Κυριακή, 5 Αυγούστου 2012

ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ - ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ – Φ. ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ
ΚΑΤΑΤΑΚΤΗΡΙΕΣ ΝΟΜΙΚΗΣ 2012-2013

ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ
Η δομή του κανόνα δικαίου
Οι κανόνες δικαίου εκφέρονται με δύο προτάσεις, μία δευτερεύουσα υποθετική και μια κύρια. Η δευτερεύουσα υποθετική καλείται πραγματικό, η κύρια πρόταση έννομη συνέπεια ή κύρωση. Αν συμβεί το τάδε (πραγματικό) τότε θα επέλθει το δείνα (έννομη συνέπεια). Ο κανόνας αυτός καλείται τέλειος (lex perfecta).
Υπάρχουν κανόνες που δεν προβλέπουν έννομη συνέπεια. Οι κανόνες αυτοί καλούνται ατελείς (leges imperfectae).
Κύρωση και ευθύνη
Οι έννομες συνέπειες των κανόνων καλούνται και κυρώσεις. Η κύρωση ετυμολογικά από το κύρος σημαίνει αξία. Το ότι η κύρωση είναι η απαξία που αποδίδεται στον παραβάτη του κανόνα για τη συγκεκριμένη συμπεριφορά του δεν μεταβάλλει και αντικειμενικώς το νόημά της από αξία σε απαξία. Οι κυρώσεις αποσκοπούν να «ευθύνουν», να ισιώσουν τη στρέβλωση που υφίσταται το δίκαιο, όταν παραβιάζεται.
Η ευθύνη είναι πολλών ειδών, ποινική, αστική, διοικητική και πολιτική.
Ποινική ευθύνη είναι η ευθύνη για τα ποινικά αδικήματα. Τα ποινικά αδικήματα είναι παράνομες πράξεις, καταλογιστές στον δράστη, για τις οποίες ο νόμος προβλέπει ποινική τιμωρία, ποινή. Οι ποινές επιβάλλονται από τα ποινικά δικαστήρια, είναι η θανατική ποινή, η κάθειρξη, η φυλάκιση, η χρηματική ποινή, το πρόστιμο και διάφορες παρεπόμενες ποινές. Η θανατική ποινή καταργήθηκε καθώς και τα κακουργήματα σε καιρώ πολέμου.
Αστική ευθύνη είναι η ευθύνη για την προκληθείσα ζημιά που οφείλεται κυρίως σε αντισυμβατική συμπεριφορά (δηλαδή αθέτηση μιας συμφωνίας) ή σε αδικοπραξία (δηλαδή παράβαση του νόμου) ή σε αδικαιολόγητο πλουτισμό κάποιου προσώπου σε βάρος της περιουσίας άλλου.
Διοικητική ευθύνη γεννιέται από παραβάσεις κανόνων που αφορούν τη σχέση κράτους ή δημόσιων οργανισμών αφενός και προσώπων αφετέρου που είτε είναι όργανά τους είτε ελέγχονται ή εποπτεύονται από αυτούς. Διοικητικές κυρώσεις  είναι οι πειθαρχικές ποινές που επιβάλλονται σε δημόσιους υπαλλήλους (παύση, υποβιβασμός κλπ), σε επαγγελματίες (δικηγόρους, γιατρούς, κλπ), τα πρόστιμα, οι ανακλήσεις διοικητικών αδειών κλπ.
Η πολιτική ευθύνη συνίσταται στην απώλεια του κατεχόμενου από κάποιο πρόσωπο δημοσίου αξιώματος, συνιστά δε εξαίρεση στο δίκαιο. Πολιτική ευθύνη έχει η κυβέρνηση έναντι της βουλής ή οι υπουργοί έναντι του πρωθυπουργού. Το ότι η πολιτική ευθύνη συνεπάγεται απώλεια του αξιώματος δεν σημαίνει ότι κάθε απώλεια αξιώματος είναι απόρροια πολιτικής ευθύνης.
Έννομες συνέπειες (κυρώσεις) προβλέπει το δίκαιο και για το κράτος όταν παραβιάζει το νόμο. Το κράτος ενεργεί δια των οργάνων του, τα φυσικά πρόσωπα που υπέχουν ποινική, διοικητική και υπό προϋποθέσεις αστική ευθύνη. Η ευθύνη προϋποθέτει υπαιτιότητα δηλαδή δόλο ή αμέλεια.
Κανόνες δικαίου, διάταξη δικαίου
Διάταξη είναι μια γραπτή πρόταση δικαίου. Ενδέχεται να ταυτίζεται με τον κανόνα δικαίου, αν ως τμήμα του λόγου με ακέραιο νόημα, ως περίοδος, περιλαμβάνει το πραγματικό και την έννομη συνέπεια. Ενδέχεται όμως και να μην ταυτίζεται με τον κανόνα δικαίου, να είναι έλασσον αυτού Ο κανόνας δικαίου μπορεί να σχηματίζεται από πλείονες διατάξεις.
Οι κανόνες δικαίου ρυθμίζουν την ανθρώπινη συμπεριφορά τμηματικώς. Τα άρθρα περιλαμβάνουν παραγράφους, οι παράγραφοι εδάφια, τα εδάφια υπεδάφια ή περιπτώσεις και υποπεριπτώσεις.
Έθιμο
Είναι άγραφος κανόνας δικαίου που αναγνωρίζεται από το κράτος ως ισχύον δίκαιο. Το έθιμο δημιουργείται με μακρά, ομοιόμορφη και αδιάκοπη άσκηση και συμπεριφορά από τα μέλη της κοινωνίας με την πεποίθηση ότι εφαρμόζουν δίκαιο. Τα στοιχεία του εθίμου είναι δύο, η συνήθεια και η εν συνείδησει δικαίου τήρησή της.

ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
Ορισμός συνταγματικού δικαίου
Το συνταγματικό δίκαιο είναι τμήμα του δημοσίου δικαίου. Είναι σύνολο κανόνων και αρχών που ρυθμίζουν ή αφορούν τη συγκρότηση, την οργάνωση και την άσκηση της κρατικής εξουσίας.
Το κράτος
Την έννοια του κράτους συγκροτούν τέσσερα στοιχεία, ο λαός, η χώρα, η εξουσία και η οργάνωση σε νομικό πρόσωπο.
Ο λαός αποτελείται από όσους έχουν την ιθαγένεια του συγκεκριμένου κράτους. Ιθαγένεια είναι ο νομικός δεσμός του ατόμου προς το κράτος με τον οποίο το άτομο καθίσταται μέλος του λαού και αποκτά δικαιώματα και υποχρεώσεις έναντι του κράτους. Με βάση την ιθαγένεια τα άτομα διακρίνονται σε ημεδαπούς και αλλοδαπούς. Βασικά δικαιώματα που απορρέουν από την ιθαγένεια είναι το δικαίωμα διαμονής εντός της χώρας, το εκλογικό δικαίωμα και το δικαίωμα κρατικής  προστασίας έναντι ξένων κρατών (δια της διπλωματική οδού). Αποκτάται είτε με γέννηση (αρχική ιθαγένεια) είτε μεταγενεστέρως (επίκτητη ιθαγένεια).
Ο κώδικας προβλέπει επίσης την απώλεια της ελληνικής ιθαγένειας με αποποίηση αυτής, λόγω κτήσης αλλοδαπής ιθαγένειας, με αίτηση του τέκνου πολιτογραφηθέντος Έλληνος, εξαιτίας έκπτωσης αν ως έλληνας ανέλαβε δημόσια υπηρεσία σε ξένο κράτος.
Ο λαός αποτελείται όχι μόνο από τους ζώντες αλλά και από τις παρελθούσες και από τις μέλλουσες γενεές. Η μονιμότητα της εγκατάστασης ενός πληθυσμού σε μια συγκεκριμένη εδαφική περιοχή είναι απαραίτητο γνώρισμα του λαού ως στοιχείου του κράτους. Έτσι οι νομάδες συγκροτούν κράτος, μόνο αν μετακινούνται στην ίδια εδαφική περιοχή, όχι όμως αν περιπλανώνται από κράτος σε κράτος.
Συγγενής της έννοιας του λαού είναι η έννοια του έθνους. Το έθνος είναι έννοια υπερβατική, η οποία στηρίζεται στη συλλογική συνείδηση των μελών του που αναδύεται μέσα από την κοινή ιστορία, τον κοινό πολιτισμό, τις κοινές επιδιώξεις, την κοινή συναίσθηση της ιδιαιτερότητας. Στοιχεία που αναδεικνύουν την εθνική ταυτότητα μπορεί να είναι η γλώσσα, η θρησκεία, η φυλή.
Χώρα ή επικράτεια είναι η εδαφική έκταση εντός της οποίας ασκείται η εξουσία συγκεκριμένου κράτους επί όλων των ευρισκομένων εντός αυτής προσώπων (αρχής της εδαφικότητας), κατ΄ αποκλεισμό της εξουσίας άλλων κρατών (αρχή της αποκλειστικότητας).
Τόσο η αρχή της εδαφικότητας όσο και η αρχή της αποκλειστικότητας υπόκειται σε περιορισμούς εφόσον το συγκεκριμένο κράτος τους αποδέχεται. Περιορισμός της αρχής της εδαφικότητας είναι η ετεροδικία, η υπαγωγή δηλαδή ορισμένων αλλοδαπών στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων της χώρας τους και όχι της χώρας που βρίσκονται. Περιορισμός της αρχής της αποκλειστικότητας συνιστά η δυνατότητα παραμονής ή διέλευσης ξένου στρατού από τη χώρα αν το συγκεκριμένο κράτος το επιτρέπει.
Η χώρα περιλαμβάνει το στερεό έδαφος, το υπέδαφος και τον αέρα πάνω από το έδαφος, τις υδάτινες επιφάνειες εντός του εδάφους (λίμνες, ποτάμια, διώρυγες), την αιγιαλίτιδα ζώνη ή τα χωρικά ύδατα, την υφαλοκρηπίδα καθώς και τα πολεμικά σκάφη και αεροσκάφη του κράτους οπουδήποτε και αν βρίσκονται.
Αιγιαλίτις ζώνη ή χωρικά ύδατα είναι η θαλάσσια ζώνη που εκτείνεται πέραν από την ξηρά και περιλαμβάνει τον βυθό, το υπέδαφος και τον εναέριο χώρο. Κατά το διεθνές δίκαιο δεν μπορεί να εκτείνεται περισσότερο από 12 ναυτικά μίλια. Η χώρα μας, λόγω του νησιωτικού χαρακτήρα της, έχει καθορίσει την αιγιαλίτιδα ζώνη σε 6 ναυτικά μίλια, ειδικώς όμως ως προς τον εναέριο χώρο σε 10 ναυτικά μίλια.
Υφαλοκρηπίδα είναι η συνέχεια του εδάφους και του υπέδαφους υπό τη θάλασσα που αρχίζει από την ακτή και φθάνει εκεί που το επικλινές του βυθού γίνεται απότομα έντονο.
Τα σύνορα του κράτους καθορίζονται συνήθως από διεθνής συμβάσεις. Σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ.1Σ καμία μεταβολή δεν μπορεί να επέλθει στα όρια της Επικράτειας χωρίς νόμο που ψηφίζεται από την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών.
Εξουσία είναι η ικανότητα επιβολής μιας θέλησης επί άλλων θελήσεων. Κρατική εξουσία είναι η ικανότητα του κράτους να επιβάλλει τη θέλησή του επί των ατόμων που διαβιούν στην επικράτειά του, είτε πείθοντάς τα είτε εξαναγκάζοντάς τα να συμμορφώνονται στη δική του θέληση. Το μέσο επιβολής της κρατικής θέλησης είναι το δίκαιο. Για τη διατήρησή της σε διάρκεια η εξουσία αυτοπεριορίζεται νομικά. Θεσπίζει δηλαδή δίκαιο, στο οποίο υπόκειται και η ίδια.
Κυριαρχία είναι η εξουσία κάποιου, που δεν υπόκειται σε καμία άλλη θέληση παρά μόνο τη δική του, την οποία μάλιστα μπορεί να μεταβάλλει κατά το δοκούν. Η κρατική εξουσία διαφέρει σήμερα από την κρατική κυριαρχία  κατά το ότι δεν είναι legibus soluta.
Τα πρόσωπα είναι φυσικά (άνθρωποι) και νομικά. Νομικά είναι ενώσεις φυσικών προσώπων ή σύνολα περιουσιών για την εξυπηρέτηση ορισμένου σκοπού. Τα νομικά πρόσωπα είναι ιδιωτικού δικαίου ή δημόσιου. Το κράτος έχει επίσης βάσει νόμου τη δυνατότητα ίδρυσης νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, νομικών δηλαδή προσώπων που ασκούν δημόσια εξουσία ή και νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου.
Τα νομικά πρόσωπα ενώ στην πραγματικότητα δεν υφίστανται, θεωρούνται κατά πλάσμα δικαίου ως υπαρκτά. Αναγνωρίζονται ως έχοντα ιδιαίτερη νομική ύπαρξη. Έχουν ίδια δικαιώματα και ίδιες υποχρεώσεις δηλαδή ξεχωριστή ικανότητα δικαίου (προσωπικότητα) που δεν ταυτίζεται με την ικανότητα δικαίου των φυσικών προσώπων, από τα οποία απαρτίζονται ή τα οποία τα διοικούν. Τα νομικά πρόσωπα έχουν δική τους βούληση, η οποία εκφράζεται δια των οργάνων τους που είναι φυσικά πρόσωπα. Και ενώ τα φυσικά πρόσωπα που είναι όργανα του νομικού προσώπου αλλάζουν, το νομικό πρόσωπο παραμένει το αυτό.
Σύμφωνα με την κλασική θεωρία το κράτος είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και ασκεί δημόσια εξουσία. Απαρτίζεται από τον λαό, έχει τα όργανά του, με τα οποία εκφράζει τη βούλησή του, και είναι φορέας αρμοδιοτήτων και υποχρεώσεων.
Τα νομικά πρόσωπα εν γένει συνιστώνται και λειτουργούν για την εξυπηρέτηση ορισμένου σκοπού. Βασικούς κρατικούς σκοπούς προβλέπει το Σύνταγμα: Μέριμνα για την εθνική και τη δημόσια ασφάλεια, για τη δημόσια τάξη, για την οικονομική ανάπτυξη, για την ελευθερία και την υγεία των πολιτών, για την επιστήμη, για την τέχνη, το περιβάλλον κλπ.
Η συγκρότηση της κρατικής εξουσίας
Συγκρότηση της κρατικής εξουσίας είναι ο σχηματισμός της θέλησης που αναδεικνύεται ως κρατική, έτσι ώστε να μπορεί να επιβάλλεται αποτελεσματικά. Η θέληση αυτή μπορεί να είναι λογικώς θέληση ενός, ολίγων, πολλών ή όλων.
Η οργάνωση της κρατικής εξουσίας
Οργάνωση της κρατικής εξουσίας είναι η δημιουργία  οργάνων, κρατικών οργάνων, που εκφράζουν την κρατική θέληση. Αν η κρατική θέληση σχηματίζεται από ένα και μόνο, τον μονάρχη, οργάνωση της εξουσίας δεν είναι λογικώς απαραίτητη.
Κρατικά όργανα είναι τα φυσικά πρόσωπα, τα οποία εκφράζουν την κρατική βούληση και ασκούν την κρατική εξουσία. Η επιστήμη διακρίνει τα όργανα σε νομοθετικά, εκτελεστικά και δικαστικά.
Άμεσα όργανα του κράτους είναι αυτά που αρύονται την αρμοδιότητά τους απ΄ ευθείας από το Σύνταγμα και δεν εξαρτώνται από κανένα άλλο κρατικό όργανο. Έμμεσα είναι όσα δεν είναι άμεσα, αυτά που προβλέπονται μεν στο Σύνταγμα αλλά εξαρτώντα από άλλα όργανα ή αυτά που προβλέπονται από το νόμο. Κατά το ισχύον Σύνταγμα άμεσα όργανα του κράτους είναι ο Λαός ως εκλογικό σώμα, η Βουλή, ο ΠτΔ και τα Δικαστήρια. Η κυβέρνηση δεν είναι άμεσο όργανο, δοθέντος ότι εξαρτάται στο πλαίσιο του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος από την εμπιστοσύνη της Βουλής.
Αναδεικνύοντα όργανα είναι εκείνα που αναδεικνύουν άλλα κρατικά όργανα. Αναδεικνυόμενα όργανα είναι αυτά που αναδεικνύονται από τα αναδεικνύοντα. Όπως ο Λαός που εκλέγει τη Βουλή, η Βουλή που εκλέγει τον ΠτΔ, ο Πτδ που διορίζει την κυβέρνηση, η κυβέρνηση που επιλέγει τους προέδρους των ανωτάτων δικαστηρίων κοκ.
Με κριτήριο τον αριθμό των φυσικών προσώπων που τα συγκροτούν, τα κρατικά όργανα διακρίνονται σε μονοπρόσωπα και συλλογικά.
Αρμοδιότητα είναι η ικανότητα κάθε κρατικού οργάνου να ενεργεί ορισμένες κρατικές πράξεις  Η αρμοδιότητα καθορίζεται από κανόνες δικαίου και μόνον. Δεν είναι δικαίωμα αλλά λειτούργημα. Το κρατικό όργανο την ασκεί για λογαριασμό του κράτους. Μόνο ο νόμος που ιδρύει την αρμοδιότητα μπορεί να την καταργήσει, να την μεταβιβάσει σε άλλο όργανο.
Διακρίνεται σε :
(α) Η καθ΄ ύλην αρμοδιότητα αφορά το περιεχόμενο των κρατικών πράξεων που ενεργεί το όργανο (νομοθετικές, διοικητικές, δικαστικές ή άλλες πράξεις).
(β) Η κατά τόπον αρμοδιότητα αφορά την εδαφική έκταση, εντός της οποίας ισχύουν οι κρατικές πράξεις.
(γ) Η κατ΄ έκταση αρμοδιότητα αφορά την κατανομή της μεταξύ οργάνων που τελούν σε σχέση επαλληλίας μεταξύ τους , δηλαδή σε ιεραρχική σχέση. Όσο ιεραρχικά ανώτερο είναι το κρατικό όργανο τόσο ευρύτερη αρμοδιότητα έχει.
(δ) Η κατά χρόνον αρμοδιότητα περιορίζει το κρατικό όργανο στην άσκηση της αρμοδιότητάς του, αφού λάβει νόμιμη υπόσταση και για όσο χρονικό διάστημα διατηρεί την ιδιότητά του ως κρατικού οργάνου.
Η αρμοδιότητα μπορεί να είναι δέσμια ή ελεύθερη.  Η βουλή κατά την άσκηση της νομοθετικής της εξουσίας είναι αδέσμευτη όμως για να εκλέξει ΠτΔ.
Στα διοικητικά όργανα η ελεύθερη αρμοδιότητα αποκαλείται διακριτική ευχέρεια ή διακριτική εξουσία. Δέσμια  είναι η αρμοδιότητα των διοικητικών οργάνων όταν η ενέργειά τους επιβάλλεται να ολοκληρωθεί κατά ένα και μόνο συγκεκριμένο τρόπο πχ η επιβολή φόρου. Αντίθετα, η διακριτική ευχέρεια υπάρχει όταν οι κανόνες δικαίου αφήνουν στο διοικητικό όργανο περιθώριο εκτίμησης αόριστων νομικών εννοιών για το πώς και πότε θα ενεργήσει.
Η αρμοδιότητα των διοικητικών οργάνων διακρίνεται περαιτέρω σε αποφασιστική και σε γνωμοδοτική. Αποφασιστική είναι η αρμοδιότητα του διοικητικού οργάνου να ενεργεί είτε μόνο του είτε από κοινού με άλλα διοικητικά όργανα. Γνωμοδοτική ή συμβουλευτική είναι η αρμοδιότητα να διατυπώνει γνώμη προς το όργανο που έχει την αποφασιστική αρμοδιότητα.
Μορφές κρατών
Τα σύγχρονα κράτη απαντούν κατά βάση υπό δύο μορφές, του ενιαίου ή απλού κράτους και του ομοσπονδιακού κράτους. Το ομοσπονδιακό κράτος αποτελείται από πλείονα ομόσπονδα κράτη που έχουν ενωθεί σε αυτό. Έχει τη δική του εξουσία, η οποία είναι διαφορετική από την εξουσία των ομόσπονδων κρατών. Έχει τα δικά του όργανα που είναι επίσης διαφορετικά. Η κατανομή των αρμοδιοτήτων επίσης είναι διαφορετική ανάμεσα στα όργανά του. Η επικράτεια του ομοσπονδιακού κράτους ταυτίζεται με τις επικράτειες των ομόσπονδων κρατών. Το δίκαιο όμως του ομοσπονδιακού κράτους υπερισχύει του δικαίου των ομόσπονδων κρατών. Οι δε πολίτες έχουν δύο ιθαγένειες. Σύγχρονα ομοσπονδιακά κράτη είναι οι ΗΠΑ, η Γερμανία, η Ελβετία, η Αυστρία, το Βέλγιο, η Ρωσία κλπ. Ομοιότητες παρουσιάζει και η Ευρωπαϊκή Ένωση.
Τυπικό και Ουσιαστικό Σύνταγμα
Ουσιαστικό σύνταγμα είναι κάθε κανόνας και αρχή δικαίου που αναφέρεται στην κρατική εξουσία και στην άσκησή της επί των προσώπων, ανεξάρτητα από τη μορφή που περιβάλλεται. Ουσιαστικό σύνταγμα μπορεί να είναι διάταξη τυπικού συντάγματος συντακτικής πράξης, τυπικού νόμου κλπ. Μπορεί να είναι γραπτό και άγραφο.
Τυπικό σύνταγμα είναι ο γραπτός και θεμελιώδης νόμος του κράτους ο οποίος τοποθετείται στην κορυφή της ιεραρχίας των κανόνων του δικαίου. Η τυπική ισχύς του είναι αυξημένη. Μπροστά του υποχωρούν οι κοινοί νόμοι. Κανένας νόμος δεν αντίκειται στο Σύνταγμα. Το τυπικό σύνταγμα είναι συνήθως αυστηρό δηλαδή άκαμπτο. Η κατάργηση, τροποποίηση και αντικατάσταση των διατάξεων του ή η προσθήκη νέων διατάξεων σε αυτό, η λεγόμενη Αναθεώρηση του συντάγματος δεν γίνεται όπως επί των κοινών νόμων με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία, αλλά από ειδικό αναθεωρητικό όργανο και με ειδική διαδικασία.
Το αντίθετο του αυστηρού συντάγματος είναι το ήπιο το οποίο αποκαλείται και ελαστικό ή εύκαμπτο. Το σύνταγμα αυτό αναθεωρείται με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία, με αποτέλεσμα να κλονίζεται η σταθερότητά του και η αυξημένη τυπική ισχύς του. Η αυστηρότητα του τυπικού συντάγματος είναι σχετική. Θεωρητικώς ενδέχεται ένα σύνταγμα να είναι απολύτως αυστηρό δηλαδή να μην μπορεί να τροποποιηθεί ποτέ αλλά αυτό στη διάρκεια του χρόνου παύει να παρακολουθεί την κοινωνική εξέλιξη και οδηγούμαστε στην κατάλυσή του. Τα σύγχρονα τυπικά συντάγματα είναι σχετικώς αυστηρά. Αναθεωρούνται με ειδική διαδικασία με αυξημένη πλειοψηφία όχι δε κατά πάντα χρόνο αλλά μετά πάροδο συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος από την τελευταία αναθεώρησή τους.
Το ουσιαστικό σύνταγμα δεν είναι πάντοτε τυπικό. Το τυπικό είναι κατά βάση και ουσιαστικό σύνταγμα. Το τυπικό σύνταγμα είναι προϊόν των νεότερων χρόνων. Διεθνώς το πρώτο σύνταγμα είναι το σύνταγμα των ΗΠΑ του 1787 και το δεύτερο το σύνταγμα της Γαλλίας του 1791. Η χώρα μας παρέλαβε τη σκυτάλη με την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα, απέκτησε δε σύνταγμα ήδη από το 1822. Τον όρο σύνταγμα εισήγαγε ως απόδοση του όρου constitution ο Αδαμάντιος Κοραής.
Σήμερα τα τυπικά συντάγματα των δημοκρατικών κρατών είναι γραπτά. Συνήθως είναι καταγεγραμμένα σε ένα ενιαίο κείμενο. Η Αγγλία, αν και κοιτίδα του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, στερείται τυπικού συντάγματος. Το σύνταγμα της Αγγλίας είναι εθιμικό αλλά και γραπτό. Το γραπτό σύνταγμά της συγκροτείται από διάφορα νομοθετήματα, για το κοινοβούλιο, για τις εκλογές, για τη κυβέρνηση, για τη διαδοχή στο Θρόνο κλπ, τα οποία δεν έχουν αυξημένη τυπική ισχύ αλλά ισχύ κοινού νόμου.
Παράλληλα με αυτό ισχύει το σύνταγμα των δικαιωμάτων το οποίο αποτελείται από διατάξεις που διασφαλίζουν τα θεμελιώδη δικαιώματα δηλαδή τα πολιτικά ή συμμετοχικά δικαιώματα, τα αμυντικά δικαιώματα και τα κοινωνικά δικαιώματα.
Τήρηση του Συντάγματος
Το σύνταγμα θεσπίζεται για να τηρείται. Η τήρηση του δικαίου είναι απόρροια του καθήκοντος υπακοής.   Το άρθρο 120 παρ.4 Σ κάνει λόγο για τήρηση του συντάγματος που επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων, το δε άρθρο 120 παρ.2 Σ για τη θεμελιώδη υποχρέωση του σεβασμού του Συντάγματος και των νόμων που συνάδουν από το Σύνταγμα. Τήρηση του συντάγματος είναι η μη παράβασή του.
Ο σεβασμός στο σύνταγμα είναι μια θετική στάση απέναντί του. Παραπλήσια είναι και η έννοια της πίστης στο Σύνταγμα.  Το καθήκον υπακοής έχει όρια. Τα όρια αυτά διαγράφονται από τα θεμελιώδη δικαιώματα τα οποία αποσκοπούν να το ισοσταθμίσουν. Το αντίθετο της τήρησης του συντάγματος και του δικαίου εν γένει είναι η παράβασή του, η οποία επισύρει τις προβλεπόμενες κυρώσεις. Είναι κατασταλτικές και προληπτικές.  Παράδειγμα κατασταλτικής κύρωσης είναι  ο δικαστικός έλεγχος της αντισυνταγματικότητας των νόμων και προληπτικής κύρωσης είναι η υπουργική προσυπογραφή των πράξεων του ΠτΔ.
Παράβαση του Συντάγματος
Μπορεί να είναι ευθεία παράβαση, καταστρατήγηση αλλά και κατάλυση του Συντάγματος. Ευθεία παράβαση του συντάγματος συνιστά κάθε συμπεριφορά (υλική ενέργεια, νομική πράξη ή παράλειψη) αντίθετη προς τους συνταγματικούς κανόνες. Καταστρατήγηση  του συντάγματος όπως άλλωστε και καταστρατήγηση του νόμου είναι η έμμεση παράβασή του, η οποία γίνεται με τήρηση του γράμματος αλλά εναντίον του σκοπού του. Παράδειγμα καταστρατήγησης του συντάγματος αποτελεί η κήρυξη της χώρας σε κατάσταση πολιορκίας με τεχνητή δημιουργία των ουσιαστικών προϋποθέσεων του άρθρου 48 παρ.1 Σ.
Κατάλυση του Συντάγματος
Η κατάλυση του κανόνα δικαίου αλλά και του συνταγματικού κανόνα είναι ένας τρόπος απώλειας της ισχύος τους, μη προβλεπόμενος από το δίκαιο δηλαδή παράνομος.
Κατάλυση επομένως, είναι η παράνομη πλήρης απώλεια της πραγματικής ισχύος ενός κανόνα δικαίου και η συνακόλουθη απώλεια και της νομικής ισχύος του.
Κατάλυση του συντάγματος βάσει των ως άνω, είναι η de facto απώλεια της αποτελεσματικότητας των συνταγματικών διατάξεων, είτε μεμονωμένως είτε ως σύνολο. Η εν συνόλων κατάλυση του συντάγματος είναι κατάλυση του πολιτεύματος και αντικατάστασή του με διαφορετικό πολίτευμα. Πρόκειται για ρήξη στη συνέχεια του δικαίου και του συντάγματος. Παράδειγμα, το πολίτευμα που είχε εισαχθεί  με το Σύνταγμα του 1952 καταλύθηκε με τη στρατιωτική δικτατορία του 1967. Η δε δικτατορία του 1967 και το Σύνταγμά της καταλύθηκαν τον Ιούλιο του 1974.

ΤΟ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ
Έννοια του πολιτεύματος
Η έννοια του πολιτεύματος συμπίπτει κατά βάση με την έννοια του ουσιαστικού συντάγματος. Είναι ο τρόπος με τον οποίο σχηματίζεται, οργανώνεται και ασκείται η κρατική εξουσία. Η μορφή του πολιτεύματος είναι η μοναρχία, η ολιγαρχία και η δημοκρατία.
Τα σύγχρονα δημοκρατικά πολιτεύματα βασίζονται στο αντιπροσωπευτικό και πολυκομματικό σύστημα, στη διάκριση των εξουσιών και είναι κατά βάση κοινοβουλευτικά ή προεδρικά. Βασίζονται επίσης στην αρχή του κράτους δικαίου και στην αρχή του κοινωνικού κράτους.
Η μορφή του πολιτεύματος : Δημοκρατία
Δημοκρατικό είναι το πολίτευμα , στο οποίο κρατεί ο δήμος.  Το πρώτο συστατικό στοιχείο της δημοκρατίας είναι η αρχή της πλειοψηφίας, το δεύτερο η ελευθερία και μάλιστα η ελευθερία κατά το ίσον. Μόνο η αρχή της πλειοψηφίας δεν αρκεί.
Σήμερα οι δημοκρατίας είναι έμμεσες, αντιπροσωπευτικές. Ο λαός δεν συμμετέχει αμέσως στη θέσπιση των νόμων αλλά δια των αντιπροσώπων του. Και δεν ταυτίζεται με το κράτος. Είναι υπό μια έννοια στοιχείο της έννοιάς του και υπό άλλη όργανό του.
Οι οργανωτικές βάσεις του πολιτεύματος
Το αντιπροσωπευτικό σύστημα είναι εκείνο στο οποίο η νομοθετική εξουσία  ασκείται από πολυμελές συλλογικό όργανο του κράτους, τη Βουλή, κατ΄ ανάθεση από τον Λαό και με περιοδική εκλογή εκ μέρους του.
Οι απαρχές του αντιπροσωπευτικού συστήματος βρίσκονται στη Magna Carta  του 1215. Η Magna Carta το σημαντικότερο νομικό κείμενο του Μεσαίωνα που έθεσε περιορισμούς στην απόλυτη εξουσία του μονάρχη, περιέλαβε εγγυήσεις για την ελευθερία και την περιουσία των υπηκόων. Ήταν μια συμφωνία μεταξύ των εξεγερθέντων βαρόνων, του κλήρου και των αστών αφενός και του βασιλέα αφετέρου, βάσει της ποίας απαγορεύονταν οι αυθαίρετες συλλήψεις, αίρονταν οι περιορισμοί του εμπορίου, εξασφαλιζόταν η αυτοδιοίκηση της Εκκλησίας, ρυθμιζόταν ο τρόπος είσπραξης οφειλών προς τον Βασιλέα κλπ.
Κυρίως όμως η Magna Carta εγγυάτο την επιβολή φόρων μόνο με τη συγκατάθεση ενός συμβουλίου αποτελούμενου από κληρικούς και ευγενείς αφενός και από εκλεγμένους αντιπροσώπους των πόλεων και των κωμών του βασιλείου αφετέρου.  Η Βουλή των Λόρδων ήταν εξ αρχής αριστοκρατικό σώμα που τα μέλη του ορίζονταν από τον βασιλέα, η βουλή όμως των κοινοτήτων ήταν σώμα αντιπροσωπευτικό του λαού αφού τα μέλη της ήταν αιρετά. Η αύξηση της ισχύος της αστικής τάξης ενίσχυσε και το κύρος της βουλής των κοινοτήτων.
Ιδιαίτερη σημασία κατά τις απαρχές της εξέλιξης του αντιπροσωπευτικού συστήματος, απέκτησαν οι αιτήσεις των αντιπροσώπων της βουλής των κοινοτήτων προς τον βασιλέα να νομοθετεί επί ζητημάτων που ενδιέφεραν τους πολίτες. Η ικανοποίηση των νομοθετικών αιτημάτων της βουλής των κοινοτήτων εκβιαζόταν με την άρνησή της να συγκατατεθεί στην επιβολή των φόρων.
Βασικά στοιχεία αντιπροσωπευτικού συστήματος
-          Η εκλογή  των βουλευτών από τον λαό με καθολική ψηφοφορία
-          Η περιοδικότητα της εκλογής
-          Η δημοσιότητα της λειτουργίας του αντιπροσωπευτικού
Το αντιπροσωπευτικό σύστημα είναι δυνατόν να λειτουργεί είτε με μία είτε με δύο βουλές (βουλή και γερουσία, κάτω και άνω βουλή κλπ).
Η αρχή του πολυκομματισμού
Κοιτίδα των πολιτικών κομμάτων είναι η Αγγλία. Τα πολιτικά κόμματα αναπτύχθηκαν σταδιακά στον αγγλικό κοινοβουλευτισμό και από εκεί εξαπλώθηκαν σε όλα τα αντιπροσωπευτικά συστήματα. Η ιστορική διαδρομή τους έχει ήδη κλείσει πάνω από 320 χρόνια. Κατά  τα πρώτα 150 χρόνια της ιστορίας τους τα πολιτικά κόμματα στην Αγγλία ήταν ενώσεις προσώπων χωρίς ιδιαίτερη συνοχή. Τα πολιτικά κόμματα διεκδικούν τη νίκη στον εκλογικό αγώνα προκειμένου να αναδείξουν την απαραίτητη στο αντιπροσωπευτικό σύστημα πλειοψηφία που τους επιτρέπει να αναλάβουν τη διακυβέρνηση της χώρας. Η αντιμετώπιση των πολιτικών κομμάτων από τα συντάγματα διαφόρων κρατών πέρασε από τη φάση της καταπολέμησης, της αγνόησης, της αναγνώρισης ως κοινωνικών θεσμών και τέλος της κατοχύρωσής τους στο Σύνταγμα. Σήμερα τα πολιτικά κόμματα επιτελούν σημαντικότατη λειτουργία για τη δημοκρατία.  Όσο περισσότερα κόμματα τόσο ευρύτερος ο πολιτικός διάλογος και τόσο βαθύτερος ο πλουραλισμός δηλαδή η δυνατότητα έκφρασης των αντιθέσεων.
Η αρχή της διάκρισης των εξουσιών
Η κρατική εξουσία είναι μία. Εντούτοις λειτουργεί προς διάφορες κατευθύνσεις, νομοθετεί, εκτελεί τους νόμους και δικάζει.  Η σύμπτωση σε ένα κρατικό όργανο νομοθετικών, διοικητικών και δικαστικών αρμοδιοτήτων οδηγεί στην αυθαιρεσία.  Ο όρος εξουσία έχει νομική έννοια, σημαίνει την αρμοδιότητα.
Η αρχή της διάκρισης των εξουσιών η οποία σήμερα βρίσκεται σε κάθε σύνταγμα διατυπώθηκε αρχικά στο Bill of Rights του Συντάγματος της Virginia του 1776, στη συνέχεια υιοθετήθηκε από τα συντάγματα άλλων πολιτειών της Αμερικής, εν τέλει δε στο σύνταγμα του 1787. Συμπεριλήφθηκε και στο γαλλικό σύνταγμα του 1791.
Σε σχέση με τη νομοθετική και την εκτελεστική εξουσία, η διάκριση των εξουσιών είναι σχετική. Η νομοθετική και η εκτελεστική εξουσία διασταυρώνονται.
Η αρχή του κοινοβουλευτισμού
Η σχέση μεταξύ νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας μπορεί να προσδιορίζει ένα πολίτευμα (α) ως κοινοβουλευτικό (β) ως πολίτευμα ανεξάρτητης εκτελεστικής εξουσίας και (γ) ως πολίτευμα κυβερνώσης Βουλής. Η διάκριση των δύο πολιτικών εξουσιών (νομοθετικής και εκτελεστικής) στο πολίτευμα της ανεξάρτητης εκτελεστικής εξουσίας είναι η πληρέστερη δυνατή. Στο πολίτευμα της κυβερνώσης βουλής δεν υπάρχει διάκριση αλλά αντίθετα σύγχυση των δύο πολιτικών εξουσιών, με πλήρη υποταγή της εκτελεστικής στη νομοθετική. Τέλος, στο κοινοβουλευτικό πολίτευμα υφίσταται διασταύρωση των δύο πολιτικών εξουσιών.
Μετά την ένδοξη επανάσταση του 1688 ο άγγλος Βασιλέας υποχρεώθηκε να υπογράψει το Bill of Rights. Ο ρόλος του περιορίστηκε στη νομοθετική πρωτοβουλία και στο προνόμιο της αρνησικυρίας των νόμων (βέτο). Δεν μπορούσε πλέον να αναστέλλει την εκτέλεση των νόμων ή να εξαιρεί οποιονδήποτε από την υπαγωγή του σε αυτούς.
Ο θεσμός του πρωθυπουργού άρχισε έτσι να διαμορφώνεται όταν τον ρόλο του ενδιάμεσου μεταξύ βασιλέως και υπουργικού συμβουλίου τον ανέλαβε ο εκ των Whigs Walpole που διατήρησε τη θέση του 21 χρόνια από το 1721 έως το 1742. Παράλληλα άρχισε να διαμορφώνεται  και ο θεσμός ότι οι Υπουργοί έπρεπε να απολαύουν της εμπιστοσύνης όχι μόνο του βασιλέα αλλά και του πρωθυπουργού. Η αύξηση της εξουσίας του Walpole, λόγω της μακρόχρονης πολιτικής παρουσίας του, προκάλεσε την αντίδραση ακόμα και των βουλευτών του κόμματός του οι οποίοι συμμάχησαν  με τους Tories για να ξεκινήσουν εναντίον του ποινική δίωξη ενώπιον της βουλής των λόρδων. Ο Walpole για να αποφύγει την ποινική δίωξη παραιτήθηκε.
Τούτο είχε ως συνέπεια αργότερα να μετριασθεί το προνόμιο του βασιλιά να διορίζει υπουργούς ύστερα από συνεννόηση με τον πρωθυπουργό.  Η πολιτική ευθύνη τότε ήταν ατομική και όχι συλλογική οπότε όταν παραιτήθηκε ο Walpole δεν παρέσυρε και τους άλλους υπουργούς. Η βασιλική εξουσία σιγά σιγά μειώθηκε αλλά δεν είχε απωλεσθεί μπορούσε να επηρεάζει δια της βουλής των λόρδων τη βουλή των κοινοτήτων. Με τον εκλογικό νόμο του 1832 το σύστημα εξυγιάνθηκε και ενισχύθηκε η ανεξαρτησία της βουλής των κοινοτήτων.
Στο κοινοβουλευτικό σύστημα σήμερα η κυβέρνηση διορίζεται από τον ΠτΔ και εξαρτάται από την εμπιστοσύνη της βουλής. Επίσης το κοινοβουλευτικό πολίτευμα προϋποθέτει ΠτΔ ή βασιλέα διάφορο κρατικό όργανο της κυβέρνησης, επίσης πρωθυπουργό, καθώς και βουλή, μονήρης ή σε δύο σώματα.
Το σταθερό στοιχείο του κοινοβουλευτισμού είναι η εξάρτηση της κυβέρνησης από την εμπιστοσύνη της βουλής. Το κατά πόσον η εξάρτηση αυτή είναι αποκλειστική ή όχι χαρακτηρίζει το κοινοβουλευτικό πολίτευμα ως γνήσιο ή μη γνήσιο.  Γνήσιο κοινοβουλευτικό πολίτευμα είναι εκείνο στο οποίο η κυβέρνηση εξαρτάται αποκλειστικά από την εμπιστοσύνη της βουλής. Μη γνήσιο είναι εκείνο, στο οποίο η κυβέρνηση εξαρτάται και από την εμπιστοσύνη του αρχηγού του κράτους.
Η εξέλιξη του αντιπροσωπευτικού συστήματος και η ενδυνάμωση της πολιτικής ισχύος της βουλής και κατ΄ επέκταση του Λαού συνοδεύθηκαν από την περαιτέρω μείωση της εξουσίας του Αρχηγού του Κράτους.  Η κυβέρνηση έπαυσε να χρειάζεται την εμπιστοσύνη  του. Χρειάζεται μόνο την εμπιστοσύνη της βουλής. Ο αρχηγός του κράτους περιορίζεται στο πλαίσιο του σύγχρονου κοινοβουλευτικού πολιτεύματος σε συμβολικό κυρίως ρόλο. Αυτό που σήμερα θεωρείται γνήσιο παλιά θεωρούνταν μη γνήσιο.
Το προεδρικό σύστημα διακυβέρνησης : το πολίτευμα των ΗΠΑ
Το πολίτευμα της Αγγλίας ως πολίτευμα  της μητέρας πατρίδας επηρέασε το πολίτευμα των ΗΠΑ. Οι πατέρες του αμερικάνικου συντάγματος, εισήγαγαν, αντί του θεσμού του κληρονομικού βασιλέα τον θεσμό του αιρετού προέδρου, στον οποίο συγκέντρωσαν σύμπασα την εκτελεστική εξουσία.
Στο πολίτευμα των ΗΠΑ ο Πρόεδρος μόνος συγκροτεί την κυβέρνηση. Υπάρχουν βεβαίως οι υπουργοί, οι γραμματείς του κράτους οι οποίοι συγκαλούνται σε συνεδρίαση από τον Πρόεδρο, οι αποφάσεις όμως είναι του προέδρου και όχι του υπουργικού συμβουλίου. Οι υπουργοί επιλέγονται από τον πρόεδρο όχι για άσκηση πολιτικής αλλά για άσκηση αρμοδιοτήτων. Η εξάρτησή τους από τον πρόεδρο είναι πλήρης.
Η νομοθετική εξουσία είναι ανατεθειμένη στο Κογκρέσο που αποτελείται από δύο νομοθετικά σώματα, τη γερουσία στην οποία μετέχουν αντιπρόσωποι των πολιτειών και τη βουλή των αντιπροσώπων τα μέλη της οποίας εκλέγονται άμεσα από τον λαό. Η ύπαρξη δύο βουλών κρίθηκε επιβεβλημένη λόγω του ομοσπονδιακού χαρακτήρα του κράτους. Η ανεξαρτησία των δύο πολιτικών εξουσιών, της νομοθετικής και της εκτελεστικής δεν είναι απόλυτη. Ο πρόεδρος σε επείγουσες περιπτώσεις μπορεί να συγκαλεί το κογκρέσο και να του απευθύνει διαγγέλματα. Και το κογκρέσο μπορεί να ελέγξει τον πρόεδρο με τη διαδικασία του impreachment.  Η ευθύνη του προέδρου ενώπιον του κογκρέσου δεν είναι πολιτική ευθύνη αλλά ποινική.  Ο Πρόεδρος δεν έχει νομοθετική πρωτοβουλία μπορεί όμως να εμποδίσει με βέτο τη θέσπιση νόμων με αποτέλεσμα το κογκρέσο να ξαναψηφίσει τον νόμο με απόλυτη πλειοψηφία. Το κογκρέσο αποφασίζει τον προϋπολογισμό του κράτους που δεσμεύει την ελευθερία του προέδρου.  Τέλος, η επιλογή των ομοσπονδιακών κρατικών αξιωματούχων από τον πρόεδρο υπόκειται σε έγκριση από τη γερουσία.
Το ημιπροεδρικό σύστημα της Γαλλίας
Το ισχύον πολίτευμα της 5ης γαλλικής δημοκρατίας είναι κατά βάση κοινοβουλευτικό πολίτευμα όπως τα περισσότερα  ευρωπαϊκά πολιτεύματα. Χαρακτηρίζεται όμως ημιπροεδρικό  λόγω των ουσιαστικών και αυξημένων αρμοδιοτήτων του ΠτΔ, ο οποίος εκλέγεται από τον λαό με 7ετή θητεία.  Κατά τα λοιπά το γαλλικό πολίτευμα είναι γνήσιο κοινοβουλευτικό πολίτευμα.
Το σύστημα της κυβερνώσης βουλής
Στο πολίτευμα αυτό η πολιτική εξουσία ανήκει στη βουλή, η οποία νομοθετεί και ασκεί και την κυβερνητική λειτουργία. Αρχηγός του κράτους ως ξεχωριστό κρατικό όργανο δεν υφίστατο διότι θα ήταν αντίθετο με την απόλυτη πρωτοκαθεδρία της βουλής. Η κυβέρνηση δεν είναι τίποτα παρά μια επιτροπή τη βουλής, οριζόμενη, ελεγχόμενη και ανακαλούμενη από τη βουλή. Ασκεί δε μόνο διοικητική λειτουργία όντας υποταγμένη στην πολιτική εξουσίας της βουλής. Διάκριση των εξουσιών δεν υφίσταται. Το σύστημα αυτό εφαρμόζεται ιδίως σε επαναστατικές περιόδους όταν οι εθνικές συνελεύσεις αναλαμβάνουν την ευθύνη της διακυβέρνησης, τουλάχιστον κατά τη μεταβατική περίοδο.
Η αρχή του κράτους δικαίου
Η αρχή του κράτους δικαίου είναι η αρχή της νομιμότητας υπό την ευρύτατη έννοιά της. Είναι η αρχή της τήρησης του νόμου και γενικότερα του δικαίου.
Τα σύγχρονα δημοκρατικά συντάγματα που βασίζονται στην αρχή της πλειοψηφίας και της εν ισότητι ελευθερίας, κατοχυρώνουν την ελευθερία των ατόμων, η οποία περιορίζεται με νόμο, δεν την αναιρούν.
Η αρχή της νομιμότητας προκειμένου περί της δράσεως ελευθέρων ανθρώπων σημαίνει «ότι δεν επιβάλλεται ή δεν απαγορεύεται από το δίκαιο, επιτρέπεται». Αντίθετα η άσκηση της κρατικής εξουσίας είναι νόμιμη μόνο όταν προβλέπεται από το δίκαιο σημαίνει δηλαδή «μόνο ότι προβλέπεται στο δίκαιο, επιτρέπεται». Η διαφορά μεταξύ της αρχής της νομιμότητας που διέπει τη δράση των ιδιωτών και της αρχής της νομιμότητας που διέπει τη δράση της κρατικής εξουσίας αφετέρου είναι τεράστια. Η μεν επιτρέπει συμπεριφορές μη ρυθμιζόμενες από το δίκαιο η δε επιτρέπει μόνο τη ρυθμιζόμενη από το δίκαιο κρατική δράση.
Η αρχή αυτής της νομιμότητας ανταποκρίνεται στην αρχή της υπεροχή του νόμου στην «αρχή του κράτους του νόμου» η οποία υπήρξε ο πρόδρομος της αρχής του κράτους δικαίου. Η αρχή του κράτους του νόμου ανέτρεψε την «αρχή του αστυνομικού κράτους. Η αρχή του αστυνομικού κράτους ήταν αυτονόητη στα απολυταρχικά πολιτεύματα.
Η αρχή του κράτους δικαίου είναι ένα σύμπλεγμα αρχών και αξιών του Συντάγματος που συναρτάται με την ελευθερία του προσώπου, με τις συνταγματικές εγγυήσεις, της, με την αρχή της νομιμότητας που δεσμεύει και τον νομοθέτη. Περαιτέρω, συναρτάται με την ανεξαρτησία των δικαστηρίων, η οποία είναι απόρροια της διάκρισης των εξουσιών, καθώς και με τον δικαστικό έλεγχο της αντισυνταγματικότητας των νόμων και της νομιμότητας των διοικητικών πράξεων.
Η αρχή του κοινωνικού κράτους
Η συνταγματική κατοχύρωση της πολιτικής συμμετοχής για την ανάδειξη του αντιπροσωπευτικού και νομοθετικού οργάνου με τη διασφάλιση του ενεργητικού και του παθητικού εκλογικού δικαιώματος είναι η βάση του δημοκρατικού πολιτεύματος.
Το κράτος σύμφωνα με τον Αριστοτέλη οφείλει να μεριμνά για τους ενδεείς πολύ περισσότερο από ότι για τους έχοντες και κατέχοντες. Την υποχρέωση αυτή του κράτους άρχισαν να αναγνωρίζουν τα συντάγματα από τις αρχές του 20ου αιώνα. Πρόκειται για τα λεγόμενα κοινωνικά δικαιώματα τα οποία το κράτος οφείλει να προστατεύει με διάφορες παροχές. Η κρατική αυτή μέριμνα ανήχθη σε συνταγματικό καθήκον του κράτους, το  οποίο όμως εκπληρώνεται ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητές του και τις κυβερνητικές πολιτικές επιλογές. Το καθήκον αυτό επιβάλλεται από την αρχή του κοινωνικού κράτους, σύμφωνα με την οποία το εθνικό εισόδημα αναδιανέμεται προς όφελος κυρίως των ασθενέστερων ομάδων που από μόνες τους δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να απολαύσουν ορισμένα αγαθά και υπηρεσίες ζωτικής σημασίας για την αξιοπρεπή διαβίωσή τους.
Η αρχή του κράτους δικαίου και η αρχή του κοινωνικού κράτους τελούν συχνά σε αντινομία. Η μεν εγγυάται την ατομική ελευθερία, η δε επιβάλλει την κοινωνική αλληλεγγύη. Η αρχή του κοινωνικού κράτους συνιστά επομένως περιορισμό της αρχής του κράτους δικαίου και τανάπαλιν.

ΤΟ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ
Το άρθρο 1 Σ
Το πολίτευμα της Ελλάδος είναι προεδρευόμενη κοινοβουλευτική δημοκρατία.
Θεμέλιο του πολιτεύματος είναι η λαϊκή κυριαρχία.
Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον Λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα.
Η δημοκρατική αρχή
Η δημοκρατική αρχή ως αρχή που αναγνωρίζει ότι «το πλείον είναι κύριον» καθιερώνεται στο άρθρο 1Σ. Ως αρχή δε που κατοχυρώνει την εν ισότητι ελευθερία, καθιερώνεται στο άρθρο 4Σ περί της ισότητας και στις διατάξεις για τα ατομικά δικαιώματα 2 παρ.1 και 5 επομ. Σ.
Βασική για την κατανόηση της δημοκρατικής αρχής στο ελληνικό πολίτευμα είναι η διάταξη του άρθρου 50Σ το οποίο ορίζει «Ο ΠτΔ δεν έχει άλλες αρμοδιότητες παρά μόνο όσες του απονέμουν ρητά το Σύνταγμα και οι νόμοι που είναι σύμφωνοι με αυτό».
Η ρύθμιση αυτή καταγράφηκε για πρώτη φορά στο πρώτο δημοκρατικό Σύνταγμα της Ελλάδος, στο σύνταγμα του 1864 (άρθρο 44). Έκτοτε επαναλήφθηκε σε όλα τα μεταγενέστερα ελληνικά συντάγματα. Ο σκοπός της πρόδηλος» Να περιορίσει τη βασιλική εξουσία και να διακηρύξει τη μετάβαση από το πολίτευμα της περιορισμένης μοναρχίας του Συντάγματος του 1844 στο δημοκρατικό πολίτευμα του Συντάγματος του 1864. Το άρθρο 50Σ προκύπτει ότι δεν είναι δυνατόν να συναχθεί σιωπηρώς αρμοδιότητα του ΠτΔ αφού η διάταξη απαιτεί ρητή ανάθεση αρμοδιότητας.
Τεκμήριο αρμοδιότητας υπάρχει μόνο κατά τη στιγμή της σύνταξης της πολιτείας, υπέρ του φορέα της συντακτικής εξουσίας, ο οποίο δεν είναι όργανο του κράτους αλλά κυρίαρχος δηλαδή νομικά αδέσμευτος.
Το αντιπροσωπευτικό σύστημα
Το ισχύον Σύνταγμα, όπως άλλωστε όλα τα σύγχρονα δημοκρατικά πολιτεύματα, καθιερώνει την έμμεση, την αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Ο λαός αναδεικνύει αμέσως το αντιπροσωπευτικό του όργανο, τη βουλή για να νομοθετεί αντ΄ αυτού. Αναδεικνύει επίσης τον ΠτΔ τον έτερο  παράγοντα της νομοθετικής εξουσίας, εμμέσως, με εκλογή από τη βουλή. Τέλος, αναδεικνύει την κυβέρνηση, τυπικώς μεν δια του ΠτΔ, ουσιαστικές δε δια της βουλής.
Το ενεργητικό εκλογικό δικαίωμα (δικαίωμα του εκλέγειν) μαζί με το παθητικό εκλογικό δικαίωμα (δικαίωμα του εκλέγεσθαι) αποτελεί τη βάση του δημοκρατικού πολιτεύματος.
Το αντιπροσωπευτικό σύστημα στη χώρα μας λειτουργεί σε μια βουλή.
Οι βασικές συνταγματικές διατάξεις που συγκροτούν το αντιπροσωπευτικό σύστημα είναι οι εξής:
·         Άρθρο 51 παρ.3 που εγγυάται την καθολικότητα και την αμεσότητα της ψήφου
·         Άρθρο 53 παρ.1 που καθιερώνει την ανάδειξη της βουλής το αργότερο κάθε 4 χρόνια, εκτός αν η βουλή διαλυθεί νωρίτερα
·         Άρθρο 51 παρ.2 σύμφωνα με το οποίο οι βουλευτές αντιπροσωπεύουν το έθνος
·         Άρθρο 60 παρ.1 βάσει του οποίου οι βουλευτές έχουν απεριόριστο το δικαίωμα της γνώμης και ψήφου κατά συνείδηση. Η διάταξη αυτή αποκλείει την επιτακτική εντολή.
·         Άρθρο 66 παρ.1 το οποίο κατοχυρώνει  τη δημοσιότητα της λειτουργίας της βουλής.
Θεσμός άμεσης δημοκρατίας είναι ο θεσμός του δημοψηφίσματος (άρθρο 44 παρ.2 Σ).
Η αρχή του πολυκομματισμού
Το Σύνταγμα κατοχυρώνει το πολυκομματικό σύστημα ως θεμελιώδη αρχή του πολιτεύματος.
Σύμφωνα με το άρθρο 29 παρ.1 Σ προκύπτει ότι τα πολιτικά κόμματα είναι ενώσεις Ελλήνων Πολιτών που σημείο αναφοράς έχουν την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος.  Τα πολιτικά κόμματα δεν εντάσσονται στο νομικό πρόσωπο του κράτους δεν είναι όργανα του κράτους. Ταύτιση κόμματος και κράτους είναι συνταγματικά ανεπίτρεπτη.
Ούτε το Σύνταγμα ούτε ο νόμος αναφέρονται στη νομική προσωπικότητα των πολιτικών κομμάτων.  Και χωρίς όμως ρητή αναγνώρισή τους ως ΝΠΙΔ ως σωματείων ουδόλως αμφισβητείται ότι τα πολιτικά κόμματα είναι φορείς των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που τους επιφυλάσσει το Σύνταγμα και ο νόμος, προκειμένου να επιτελούν τη λειτουργία και τους σκοπούς τους.
Η ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος υπηρετείται από κάθε πολιτικό κόμμα ακόμα και  από αυτό που εχθρεύεται την δημοκρατία.
Το Σύνταγμα δεν αρκείται μόνο στην αναγνώριση του θεσμού των πολιτικών κομμάτων, προϋποθέτει τη λειτουργία τους και τη συμμετοχή τους στην εκλογική διαδικασία για την ανάδειξη και τη λειτουργία της βουλής καθώς και για τον σχηματισμό της κυβέρνησης.
Με τον θεσμό των πολιτικών κομμάτων μορφοποιείται το αντιπροσωπευτικό σύστημα και διηθείται και συστηματοποιείται ο πολιτικός λόγος και αντίλογος. Προς τούτο είναι απαραίτητη η παροχή ίσων ευκαιριών στα πολιτικά κόμματα.
Η αρχή της διάκρισης των εξουσιών
Τη διάκριση των εξουσιών κατοχυρώνει το άρθρο 26 Σ:
1.       Η νομοθετική λειτουργία ασκείται από τη βουλή και τον ΠτΔ
2.       Η εκτελεστική λειτουργία ασκείται από τον ΠτΔ και την κυβέρνηση
3.       Η δικαστική λειτουργία ασκείται από τα δικαστήρια, οι αποφάσεις τους εκτελούνται στο όνομα του Ελληνικού Λαού
Απόρροια της ανεξαρτησίας της δικαστικής εξουσίας είναι ότι η αμετάκλητη δικαστική απόφαση είναι απρόσβλητη από πράξεις της νομοθετικής εξουσίας.
Η διάκριση νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας δεν είναι απόλυτη αλλά σχετική. Οι δύο αυτές εξουσίες διασταυρώνονται στο κοινοβουλευτικό πολίτευμα που καθιερώνει το Σύνταγμα.
Το κοινοβουλευτικό σύστημα διακυβέρνησης
Το κοινοβουλευτικό πολίτευμα στην Ελλάδα είναι γνήσιο. Η κυβέρνηση διορίζεται από τον ΠτΔ (άρθρο 37Σ) και εξαρτάται από την εμπιστοσύνη της βουλής και μόνο της βουλής (άρθρο 84Σ).
Η αρμοδιότητα του ΠτΔ για τον διορισμό της κυβέρνησης είναι δέσμια. Η δέσμια αρμοδιότητα αυτή συνίσταται στο ότι πρέπει να διορίσει ως πρωθυπουργό τον αρχηγό του κόμματος που έλαβε την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών στη βουλή, δοθέντος ότι υφίσταται τεκμήριο ότι η κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματός του θα του παράσχει την εμπιστοσύνη της. Αυθαίρετη επιλογή πρωθυπουργού και κυβέρνησης αποκλείεται πλήρως από το  Σύνταγμα.
Από την άλλη μεριά η βουλή είναι ελεύθερη να παρέχει ή μη την εμπιστοσύνη της στη κυβέρνηση καθώς επίσης και να την αποσύρει. Η μη παροχή εμπιστοσύνη ή η απόσυρσή της υποχρεώνει την κυβέρνηση σε παραίτηση.
Ο μεν ΠτΔ δρα λοιπόν δεσμευμένος η δε βουλή ελευθέρως. Η υποχρέωση της κυβέρνησης να έχει την εμπιστοσύνη της βουλής καταγράφηκε για πρώτη φορά στη χώρα μας στο Σύνταγμα του 1927 και έκτοτε επαναλαμβάνεται στα μετέπειτα συντάγματα. Η υποχρέωση του Αρχηγού του Κράτους να διορίζει πρωθυπουργό καταγράφηκε για πρώτη φορά σο Σύνταγμα του 1975.
Το κοινοβουλευτικό σύστημα εισήχθη στην χώρα μας το 1875 υπό το κράτος του συντάγματος του 1864 με το περίφημο «λόγο του Θρόνου» τον συνταχθέντα από τον Πρωθυπουργό Χ. Τρικούπη και εκφωνηθέντα ενώπιον βουλής και Βασιλέα Γεώργιο Α.
Η διακήρυξη της «αρχής της δεδηλωμένης» ήταν αντίδραση στην έως τότε ανάδειξη κυβερνήσεων από τον βασιλιά που δεν απολάμβαναν την εμπιστοσύνη της βουλής. Μέχρι τη ρητή καταγραφή της στο Σύνταγμα, ίσχυσε στη χώρα μας ως συνθήκη του πολιτεύματος. Γιατί άραγε ως συνθήκη του πολιτεύματος και όχι ως έθιμο; Η απάντηση είναι ότι η αρχή της δεδηλωμένης παραβιάσθηκε κατ΄ επανάληψη. Η παράβαση συνθήκης του πολιτεύματος δεν επισύρει κυρώσεις κατ΄ αντίθεση προς την παράβαση του εθίμου. Ήταν λοιπόν βολικό να χαρακτηρισθεί ως συνθήκη του πολιτεύματος χωρίς κυρώσεις παρά ως έθιμο με κυρώσεις, που λόγω των πολιτικών συνθηκών που επικρατούσαν δεν μπορούσαν να επιβληθούν.
Στοιχείο του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος δεν είναι μόνον η ανάδειξη της κυβέρνησης από τον Αρχηγό του Κράτους αλλά και η παύση της. Ο ΠτΔ απαλλάσσει την κυβέρνηση από τα καθήκοντά της, μόνο αν αποδοκιμασθεί από τη βουλή ή αν παραιτηθεί. Τούτο ισχύει από το 1986 από την πρώτη αναθεώρηση του συντάγματος του 1975.
Η κατάργηση το 1986 της αρμοδιότητας του ΠτΔ να παύει την κυβέρνηση σηματοδότησε την πλήρη αποκατάσταση του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος στη χώρα μας ως γνησίου.
Έτσι ο σύγχρονος κοινοβουλευτισμός στη χώρα μας χαρακτηρίζεται από την εξάρτηση της κυβέρνησης αποκλειστικώς από την εμπιστοσύνη της βουλής καθώς επίσης και από την πολιτική ισχύ της κυβέρνησης, από τη συλλογική λειτουργία της και από τον ιδιαίτερο πολιτικό ρόλο του Πρωθυπουργού.
Η αρχή της προεδρευόμενης δημοκρατίας
Προεδρευόμενη είναι η δημοκρατία όπου ο αρχηγός του κράτους είναι αιρετός και όχι κληρονομικός.
Το ισχύον σύνταγμα του 1975 μετά την κατάργηση της βασιλείας, εισήγαγε το πολίτευμα της προεδρευόμενης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας με αιρετό Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Η εκλογή του Προέδρου γίνεται από τη βουλή.
Η αναθεώρηση του 1986 περιόρισε πλήρως τον πολιτικό ρόλο του ΠτΔ, καθιστώντας τον κατά το μάλλον ή ήττον συμβολικό και τυπικό. Έτσι η σχετική πολιτική και επιστημονική συζήτηση κόπασε. Πάντως η ιστορική σημασία της παραμένει.
Η αρχή του κράτους δικαίου στην Ελλάδα
Μετά την αναθεώρηση του συντάγματος του 2001, γραπτή αρχή του ισχύοντος συντάγματος. Προβλέπεται  στο άρθρο 25 παρ. 1 ως αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου. Πριν την αναθεώρηση του 2001 η αρχή του κράτους δικαίου ήταν άγραφη αρχή, συνταγματικού κύρους, η οποία συναγόταν ερμηνευτικά από τις αξίες και αρχές του Συντάγματος που εξακολουθούν να τη συναποτελούν.
Η αρχή του κοινωνικού κράτους στην Ελλάδα
Το Σύνταγμα του 1975 περιέλαβε αρχικώς πλείονες διατάξεις για τα κοινωνικά δικαιώματα  (άρθρα 21 επ.). Διακήρυξε ως κρατικές υποχρεώσεις την προστασία της οικογένειας, του γάμου, της μητρότητας, της παιδικής ηλικίας, των πολυτέκνων,, των αναπήρων, των πασχόντων, των απόρων, των αστέγων. Επέβαλε την κρατική μέριμνα για την υγεία, για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης, για την κοινωνική ασφάλιση.
Ήδη η αναθεώρηση του 2001 την κατέγραψε με το άρθρο 25  παρ.1 Σ, με αποτέλεσμα η αρχή του κοινωνικού κράτους να μην περιορίζεται μόνο στα ρητώς κατοχυρούμενα από το Σύνταγμα κοινωνικά δικαιώματα αλλά και σε άλλα κοινωνικά δικαιώματα που δεν είναι ρυθμισμένα σε αυτό.




ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΑ
Τα τοπικά συντάγματα (πολιτεύματα)
Ήδη από το 1821 το έτος έναρξης του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, συνελεύσεις τοπικών προκρίτων κατήρτισαν τον «Οργανισμό της Γερουσίας της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος», τη «Νομική Διάταξη της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος» και «τον Οργανισμό της Πελοποννησιακής Γερουσίας». Τα τρία αυτά συντάγματα ήταν απόπειρες σύνταξης κράτους.
Τοπικά πολιτεύματα καταρτίστηκαν και στη Σάμο το 1821 και στην Κρήτη το 1822.
Το «Προσωρινό Πολίτευμα της Επιδαύρου» του 1822
Η Β Εθνική Συνέλευση συνήλθε τον Δεκέμβριο του 1821 στην Πιάδα, κοντά στην Επίδαυρο και ψήφισε το «Προσωρινό Πολίτευμα της Επιδαύρου» το 1822. Προσωρινό για να μην προκαλέσει την αντίδραση των ευρωπαϊκών μοναρχιών της εποχής και την Ιερά Συμμαχία, η οποία είχε αποδοκιμάσει την ελληνική επανάσταση.
Το Σύνταγμα κατοχύρωσε ορισμένα δικαιώματα (ιδιοκτησία, ασφάλεια, θρησκευτική ελευθερία, απαγόρευση βασανιστηρίων και δήμευσης) και οργάνωσε το κράτος βάσει του αντιπροσωπευτικού συστήματος και της αρχής της διάκρισης των εξουσιών. Το βουλευτικό αναδεικνυόταν με εκλογή και ήταν αρμόδιο για την ψήφιση των νόμων. Το Εκτελεστικό ήταν 5μελές αιρετό όργανο. Το δικαστικό αποτελείται από 11 μέλη που εκλέγονταν από το βουλευτικό και το εκτελεστικό.
Το Σύνταγμα του Άστρους (Ο νόμος της Επιδαύρου) του 1823
Το Προσωρινό Πολίτευμα της Επιδαύρου του 1822 τροποποιήθηκε το 1823 από τη Β Εθνική Συνέλευση. Η Συνέλευση, που συνήλθε στο Άστρο Κυνουρίας, ψήφισε τον «Νόμο της Επιδαύρου» του 1823.  Τον ονόμασε έτσι και όχι σύνταγμα για να τονίσει το μεν προσωρινό χαρακτήρα και στη συνέχεια το πολίτευμα της Επιδαύρου.
Ο Νόμος της Επιδαύρου ενίσχυσε τη θέση του Βουλευτικού. Προσέθεσε διατάξεις για ατομικά δικαιώματα για την απαγόρευση της δουλείας, την ελευθερία του τύπου, το δικαίωμα του αναφέρεσθαι και του νόμιμου δικαστή.
Ψηφίστηκε και νέος εκλογικός νόμος να ψηφίζουν οι άνδρες από 25 και πάνω αντί του 30 που ήταν πριν.
Το «Πολιτικό» Σύνταγμα της Τροιζήνας του 1827
Το 1823 εκδηλώθηκε διαμάχη μεταξύ Βουλευτικού και Εκτελεστικού με αποτέλεσμα τη μη εφαρμογή του Συντάγματος. Η διαμάχη επεκτάθηκε στον λαό και αποφασίστηκε η σύγκληση το 1825 της Γ Εθνικής Συνέλευσης στην Πιάδα για τη θέσπιση νέου Συντάγματος. Η διαμάχη όμως αναζωπυρώθηκε. Οι εργασίες της Γ Εθνικής Συνέλευσης διακόπηκαν, μετά δε από συμφιλίωση και συμβιβασμό συνεχίσθηκαν στην Τροιζήνα το 1827.
Το Σύνταγμα της Τροιζήνας το 1827 ακολούθησε ο παράδειγμα του Συντάγματος των ΗΠΑ του 1787 και όρισε ότι η εκτελεστική εξουσία ανήκει στον κυβερνήτη (μονοπρόσωπο όργανο). Το νέο Σύνταγμα περιέλαβε ρητή αναφορά στην αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, καθιέρωσε την  αρχή της ισότητας και την αναλογική κατανομή των φορολογικών βαρών, απαγόρευσε πλήρως την αναδρομικότητα των νόμων, προέβλεψε την αναγκαστική απαλλοτρίωση για δημόσιο όφελος με καταβολή αποζημίωσης.
Η καποδιστριακή περίοδος (1828-1831)
Με ψήφισμα της η Γ Εθνική Συνέλευση εξέλεξε Κυβερνήτη με 7ετή θητεία τον Ιωάννη Καποδίστρια. Έφθασε στην Ελλάδα τον Γενάρη του 1828 και ανέλαβε τα καθήκοντά του. Ίδρυσε το «Πανελλήνιο» ένα 27μελές συμβουλευτικό σώμα, που αργότερα μετονομάσθηκε σε Γερουσία. Η αναστολή της εφαρμογής του Συντάγματος και η αυτοκατάργηση της Βουλής ήταν ενέργειες αντισυνταγματικές. Επρόκειτο για κατάλυση του Συντάγματος.
Ο Καποδίστριας συγκάλεσε την Δ Εθνική Συνέλευση η οποία νομιμοποίησε  τν κατάλυση του συντάγματος και δέχθηκε ότι υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες η Ελλάδα δεν ήταν δυνατόν να κυβερνηθεί με Σύνταγμα.
Τον Σεπτέμβρη του 1831 ο Καποδίστριας, κυβερνώντας αυταρχικά δολοφονήθηκε από τους Μαυρομιχαλαίους.
Το «ηγεμονικό» Σύνταγμα του 1832
Μετά τη δολοφονία του κυβερνήτη η Γερουσία (το Πανελλήνιο) ανέθεσε την εξουσία σε τριμελή Διοικητική Επιτροπή και συγκάλεσε το 1831 την Ε Εθνική Συνέλευση στο Άργος. Η συνέλευση ανέθεσε την εκτελεστική εξουσία στον εκ των μελών της αδελφό του Καποδίστρια, Αυγουστίνο αποκλείοντας από την εξουσίας τους αντικαποδιστριακούς. Ψήφισε δε Σύνταγμα, το Σύνταγμα του 1832 που ονομάσθηκε «Ηγεμονικό» ή «Βασιλικό».
Το Σύνταγμα αυτό δεν τέθηκε ποτέ σε εφαρμογή, δεν ήταν δημοκρατικό αλλά μοναρχικό. Προέβλεπε κληρονομικό ανώτατο άρχοντα, τον Ηγεμόνα, παράγοντα της νομοθετικής λειτουργίας, ανεύθυνο και απαραβίαστο, με δικαίωμα διάλυσης της βουλής. Προέβλεπε και δεύτερο νομοθετικό σώμα, τη Γερουσία, τα μέλη της οποίας ορίζονταν ισοβίως από τον Ηγεμόνα. Η βουλή αναδεικνυόταν με έμμεση εκλογή και με τμηματική ψήφο.
Η περίοδος της απόλυτης μοναρχίας (1833-1843)
Ο αποκλεισμός από την Ε Εθνική Συνέλευση των αντικαποδιστριακών είχε ως αποτέλεσμα την αποχώρησή τους και τη σύγκληση στη Κόρινθο της Δ εν συνεχεία  Εθνικής Συνέλευσης.  Η Δ κατά συνέχεια Εθνική Συνέλευση επικύρωσε ομόφωνα την εκλογή από τι προστάτιδες δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία) του Όθωνος ως Βασιλέως της Ελλάδος. Η πρόθεσή της να θεσπίσει νέο Σύνταγμα δεν ευοδώθηκε.
Ήδη το 1830 με τη Συνθήκη του Λονδίνου οι τρεις προστάτιδες δυνάμεις είχα αναγνωρίσει την ανεξαρτησία της Ελλάδος. Το πολίτευμα αποφασίστηκε μοναρχικό. Το 1832 με νέα συνθήκη του Λονδίνου οι προστάτιδες προσέφεραν τον Θρόνο της Ελλάδος στον Όθωνα, πρίγκιπα της Βαυαρίας του οίκου Wittelsbach, και εξουσιοδότησαν τον φιλέλληνα πατέρα του να διορίσει τριμελή Αντιβασιλεία έως την ενηλικίωση του Όθωνα.
Η Αντιβασιλεία έως το 1835 και στη συνέχεια ο Όθων κυβέρνησαν αυταρχικά. Έθεσαν μεν τις βάσεις του κράτους με τη θέσπιση σημαντικών νομοθετημάτων για τη διοικητική οργάνωση, τη δικαιοσύνη, το ποινικό, το αστικό και το εμπορικό δίκαιο πλην όμως κυβέρνησαν χωρίς Σύνταγμα δηλαδή χωρίς περιορισμό της εξουσίας τους, χωρίς βουλή, με συρρικνωμένη την ελευθερία, την ελευθεροτυπία και με έκτακτα στρατοδικεία. Η αντίδραση κατά της Βαυαροκρατίας ήταν μεγάλη. Το 1841 ο Όθων για κατευνασμό των αντιδράσεων, αποφάσισε να αναθέσει για πρώτη φορά την πρωθυπουργία σε Έλληνα, στον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, ο οποίος όμως την αποποιήθηκε διότι οι όροι του για εκδημοκρατισμό του πολιτεύματος δεν έγιναν δεκτοί.
Το Σύνταγμα του 1843 και η περίοδος της συνταγματικής μοναρχίας (1843-1862)
Την 3η Σεπτεμβρίου 1843 η αντίδραση κατά του Όθωνα κορυφώθηκε. Η στρατιωτική φρουρά των Αθηνών υπό τον συνταγματάρχη Καλλέργη στασίασε, περικύκλωσε τα ανάκτορα και απαίτησε Σύνταγμα. Ο Όθων υπέγραψε αμέσως διάταγμα για τη σύγκληση Εθνικής Συνέλευσης με σκοπό την από κοινού θέσπισης Συντάγματος, διόρισε την πρώτη ελληνική κυβέρνηση υπό την πρωθυπουργία του Ανδρέα Μεταξά που προκήρυξε εκλογές τον Οκτώβρη του 1843. Η εκλεγείσα βουλή κατήρτισε Σύνταγμα σε βραχύτατο χρόνο. Ο Όθων υπέβαλε παρατηρήσεις, κύρωσε το Σύνταγμα και το έθεσε σε ισχύ.
Το Σύνταγμα του 1844 ήταν ένα Σύνταγμα – συνάλλαγμα, συνθήκη ή συμφωνία μεταξύ βουλής και βασιλέα.
Καθιέρωσε τη μοναρχική αρχή, αναγνωρίζοντας σημαντικότατες αρμοδιότητες στον βασιλέα όχι μόνο ως αρχηγό της εκτελεστικής εξουσίας αλλά και ως βασικό παράγοντα της νομοθετικής.
Το Σύνταγμα του 1844 δεν ήταν δημοκρατικό αλλά Σύνταγμα περιορισμένης μοναρχίας. Η εξουσία του μονάρχη δεν ήταν πια απεριόριστη, έπρεπε να ασκείται σύμφωνα με το Σύνταγμα. Το Σύνταγμα περιέλαβε τον παλιό κατάλογο των ατομικών δικαιωμάτων των συνταγμάτων της επαναστατικής περιόδου. Η Συνέλευση εκτός από Σύνταγμα ψήφισε τον αξιοσημείωτο για την εποχή του εκλογικό νόμο του 1844, με τον οποίο λέγεται ότι εισήχθη εν τη ουσία στη χώρα μας η καθολική και η άμεση ψηφοφορία. Το δικαίωμα της ψήφου αναγνωρίστηκε στους Έλληνες (άνδρες) που είχαν συμπληρώσει τα 25 έτη και είχαν ιδιοκτησία ή ασκούσαν επάγγελμα.
Εξαιρούνταν οι υπηρέτες και οι μαθητευόμενοι τεχνίτες. Περί συμμετοχής των γυναικών ούτε λόγος. Το Σύνταγμα όμως του 1844 δεν εφαρμόστηκε ορθώς στην πράξη. Ο Όθων αν και αγαπητός στον λαό λόγω του μεγαλοϊδεατισμού του, προκάλεσε έντονο αντιδυναστικό ρεύμα εξ αιτίας των πολιτικών παρεμβάσεων με αποτέλεσμα την κατάλυση της δυναστείας ύστερα από εξέγερση της φρουράς των Αθηνών και του Λαού, την 10η Οκτωβρίου 1862. Η εξουσία ανατέθηκε προσωρινά, μέχρι τη σύγκληση της Β Εθνικής Συνέλευσης σε τριμελή κυβέρνηση, με πρόεδρο τον Δημήτριο Βούλγαρη.
Η κυβέρνηση προκήρυξε δημοψήφισμα για το πρόσωπο του νέου Βασιλέα, το οποίο διενεργήθηκε τον Νοέμβριο του 1862. Με συντριπτική πλειοψηφία ο λαός απεφάνθη υπέρ του πρίγκιπα Αλφρέδου, ο οποίος όμως δεν ανέλαβε τον θρόνο, διότι το Πρωτόκολλο του Λονδίνου του 1830 απαγόρευε την ανάδειξη στον ελληνικό θρόνο μέλους των βασιλικών οικογενειών των τριών μεγάλων δυνάμεων. Την ανάδειξη του νέου βασιλέα ανέλαβε η Εθνική Συνέλευση. Ανέδειξε ομόφωνα, τον Μάρτιο του 1863, τονπροταθέντα Δανό πρίγκιπα Γεώργιο του οίκου Holstein- Sonderburg-Glucksburg ως «Βασιλέα των Ελλήνων» και όχι ως «Βασιλέα της Ελλάδος» όπως ήταν ο Όθων και μάλιστα «ελέω Θεού». Η διαφορά των δύο όρων συμβόλιζε ότι πηγή της βασιλικής εξουσίας  ήταν πλέον ο λαός, και όχι κάποια θεία και μεταφυσική οντότητα.
Το Σύνταγμα του 1864
Η Β Εθνική Συνέλευση ψήφισε το Σύνταγμα του 1864, το πρώτο δημοκρατικό Σύνταγμα της ελεύθερης Ελλάδος. Ήταν προϊόν Εθνικής Συνέλευσης και όχι συμφωνία με τον Βασιλέα. Το νέο Σύνταγμα κατοχύρωσε ρητώς την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας και της καθολικής ψηφοφορίας, την αρχή της αναθεώρησής του αποκλειστικά από τη (μονήρη) Βουλή χωρίς σύμπραξη του Βασιλέα και εισήγαγε το «τεκμήριο της αρμοδιότητας» εις βάρος του βασιλέα. Στο πεδίο των ατομικών δικαιωμάτων κατοχύρωσε το δικαίωμα του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι, κατήργησε την ποινή του πολιτικού θανάτου, δηλαδή την εν ζωή στέρηση της ικανότητας δικαίου και εισήγαγε ευμενέστερη ποινική μεταχείριση των πολιτικών εγκλημάτων.
Η κατοχύρωση στο Σύνταγμα της δημοκρατίας και της ελευθερίας δεν σημαίνει ότι αυτά έγιναν αυτόματα και στην πράξη, Και το πολίτευμα αυτό λειτούργησε με αναταράξεις που προκλήθηκαν από παρεμβάσεις του στέμματος, ιδίως κατά την ανάδειξη των κυβερνήσεων, αποτέλεσμα υπήρξε η εισαγωγή του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος και της αρχής της δεδηλωμένης το 1875.
Η αναθεώρηση του συντάγματος του 1911
Το 1909 εκδηλώθηκε στο Γουδί κίνημα από αξιωματικούς και οπλίτες της φρουράς των Αθηνών. Το κίνημα  υιοθέτησε το πρόγραμμα του «Στρατιωτικού Συνδέσμου» μια μυστικής οργάνωσης  αξιωματικών υπό τον συνταγματάρχη Ν. Ζορμπά. Το πρόγραμμα περιείχε αιτήματα για την αναδιοργάνωση των ενόπλων δυνάμεων, για την εξυγίανση της διοίκησης και την κατάργηση της ευνοιοκρατίας. Ο Βασιλέας Γεώργιος και η κυβέρνηση δέχθηκαν το αόριστο αυτό πρόγραμμα. Ο ΣΣ κάλεσε τον Ελευθέριο Βενιζέλο από την Κρήτη, ο οποίος πρότεινε την αναθεώρηση του συντάγματος του 1864. Η πρότασή του έγινε δεκτή από όλους.
Μετά τη διάλυση της βουλής, η νέα βουλή, η Διπλή Αναθεωρητική, όπως ονομάστηκε διότι σύμφωνα με την περί αναθεωρήσεως διάταξη του συντάγματος του 1864, η Αναθεωρητική Βουλή έπρεπε να αποτελείται από διπλάσιο αριθμό βουλευτών. Η βουλή αυτή διαλύθηκε σχεδόν αμέσως, ύστερα από εισήγηση του Βενιζέλου, διότι διαπιστώθηκε πόσο ανομοιογενής ήτανε για να αποφέρει αποτελέσματα. Η Β Διπλή Αναθεωρητική Βουλή αναδείχθηκε τον Νοέμβρη του 1910 με γρήγορους ρυθμούς πραγματοποίησε την Αναθεώρηση του Συντάγματος του 1864, το 1911.
Η Αναθεώρηση του 1911 επέφερε σημαντικές καινοτομίες όπως εισήχθηκαν νέα κωλύματα εκλογιμότητας, ο έλεγχος του κύρους των εκλογών, καθιερώθηκε ο θεσμός των δημοσίων υπαλλήλων, ενισχύθηκαν οι εγγυήσεις της δικαστικής ανεξαρτησίας, απλουστεύθηκε η νομοθετική και αναθεωρητική διαδικασία, ενισχύθηκαν οι εγγυήσεις ατομικών δικαιωμάτων πχ του ασύλου της κατοικίας, της προσωπικής ασφάλειας, εισήχθη δε το κοινωνικό δικαίωμα της παιδείας.
Ο εθνικός διχασμός
Το 1913 δολοφονήθηκε ο βασιλεύς Γεώργιος Α και τον διαδέχθηκε ο γιος του Κωνσταντίνος Σ. Η διαφωνία του με την κυβέρνηση Βενιζέλου ως προς την είσοδο της χώρας στον Α Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό των συμμάχων, όπως επιθυμούσε η κυβέρνηση (ο Βασιλεύς είχε ταχθεί υπέρ της ουδετερότητας) ανέδειξε το ζήτημα κατά πόσο το στέμμα μπορούσε να είχε ουσιαστικό λόγο σε εθνικά ζητήματα, σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, πολέμου κλπ.
Η διαφωνία κατέληξε στην παραίτηση της κυβέρνησης Βενιζέλου τον Φεβρουάριο του 1915.  Ο Βασιλεύς διέλυσε τη βουλή και προκήρυξε εκλογές. Νικητής αναδείχθηκε ο Βενιζέλος. Ο Κωνσταντίνος ξανά διέλυσε τη βουλή στις οποίες το κόμμα του Βενιζέλου δεν πήρε μέρος διαμαρτυρόμενο για τις παρεμβάσεις  του στο Σύνταγμα.
Το 1916 ο Βενιζέλος κατά παράβαση του Συντάγματος εγκαθίδρυσε προσωρινή επαναστατική κυβέρνηση στη Θεσσαλονίκη, δημιουργώντας το λεγόμενο «Κράτος της Θεσσαλονίκης» και κήρυξε την είσοδο της χώρας στον πόλεμο στο πλευρό των συμμαχικών δυνάμεων.  Το 1917 κατά επέμβαση της Αγγλίας και Γαλλίας, ο Κωνσταντίνος παραιτείται  υπέρ του δεύτερου γιου του Αλέξανδρου και ο Βενιζέλος γίνεται πρωθυπουργός.
Η αντισυνταγματικώς διαλυθείσα βουλή του 1915 συνεκλήθη εκ νέου (Βουλή των Λαζάρων).  Στις εκλογές κέρδισε η φιλοβασιλική «Ηνωμένη Αντιπολίτευση». Η Γ Εθνική Συνέλευση του 1920 δεν περάτωσε το αναθεωρητικό της έργο και διαλύθηκε μετά τη Μικρασιατική καταστροφή ύστερα από το στρατιωτικό κίνημα του Νικόλαου Πλαστήρα.
Τα συντάγματα του 1925, 1926 και 1927
Ο Βασιλεύς Αλέξανδρος πέθανε το 1920. Στον θρόνο ανέβηκε πάλι ο Κωνσταντίνος Α, βάσει δημοψηφίσματος. Ο Πλαστήρας ζήτησε την διάλυση της Γ Εθνικής Συνέλευσης, την παραίτηση του Κωνσταντίνου και την προκήρυξη εκλογών.
Ο Κωνσταντίνος παραιτήθηκε υπέρ του γιου του Γεώργιου Β ο οποίος αποδέχθηκε να φύγει στο εξωτερικό ώστε η συζήτηση του πολιτειακού να διεξαχθεί χωρίς αυτόν. Αντιβασιλέας ανέλαβε βάσει Συντάγματος 1911 ο ναύαρχος Κουντουριώτης. Η δυναστεία κυρήχθηκε έκπτωτη το 1924 με δημοψήφισμα 70% υπέρ της δημοκρατίας.
Η Δ Εθνική Συνέλευση εργάστηκε για ψήφιση νέου Συντάγματος μέχρι τον Μάη του 1925 ο Θεόδωρος Πάγκαλος εγκαθίδρυσε με πραξικόπημα δικτατορία και συνεργάστηκε μαζί του για την ολοκλήρωση του συντακτικού έργου. Η δικτατορική κυβέρνηση δημοσίευσε το Σύνταγμα, επιφέροντας αυθαίρετα ορισμένες τροποποιήσεις και διέλυσε την Εθνική Συνέλευση χωρίς να προκηρύξει εκλογές. Το Σύνταγμα του 1925 βασίστηκε στο Σύνταγμα 1864/1911 αφού όμως διαφοροποιήθηκε σε σοβαρά σημεία όπως εγκαθίδρυσε το πολίτευμα της προεδρευόμενης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας με αιρετό Αρχηγό Κράτους 5ετής θητείας, θεσμοθέτησε δύο βουλές, απλούστευσε την αναθεωρητική διαδικασία, ίδρυσε το ΣτΕ, καθιέρωσε την υποχρέωση των δικαστηρίων να προβαίνουν σε έλεγχο αντισυνταγματικότητας των νόμων και κατοχύρωσε ορισμένα ατομικά δικαιώματα (παιδεία, επιστήμη και τέχνη, εργασία, προστασία γάμου και οικογένειας).
Ο Πάγκαλος κυβέρνησε αυταρχικά χωρίς βουλές αφού ουδέποτε προκήρυξε εκλογές. Η δικτατορία του ανετράπη από νέο πραξικόπημα του στρατηγού Γ. Κονδύλη, τον Αύγουστο του 1926. Ο Κονδύλης έθεσε σε ισχύ το σχέδιο της επιτροπής Παπαναστασίου ως Σύνταγμα του 1926 και προκήρυξε εκλογές. Η βουλή που προέκυψε στήριξε την Οικουμενική κυβέρνηση βενιζελικών και αντιβενιζελικών με τον Ζαίμη και ψήφισε το Σύνταγμα του 1927 το οποίο ίσχυσε μέχρι το 1935. Το Σύνταγμα του 1925 είχε δύο αξιοσημείωτες και πρωτότυπες διατάξεις, καθιέρωνε το αναλογικό εκλογικό σύστημα και περιόριζε τη θητεία του πρωθυπουργού σε ένα έτος.
Η εφαρμογή του συντάγματος του 1927, η επαναφορά του συντάγματος του 1911, η δικτατορία του Ι. Μεταξά, η κατοχή
Το σύνταγμα του 1927 ίσχυσε μόλις 8 χρόνια. Η εφαρμογή του παρακωλύθηκε από τον πολυτάραχο πολιτικό βίο της εποχής. Η Οικουμενική κυβέρνηση του Ζαίμη δεν μπόρεσε να στεριώσει και πολύ. Ο Βενιζέλος επανήλθε και κέρδισε τις εκλογές του 1928 με άνετη πλειοψηφία και κυβέρνησε ως το 1932.
Οι εκλογές του 1932 και 1933 ανέδειξαν νικητή το Λαϊκό Κόμμα και Πρωθυπουργό τον Παναγή Τσαλδάρη. Ο στρατηγός Πλαστήρας επιχείρησε πραξικόπημα το οποίο απέτυχε και επακολούθησε η απόπειρα δολοφονίας του Βενιζέλου.
Νέο κίνημα βενιζελικών αξιωματικών κατά της κυβέρνησης Τσαλδάρη το 1935 απέτυχε. Η χώρα κυρήχθηκε σε κατάσταση πολιορκίας και η κυβέρνηση ιδιοποιήθηκε συντακτική εξουσία και με συντακτικές πράξεις κατήργησε τη Γερουσία, στην οποία είχαν πλειοψηφία οι βενιζελικοί, ήρε την ισοβιότητα των δικαστικών υπαλλήλων και τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων για να προβεί σε εκκαθάριση της δικαιοσύνης, διοίκησης και στρατού, διέλυσε συνδικαλιστικές οργανώσεις και προκήρυξε εκλογές όπου δεν συμμετείχαν οι βενιζελικοί.
Η Ε Εθνική Συνέλευση διέκοψε τις εργασίες της μετά την ανάδειξή της. Ο Κονδύλης υποχρέωση την εθνοσυνέλευση να εγκρίνει ψήφισμα σύμφωνα με το οποίο καταργείτο το σύνταγμα του 1927 και επανέρχεται το σύνταγμα 1864/1911.  Καταργείτο και το πολίτευμα της αβασίλευτης δημοκρατίας καθώς με δημοψήφισμα ο λαός με 98% ήταν υπέρ της βασιλείας (!!!). Βάσει του νόθου αυτού δημοψηφίσματος ο Γεώργιος Β επέστρεψε στην Ελλάδα. Διόρισε νέα κυβέρνηση με Κ. Δεμερτζή, χορήγησε αμνηστία, διέλυσε την Ε Εθνική Συνέλευση και προκήρυξε εκλογές για την ανάδειξη της Γ Αναθεωρητικής Βουλής.
Μετά τον θάνατο του Δεμερτζή ανέλαβε ο Ι. Μεταξάς μετά τις εκλογές του 1936. Η βουλή διέκοψε τις εργασίες της και εξουσιοδότησε την κυβέρνηση Μεταξά να νομοθετεί εξ αυτής, στη διάρκεια αυτής της διακοπής στις 4 Αυγούστου του 1936 ο Βασιλιάς εξέδωσε δύο διατάγματα με πρόταση της κυβέρνησης Μεταξά. Με το πρώτο ανέστειλε την ισχύ ορισμένων συνταγματικών διατάξεων για ατομικές ελευθερίες και με το δεύτερο διέλυε την Γ Αναθεωρητική βουλή χωρίς προκήρυξη εκλογών.
 Ο δικτάτωρ Μεταξάς αντέταξε πάντως το ηρωικό ΟΧΙ του ελληνικού λαού στις δυνάμεις του Άξονα.
Κατά τη διάρκεια  της γερμανικής κατοχής η χώρα κυβερνήθηκε από κατοχικές κυβερνήσεις, σχηματίστηκαν ελεύθερες κυβερνήσεις του εξωτερικού (του Εμμ. Τσουδερού, του Σοφοκλή Βενιζέλου και του Γ. Παπανδρέου) που αναγνωρίστηκαν από τα ξένα κράτη.
Τον Οκτώβρη του 1944 μετά την απελευθέρωση ο Γ. Παπανδρέου σχημάτισε οικουμενική κυβέρνηση με εκπροσώπους όλων των πολιτικών τάσεων. Ο Βασιλεύς Γεώργιος Β παρέμεινε στο εξωτερικό, αντιβασιλέας δε ανέλαβε ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός.
Το σύνταγμα του 1952
Μετά τις εκλογές του Μαρτίου του 1946, πρωθυπουργός ανέλαβε ο Π. Τσαλδάρης. Ευθύς διεξήχθη δημοψήφισμα όπου ήταν υπέρ της επανόδου του βασιλέα Γεώργιου Β. Η εκλεγείσα βουλή η Δ Αναθεωρητική (συνέχεια της Γ Αναθεωρητικής του 1920) ψήφισε σύνταγμα το 1952. Το σύνταγμα υιοθέτησε διατάξεις του 1911 και 1927 ενώ οπισθοδρομική ήταν η ρύθμιση για την κατάσταση πολιορκίας αλλά και οι διατάξεις για την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων αφού πχ το δικαίωμα της απεργίας απαγορεύτηκε πλήρως για τους δημοσίους υπαλλήλους κ.α.
Το 1963 επί κυβερνήσεως Κ. Καραμανλή και με πρωτεργάτη τον ίδιο τον πρωθυπουργό κατατέθηκε πρόταση Αναθεώρησης του Συντάγματος του 1952. Το σχέδιο αυτό ονομάστηκε «Βαθιά Τομή» υπεβλήθη στην αρμόδια επιτροπή της βουλής η οποία δεν περάτωσε τις εργασίες της λόγω παραίτησης του Καραμανλή το 1963.
Η κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου που ανεδείχθη νικήτρια στις εκλογές του 1964 υπήρξε βραχύβια. Τον Ιούλιο του 1965 ξέσπασε νέα πολιτική κρίση λόγω της διαφωνίας των Ανακτόρων με τον πρωθυπουργό που οδήγησε την κυβέρνηση σε παραίτηση. Στον θρόνο είχε ανέλθει το 1964 μετά τον θάνατο του πατέρα του, του Βασιλέα Παύλου, ο Κωνσταντίνος Β. Αίτιο κρίσης των «Ιουλιανών» υπήρξε η άρνηση του Κωνσταντίνου να δεχθεί την πρόταση του Παπανδρέου να αντικατασταθεί ο Υπουργός Εθνικής Αμύνης. Η ενέργεια του Κωνσταντίνου ήταν αντικοινοβουλευτική.
Μετά η επέμβαση του Κωνσταντίνου στον διορισμό πρωθυπουργών όπως  Γ. Αθανασιάδης- Νόβας, ο Ηλίας Τσιριμώκος, ο Π. Κανελλόπουλος, ο Στέφανος Στεφανόπουλος, οι οποίοι αν και προέρχονταν από το κόμμα του Παπανδρέου είχαν αποστατήσει, κατακρίθηκε ως αντισυνταγματική και αντικοινοβουλευτική.
Ο Π. Κανελλόπουλος απέσυρε την εμπιστοσύνη του από την κυβέρνηση Στεφανόπουλο και σχημάτισε νέα κυβέρνηση τον Απρίλη του 1967, η βουλή διαλύθηκε και προκηρύχθηκαν εκλογές που δεν διενεργήθηκαν λόγω της κατάλυσης της δημοκρατίας με το στρατιωτικό πραξικόπημα της 21ης Απριλίου του 1967.
Η στρατιωτική δικτατορία 1967-1974
Το στρατιωτικό καθεστώς υπό τον συνταγματάρχη Γ. Παπαδόπουλο, επεβλήθη και διατηρήθηκε στην εξουσία με βία. Ανέστειλε τις διατάξεις για τα θεμελιώδη δικαιώματα, καθώς και της διατάξεις για βουλευτικές εκλογές και λειτουργία βουλής. Καταπάτησε κάθε έννοια ελευθερίας και προέβη σε διώξεις και εκτοπίσεις, βασανισμούς κλπ.
Ο Κωνσταντίνος αποπειράθηκε με το λεγόμενο βασιλικό κίνημα του Δεκεμβρίου του 1967 να εκδιώξει τους δικτάτορες αλλά απέτυχε και αναχώρησε για το εξωτερικό. Η βασιλεία δεν καταργήθηκε αμέσως. Στη θέση του βασιλέα ορίστηκε αντιβασιλέας ένας από τους αρχηγούς του πραξικοπήματος.
Σχέδιο Συντάγματος που κατήρτισε η δικτατορική κυβέρνηση υπεβλήθη στην ετυμηγορία του λαού με νόθο δημοψήφισμα υπέρ του σχεδίου με περίπου 92!!!.
Τον Ιούνιο του 1973 η δικτατορία κατήργησε τη βασιλεία με συντακτική πράξη.  Στη θέση του Βασιλέα το «νέο Σύνταγμα του 1973» που επακολούθησε και που επικυρώθηκε  και αυτό με νόθο δημοψήφισμα θεσμοθέτησε τον ΠτΔ με 7ετή θητεία και προέβλεψε τη διενέργεια βουλευτικών εκλογών το 1974. Η εξέγερση των φοιτητών στο Πολυτεχνείο, τον Νοέμβρη του 1973 που βρήκε συμπαράσταση από μεγάλη μερίδα του λαού των Αθηνών, καταπνίγηκε.
Ευθύς αμέσως άρχισε η δεύτερη φάση της δικτατορίας με κεντρική φυσιογνωμία τον δικτάτορα Δημήτριο Ιωαννίδη, η οποία υπήρξε ακόμη περισσότερο στυγνή.  Η δικτατορία υποκίνησε τον Ιούλιο του 1974 πραξικόπημα στην Κύπρο για την ανατροπή της κυβέρνησης του Αρχιεπίσκοπου Μακαρίου, το οποίο κατέληξε στην τουρκική εισβολή στην Κύπρο και στη διχοτόμησή της. Η δικτατορία κατέρρευσε υπό το βάρος της κυπριακής και εθνικής τραγωδίας.
Το τέλος της δικτατορίας επήλθε τυπικώς την 24 Ιουλίου 1974 οπότε ο Κ. Καραμανλής εκλήθη από το Παρίσι και ανέλαβε την πρωθυπουργία και σχημάτισε Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας.
Το σύνταγμα του 1975/1986/2001
Οι πρώτες πράξης της κυβέρνησης ήταν η κατάργηση των δικτατορικών συνταγμάτων του 1968 και του 1673 και η επαναφορά σε ισχύ του συντάγματος 1952 εκτός από τις διατάξεις για βασιλευόμενη δημοκρατία.  Προκηρύχθηκε δημοψήφισμα με αποτέλεσμα 69% υπέρ της προεδρευόμενης δημοκρατίας. Το δημοψήφισμα αυτό έθεσε τέλος της βασιλείας στην Ελλάδα.
Η κυβέρνηση εθνικής ενότητας χορήγησε αμνηστία για πολιτικά εγκλήματα, επέτρεψε την λειτουργία όλων των πολιτικών κομμάτων, νομιμοποίησε το ΚΚΕ και κύρωσε εκ νέου την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Τον Νοέμβρη του 1974 διενεργήθηκαν εκλογές για την ανάδειξη της Ε Αναθεωρητικής Βουλής η οποία ψήφισε το Σύνταγμα του 1975 που εισήγαγε το πολίτευμα της προεδρευόμενης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, κατοχύρωσε πληρέστερα τα ατομικά δικαιώματα, περιέλαβε σειρά κοινωνικών δικαιωμάτων, αναγνώρισε ρητώς το διεθνές δίκαιο ως υπέρτερης τυπικής ισχύος από τους κοινούς νόμους και προετοίμασε την Ελλάδα για την είσοδό της στην ΕΕ. Ο ΠτΔ είχε εξοπλιστεί με υπερεξουσίες οι οποίες δεν ασκήθηκαν ποτέ ούτε από τον Κων. Τσάτσο ούτε από τον Κων. Καραμανλή. Τρίτος ΠτΔ ο Χρ. Σαρτζετάκης.
Εντούτοις το 1985 το ΠΑΣΟΚ υπό την ηγεσία του Ανδ. Παπανδρέου ξεκίνησε την αναθεώρηση του συντάγματος του 1975 που πραγματοποίησε η ΣΤ Αναθεωρητική Βουλή και η οποία περιορίστηκε στην κατάργηση των υπερεξουσιών του ΠτΔ και εισήγαγε γνήσιο κοινοβουλευτικό πολίτευμα με την κατάργηση της δυνατότητας παύσης της κυβέρνησης από τον ΠτΔ, τώρα η κυβέρνηση εξαρτάται πλέον από το 1986 από την εμπιστοσύνη της βουλής.
Οι διατάξεις της Αναθεώρησης του 1986 διατυπώθηκαν στην καθαρεύουσα και με ψήφισμα της ΣΤ Αναθεωρητικής βουλής μεταγλωττίστηκαν στη δημοτική. Η ίδια βουλή μεταγλώττισε και το Σύνταγμα του 1975 χωρίς να έχει τέτοια αρμοδιότητα από την προηγούμενη βουλή.
Το 1993 η ΝΔ υπό τον Κων. Μητσοτάκη έθεσε ζήτημα νέας αναθεώρησης του συντάγματος. Η διαδικασία υπήρξε μακρά. Την ανάγκη της αναθεώρησης αποδέχθηκαν και οι μετέπειτα κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ υπό του Α. Παπανδρέου και υπό του Κων. Σημίτη. Η κυοφορία της Αναθεώρησης κράτησε περί τα 8 συνολικά  χρόνια, τέθηκε δε σε ισχύ το 2001 από τη Ζ Αναθεωρητική Βουλή.
Η Αναθεώρηση του 2001 διεύρυνε τον κατάλογο των ατομικών δικαιωμάτων, κατοχύρωσε ρητώς την αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου, τροποποίησε τις διατάξεις για τα κωλύματα και τα ασυμβίβαστα των βουλευτών, απαγόρευσε την αιφνιδιαστική τροποποίηση του εκλογικού νόμου, απλοποίησε την νομοθετική διαδικασία, κατοχύρωσε τις ανεξάρτητες διοικητικές αρχές και τις υπέβαλε σε κοινοβουλευτικό έλεγχο και κατοχύρωσε τον Β βαθμό ΟΤΑ.
