΑΚ 178) με γνώμονα τις αντιλήψεις του μέσου χρηστού και υγιώς σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου. Πρόκειται για κρίση που ελέγχεται κάθε φορά από το δικαστήριο και υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο του Αρείου Πάγου. Έτσι είναι ακυρη η ρήτρα αγαμίας σε μια σύμβαση εργασίας και δεν επισύρει την ακυρότητα ολόκληρης της δικαιοπραξίας, ακόμη και αν τα μέρη απέδωσαν αποφασιστική σημασία στην ρήτρα. Η ακυρότητα της ρήτρας αποσκοπεί στην παρεμπόδιση επεμβάσεως του εργοδότη στις προσωπικές νομικές σχέσεις του εργαζομένου ως έκφραση της προστασίας της προσωπικότητας του εργαζομένου (ΑΚ 57). Η ολική ακυρότητα και η απώλεια της εργασίας θα ερχόταν σε αντίφαση με την ανωτέρω προστασία της προσωπικότητας του εργαζομένου. Επίσης, η συμφωνία γιατρού και ασθενή περί  υποβολής του τελευταίου σε εγχείρηση, συνοδευόμενη από υπόσχεση ευθανασίας σε περίπτωση που η εγχείρηση αποδείξει το ανίατο της ασθένειας είναι άκυρη μόνο ως προς το δεύτερο σκέλος. Κατά τον ίδιο τρόπο η συμφωνία περί μη ασκήσεως του επαγγέλματος του χρυσοχόου με αληθινά ή με μη γνήσια κοσμήματα σε ορισμένο τόπο κρίνεται ισχυρή μόνο ως προς τα μη γνήσια κοσμήματα.
Τέλος, μερική ακυρότητα δεν αποκλείεται και στην περίπτωση των αισχροκερδών διακιοπραξιών (ΑΚ 179). Η δικαιοπραξία θα είναι τότε έγκυρη κατά το μέρος γαι το οποίο θα υπάρχει αναλογία παροχής και αντιπαροχής και άκυρη μόνο για το υπερβάλλον. Ο κερδοσκοπών δύσκολα θα μπορεί στην περίπτωση αυτή να επικαλεσθεί κατά εφαρμογή της ΑΚ 181 ολική ακυρότητα. Συνεπώς, αν ο Γ πωλήσει στον Δ 2 γλυπτά, εκ των οποίων το ένα για 80.000 ευρώ, ενώ η αγοραία αξία του δεν υπερβαίνει τα 10.000 ευρώ, εκμεταλλευόμενος την απειρία του Δ, τότε η πώληση θα είναι άκυρη ως προς το ένα γλυπτό.

Δεν υπάρχουν σχόλια: