Δευτέρα, 26 Αυγούστου 2013

Η ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΤΟ ΕΓΚΛΗΜΑ ΩΣ ΕΙΔΙΚΗ ΜΟΡΦΗ ΕΜΦΑΝΙΣΗΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ - Σημειώσεις από ΚΩΣΤΑΡΑ



Έννοια της συμμετοχής στο έγκλημα
Με την πλατειά έννοια του όρου έχουμε σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία το έγκλημα δεν είναι έργο ενός μόνο ανθρώπου αλλά προϊόν της δράσης περισσοτέρων προσώπων.
Με τη συμμετοχή το θέατρο του παραλόγου που λέγεται έγκλημα παύει να είναι μονόπρακτο και μετατρέπεται σε πολύπρακτο και πολυπρόσωπο έργο αφού στη παράσταση συμμετέχει όλος ο θίασος με τους πρωταγωνιστές, τους δευτεραγωνιστές, τους κομπάρσους και πάνω από όλα βέβαια τους σκηνοθέτες και τους σεναριογράφους του.
Η συμμετοχή ρυθμίζεται με το αρ. 45 επ. ΠΚ.

Είδη ή μορφές της συμμετοχής με την πλατειά έννοια
Έχουμε δύο μεγάλες κατηγορίες συμμετοχής στο έγκλημα:
  1. Τις κύριες ή αυτοτελής μορφές συμμετοχής.
·            Η άμεση αυτουργία
·            Η έμμεση αυτουργία
·            Η συναυτουργία
  1. Οι εξαρτημένες μορφές συμμετοχή ή συμμετοχή με τη στενή έννοια
·            Η ηθική αυτουργία
·            Η συνέργεια

Η αυτουργία
Η αυτουργία εμφανίζεται σε δύο μορφές. Με τη μορφή της άμεσης αυτουργίας και τη μορφή της έμμεσης αυτουργίας.
Άμεση ή φυσική αυτουργία
Έχουμε σε κάθε περίπτωση κατά την οποία ο δράστης με δική του πράξη ή παράλειψη πραγματώνει ολικά ή μερικά την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος.
Πχ πυροβολεί κάποιος και σκοτώνει το θύμα, σηκώνει το χέρι ο δράστης και χαστουκίζει κάποιον που τον πρόσβαλε, η μητέρα αδιαφορεί για τον υψηλό πυρετό του παιδιού της, το οποίο πεθαίνει μετά από δύο μέρες από πολυομυελίτιδα, ο κολυμβητής αδιαφορεί στις κλήσεις βοήθειας του πνιγόμενου.
Την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος ο δράστης μπορεί να την επιφέρει είτε με τα ίδια του τα χέρια, είτε με τη χρησιμοποίηση της τεχνολογίας ή των φυσικών δυνάμεων ή της δύναμης ενός ζώου πχ επίθεση με σκύλο είτε ακόμη με τη χρησιμοποίηση της ακούσιας μυικής ενέργειας ή αδράνειας ενός άλλου ανθρώπου πχ σπρώξιμο κάποιου που παρασύρει στο γκρεμό και σκοτώνει έναν άλλον.
Έμμεση αυτουργία
Έχουμε στην περίπτωση κατά την οποία ο δράστης διαπράττει το έγκλημά του χρησιμοποιώντας ως όργανό του ένα άλλο πρόσωπο του οποίου η συμπεριφορά είναι ενταγμένη στους εγκληματικούς σκοπούς του δράστη.
Αυτό συμβαίνει σε τρεις κατηγορίες περιπτώσεων:
·            Όταν ο παρεμβαλλόμενος παραπλανάται ή εξαναγκάζεται σε αυτοκαστροφική ενέργεια ή είναι ακαταλόγιστο πρόσωπο εξωθούμενο σε αυτοκτονία
·            Όταν η πράξη του παρεμβαλλόμενου προσώπου είναι μεν άδικη αλλά αίρεται τελικά ο άδικος χαρακτήρας της πράξης αυτής με κάποιον από τους λόγους που είδαμε πιο πάνω
·            Όταν ο δράστης ενός γνήσιου ιδιαιτέρου εγκλήματος εμφανίζεται ως συμμέτοχος και ο παρεμβαλλόμενος που δεν έχει την ιδιότητα ως φυσικός αυτουργός (αρ. 49 παρ 1 εδ.β ΠΚ)
(α) Χαρακτηριστικό γνώρισμα της πρώτης κατηγορίας είναι η εκμετάλλευση εκ μέρους του δράστη της πλάνης, της αδυναμίας άλλης επιλογής ή της ανικανότητας για καταλογισμό του προσώπου που χρησιμοποιεί  για να πετύχει με έμμεσο τρόπο τα σχέδιά του.
Πχ ο ηλεκτρολόγος Α και Β έχουν αναλάβει την καλωδίωση  μιας οικοδομής, ο Β τον ρωτάει αν έχει κατεβάσει τον διακόπτη και ο Α που θέλει να τον θανατώσει λέει ναι. Τον Β τον χτυπάει το ρεύμα και θανατώνεται. Ο Α είναι έμμεσος αυτουργός της ανθρωποκτονίας του Β. Τον σκότωσε με πλάγιο τρόπο.  Μπορούσε να τον πυροβολήσει ή να τον μαχαιρώσει αλλά διάλεξε τον έμμεσο τρόπο που δημιουργεί μια θολούρα (δεν ήξερε, νόμιζα ότι κλπ) μέσα από την οποία ελπίζει να διαφύγει την τιμωρία ο δράστης..
Πχ ο Μ εξαναγκάζει τον Ν με την απειλή περιστρόφου να πέσει στη θάλασσα με τους καρχαρίες ή να πετάξει το ρολόι του στη θάλασσα. Ο Ν δεν έχει άλλη επιλογή κάνει ότι του λένε. Ο Μ είναι έμμεσος αυτουργός  των σχετικών εγκλημάτων (ανθρωποκτονίας ή σωματικής βλάβης και φθοράς ξένης ιδιοκτησίας).
(β) Σε αυτή την κατηγορία της έμμεσης αυτουργίας εντάσσονται λ.χ.  οι περιπτώσεις της προσταγής  του 21 ΠΚ και της υπαίτιας κατάστασης άμυνας του 24 ΠΚ. Στην προσταγή αν ο αποδέκτης αυτής καλύπτεται πλήρως από τις προϋποθέσεις του αρ. 21 ΠΚ, τότε για αυτόν μεν αίρεται τελικά ο άδικος χαρακτήρας της πράξης του, ως αυτουργός όμως της πράξης αυτής τιμωρείται εκείνος που έδωσε την προσταγή.  Μιλώντας εδώ το αρ. 21 ΠΚ για αυτουργό εννοεί τον έμμεσο αυτουργό. Ανάλογα ισχύουν και στην υπαίτια κατάσταση άμυνας αρ. 24 ΠΚ την οποία σκηνοθετεί μεταξύ τρίτων ο δράστης και η οποία στοχεύει στη θανάτωση εκείνου που επιτέθηκε από τον αμυνόμενο, ο οποίος χρησιμοποιείται ως όργανο του δράστη.
Πχ ο Α θέλει να θανατώσει τον Β λόγω κτηματικών διαφορών όμως θέλει να γίνει με συγκαλυμμένο τρόπο και κάποια στιγμή στο καφενείο παρακινεί τον Β να επιτεθεί στον Γ και στη συνέχεια βρίσκει τον Γ και τον ειδοποιεί για τις προθέσεις του Β και τον παρακινεί ή τον βοηθά στα πλαίσια της άμυνας του να σκοτώσει τον Β. Ο Α είναι έμμεσος αυτουργός της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως του Β, την οποία τέλεσε χρησιμοποιώντας ως όργανό του τον Γ του οποίου η πράξη (θανάτωση του Β στα πλαίσια της άμυνας) δεν είναι τελικά άδικη.
(γ) Στα γνήσια ιδιαίτερα εγκλήματα η ιδιότητα που απαιτεί ο νόμος από τον δράστη, θεμελιώνει τον αξιόποινο χαρακτήρα της πράξης. Επομένως όποιος δεν έχει την ιδιότητα  που θέλει ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δε μπορεί να τιμωρηθεί ως αυτουργός του εγκλήματος, αλλά μόνο ως συμμέτοχος αυτού με τη στενή έννοια, μόνο δηλ. ως ηθικός αυτουργός ή ως συνεργός του συγκεκριμένου εγκλήματος.
Μερικές φορές κάποιος που έχει την ιδιαίτερη ιδιότητα και συνεπώς μπορεί να είναι δράστης  του σχετικού γνήσιου ιδιαίτερου εγκλήματος για τους δικούς του λόγους, βάζει έναν άλλον, που δεν έχει αυτή την ιδιότητα να τελέσει το έγκλημα. Ο ουσιαστικός ρόλος του δράστη είναι ο ρόλος του έμμεσου αυτουργού.
Πχ ο αστυνομικός Α βάζει κάποιον να δείρει τον κρατούμενο για να μιλήσει,  στην προκειμένη περίπτωση έχουμε κατάχρηση εξουσίας κατά άρθρο 239 ΠΚ και ο αστυνομικός είναι έμμεσος αυτουργός.
Αν την ιδιαίτερη ιδιότητα  την έχουν όλοι οι συντελεστές του εγκλήματος δηλ. και ο φυσικός αυτουργός και ο συμμέτοχός του με τη στενή έννοια τότε ο τελευταίος θα είναι κανονικά συμμέτοχος δηλ. ηθικός αυτουργός ή συνεργός στο σχετικό γνήσιο ιδιαίτερο έγκλημα. Πχ ο αστυφύλακας Α προκαλεί την απόφαση ή βοηθάει τον συνάδελφό του Β να κακοποιήσει τον κρατούμενο Κ. Εδώ και ο Α είναι αντίστοιχα ηθικός αυτουργός ή συνεργός του Β στο έγκλημα του αρ. 239 ΠΚ διότι και ο Β έχει την ιδιαίτερη ιδιότητα που θέλει ο νόμος.
Η έμμεση αυτουργία αποκλείεται στα λεγόμενα ιδιόχειρα ή σωματοπαγή εγκλήματα τα οποία μπορούν να τελεστούν μόνο με τις σωματικές  δυνάμεις του ιδίου του δράστη πχ η αιμομιξία 345 ΠΚ, η ψευδορκία 224 ΠΚ κλπ. Το παρεμβαλλόμενο σε ένα ιδιόχειρο έγκλημα πρόσωπο ή έχει την ιδιότητα, που χαρακτηρίζει το έγκλημα αυτό, οπότε είναι φυσικός αυτουργός του, ή δεν την έχει την ιδιότητα αυτή, οπότε είναι συμμέτοχος αυτού με τη στενή έννοια του όρου δηλ. ηθικός αυτουργός ή συνεργός.

Η συναυτουργία
Στην συναυτουργία η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος δεν πραγματώνεται από ένα άτομο όπως γίνεται στην φυσική αυτουργία, αλλά από την μυική ενέργεια ή αδράνεια δύο ή περισσοτέρων ατόμων. Την έννοια της συναυτουργίας μας τη δίνει το άρθρο 45 ΠΚ όπου μας λέει  ότι αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός.
Δύο είναι τα δομικά στοιχεία της συναυτουργίας:
·            Ένα αντικειμενικό, που είναι η συνεκτέλεση ή η αντικειμενική σύμπραξη των περισσοτέρων προσώπων
·            Ένα υποκειμενικό που είναι η συναπόφαση ή ο κοινός δόλος των συμπρατόντων
(α) Συνεκτέλεση σημαίνει συμπραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος από  τα δύο ή περισσότερα πρόσωπα. Η συνεκτέλεση αυτή μπορεί να γίνει με τους ακόλουθους τρόπους:
Πρώτον, με τη μορφή της ταυτόχρονης  συμπραγμάτωσης της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος από όλους μαζί τους συναυτουργούς πχ όλοι μαζί μαχαιρώνουν το θύμα ή ξυλοκοπούν κάποιον.