Υπό το Σύνταγμα 1975/1986/2001 η Ελλάς διανύει την περίοδο του πλέον ομαλού δημοκρατικού και κοινοβουλευτικού βίου της συνταγματικής ιστορίας της. Αιτούμενο παραμένει η διαρκής πραγμάτωση και βελτίωση του κράτους δικαίου και του κοινωνικού κράτους.




ΠΗΓΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
Πηγές του ελληνικού συνταγματικού δικαίου
·            Το τυπικό σύνταγμα
·            Οι συντακτικές πράξεις και τα ψηφίσματα
·            Το συνταγματικό έθιμο
·            Οι τυπικοί νόμοι
·            Ο Κανονισμός της Βουλής
·            Οι κανονιστικές πράξεις της εκτελεστικής εξουσίας
·            Οι πράξεις νομοθετικού περιεχομένου
·            Οι πράξεις νομοθετικού περιεχομένου του δικαίου της ανάγκης
·            Ορισμένες αποφάσεις του ΑΕΔ και του ΣτΕ
·            Το διεθνές δίκαιο
·            Το δίκαιο της ΕΕ
Το τυπικό σύνταγμα
Αναφέρεται στην θέσπιση του συντάγματος, την αναθεώρησή του, την αλλοίωση ή την κατάλυσή του.
Η αναθεώρηση του συντάγματος
Με τον όρο αναθεώρηση του συντάγματος νοείται η τροποποίηση (η αντικατάσταση, η κατάργηση, η προσθήκη νέων διατάξεων) και η αυθεντική ερμηνεία διατάξεων του Συντάγματος.
Η αναθεώρηση ενεργείται στο πλαίσιο του ισχύοντος Συντάγματος και με τον τρόπο, τον οποίο προβλέπει. Δεν είναι κυρίαρχη. Το ισχύον σύνταγμα στο άρθρο 110 προβλέπει ότι οι διατάξεις του συντάγματος υπόκειται σε αναθεώρηση εκτός από τις διατάξεις που καθορίζουν τη βάση και τη μορφή του πολιτεύματος και των άρθρων 2 παρ.1, 4 και 7, 5 παρ.1 και 3, 13 παρ.1 και 26. Η ανάγκη της αναθεώρησης διαπιστώνεται με απόφαση της βουλής που λαμβάνεται ύστερα από πρόταση 50 τουλάχιστον βουλευτών με πλειοψηφία των 3/5 του όλου αριθμού των μελών της σε δύο ψηφοφορίες που απέχουν τουλάχιστον 1 μήνα. Αφού αποφασιστεί η αναθεώρηση η επόμενη βουλή κατά την πρώτη σύνοδό της, αποφασίζει με απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των μελών της σχετικά με τις αναθεωρητές διατάξεις. Η Αναθεωρητική Βουλή συζητεί και ψηφίζει καταρχήν κατ΄ άρθρο και στο σύνολο τις αναθεωρητέες διατάξεις Κάθε ψηφιζόμενη αναθεώρηση του συντάγματος δημοσιεύεται στο ΦΕΚ μέσα σε 10 μέρες και τίθεται σε ισχύ με ειδικό ψήφισμά της βουλής.
Νέα αναθεώρηση δεν επιτρέπεται πριν περάσει πενταετία από την περάτωση της προηγούμενης. Πρόκειται για τον μοναδικό χρονικό περιορισμό της αναθεώρησης.
Οι συντακτικές πράξεις και τα ψηφίσματα
Με συντακτικές πράξεις και ψηφίσματα θεσπίζονται κατ΄ ενάσκηση συντακτικής εξουσίας κανόνες δικαίου ίσου τυπικού κύρους με το Σύνταγμα, με αποτέλεσμα να τον καταργούν ή να το τροποποιούν. Οι συντακτικές πράξεις θεσπίζονται από την εκτελεστική εξουσία δηλαδή από την κυβέρνηση, τα δε ψηφίσματα από τη βουλή.
Θέσπιση συντακτικών πράξεων και ψηφισμάτων δεν προβλέπεται από το σύνταγμα. Οι συντακτικές πράξεις και τα ψηφίσματα είναι επομένως υπό καθεστώς συνταγματικής ομαλότητας προδήλως αντισυνταγματικές, αφού συντακτική εξουσία ασκείται νομίμως άπαξ μόνον.
Συντακτικές πράξεις στην πρόσφατη συνταγματική ιστορία της Ελλάδας εκδόθηκαν  τόσο από το δικτατορικό καθεστώς της 21ης Απριλίου 1967, προκειμένου να θεσπιστούν συνταγματικοί κανόνες μετά την κατάλυση του συντάγματος του 1952 όσο και από την Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας του 1974 για να επανέλθει το καταλυθέν σύνταγμα του 1952.
Ψηφίσματα εκδόθηκαν επίσης από τη βουλή του 1974 έως τη θέση του ισχύ του συντάγματος του 1975.
Ψηφίσματα και συντακτικές πράξεις ανευρίσκονται συχνά στην ελληνική έννομη τάξη κατά τις ανώμαλες περιόδους των δικτατοριών.
Οι κανόνες των συντακτικών πράξεων και των ψηφισμάτων ισχύουν και εφαρμόζονται βάσει του δικαίου της ανάγκης.
Το συνταγματικό έθιμο και οι συνθήκες του πολιτεύματος
Το έθιμο εν γένει δεν είναι ισόκυρος με τον νόμο κανόνας. Δεν καταργεί νόμο. Ούτε το συνταγματικό έθιμο είναι ισόκυρος κανόνας ούτε καταργεί νόμο αφού η ύπαρξη ενός νόμου που αναφέρεται στο ουσιαστικό σύνταγμα παρεμποδίζει τη δημιουργία αντίθετου συνταγματικού εθίμου.
Το συνταγματικό έθιμο είναι μόνο συμπληρωματικό των διατάξεων και των αρχών του τυπικού και του ουσιαστικού συντάγματος εφόσον το σύνταγμα ή ο κοινός νόμος αφήνουν περιθώρια δημιουργίας του. Στην περίπτωση αυτή είναι πηγή συνταγματικού δικαίου.
Υπό το ισχύον σύνταγμα δεν φαίνεται να έχουν αναπτυχθεί συνταγματικά έθιμα, τα δε αναφερθέντα έχουν καταργηθεί σιωπηρά, αφού αποτελούν αντικείμενο ειδικών συνταγματικών ρυθμίσεων.
Συγγενής έννοια προς το συνταγματικό έθιμο είναι οι συνθήκες του πολιτεύματος, οι οποίες αναπτύχθηκαν κυρίως στο αγγλικό πολίτευμα που στερείται τυπικού συντάγματος. Σε αντίθεση με τα έθιμα δεν αποτελούν κανόνες δικαίου και ως εκ τούτου δεν  θεωρούνται πηγές του συνταγματικού δικαίου.
Σήμερα ως συνθήκες του πολιτεύματος μπορούν να θεωρηθούν οι ενημερώσεις του ΠτΔ και των αρχηγών των πολιτικών κομμάτων επί σημαντικών ζητημάτων της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής.
Οι τυπικοί νόμοι
Τυπικός νόμος είναι ο νόμος που ψηφίζεται από τη βουλή, εκδίδεται από τον ΠτΔ και δημοσιεύεται στο ΦΕΚ. Η βουλή μπορεί να ψηφίζει νόμους οποιουδήποτε περιεχομένου υπό τον μοναδικό περιορισμό ότι δεν αντίκειται στο Σύνταγμα. Η διαδικασία παραγωγής των τυπικών νόμων περιλαμβάνει το στάδιο της νομοθετικής διαδικασίας, το στάδιο της επεξεργασίας, συζήτησης και ψήφισης και το στάδιο της έκδοσης και δημοσίευσης. Τα δύο πρώτα στάδια ολοκληρώνονται στη βουλή, το τρίτο από τον ΠτΔ.
Η τυπική και η ουσιαστική ισχύς του νόμου – Η αναδρομικότητα του νόμου
Ο τυπικός νόμος αποκτά ισχύ με τη δημοσίευσή του στο ΦΕΚ. Η ισχύς αυτή καλείται τυπική ισχύς. Η τυπική ισχύς δεν συνεπάγεται αυτομάτως και την ουσιαστική ισχύ του δηλαδή την δυνατότητα εφαρμογής του. Η ουσιαστική ισχύς του νόμου αρχίζει μετά από μία περίοδο χάριτος, αδράνειας του νόμου προκειμένου να γίνει γνωστός.
Αναδρομική ισχύ του νόμου σημαίνει ότι η ουσιαστική ισχύς του αρχίζει σε χρονικό σημείο προγενέστερο από την έναρξη της τυπικής ισχύος του. Δηλαδή ο αναδρομικός νόμος καταλαμβάνει και καταστάσεις που είχαν δημιουργηθεί πριν από τη δημοσίευσή του. Η αναδρομική ισχύς του νόμου απαγορεύεται από το άρθρο 2 ΑΚ.
Το σύνταγμα δεν περιέχει γενικό κανόνα για την αναδρομικότητα του νόμου. Την απαγορεύει μερικώς ή ολικώς σε 4 συγκεκριμένες περιπτώσεις, στην περίπτωση των ποινικών νόμων, στην περίπτωση των ψευδοερμηνευτικών νόμων, στην περίπτωση των φορολογικών νόμων και στην περίπτωση του εκλογικού νόμου.
Το άρθρο 7 παρ.1 Σ ορίζει «έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο που ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης.. ποτέ δεν επιβάλλεται ποινή βαρύτερη από εκείνη που προβλεπόταν κατά την τέλεση της πράξης».
Το άρθρο 77 Σ ορίζει «η αυθεντική ερμηνεία των νόμων ανήκει στην νομοθετική λειτουργία. Νόμος που δεν είναι πράγματι ερμηνευτικός ισχύει από τη δημοσίευσή του». Αυθεντική ερμηνεία του νόμου είναι η ερμηνεία από το όργανο που τον θέσπισε.
Το άρθρο 78 παρ.2 Σ ορίζει «φόρος ή άλλο οποιοδήποτε οικονομικό βάρος δεν μπορεί να επιβληθεί με νόμο αναδρομικής ισχύος που εκτείνεται πέρα από το οικονομικό έτος το προηγούμενο εκείνου, κατά το οποίο επιβλήθηκε». Το οικονομικό έτος αρχίζει την 1η Ιανουαρίου και λήγει την 31η Δεκεμβρίου. Έτσι αν δια νόμου του έτους 2006 εισαχθεί φόρος, ο νόμος μπορεί να επιβάλει φορολογία πχ για εισόδημα που αποκτήθηκε από 01/01/2005 έως 31/12/2005, όχι όμως για εισόδημα που αποκτήθηκε πριν από 01/01/2005.
Το άρθρο 54 παρ.1 Σ ορίζει «το εκλογικό σύστημα και οι εκλογικές περιφέρειες ορίζονται με νόμο που ισχύει από τις μεθεπόμενες εκλογές, εκτός αν προβλέπεται η ισχύς του άμεσα από τις επόμενες εκλογές με ρητή διάταξη που ψηφίζεται με την πλειοψηφία των 2/3 του όλου αριθμού των βουλευτών».
Οι τέσσερις αυτές περιπτώσεις είναι ρητές απαγορεύσεις της αναδρομικότητας του νόμου.
Ειδικές μορφές τυπικών νόμων
·            Ατομικός νόμος είναι αυτός που αφορά ένα πρόσωπο ή και περισσότερα εκ των προτέρων γνωστά και ρυθμίζει αποκλειστικώς τις καταστάσεις αυτού ή αυτών.
·            Οι νόμοι μέτρα είναι τυπικοί νόμοι που θεσπίζονται για την αντιμετώπιση συγκεκριμένων οικονομικών και κοινωνικών καταστάσεων πχ με νόμο επιβάλλεται ειδική εισφορά υπέρ σεισμοπλήκτων έως ότου αποκατασταθούν οι κατοικίες τους.
·            Το άρθρο 43 παρ.4 Σ προβλέπει μια ειδική κατηγορία νόμων, τους νόμους πλαίσια. Με αυτούς εξουσιοδοτείται η εκτελεστική εξουσία να θεσπίζει κανόνες δικαίου βάσει των γενικών αρχών και κατευθύνσεων που περιλαμβάνονται σε αυτούς.
·            Ειδική περίπτωση αποτελούν οι νόμοι που προβλέπονται στο άρθρο 107 Σ οι οποίοι είναι αυξημένης ισχύος και εξομοιώνεται η ισχύς τους με το Σύνταγμα.
Ο κανονισμός της βουλής
Σύμφωνα με το άρθρο 65 παρ.1 και 6 του Σ ορίζει ότι η βουλή ορίζει τον τρόπο της ελεύθερης και δημοκρατικής λειτουργίας της με κανονισμό που ψηφίζεται από την ολομέλεια κατά το άρθρο 76 και δημοσιεύεται με παραγγελία του Προέδρου της στο ΦΕΚ.
Ο ισχύος κανονισμός της βουλής περιλαμβάνει δύο μέρη, το πρώτο φέρει τον τίτλο «Κοινοβουλευτικό Μέρος» και το δεύτερο «Προσωπικό της Βουλής». Ο κανονισμός περιέχει κανόνες δικαίου και υποστηρίζεται ότι είναι ισόκυρος του τυπικού νόμου αλλά αφετέρου είναι υποδεέστερος αυτού.
Οι κανονιστικές διοικητικές πράξεις του άρθρου 43 παρ.2 Σ
Το Σύνταγμα προβλέπει δυνατότητα θέσπισης κανόνων δικαίου από την εκτελεστική εξουσία προς ρύθμιση ζητημάτων λόγω της ανάγκης ευχερέστερης προσαρμογής των κανόνων στα διαρκώς μεταβαλλόμενα δεδομένα της κοινωνικής και οικονομικής ζωής, λόγω του φόρτου εργασίας της βουλής και της ανάγκης ταχείας νομοθέτησης.
Οι κανονιστικές πράξεις της διοίκησης είναι τα κανονιστικά προεδρικά διατάγματα, οι κανονιστικές πράξεις του υπουργικού συμβουλίου, των υπουργών και άλλων οργάνων της διοίκησης.
Αρμόδιο για την έκδοση κανονιστικών πράξεων είναι κατά κανόνα ένα σύνθετο όργανο που αποτελείται από τον ΠτΔ , τον αρμόδιο υπουργό και το ΣτΕ.  Οι κανονιστικές αυτές πράξεις ονομάζονται κανονιστικά διατάγματα.
Ο ΠτΔ είναι υποχρεωμένος να το εκδώσει το κανονιστικό διάταγμα αφού προτείνεται από τον υπουργό ύστερα από επεξεργασία του ΣτΕ. Οι κανονιστικές πράξεις άλλων οργάνων της διοίκησης δεν υπόκειται σε επεξεργασία από το ΣτΕ.
Οι πράξεις νομοθετικού περιεχομένου του άρθρου 44 παρ.1Σ
Σε έκτακτες περιπτώσεις εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης ο ΠτΔ μπορεί, ύστερα από πρόταση του υπουργικού συμβουλίου, να εκδίδει πράξεις νομοθετικού περιεχομένου. Οι πράξεις αυτές υποβάλλονται σε κύρωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 72 παρ.1 μέσα σε 40 ημέρες από την έκδοσή τους ή μέσα σε 40 ημέρες από την σύγκληση της βουλής σε σύνοδο. Αν δεν υποβληθούν στις προαναφερόμενες ημερομηνίες παύουν να ισχύουν.
Ο ΠτΔ έχει τη δυνατότητα να ελέγχει κατά πόσο συντρέχουν πράγματι οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την έκδοσή τους δηλαδή οι έκτακτες περιπτώσεις εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης. Ο όρος «εξαιρετικά επείγουσα ανάγκη» πρέπει να ερμηνευτεί αυστηρά.
Η διαδικασία έκδοσής τους είναι απλή, ύστερα από πρόταση του υπουργικού συμβουλίου υποβάλλονται στον ΠτΔ ο οποίος προβαίνει στην έκδοσή τους με την υπογραφή του, ύστερα η βουλή είναι υποχρεωμένη να τις κυρώσει, με την κύρωση αποτελούν διοικητικές πράξεις.
Οι πράξεις νομοθετικού περιεχομένου του δικαίου της ανάγκης άρθρο 48 παρ.5 Σ
Σε περίπτωση πολέμου, επιστράτευσης εξαιτίας εξωτερικών κινδύνων ή άμεσης απειλής της εθνικής ασφάλειας καθώς και αν εκδηλωθεί ένοπλο κίνημα για την ανατροπή του δημοκρατικού πολιτεύματος, τίθεται σε εφαρμογή ο νόμος για την κατάσταση πολιορκίας, συνιστώνται εξαιρετικά δικαστήρια, τα λεγόμενα «έκτακτα» στρατοδικεία και αναστέλλεται η ισχύς συνταγματικών διατάξεων που κατοχυρώνουν ατομικά δικαιώματα.
Οι πράξεις αυτές πρέπει να αποσκοπούν στην αντιμετώπιση επειγουσών αναγκών ή στην ταχύτερη αποκατάσταση της συνταγματικής ομαλότητας.