Δεύτερον, με τη μορφή της εν μέρει πραγμάτωσης της αντικειμενικής υπόστασης, του εγκλήματος στα πλαίσια της κατανομής των εγκληματικών ρόλων μεταξύ των συναυτουργών. Η μορφή αυτής της συνεκτέλεσης μπορεί να εμφανισθεί τόσο στα απλά, όσο και στα σύνθετα αλλά και στα πολύτροπα ή μικτά εγκλήματα.  Πχ ο Α αφαιρεί το πράγμα, ο Β το μεταφέρει γιατί είναι βαρύ. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που δύο εγγονοί συνεννοημένοι ρίχνουν ορισμένη δόση δηλητηρίου στον παππού για να πεθάνει. Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε τμηματική συνεκτέλεση στο απλό έγκλημα της κλοπής και της ανθρωποκτονίας αντίστοιχα.
Σε μια ληστεία ο ένας ληστεύει και ο άλλος σκοτώνει, έχουμε τμηματική συνεκτέλεση στο σύνθετο έγκλημα όπου ο ένας συναυτουργός εκτελεί τη μία πράξη και ο άλλος την άλλη.  Ανάλογα ισχύουν στο πολύπρακτο έγκλημα του βιασμού όπου ο ένας ασκεί σωματική βία (κρατά τα χέρια της κοπέλας) και ο άλλος επιτελεί την εξώγαμη συνουσία.
Η συνεκτέλεση μπορεί να γίνει τόσο με μυική ενέργεια όσο και με μυική αδράνεια. Δηλαδή και στα εγκλήματα ενέργειας αλλά και στα εγκλήματα γνήσιας και μη γνήσιας παράλειψης.
Πχ οι γονείς του παιδιού αποφασίζουν να το αφήσουν να πεθάνει. Έχουμε συνεκτέλεση με μυική αδράνεια εκ μέρους των γονέων οι οποίοι ευθύνονται τελικά ως συναυτουργοί ανθρωποκτονίας με πρόθεση που τελέστηκε με μη γνήσια παράλειψη.
Πχ δύο κυνηγοί με τη βοήθεια των οποίων θα μπορούσε να σωθεί ένας πεισμένος ορειβάτης τον αφήνουν να πεθάνει, έχουμε συνεκτέλεση με μυική αδράνεια των κυνηγών, που οδηγεί στην κατά συναυτουργία τέλεση του εγκλήματος της γνήσιας  παράλειψης λύτρωσης από κινδύνου ζωής 307 ΠΚ.
Τίθεται το ερώτημα αν θα τιμωρηθεί ως συναυτουργός του εγκλήματος  ο δράστης που πλήρωσε μέρος της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος που στην αρχή υπήρχε μόνο ένας αυτουργός. Κατά την ορθότερη άποψη, ο δράστης πρέπει να τιμωρηθεί ως συναυτουργός ολόκληρου του εγκλήματος.
Συνεκτέλεση που άρχισε από όλους τους συναυτουργούς αλλά δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί δημιουργεί ευθύνη για συναυτουργία σε απόπειρα του σχετικού εγκλήματος.
Ανάλογα ισχύουν και για την συνεκτέλεση που αφορά σε συμμετοχική πράξη. Είναι δηλ. δύο ή περισσότερα πρόσωπα να βάλουν κάποιον να τελέσει ένα έγκλημα, είναι συναυτουργοί με τη στενή έννοια δηλ. αντίστοιχα ηθικοί αυτουργοί ή συνεργοί κατά συναυτουργία στο έγκλημα που τελέσθηκε.
(β) Η συναπόφαση ή κοινός δόλος στη συναυτουργία είναι δόλος με διπλό περιεχόμενο.
Για να υπάρχει συναπόφαση ή κοινός δόλος πρέπει κάθε συναυτουργός
·            Να γνωρίζει και να θέλει να διαπράξει το συγκεκριμένο έγκλημα
·            Να γνωρίζει και να θέλει να διαπράξει το έγκλημα αυτό ενώνοντας τις δυνάμεις του με έναν άλλο ή άλλους που έχουν και αυτοί αντίστοιχο δόλο γνωρίζουν δηλ. και θέλουν και αυτοί να διαπραχθεί το συγκεκριμένο έγκλημα και επίσης γνωρίζουν και θέλουν να το διαπράξουν μαζί με τον άλλον ή τους άλλους.
Είναι αδιάφορο αν τα δύο ή περισσότερα πρόσωπα που συναποφασίζουν γνωρίζονται μεταξύ τους ή είναι εντελώς άγνωστοι. Επίσης πρέπει να υπογραμμισθεί ότι αν το έγκλημα απαιτεί ορισμένου βαθμού δόλο ας πούμε δόλο σκοπού ή αναγκαίο δόλο, τότε είναι απαραίτητο ο καθένας από τους περισσότερους δράστες να έχει αυτό τον βαθμό δόλου, διαφορετικά δεν στοιχειοθετείται και πάλι η συναπόφαση.
Συνήθως η συναπόφαση λαμβάνεται  στα πλαίσια κάποιας προηγούμενης συνεννόησης. Αν δεν υπάρχει γίνεται λόγος για τυχαία ή περιστασιακή συναπόφαση και κατά επέκταση συναυτουργία.
Πχ οι Α και Β πηγαίνοντας προς το καφενείο μαθαίνουν ότι ο Γ τους κακολογούσε και έτσι χωρίς καμία συνεννόηση μπαίνουν στο καφενείο και αρχίζουν να γονθροκοπούν τον Γ.
Η συναπόφαση προσδιορίζει και το πλαίσιο της ποινικής ευθύνης των συναυτουργών οι οποίοι τιμωρούνται μόνο για εκείνο, που συναποφάσισαν και συνεκτέλεσαν. Αν διαπραχθεί κατ’ υπέρβαση και κάποιο άλλο έγκλημα από έναν από τους δράστες τότε την ποινική ευθύνη την έχει αποκλειστικά εκείνος που το διέπραξε.
Πχ οι Α και Β συναποφασίζουν να ξυλοκοπήσουν τον Γ, ο Α όμως του κλέβει και το πορτοφόλι, οι Α και Β ευθύνονται για σωματική βλάβη κατά συναυτουργία αλλά μόνο ο Α  έχει αποκλειστική ευθύνη για τη κλοπή ως φυσικός αυτουργός.
Στα εκ του αποτελέσματος χαρακτηριζόμενα εγκλήματα το επερχόμενο βαρύτερο αποτέλεσμα χρεώνεται κατά την ορθότερη άποψη και στους δύο συναυτουργούς, έστω  και αν προήλθε από την ενέργεια του ενός μόνο, υπό την προϋπόθεση όμως ότι υπήρχε αμέλεια και των δύο ως προς το επελθόν βαρύτερο αποτέλεσμα. Διαφορετικά η ευθύνη για το βαρύτερο αποτέλεσμα ανήκει σε εκείνον από την αμέλεια του οποίου επήλθε. Πχ οι Α και Β συναποφασίζουν να ληστέψουν μια τράπεζα, κατά τη διάρκεια της ληστείας ο Α ξυλοκόπησε τον ταμία μέχρι θανάτου, κανονικά ο Β θα τιμωρηθεί για κανονική ληστεία ενώ ο Α για θανατηφόρο ληστεία. Υπάρχει όμως και η άποψη ότι και οι δύο πρέπει να τιμωρηθούν για θανατηφόρο ληστεία.

Πότε αποκλείεται η συναυτουργία
Η συναυτουργία αποκλείεται καταρχάς όταν λείπει ένα από τα δύο συστατικά της στοιχεία είτε το υποκειμενικό (συνεκτέλεση) είτε το αντικειμενικό (συναπόφαση).
Για να έχουμε συναυτουργία πρέπει απαραίτητα δύο ή περισσότερα πρόσωπα να συνεκτελούν και να συναποφασίζουν.
Αν υπάρχει συναπόφαση χωρίς συνεκτέλεση δεν έχουμε συναυτουργία.
Αν υπάρχει συνεκτέλεση χωρίς συναπόφαση μιλάμε για παραυτουργία η οποία δεν αποτελεί μορφή συμμετοχής. Πχ ο Κ ληστεύει ένα κοσμηματοπωλείο, την ίδια ακριβώς στιγμή ο περαστικός Π βλέπει ανοιχτή την πόρτα και κλέβει και αυτός κάτι, είναι και οι δύο παραυτουργοί κλοπής
Η συναυτουργία αποκλείεται και στις παρακάτω περιπτώσεις:
·            Στα ιδιόχειρα ή σωματοπαγή εγκλήματα  εκτός αν αυτά έχουν τον χαρακτήρα του σύνθετου  με την πλατειά έννοια εγκλήματος οπότε η μη σωματοπαγής πράξη μπορεί να τελεσθεί από οποιονδήποτε. Πχ βιασμός 336 ΠΚ όπου ο ένας ασκεί σωματική βία και ο άλλος επιτελεί εξώγαμη συνουσία.
·            Στα γνήσια  ιδιαίτερα εγκλήματα για εκείνον που δεν έχει την απαιτούμενη από το νόμο ιδιότητα. Πχ ένας αστυνομικός και ένας ιδιώτης δεν μπορούν να είναι και οι δυο συναυτουργοί κατάχρησης εξουσίας 239 ΠΚ.
·            Στα μη γνήσια ιδιαίτερα εγκλήματα συναυτουργία είναι δυνατή, μόνο που αλλάζει το πλαίσιο ποινικής μεταχείρισης του συναυτουργού ο οποίος δεν έχει τη σχετική ιδιότητα.

Η ποινική μεταχείριση των συναυτουργών
Κάθε συναυτουργός τιμωρείται κατ’ 45 ΠΚ ως αυτουργός της πράξης. Και είναι φυσικό να διαφοροποιείται το τελικό μέγεθος ποινής για κάθε συναυτουργό πχ ο ένας μπορεί να το κάνει για πρώτη φορά, ο άλλος συνέχεια κλπ.

Συμμετοχή με τη στενή έννοια
Για να έχουμε συμμετοχή με τη στενή έννοια πρέπει να υπάρχει ένας φυσικός αυτουργός ο οποίος να τελεί ή να αποπειράται να τελέσει μια τελικά άδικη πράξη. Αν δεν υπάρχει φυσικός αυτουργός είναι αδύνατη η συγκρότηση συμμετοχής με τη στενή έννοια.
Η ηθική αυτουργία
Ο ηθικός αυτουργός τιμωρείται επειδή συμβάλλει με τη συμπεριφορά του στην τέλεση από κάποιον άλλο μιας τελικά άδικης πράξης.
Την έννοια την ορίζει το 46 παρ 1 στοιχ α ΠΚ όπου ηθικός αυτουργός είναι όποιος με πρόθεση προκάλεσε  σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε.
Για να έχουμε ηθική αυτουργία χρειαζόμαστε:
·            Στην αντικειμενική της πλευρά την πρόκληση της απόφασης και την τέλεση ή την αρχή εκτέλεσης της πράξης.
Ø      Πρόκληση της απόφασης στον φυσικό αυτουργό να τελέσει το έγκλημα που διέπραξε.  Πρόκληση σημαίνει επενέργεια στη βούληση του άλλου και διαμόρφωση του περιεχομένου της κατά τις υποδείξεις  εκείνου που επενεργεί. 
Δεν έχουμε πρόκληση της απόφασης αν ο Α έστειλε τον Β σπίτι του λέγοντας του ότι τον περιμένει μια έκπληξη και εννοεί τη γυναίκα του Β με τον εραστή της. Ο Β βλέποντας τους σκοτώνει τη γυναίκα του. Ο Α δεν τον έστειλε να σκοτώσει τη γυναίκα του.
Είναι αδιάφορος ο τρόπος με τον οποίο προκαλείται η απόφαση στον φυσικό αυτουργό. Έτσι είναι δυνατή λχ η πρόκληση της απόφασης με απειλές προς τον φυσικό αυτουργό πχ αν δεν το κάνεις θα σε καταγγείλω κλπ ή με υποσχέσεις πχ θα σου δώσω τόσα αν το κάνεις είτε με συμβουλές ή προτροπές πχ νομίζω ότι πρέπει να το κάνεις  για να ξεπλύνεις την τιμή σου κλπ.  
Περιεχόμενο της απόφασης στο αρ. 46 παρ 1 στοιχ α ΠΚ είναι η μυική δηλ. ενέργεια ή αδράνεια στην οποία πρέπει να προβεί ο φυσικός αυτουργός και η οποία πρέπει να αποτελεί τελικά άδικη πράξη, χωρίς να μας ενδιαφέρει η βουλητική στάση του φυσικού αυτουργού απέναντι στη συγκεκριμένη μυική ενέργεια ή αδράνειά του. Επομένως στην έννοια της απόφασης δεν εμπεριέχεται και ο δόλος του φυσικού αυτουργού όπως εσφαλμένα υποστηρίζει μια αντίθετη άποψη επηρεασμένη από τη θεωρία της πράξης ως σκόπιμης δράσης.
Ηθική αυτουργία είναι δυνατή και όταν ακόμη ο φυσικός αυτουργός ενεργεί από αμέλεια. Πχ ο γιατρός Ν δίνει στη νοσοκόμα Α μια ένεση με δηλητήριο να κάνει σε ένα ασθενή που είναι βαθύπλουτος και έχει δεχθεί πρόταση από τους κληρονόμους, η νοσοκόμα κάνει την ένεση και ο ασθενής πεθαίνει. Ο γιατρός θα τιμωρηθεί για ηθική αυτουργία ανθρωποκτονίας με πρόθεση ενώ η νοσοκόμα που βρισκόταν σε πραγματική πλάνη και εφόσον αποδειχθεί αυτό σε ανθρωποκτονία από χωρίς συνείδηση αμέλεια 302 ΠΚ.
Η σχετική απόφαση πρέπει να αναφέρεται σε συγκεκριμένο δράστη, σε δράστη δηλ. που προσδιορίζεται ατομικά ή μπορεί να προσδιορισθεί μέσα από ένα στενό κύκλο προσώπων με δυνατότητα προσωπικής επικοινωνίας μεταξύ τους. Ο συγκεκριμένος αυτός δράστης πρέπει ακόμη να καθοδηγείται στη διάπραξη συγκεκριμένου εγκλήματοςπχ να σκοτώσεις τον τάδε. Αν μάλιστα η διάπραξη του εγκλήματος τοποθετείται σε ορισμένες ρητά ή λογικά καθορισμένες βιοτικές συνθήκες τότε ο φυσικός αυτουργός δεν πρέπει να ξεπεράσει τις συνθήκες αυτές γιατί τότε δεν έχουμε ηθική αυτουργία πχ ο Α υποδυκνύει στον Β να πέσει με το αυτοκίνητό του πάνω στον Γ ποδοσφαιριστή για να μη παίξει στον τελικό τελικά ο Β τον σκοτώνει μετά τον τελικό. Ο Α δεν θα κατηγορηθεί για ηθική αυτουργία.
Αν ο φυσικός αυτουργός δεν είναι ένα συγκεκριμένο πρόσωπο αλλά κάποιος από το πλήθος στο οποίο απευθύνεται ο ομιλητής, δεν υπάρχει ηθική αυτουργία. Το ίδιο ισχύει αν το έγκλημα που πρόκειται να διαπράξει ο φυσικός αυτουργός δεν είναι συγκεκριμένο.
Ø      Τέλεση ή αρχή εκτέλεσης της πράξης.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλώ τα σχόλια σας να μην θίγουν ούτε να προσβάλλουν τον συνομιλητή τους. Σε αυτό το blog ερχόμαστε μόνο να πάρουμε γνώση και να πετύχουμε τους στόχους μας!