Η νομολογία
Η νομολογία δηλαδή οι αποφάσεις των δικαστηρίων σύμφωνα με την κρατούσα γνώμη δεν είναι τυπικώς πηγή δικαίου. Με τη νομολογία γίνεται εφαρμογή του δικαίου, η οποία προϋποθέτει την ερμηνεία του, την κατανόησή του. Με την ερμηνεία γίνεται και διάπλαση του δικαίου.
Η κρατούσα άποψη ότι η νομολογία δεν αποτελεί πηγή συνταγματικού δικαίου έχει δύο εξαιρέσεις:
·            Το ΑΕΔ είναι αρμόδιο για την άρση της αμφισβήτησης για την ουσιαστική αντισυνταγματικότητα ή την έννοια διατάξεων τυπικού νόμου, αν εκδόθηκαν για αυτές αντίθετες αποφάσεις του ΣτΕ, του Αρείου Πάγου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Διάταξη νόμου που κηρύσσεται αντισυνταγματική είναι ανίσχυρη από την δημοσίευσή της σχετικής απόφασης ή από το χρόνο που ορίζεται με την απόφαση.
·            Το ΣτΕ σε συνδυασμό με την ισχύουσα κοινή νομοθεσία μπορεί να ακυρώσει διοικητικές διαφορές. Η κατάργηση κανόνα δικαίου συνιστά αρνητική θέσπιση δικαίου. Επομένως και στη περίπτωση αυτή η απόφαση του ΣτΕ αποτελεί πηγή δικαίου.
Το διεθνές δίκαιο
Το εσωτερικό δίκαιο θεσπίζεται ή αναγνωρίζεται από κάθε κράτος μόνο του. Το διεθνές δίκαιο θεσπίζεται ή αναγνωρίζεται από δύο ή περισσότερα κράτη ή από όλα τα κράτη.
Βασική είναι η διάκριση του διεθνούς δικαίου σε γενικό και ειδικό. Γενικό διεθνές δίκαιο είναι αυτό που αναγνωρίζεται από όλα τα κράτη ή σχεδόν όλα ενώ ειδικό διεθνές δίκαιο αυτό που αναγνωρίζεται από ορισμένα κράτη. Κατά κανόνα το γενικό είναι άγραφο ενώ το ειδικό γραπτό. Το άγραφο δίκαιο  είναι τα διεθνή έθιμα και οι γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου. Το γραπτό είναι το συμβατικό δίκαιο, οι διεθνείς συμβάσεις, διμερείς ή πολυμερείς.
Η τυπική υπεροχή των κανόνων του συντάγματος έναντι των κανόνων του διεθνούς δικαίου είναι φαινομενική.
Το ευρωπαϊκό δίκαιο
Το 1951 έξι κράτη της Ευρώπης (Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Βέλγιο, Ολλανδία, Λουξεμβούργο) υπέγραψαν στο Παρίσι διεθνή συνθήκη με την οποία ιδρύθηκε η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ). Η συνεργασία υπήρξε επιτυχής και οδήγησε στην υπογραφή δύο νέων συνθηκών, με τη μία ιδρύθηκε η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ) και με τη δεύτερη η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας (ΕΚΑΕ).
Το 1972 μπήκαν η Αγγλία, Ιρλανδία και Δανία. Το 1979 η Ελλάς (Ευρώπη των 10). Το 1986 η Ισπανία και η Πορτογαλία (Ευρώπη των 12). Το 1994 η Αυστρία, η Σουηδία και η Φινλανδία (Ευρώπη των 15) και τέλος το 2003 μπήκαν η Κύπρος, η Μάλτα, η Πολωνία, η Ουγγαρία, η Τσεχία, η Σλοβενία, η Σλοβακία, η Λιθουανία, η Εσθονία και η Λετονία (Ευρώπη των 25).
Τα κύρια όργανα της ΕΕ είναι το κοινοβούλιο, το συμβούλιο, η ευρωπαϊκή επιτροπή, τα δικαστήρια των ευρωπαϊκών κοινοτήτων.
Το ευρωπαϊκό δίκαιο είναι πρωτογενές ή πρωτότυπο, αυτό που εισάγουν οι ιδρυτικές συνθήκες και το δευτερογενές ή παράγωγο, αυτό που θεσπίζεται από τα κοινοτικά νομοθετικά όργανα, σύμφωνα με τους ορισμούς του πρωτογενούς δικαίου.
Οι κανονισμοί αποτελούν την κύρια μορφή των νόμων της κοινότητας. Θεσπίζονται από το συμβούλιο και από την επιτροπή. Έχουν γενική ισχύ για όλη την κοινότητα και είναι άμεσης εφαρμογής στα κράτη μέλη από τη δημοσίευσή τους.
Οι οδηγίες αποσκοπούν στην επίτευξη ορισμένων αποτελεσμάτων και συνιστούν εντολή προς τα κράτη μέλη να λάβουν κάθε απαιτούμενο νομοθετικό μέτρο για την επίτευξή τους. Περιέχουν κανόνες δικαίου που πρέπει να περιληφθούν  στο εσωτερικό δίκαιο.
Οι αποφάσεις λαμβάνονται από το συμβούλιο και από την επιτροπή. Έχουν άλλοτε ατομικό και άλλοτε κανονιστικό χαρακτήρα. Έχουν άμεση εφαρμογή και θεωρούνται ως εκ τούτο κανονισμοί.
Με τη συνθήκη του Άμστερνταμ προβλέφθηκε ένα νέο είδος κοινοτικών πράξεων, οι αποφάσεις πλαίσια. Εκδίδονται από το Συμβούλιο για ζητήματα αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις και έχουν άμεση εφαρμογή στα κράτη.
Οι συστάσεις και οι γνώμες είναι κοινοτικές πράξεις και εκδίδονται από το συμβούλιο και από την επιτροπή. Διατυπώνουν υποδείξεις χωρίς δεσμευτικό χαρακτήρα προς τα κράτη – μέλη, προκειμένω να λάβουν συγκεκριμένα μέτρα. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης ενδέχεται να εκδοθεί οδηγία με δεσμευτικό χαρακτήρα.
Σε κάθε κράτος μέλος υπάρχουν δύο έννομες τάξεις, η κοινοτική και η εθνική.  Η υπεροχή του κοινοτικού δικαίου έναντι των συνταγμάτων των κρατών μελών είναι πάγια θέση.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
Η έννοια της ερμηνείας
Η λέξη «ερμηνεία» ανάγεται στον Ερμή. Ερμηνεία είναι η μέριμνα για τον «λόγο». Λόγος είναι η λέξη, η αιτία, η λογική, ο σκοπός. Με την ερμηνεία επιτυγχάνεται ο καθορισμός του νοήματος των κανόνων και των αρχών του. Η ερμηνεία μπορεί να είναι συγκεκριμένη ή αφηρημένη. Με την αφηρημένη ερμηνεία αναζητείται η έννοια του ερμηνευτέου κανόνα ενώ με τη συγκεκριμένη η ορθή λύση ενός πραγματικού προβλήματος. Η συγκεκριμένη ερμηνεία γίνεται με την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στο «πραγματικό» του κανόνα δικαίου. Καλείται «εφαρμογή του δικαίου».
Οι φορείς της ερμηνείας
Σε ερμηνεία προβαίνει ο νομικός, ο ιδιώτης, ο νομοθέτης, η εκτελεστική εξουσία, ο δικαστής.
Οι τρόποι ερμηνείας
Η ανεύρεση του νοήματος των κανόνων και των αρχών του δικαίου γίνεται με πλείονες τρόπους. Με τη γραμματική, την ιστορική, τη συστηματική- λογική και τέλος την τελολογική ερμηνεία.
·            Η γραμματική ερμηνεία αναζητεί το νόημα του κανόνα μέσα από τις λέξεις και τις γλωσσικές εκφράσεις που συγκροτούν το κείμενό του, το «γράμμα» του.
·            Η ιστορική ερμηνεία διερευνά τη «βούληση» δηλαδή το σκοπό του νομοθέτη. Η βούληση του νομοθέτη δεν προκύπτει από το ίδιο το κείμενο του κανόνα δικαίου αλλά από εξωτερικά δεδομένα δηλαδή από την ιστορική συγκυρία, από το προγενέστερο νομοθετικό καθεστώς κλπ.
·            Η συστηματική ερμηνεία είναι ερμηνεία των κανόνων στον αναμεταξύ τους συσχετισμό και αλληλεπίδρασή τους. Πρόκειται για ερμηνεία των κανόνων σε σχέση πάντοτε με άλλους κανόνες, είτε ενταγμένους στο ίδιο νομοθέτημα είτε στον ίδιο κλάδο δικαίου είτε στο συνολικό δικαιϊκό σύστημα.
·            Συγγενής με τη συστηματική ερμηνεία είναι η λογική ερμηνεία που αποβλέπει στην ανεύρεση του νοήματος του νόμου βάσει των κανόνων της τυπικής λογικής.
·            Η τελολογική ερμηνεία αναζητά τον σκοπό του νόμου, τη ratio legis. Η τελολογική ερμηνεία δεν αναζητεί, όπως η ιστορική ερμηνεία, τον σκοπό του νομοθέτη. Αναζητεί τον σκοπό του νομοθέτη, ο οποίος μάλιστα εξελίσσεται στον χρόνο, είναι δυναμικός. Η τελολογική ερμηνεία αποβλέπει στην ανεύρεση του αντικειμενικού σκοπού του νόμου.
Τα είδη ερμηνείας
Πρόκειται για είδη ερμηνείας που αντιστοιχούν στα είδη ελαττωμάτων των κανόνων.
·            Ερμηνεία εντός του κανόνα δικαίου. Ασάφεια υπάρχει όταν μεταξύ του γράμματος και του νοήματος του κανόνα υπάρχουν χάσματα, κυρίως όταν ο νομοθέτης αθέλητα εκφράστηκε στενότερα ή ευρύτερα του δέοντος. Αν ο νομοθέτης εκφράστηκε στενότερα του δέοντος, η αποκατάσταση του νοήματος του νόμου γίνεται με διασταλτική ερμηνεία έτσι ώστε να συμπεριληφθεί στο κανονιστικό πεδίο του νόμου και η περίπτωση που ο νομοθέτης παρέλειψε. Αν αντίθετα ο νομοθέτης εκφράσθηκε ευρύτερα του δέοντος, η αποκατάσταση του νοήματος του νόμου γίνεται με συσταλτική ερμηνεία έτσι ώστε μια ειδική κατηγορία περιπτώσεων από το σύνολο των ρυθμισμένων, και ειδικότερα αυτή, για την οποία ο νομοθέτης εκφράσθηκε εσφαλμένα, να εκβληθεί από το κανονιστικό πεδίο του νόμου. Σύμφωνα με το επιχείρημα εκ του μείζονος περί ελάσσονος όταν ο νόμος επιβάλλει ή επιτρέπει το μείζον, επιβάλλει ή επιτρέπει και το έλασσον. Σύμφωνα με το επιχείρημα εκ του ελάσσονος περί μείζονος όταν ο νόμος απαγορεύει το έλασσον απαγορεύει και το μείζον. Το επιχείρημα της αναλογίας χρησιμεύει λόγω της στενότερης του δέοντος έκφρασης του νομοθέτη, όταν ο κανόνας επιτρέπει, επιβάλλει ή απαγορεύει μια συμπεριφορά, παραλείποντας να ρυθμίσει μια αποχρώντως όμοια συμπεριφορά, η οποία θα έπρεπε να συμπεριληφθεί στο πραγματικό του τότε και η μη ρυθμισμένη συμπεριφορά επιτρέπεται, επιβάλλεται ή απαγορεύεται.
·            Η ερμηνεία εκτός του κανόνα αλλά εντός του δικαίου. Αποσκοπεί στην άρση των αντινομιών μεταξύ των κανόνων. Αντινομία υφίσταται όταν ένας κανόνας επιτάσσει ή επιτρέπει μια συμπεριφορά την οποία άλλος κανόνας απαγορεύει. Η ύπαρξη αντινομιών στο δίκαιο δεν σημαίνει ότι αυτές είναι ανεκτές από τη έννομη τάξη. Η άρση των αντινομιών των κανόνων επιτυγχάνεται με βάση ορισμένες αρχές που αποκαλούνται και αξιώματα. Αυτές είναι (α) ο ανώτερος νόμος κατισχύει του κατώτερου (β) ο ειδικότερος νόμος κατισχύει του γενικότερου (γ) ο μεταγενέστερος νόμος κατισχύει του προγενέστερου. Οι αρχές αυτές εφαρμόζονται με την ως άνω σειρά προτεραιότητας.
·            Η ερμηνεία πέρα του κανόνα δικαίου. Η ερμηνεία πέρα από τον κανόνα δικαίου αποσκοπεί στην πλήρωση των κενών. Κενό υπάρχει στο δίκαιο όταν μια περίπτωση δεν ρυθμίζεται από τους κανόνες δικαίου, η έννομη τάξη αξιώνει όμως τη ρύθμισή της. Τα κενά πληρούνται με αναλογία. Αναλογία σημαίνει ότι η έννομη συνέπια ενός κανόνα επέρχεται και στην περίπτωση που, χωρίς να εμπεριέχεται στο πραγματικό του, παρουσιάζει αποχρώσα ομοιότητα προς τη ρυθμισμένη περίπτωση.


Η αυθεντική ερμηνεία
Η αρμοδιότητα του δικαστή να ερμηνεύει και επομένως να διαπλάθει το δίκαιο είναι σήμερα αυτονόητη. Η δικαστική ερμηνεία  ανήκει στα έργα και τα καθήκοντα της δικαστικής ερμηνείας και απορρέει από την αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Τόσο ο νομοθέτης τόσο και ο δικαστής είναι αρμόδιοι να ερμηνεύουν το δίκαιο, ο μεν αυθεντικώς ο δε κατά την άσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας του για την εφαρμογή του δικαίου.
Ο δικαστικός έλεγχος της αντισυνταγματικότητας του νόμου
Το άρθρο 96 παρ.4 Σ ορίζει ότι τα δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα. Η υποχρέωση της μη εφαρμογής ενός αντισυνταγματικού νόμου είναι όλως διάφορη από την κατάργηση του νόμου. Η κατάργηση του νόμου είναι η εκβολή του από την έννομη τάξη, η παύση της ισχύος του, η οποία συνεπάγεται αδυναμία εφαρμογής του σε κάθε μελλοντική περίπτωση. Η υποχρέωση της μη εφαρμογής  του αντισυνταγματικού νόμου, σύμφωνα με το άρθρο 93 παρ.4 Σ περιορίζεται στη συγκεκριμένη περίπτωση που έχει αχθεί ενώπιον του κρίνοντος δικαστηρίου. Ο αντισυνταγματικός νόμος δεν εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη περίπτωση, διατηρεί όμως τη νομική του ισχύ και επομένως μπορεί να εφαρμόζεται σε άλλες περιπτώσεις.
Ο δικαστικός έλεγχος της αντισυνταγματικότητας των νόμων είναι απόρροια του χαρακτήρα του συντάγματος ως θεμελιώδους νόμου σε συνδυασμό με την αρχή της διάκρισης των εξουσιών και την αρχή της ανεξαρτησίας των δικαστηρίων.  Ο δικαστικός έλεγχος της αντισυνταγματικότητας  των νόμων εγκαθιδρύθηκε στη χώρα μας υπό την ισχύ του Συντάγματος του 1864 το οποίο δεν το περιελάμβανε ρητά όπως και όλα τα άλλα ελληνικά συντάγματα εκτός του 1927 όπου υπήρχε ερμηνευτική δήλωση και το προέβλεπε ρητώς.
Ο έλεγχος της αντισυνταγματικότητας του νόμου από άλλα (μη δικαστικά) κρατικά όργανα
Ο έλεγχος της συνταγματικότητας του νόμου διενεργείται εκτός από τα δικαστήρια και από άλλα κρατικά όργανα, τη βουλή, τον ΠτΔ και τη διοίκηση.
Η βουλή σύμφωνα με το άρθρο 100 του κανονισμού της αποφασίζει ως προς τη συνταγματικότητα σχεδίου ή πρότασης νόμου ύστερα από πρόταση του προέδρου της βουλής, κάθε βουλευτή ή μέλους της κυβέρνησης. Η πρόταση υποβάλλεται στο στάδιο της καταρχήν συζήτησης και περιέχει συγκεκριμένες αντιρρήσεις.
Ο ΠτΔ προβαίνει στον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων ασκώντας την αρμοδιότητα της έκδοσης και της αναπομπής του νομοσχεδίου ή της πρότασης νόμου κατά το άρθρο 42Σ.
Η διοίκηση ασκεί και αυτή έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων. Άλλη διοικητική αρχή είναι και το Ελεγκτικό Συνέδριο όπου μπορεί να κάνει έλεγχο της ουσιαστικής συνταγματικότητας του συνταξιοδοτικού νομοσχεδίου.
Έλεγχο συνταγματικότητας των νόμων διενεργεί και το ΣτΕ ως διοικητική αρχή ασκώντας την αρμοδιότητα της επεξεργασίας των κανονιστικών διαταγμάτων.

Η συνέχεια του συνταγματικού δικαίου σε άλλη ανάρτηση...

Δεν υπάρχουν σχόλια: