Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2011

ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΑ ΣΠΟΥΔΑΙΟΤΕΡΑ


ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ ΔΙΚΑΙΟ
 534 μ.Χ. – 1453 μ.Χ.

Ι. Η ΓΕΝΕΣΗ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
·         H οριοθέτηση της εξελικτικής πορείας του δικαίου.
·         Μέθοδοι προσέγγισης του προβλήματος.
·         Η επίδραση του Χριστιανισμού.
·         Η διαίρεση του ρωμαϊκού κράτους.
·         Μεταβολές στο ύφος των νόμων.
·         Διαφοροποιήσεις στις διακρίσεις των νόμων.
·         Οι πρώτες κωδικοποιητικές προσπάθειες.
·         Η ιουστινιάνεια κωδικοποίηση και οι στόχοι της.
·         Η ιστορική «συνέχεια» των ρυθμίσεων και η έννοιά της.
·         Ο εξελληνισμός της νομοθεσίας.
·         Ο συλλεκτικός / κωδικοποιητικός χαρακτήρας της νομικής συγγραφικής παραγωγής.
·         Η δικαϊκή αλληλουχία, στοιχείο της πολιτικής θεωρίας των Βυζαντινών.

ΙΙ. ΠΗΓΕΣ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ, ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ, ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΓΝΩΡΙΣΜΑΤΑ, ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑ
·         Οι πηγές γενικώς.  Μιλώντας για πηγές του βυζαντινού δικαίου εννοούμε τόσο τις νομοθετικές όσο και τις διαγνωστικές πηγές. Αποτελούν λοιπόν πηγές του δικαίου είτε άμεσες είτε έμμεσες τα κάθε είδους ιστορικά ή φιλολογικά έργα όπως οι επιστολές και τα προϊόντα της ομιλητικής φιλολογίας, τα αγιολογικά κείμενα, οι επιγραφές, οι σφραγίδες, τα νομίσματα κλπ. Ιδιαίτερη θέση κατέχουν τα έγγραφα. Η μελέτη των εξωτερικών χαρακτηριστικών τους, της εσωτερικής τους δομής και των άλλων τους στοιχείων αποτελεί αντικείμενο ξεχωριστού κλάδου, της διπλωματικής. Η ύλη που χρησιμοποιήθηκε κατά καιρούς για το γράψιμο των εγγράφων ήταν πέτρα, μάρμαρο, μέταλλο, ξύλο, πηλός.  Στη βυζαντινή περίοδο συναντάμε  και περγαμηνές από επεξεργασμένα δέρματα ζώων. Ο αριθμός των εγγράφων τόσο δημοσίων όσο και ιδιωτικών που μέχρι σήμερα έχουν έρθει στο φως είναι τεράστιος για αυτό το λόγο είναι αδύνατη η απαρίθμηση των σχετικών εκδόσεων. Θα περιοριστούμε λοιπόν σε ορισμένα βασικά βοηθήματα: παπύρους και περγαμηνές.
·         Οι πηγές του δικαίου ως έντεχνος λόγος.
·         Ύφος των constitutiones principum.
·         Σκοπός του προοιμίου.
·         Η αφορμή του νόμου.
·         Ο επίλογος.
·         Ύφος και μορφή των νόμων κατά τους μεταϊουστινιάνειους χρόνους.
·         Το ύφος της επιστημονικής νομικής παραγωγής.
·         Η λειτουργικότητα των νομικών κειμένων.
·         Το πρόβλημα των αντιφατικών ρυθμίσεων.
·         Η έλλειψη καταργητικών διατάξεων.
·         Η δεσμευτικότητα του νόμου.
·         Τα αίτια της διάστασης μεταξύ έννομης τάξης και δικαστηριακής πρακτικής.

ΙΙΙ. Η ΕΡΕΥΝΑ ΤΩΝ ΠΗΓΩΝ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
·            Η ιστορία της έρευνας.
·            Η έρευνα του βυζαντινού δικαίου κατά τον 19ο και τον 20ο αιώνα.
·            Τα βοηθήματα.

VΙ. Η ΚΑΤΑΤΑΞΗ ΤΩΝ ΠΗΓΩΝ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΚΑΤΑ ΠΕΡΙΟΔΟΥΣ
Η διάκριση σε περιόδους
·            Από τον Διοκλητιανό στον Ιουστινιανό.
Þ           Το κοσμικό δίκαιο.
Þ           Το κανονικό δίκαιο κατά τους 4ο και 5ο αιώνες.
·            Η ιουστινιάνεια εποχή.
Þ           Η ιουστινιάνεια κωδικοποίηση.
Þ           Οι αντικήνσορες. Η ευθύνη για τη διδασκαλία της επιστήμης του δικαίου την ιουστινιάνεια περίοδο ανήκει στους αντικήνσορες. Οι καθηγητές αυτοί, στο πλαίσιο των παραδόσεων τους για τους Έλληνες ή για τους ελληνόφωνους φοιτητές, καθιστούν το λατινικό κείμενο της κωδικοποίησης προσιτό στους ακροατές τους ακολουθώντας σε γενικές γραμμές την εξής τεχνική: Προηγείται μια λεπτομερής εισήγηση στο λατινικό χωρίο που δεν αποτελεί όμως μετάφραση κατά λέξη. Εκεί παρεμβάλλονται επεξηγήσεις αναγκαίες για την κατανόηση του κειμένου που κάθε φορά έχει ως αντικείμενο η διδασκαλία. Με την βοήθεια του index επιχειρούν οι φοιτητές τη μετάφραση του λατινικού κειμένου. Αν το συγκεκριμένο κείμενο παρουσιάζει σοβαρές δυσκολίες, ο καθηγητές διευκολύνει τους φοιτητές, δίνοντάς τους την απόδοση μεμονωμένων όρων στα ελληνικά. Είναι η λεγόμενη «κατά πόδα ερμηνεία». Μετά τη μετάφραση έρχεται η σειρά των παραγραφών που είναι διάφορες επεξηγηματικές παρατηρήσεις στο κείμενο, το ρητόν. Οι παραγραφές περιέχουν παραπομπές δηλαδή συναφείς διατάξεις. Μια μορφή παραπομπών μπορεί να συνοδεύει και τον index. Πρόκειται για τα παράτιτλα. Επισημαίνουμε ότι το διδακτικό έργο των αντικηνσόρων μας είναι γνωστό μόνο από τις σημειώσεις των φοιτητών τους γιατί οι ίδιοι δεν αποτύπωσαν γραπτώς την διδασκαλία τους. Στο σύνολο των βυζαντινών συλλεκτικών και κωδικοποιητικών έργων όλα τα νομικά κείμενα της πρώιμης περιόδου που είχαν συνταχθεί στα λατινικά εμφανίζονται με τη μορφή και το περιεχόμενο που τους έδωσαν οι αντικήνσορες, οι οποίοι συνέδεσαν στο πρόσωπό τους κωδικοποίηση, φιλολογία και διδασκαλία και δικαίως θεωρούνται οι δημιουργοί του βυζαντινού δικαίου.
Þ           Το κανονικό δίκαιο κατά τους ιουστινιάνειους χρόνους.
·            Από τους διαδόχους του Ιουστινιανού μέχρι τους Μακεδόνες.
Þ           Το έργο των σχολαστικών.
Þ           Οι νομοκανόνες. Περισσότερο πλούσια υπήρξε η νομική φιλολογική παραγωγή στον εκκλησιαστικό χώρο. Από τις μονόπλευρες συλλογές των μέσων του 6ου αιώνα που περιείχαν μόνο νόμους είτε μόνο κανόνες, οι μεικτές συλλογές απείχαν μόνο ένα βήμα. Το βήμα έγινε πριν το τέλος του 6ου αιώνα και το αποτέλεσμα ήταν οι νομοκανόνες. Αυτοί συνδύαζαν νόμους εκκλησιαστικού περιεχομένου και κανόνες δηλαδή συναφές νομοθετικό υλικό διαφορετικής μεν προέλευσης αλλά της ίδιας τυπικής ισχύος. Ο χρονικώς πρώτος νομοκανόνας που έμεινε γνωστός ως νομοκανών σε 50 τίτλους ήταν η σταδιακή συνένωση της Συναγωγής σε 50 τίτλους και ιουστινιάνειων νόμων. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ηρακλείου συντάχθηκε ο δεύτερος βυζαντινός νομοκανών, ο λεγόμενος νονοκανών σε 14 τίτλους που ανήκει στις σημαντικότερες πηγές του δικαίου της Ανατολικής Εκκλησίας.  Ως βάση χρησιμοποιήθηκε το Σύνταγμα σε 14 τίτλους με ενσωμάτωση διατάξεων της εκκλησιαστικής νομοθεσίας του Ιουστινιανού. Συντάκτης του νομοκανόνα είναι ένας νομικός των χρόνων του Ηρακλείου ο νεότερος Ανώνυμος, ο επιλεγόμενος Εναντιοφανής. Ο νομοκανόνας υπέστη στους επόμενους αιώνες διαδοχικές επεξεργασίες για την προσθήκη νέου υλικού, μία πρώτη ο νομοκανών Φωτίου και μια στα τέλη του 11ου αιώνα από τον βέστη Θεόδωρο. Με την τελευταία μορφή χρησιμοποιήθηκε πολύ στην απονομή της δικαιοσύνης.
Þ           Η ενίσχυση του κανονικού δικαίου.
Þ           Ύφεση της επιστημονικής νομικής παραγωγής και ανάγκη νέων νομοθετικών κειμένων.
Þ           Η εκλογή των Ισαύρων.
Þ           Το ποινικό δίκαιο της Εκλογής.
Þ           Το Παράρτημα της Εκλογής.
Þ           Το κανονικό δίκαιο της εποχής των Ισαύρων.
·            Από τους Μακεδόνες μέχρι την άλωση  του 1204.
Þ           Η μακεδονική αναγέννηση.
Þ           Η «ανακάθαρσις». Το νομοθετικό πρόγραμμα των μακεδόνων αυτοκρατόρων είναι η ανακάθαρση των παλαιών νόμων με την έννοια της αποκατάστασης του παλαιού δικαίου με απομάκρυνση όλων των νεωτερικστικών στοιχείων που είχαν εισχωρήσει, συγκεκριμένα την αποκατάσταση του ιουστινιάνειου δικαίου με κατάργηση της νομοθεσίας των Ισαύρων.
Þ           Η Εισαγωγή. Το πρώτο νομοθετικό κείμενο με το οποίο τέθηκε σε εφαρμογή η Ανακάθαρσις ήταν η Εισαγωγή.  Χαρακτηριστικό γνώρισμά της είναι ότι προτάσσονται τίτλοι αφιερωμένοι στο δημόσιο δίκαιο. Μεταξύ άλλων μεταβάλλεται το σύστημα ρύθμισης σχέσεων Πολιτείας και Εκκλησίας. Εφεξής αυτοκράτορας και πατριάρχης είναι ισοδύναμοι φορείς των δύο υπέρτατων εξουσιών μέσα στο κράτος. Οι διατάξεις που απέμειναν αποτέλεσαν ένα κωδικοποιητικό έργο σε 40 βιβλία που δεν έχει διασωθεί παρά ελάχιστα αποσπάσματα.
Þ           Το νομοθετικό έργο του Λέοντος του Σοφού. Η Ανακάθαρση συνεχίστηκε από το γιο του Βασιλείου, τον Λέοντα τον Σοφό, από άποψη νομοθετικής εργασίας ο πιο παραγωγικός αυτοκράτορας μετά τον Ιουστινιανό. Από τις πρώτες του ενέργειες υπήρξε η αναθεώρηση της κωδικοποίησης του πατέρα του. Η ύλη στο νέο κείμενο κατανεμήθηκε σε 60 βιβλία στα οποία δόθηκε η ονομασία Βασιλικά. Παράλληλα με την επεξεργασία των Βασιλικών, για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που προέκυπταν κατά αυτήν, εξέδωσε ο Λέων πολλές νεαρές. Εκτός από τέσσερις μεμονωμένες σώζεται μια συλλογή με 113 νεαρές που εκδόθηκαν μεμονωμένες και κωδικοποιήθηκαν αργότερα ίσως και με εντολή του Λέοντος.  Στην προσπάθειά του να εξομαλύνει τη διάστασή του με την εκκλησιαστική ηγεσία λόγω της τετραγαμίας του, ο Λέων εξέδωσε αργότερα ένα νέο νομοθέτημα, τον Πρόχειρο Νόμο που εμφανίστηκε ως αναθεώρηση της Εισαγωγής. Στο κείμενο αυτό παραλείφθηκαν όλα τα μέρη που αναφέρονταν στην οργάνωση του Κράτους και τις σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας. Από τα τελευταία χρόνια του Λέοντος προέρχεται το Επαρχικό Βιβλίο μια συλλογή κανονισμών σχετιζόμενο με τον Έπαρχο της πόλης, αρμόδιο για την εποπτεία των επαγγελματικών και των διαφόρων συντεχνιών.
Þ           Οι νεαρές των μεταγενέστερων αυτοκρατόρων.
Þ           Το διδασκαλείον των νόμων.
Þ           Συλλογές και συμπιλήματα. Η ιστορική συνέχεια του δικαίου.
Þ           Η νομική παραγωγή της εποχής των Κομνηνών. Η λήξη της «αναγέννησης».
Þ           Η άνθηση του κανονικού δικαίου.
Þ           Ο μοναχισμός.
·            Από την άλωση του 1204 μέχρι την κατάλυση του βυζαντινού κράτους.
Þ           Τα αίτια του μαρασμού της νομικής επιστήμης.
Þ           Η διείσδυση του κανονικού δικαίου στο πολιτειακό δικαίο.
Þ           Συλλεκτικά έργα πολιτειακού δικαίου.
Þ           Συλλεκτικά έργα εκκλησιαστικού δικαίου.



V. TO BYZANTINO ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ
·            Ο αυτοκράτορας.
Þ     Γενικά. Στο προϊουστινιάνειο δίκαιο ίσχυε η γνωστή αρχή ότι το γάμος ήταν ελεύθερα διαλυτός με την κοινή συναίνεση των συζύγων. Ούτε οι νεαρές 22.4 και 98.2.1 του Ιουστινιανού απομακρύνθηκαν από την αρχή αυτή. Όμως λίγο αργότερα, το 541 μάλλον κάτω από την πίεση της Εκκλησίας, απαγόρευσε με τη νεαρά 117.10 τη συναινετική λύση του γάμου με μόνη εξαίρεση την περίπτωση της επιλογής του μοναχικού βίου. Τους παραβάτες έπλητταν μεν σοβαρές περιουσιακές κυρώσεις αλλά η διάλυση του γάμου ήταν ισχυρή για το λόγο της έλλειψης γαμικής διάθεσης και επομένως μπορούσαν οι τέως σύζυγοι να συνάψουν νέο γάμο. Η ατέλεια αυτή οδήγησε τον αυτοκράτορα 15 χρόνια αργότερα στην ανανέωση της νεαράς με την προσθήκη ότι οι παραβάτες εγκλείονταν σε μοναστήρι και αποκτούσαν με κουρά τη μοναχική ιδιότητα, πράγμα που τους απέκλειε τη σύναψη νέου γάμου. Η αυστηρή όμως αυτή ρύθμιση δεν διάρκεσε πολύ.  Μετά την άνοδο του ανιψιού του Ιουστινιανού επέστρεψε το συναινετικό διαζύγιο και όσοι έλυναν τον γάμο τους απαλλάσσονταν πια από τις κυρώσεις. Στη νεαρά του 566 οι σύζυγοι μπορούσαν να λύσουν τον γάμο τους επειδή δαίμονας μπήκε ανάμεσά τους και τους προκαλούσε αδιάλλακτο μίσος. Με την επίκληση αυτού του λόγου επέστρεψε το συναινετικό διαζύγιο. Η νεαρά αυτή πρέπει να ίσχυσε όλο τον 7ο αιώνα. Περί τα τέλη αυτού του αιώνα, η έντονη αντίδραση της Εκκλησίας με τον κανόνα 87 της Πενθέκτης Συνόδου απείλησε βαριές ποινές εναντίον όσων έλυναν τον γάμο τους χωρίς συγκεκριμένο λόγο. Έτσι συναντάμε την κατάργηση της νεαράς του Ιουστίνου στην Εκλογή. Η κατάργηση όμως ήταν έμμεση. Προβλέφθηκαν δηλαδή ελάχιστοι λόγοι διαζυγίου και ορίστηκε ότι πέρα από αυτούς δεν ίσχυε κανένας άλλος.  Φαίνεται πως μετά την έκδοση της Εκλογής κάθε προσπάθεια συναινετικής λύσης του γάμου ήταν μάταιοι. Έτσι οι ενδιαφερόμενοι επινόησαν ένα τέχνασμα για να καταστρατηγήσουν τον νόμο. Άρχισαν οι σύζυγοι να γίνονται ανάδοχοι των ίδιων τους των παιδιών, με αυτόν τον τρόπο δημιουργείτο ανάμεσά τους ανατρεπτικό κώλυμα γάμου εκ των υστέρων λειτουργούσε ως λόγος διαζυγίου. Για ένα διάστημα δεκαετιών επικράτησε κλίμα ανοχής. Υπάρχουν και ενδείξεις προσπάθειας να νομοθετηθεί πάλι το συναινετικό διαζύγιο. Πάντως το 819/820 εκδόθηκε από τον αυτοκράτορα Λέοντα Ε΄ και το γιο του Κωνσταντίνο, νεαρά, με την οποία θεσπίστηκαν βαρύτατες κυρώσεις όσων με τέχνασμα ή γενικότερα έκαναν δεύτερο γάμο, κατορθώνοντας να λύσουν τον προηγούμενο.  Προς το τέλος του ίδιου αιώνα η Εισαγωγή του αυτοκράτορα Βασιλείου Α΄ περιέλαβε διάταξη που επέτρεπε το συναινετικό διαζύγιο μόνο για να γίνουν οι σύζυγοι μοναχοί και επομένως καταργούσε την διάταξη της Εισαγωγής.  Η ίδια αρχή επικράτησε και στα Βασιλικά όπου καταχωρίστηκε μόνο η νεαρά 134.11 με την αυστηρή απαγόρευση της 117.10. Στην ύστερη περίοδο 12ο αιώνα εμφανίζεται λύση γάμου με το λόγο το αμοιβαίο μίσος και ενδεχομένως αυτή η πρακτική αποτέλεσε αναβίωση του συναινετικού διαζυγίου.
·            Φραγμοί στην απολυταρχική εξουσία του αυτοκράτορα.
Þ           Ηθικοί φραγμοί.
Þ           Θεσμικοί φραγμοί.
Þ           Η σύγκλητος. Η λέξη  «σύγκλητος» προέρχεται από τη λατινική λέξη senex που σημαίνει «ηλικιωμένο». Επομένως, η Σύγκλητος κυριολεκτικά σημαίνει  «την επιτροπή των ηλικιωμένων».  Ως ανώτατο πολιτικό όργανο της αρχαίας Ρώμης άσκησε μεγάλη επίδραση στη δημόσια ζωή του ρωμαϊκού κράτους. Αρχικά, την αποτελούσαν οι εκπρόσωποι των οικογενειών των πατρικίων, οι "πάτρες". Σύμφωνα με την παράδοση, η σύγκλητος περιλάμβανε τριακόσια μέλη, εκατό από κάθε φυλή. Ο ρόλος τους, στην εποχή της μοναρχίας, ήταν κυρίως συμβουλευτικός. Σε περίπτωση χηρείας της εξουσίας (αντιβασιλεία), η σύγκλητος αναπλήρωνε το βασιλιά. Μετά την κατάργηση της βασιλείας απέκτησε ουσιαστικότερη δύναμη. Οι συγκλητικοί εκλέγονταν αρχικά από τους υπάτους και κατόπιν, με το νόμο του Οβίνιου (4ος αιώνας π.Χ.), από τους τιμητές. Οι τιμητές διέγραφαν μερικούς συγκλητικούς και διόριζαν άλλους στη θέση τους, διαλέγοντάς τους από τους πρώην άρχοντες. Άλλα προσόντα των συγκλητικών ήταν η ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη, η λιτότητα και ένα ελάχιστο όριο ηλικίας. Η είσοδος των πληβείων στη σύγκλητο πραγματοποιήθηκε σε άγνωστη χρονολογία. Οι συγκλητικοί κατατάσσονταν στον κατάλογο ανάλογα με τα προηγούμενα αξιώματά τους. Οι ανώτεροι άρχοντες και όσοι πρώην άρχοντες, δεν υπήρχαν στον κατάλογο είχαν το δικαίωμα να παίρνουν μέρος στις συνεδριάσεις και στην ψηφοφορία. Οι συγκλητικοί απολάμβαναν διάφορα προνόμια. Φορούσαν τήβεννο σε χρώμα πορφύρας, υποδήματα κόκκινα ή μαύρα και στον ιππόδρομο και στα θέατρα είχαν πάντοτε τιμητική θέση. Ήταν υποχρεωμένοι να ζουν στη Ρώμη, να μην εγκαταλείπουν την Ιταλία χωρίς άδεια και να μην έχουν καμιά εμπορική δραστηριότητα. Οι συγκλητικοί και οι οικογένειές τους αποτελούσαν κλειστή αριστοκρατική τάξη, παρά την παρουσία πολλών πληβείων, την τάξη που επιζητούσε να μονοπωλήσει την πολιτική δραστηριότητα. Τη σύγκλητο συγκαλούσαν οι ύπατοι οι πραίτορες και οι δήμαρχοι. Οι συνεδριάσεις τους γίνονταν στην λεγόμενη "κουρία" ή σε κάποιο ναό. Η συζήτηση δεν ήταν δημόσια, αλλά οι πόρτες έμεναν ανοικτές. Οι συγκλητικοί ψήφιζαν σε δύο ομάδες: την ομάδα των "υπέρ" και την ομάδα των "κατά". Η σύγκλητος υποστήριζε τις λαϊκές αποφάσεις και με το συμβουλευτικό ρόλο της επηρέαζε τους άρχοντες οι οποίοι της εξέθεταν τα προβλήματα της κυβέρνησης. Σε περίπτωση άμεσου κινδύνου, έπαιρναν όλα τα αναγκαία μέτρα, με το "έσχατο συγκλητικό διάταγμα". Ελέγχανε επίσης τα οικονομικά και τις εξωτερικές υποθέσεις. Η σχετική μονιμότητα της συγκλήτου, σε αντίθεση με την ετήσια εξουσία των αρχόντων, αύξανε περισσότερο τη δύναμή της. Η πτώση της βασιλείας της έδωσε την ευκαιρία να γίνει ουσιαστικά η εξουσία της Ρώμης και η βάση του ολιγαρχικού καθεστώτος της. Η σύγκλητος κατέρρευσε στο τέλος της δημοκρατίας μετά από σφοδρή πολεμική του Καίσαρα. Αν και ο πρώτος αυτοκράτορας ανακηρύχθηκε από τη σύγκλητο, εκείνος περιόρισε τα δικαιώματά της. Διατήρησε, όμως, τα δικαιώματά της να διορίζει δικαστές και να δικάζει τις μεγάλες δίκες. Τα δικαιώματα που της απέμειναν της έδωσαν τη δυνατότητα να έρχεται κάποτε σε σύγκρουση με τον αυτοκράτορα και έτσι εξηγούνται οι κατά καιρούς εκδηλώσεις δημοκρατικού πνεύματος στις τάξεις της. Η σύγκλητος παράκμασε οριστικά στα χρόνια του Διοκλητιανού και τελικά περιορίστηκε σε εντελώς ασήμαντο ρόλο.
Þ           Οι δήμοι.
Þ           Ο στρατός.
Þ           Η Εκκλησία.

VΙ. ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑ. ΤΑ ΣΗΜΕΙΑ ΕΠΑΦΗΣ ΤΩΝ ΔΥΟ ΕΝΝΟΜΩΝ ΤΑΞΕΩΝ ΚΑΙ Η ΣΧΕΣΗ ΝΟΜΩΝ ΚΑΙ ΚΑΝΟΝΩΝ
·            Πολιτεία και Εκκλησία στο Βυζάντιο.
Þ           Το πρόβλημα.
Þ           Άμεσες και έμμεσες επεμβάσεις της πολιτειακής εξουσίας στο χώρο της Εκκλησίας.
Þ           Συναλληλία.
·            Η σχέση νόμων και κανόνων.
Þ           Η γένεση του προβλήματος.
Þ           Η σύγκρουση νόμων και ιερών κανόνων από πλευράς πολιτειακού νομοθέτη.
Þ           Η τυπική ένταξη των ιερών κανόνων στο πολιτειακό δίκαιο.
Þ           Τα ουσιαστικά πλεονεκτήματα και οι συνέπειες της ένταξης.
Þ           Νομοθετικές τροποποιήσεις ιερών κανόνων.
Þ           Η Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδος και η επικύρωση αυτοκρατορικών διατάξεων.
Þ           Επιδράσεις του κανονικού δικαίου στο ουσιαστικό δίκαιο της εποχής των Ισαύρων.
Þ           Οι σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας μετά από την Εισαγωγή.
Þ           Η θεωρία των δύο εξουσιών.
Þ           Κριτική της θεωρίας των δύο εξουσιών.
Þ           Η τύχη των διατάξεων περί των δύο εξουσιών στον Πρόχειρο Νόμο.
Þ           Η ρύθμιση των σχέσεων μεταξύ νόμων  εκκλησιαστικού περιεχομένου και ιερών κανόνων στις Νεαρές του Λέοντος ΣΤ΄.
Þ           Το ρυθμιστικό πεδίο των εκκλησιαστικού περιεχόμενου νεαρών του Λέοντος.
Þ           Τα αίτια της ρύθμισης εκκλησιαστικών θεμάτων μέσω νεαρών του Λέοντος.
Þ           Σχέση νόμων και κανόνων από τον 12ο αιώνα και πέρα. Θεόδωρος ο Βαλσαμών.
Þ           Ο ανώνυμος κριτικός του Βαλσαμώνος. Η αρχή της επικράτησης του νεότερου κανόνα δικαίου.
Þ           Ο μη δεσμευτικός χαρακτήρας των παρά την των νόμων ακρίβειαν αυτοκρατορικών διατάξεων.

VΙΙ. Ο ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΓΑΜΟΣ
·            Οι προϋποθέσεις του γάμου.
Þ           Γάμος και μνηστεία. Η εξέλιξη του θεσμού του γάμου στις διαδοχικές περιόδους της ιστορίας του Βυζαντίου, είναι άμεσα συνδεδεμένη με την επιδίωξη της Εκκλησίας να επιβάλει την κυριαρχία της στο χώρο αυτό.  Οι προϋποθέσεις ήταν (α) η νόμιμη ηλικία δηλαδή η συμπλήρωση του 12ου έτους για τα κορίτσια και του 14ου έτους για τα αγόρια (β) η συναίνεση των μελλονύμφων (γ) η συναίνεση του εξουσιαστή τους – πατέρα – αν ήταν υπεξούσιοι και (δ) η τήρηση του νόμιμου τύπου. Οι ίδιες προϋποθέσεις ίσχυαν και για την μνηστεία. Συγκεκριμένα ο Λέων με δύο Νεαρές απαίτησε για την μνηστεία την ίδια νόμιμη ηλικία. Αιτία ήταν ότι η Εκκλησία είχε αρχίσει να ιερολογεί και τη μνηστεία. Δεν απόκλειε όμως ο Λέων και τη μνηστεία μεταξύ επτάχρονων. Από τις σχετικές δικαστικές αποφάσεις προκύπτει ότι δεν ήταν σπάνιο οι προϋποθέσεις να μην τηρούνταν (στις περιπτώσεις παιδικών γάμων σημαντικό ρόλο έπαιζαν λόγοι οικονομικοί) με αποτέλεσμα την ακύρωση των γάμων αν οι ενδιαφερόμενοι κατέφευγαν στα δικαστήρια ή το ελάττωμα ήταν αντιληπτό από την εκκλησιαστική συνήθως αρχή. Πάντως αν το κορίτσι δεν είχε κλείσει τα δώδεκα (εκεί γινόταν συνήθως η παρανομία) η παράταση της συμβίωσης μέχρι τη συμπλήρωση της νόμιμης ηλικίας ισχυροποιούσε το γάμο. Με πολλές διατάξεις ρυθμιζόταν το θέμα της συναίνεσης του πατέρα – εξουσιαστή, ενώ με την Εκλογή προβλεπόταν συναίνεση των γονέων δίνοντας υπεροχή και στο ρόλο της μητέρας.
·            Τα κωλύματα του γάμου.
Þ           Κωλύματα λόγω εξ αίματος συγγένειας ή αγχιστείας μέχρι το τέλος του 10ου αιώνα. Σε γενικές γραμμές κωλυόταν ο γάμος συγγενών εξ αίματος σε ευθεία γραμμή απεριορίστως και προς τα πλάγια σε ισοσκελή μεν γραμμή και το δεύτερο βαθμό (δηλαδή γάμος μεταξύ αδελφών), ενώ σε ανισοσκελή γραμμή μέχρι και τον τέταρτο (πχ γάμος θείο με την ανεψιά του ή με την κόρη της). Οπότε επιτρεπόταν γάμος μεταξύ πρώτων εξαδέλφων. Στην αγχιστεία κωλυόταν ο γάμος σε συγκεκριμένες ενώσεις που ρητώς ανέφερε ο νόμος (πχ κωλυόταν ο γάμος πατριού / μητριάς και προγονής /προγονού ή πεθερού / πεθεράς και νύφης /γαμπρού). Τα παραπάνω δεν μεταβλήθηκαν μετά την κωδικοποίηση του Ιουστινιανού με τις Νεαρές του. Ευρύτερο ήταν το φάσμα των κωλυμάτων που προέβλεπαν οι κανόνες της Εκκλησίας.  Ειδικότερα οι κανόνες 23 και 87 του Μ. Βασιλείου προχώρησαν στη σχέση των συγγενών εξ αίματος τους ενός συζύγου με τους συγγενείς εξ αίματος του άλλου έτσι πχ αποκλείσθηκε ο γάμος δύο αδελφών με δύο αδελφές.  Μισό αιώνα μετά η Εκλογή των Ισαύρων προχώρησε ακόμα περισσότερο επεκτείνοντας το κώλυμα από συγγένεια εξ αίματος και στον έκτο βαθμό (γάμος δεύτερων εξαδέλφων). Οι πιο πάνω περιορισμοί ενισχύθηκαν στο ποινικό μέρος της Εκλογής όπου στο πλαίσιο των διατάξεων περί αιμομιξίας καθιερώθηκε το αξιόποινο και ορισμένων τριγωνικών σχέσεων (του ίδιου άνδρα με μητέρα και κόρη ή δύο αδελφές), έστω και αν δεν είχε προηγηθεί γάμος.  Τα κωλύματα όπως είχαν διαμορφωθεί στην Εκλογή επαναλήφθηκαν και στη νομοθεσία των Μακεδόνων όχι ασφαλώς με την ίδια διατύπωση.
Þ           Ο «τόμος» του πατριάρχη Σισιννίου. Σταθμό στην εξέλιξη του δικαίου των γαμικών κωλυμάτων αποτέλεσε το έτος 997 οπότε εκδόθηκε ο λεγόμενος «τόμος» του πατριάρχη Σισιννίου Β΄. Ο τόμος αυτός θεωρητικώς αναφέρεται μόνο στο κώλυμα της «οιονεί» αγχιστείας, που επεκτείνεται από τον τέταρτο βαθμό, στον οποίο έφθανε μέχρι τότε στον έκτο. Δεν γνωρίζουμε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκε ο τόμος και επομένως μόνο υποθέσεις μπορεί να διατυπωθούν.  Προλαμβάνοντας ενδεχόμενες αντιδράσεις ο πατριάρχης Σισσίνιος προσπαθεί να πείσει ότι ο τόμος δεν περιέχει νέες ρυθμίσεις αλλά απλώς συνιστά πιστή εφαρμογή στην πράξη γενικών αρχών που ίσχυαν από αιώνες στο πολιτειακό και κανονικό δίκαιο. Επικαλείται λοιπόν μια διάταξη των Βασιλικών και ένα επιχείρημα του Μ. Βασιλείου με το οποίο αποκρούεται ο γάμος ενός χήρου με την αδελφή της αποβιώσαντος συζύγου του.
Þ           Οι προεκτάσεις του τόμου.
Þ           Το κώλυμα της πνευματικής συγγένειας.
Þ           Κωλύματα από άλλες αιτίες.
·            Η σύναψη του γάμου.
Þ           Συστατικά στοιχεία του γάμου. Γάμος και παλλακεία.
Þ           Καθιέρωση της ιερολογίας.
Þ           Γάμος δούλων.
Þ           Διαδοχικοί γάμοι.
·            Η λύση του γάμου.
Þ           Θάνατος και αφάνεια.
Þ           Το διαζύγιο στο ιουστινιάνειο δίκαιο. Η αρχική απόλυτη ελευθερία που επέτρεπε τη μονομερή λύση του γάμου άρχισε να υποβάλλεται σε σοβαρούς περιορισμούς  από χριστιανούς αυτοκράτορες. Ως λόγοι διαζυγίου υπέρ του συζύγου προβλέπονταν : (α) έγκλημα εσχάτης προδοσίας που γνώριζε η γυναίκα του και δεν αποκάλυψε (β) καταδίκη για μοιχεία (β) επιβουλή της ζωής του άνδρα αμέσως ή εμμέσως (δ) ηθικώς ύποπτες πράξεις πχ διανυκτέρευση εκτός σπιτιού, κλπ παρά τη θέληση του άνδρα. Λόγοι υπέρ της συζύγου ήταν: (α) συμμετοχή του άνδρα σε έγκλημα εσχάτης προδοσίας (β) επιβουλή της γυναίκας αμέσως ή εμμέσως (γ) προσβολή της ηθικής της προσωπικότητας αν ο άνδρας την εξέδιδε ή αν την κατηγορούσε συκοφαντικώς ως μοιχαλίδα (δ) μόνιμες εξωσυζυγικές σχέσεις του συζύγου. Εκτός από αυτούς του λόγους δέχτηκε ο Ιουστινιανός και άλλους τρεις : (α) ανικανότητα του άνδρα για συνουσία που υπήρχε από την αρχή του γάμου (β) επιλογή του μοναχικού βίου είτε από κοινού είτε μονομερώς και (γ) αιχμαλωσία που έχει διαρκέσει πολύ χρόνο (5 χρόνια). Η περιοριστική ωστόσο αναφορά των λόγων διαζυγίου δεν σήμαινε ότι η αναίτια λύση του γάμου έμενε χωρίς αποτέλεσμα Όπως είδαμε η «γαμική διάθεση» έπρεπε να υπάρχει όχι μόνο στην αρχή του γάμου αλλά και στην όλη διάρκειά του.  Για αυτό αν ένας σύζυγος εγγράφως δήλωνε ότι θέλει να διαλύσει το γάμο, η δήλωση αυτή αποτελούσε μεν δικαιοπραξία ήταν όμως και μια πανηγυρική διατύπωση της έλλειψης γαμικής διάθεσης. Επερχόταν η λύση του γάμου αλλά με μεγάλες περιουσιακές κυρώσεις σε βάρος αυτού που έλυνε το γάμο χωρίς «νόμιμο λόγο».  Αν δε αυτός ήταν γυναίκα εκτός από περιουσιακές ποινές προέβλεπε η νομοθεσία και την έγκλεισή της σε μοναστήρι κύρωση που αργότερα επεκτάθηκε και στον άνδρα.
Þ           Το διαζύγιο στη νομοθεσία των Ισαύρων και των Μακεδόνων.
Þ           Το συναινετικό διαζύγιο. Στο προϊουστινιάνειο δίκαιο ίσχυε η γνωστή αρχή ότι το γάμος ήταν ελεύθερα διαλυτός με την κοινή συναίνεση των συζύγων. Ούτε οι νεαρές 22.4 και 98.2.1 του Ιουστινιανού απομακρύνθηκαν από την αρχή αυτή. Όμως λίγο αργότερα, το 541 μάλλον κάτω από την πίεση της Εκκλησίας, απαγόρευσε με τη νεαρά 117.10 τη συναινετική λύση του γάμου με μόνη εξαίρεση την περίπτωση της επιλογής του μοναχικού βίου. Τους παραβάτες έπλητταν μεν σοβαρές περιουσιακές κυρώσεις αλλά η διάλυση του γάμου ήταν ισχυρή για το λόγο της έλλειψης γαμικής διάθεσης και επομένως μπορούσαν οι τέως σύζυγοι να συνάψουν νέο γάμο. Η ατέλεια αυτή οδήγησε τον αυτοκράτορα 15 χρόνια αργότερα στην ανανέωση της νεαράς με την προσθήκη ότι οι παραβάτες εγκλείονταν σε μοναστήρι και αποκτούσαν με κουρά τη μοναχική ιδιότητα, πράγμα που τους απέκλειε τη σύναψη νέου γάμου. Η αυστηρή όμως αυτή ρύθμιση δεν διάρκεσε πολύ.  Μετά την άνοδο του ανιψιού του Ιουστινιανού επέστρεψε το συναινετικό διαζύγιο και όσοι έλυναν τον γάμο τους απαλλάσσονταν πια από τις κυρώσεις. Στη νεαρά του 566 οι σύζυγοι μπορούσαν να λύσουν τον γάμο τους επειδή δαίμονας μπήκε ανάμεσά τους και τους προκαλούσε αδιάλλακτο μίσος. Με την επίκληση αυτού του λόγου επέστρεψε το συναινετικό διαζύγιο. Η νεαρά αυτή πρέπει να ίσχυσε όλο τον 7ο αιώνα. Περί τα τέλη αυτού του αιώνα, η έντονη αντίδραση της Εκκλησίας με τον κανόνα 87 της Πενθέκτης Συνόδου απείλησε βαριές ποινές εναντίον όσων έλυναν τον γάμο τους χωρίς συγκεκριμένο λόγο. Έτσι συναντάμε την κατάργηση της νεαράς του Ιουστίνου στην Εκλογή. Η κατάργηση όμως ήταν έμμεση. Προβλέφθηκαν δηλαδή ελάχιστοι λόγοι διαζυγίου και ορίστηκε ότι πέρα από αυτούς δεν ίσχυε κανένας άλλος.  Φαίνεται πως μετά την έκδοση της Εκλογής κάθε προσπάθεια συναινετικής λύσης του γάμου ήταν μάταιοι. Έτσι οι ενδιαφερόμενοι επινόησαν ένα τέχνασμα για να καταστρατηγήσουν τον νόμο. Άρχισαν οι σύζυγοι να γίνονται ανάδοχοι των ίδιων τους των παιδιών, με αυτόν τον τρόπο δημιουργείτο ανάμεσά τους ανατρεπτικό κώλυμα γάμου εκ των υστέρων λειτουργούσε ως λόγος διαζυγίου. Για ένα διάστημα δεκαετιών επικράτησε κλίμα ανοχής. Υπάρχουν και ενδείξεις προσπάθειας να νομοθετηθεί πάλι το συναινετικό διαζύγιο. Πάντως το 819/820 εκδόθηκε από τον αυτοκράτορα Λέοντα Ε΄ και το γιο του Κωνσταντίνο, νεαρά, με την οποία θεσπίστηκαν βαρύτατες κυρώσεις όσων με τέχνασμα ή γενικότερα έκαναν δεύτερο γάμο, κατορθώνοντας να λύσουν τον προηγούμενο.  Προς το τέλος του ίδιου αιώνα η Εισαγωγή του αυτοκράτορα Βασιλείου Α΄ περιέλαβε διάταξη που επέτρεπε το συναινετικό διαζύγιο μόνο για να γίνουν οι σύζυγοι μοναχοί και επομένως καταργούσε την διάταξη της Εισαγωγής.  Η ίδια αρχή επικράτησε και στα Βασιλικά όπου καταχωρίστηκε μόνο η νεαρά 134.11 με την αυστηρή απαγόρευση της 117.10. Στην ύστερη περίοδο 12ο αιώνα εμφανίζεται λύση γάμου με το λόγο το αμοιβαίο μίσος και ενδεχομένως αυτή η πρακτική αποτέλεσε αναβίωση του συναινετικού διαζυγίου.

VΙΙΙ. ΕΓΚΛΗΜΑ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ
·            Γενικά.  Το έγκλημα αποτελεί ένα κοινωνικό φαινόμενο. Η βυζαντινή κοινωνία δεν ήταν κοινωνία αγγέλων. Οι παραβάτες του νόμου βρίσκονταν παντού. Από τα αυτοκρατορικά διαμερίσματα μέχρι τα κελιά των μοναστηριών.. από τις θορυβώδεις αγορές ως την ύπαιθρο, ο κίνδυνος παραμόνευε σε κάθε στροφή του δρόμου.  Οι βυζαντινοί για να το αντιμετωπίσουν αυτό βασίστηκαν στις ρυθμίσεις του ρωμαϊκού δικαίου και κάθε φορά τις προσάρμοζαν ανάλογα με τις νέες κοινωνικές συνθήκες.
·            Ο σκοπός της ποινής.
Þ           Η ιουστινιάνεια κωδικοποίηση και η Εκλογή.  Στα χρόνια του Ιουστινιανού αποτελούσε γενικώς η ποινή μια πράξη ανταπόδοσης, για την αποκατάσταση της έννομης τάξης που είχε διαταραχθεί, ενώ έπαιζε συγχρόνως έντονο εκφοβιστικό ρόλο.  Τον ίδιο σκοπό οφείλει να εξυπηρετεί όχι μόνο η πρόβλεψη και επιβολή των ποινών αλλά και η άφεσή τους. Κοντά στα μέσα του 6ου αιώνα η κοσμική νομοθεσία ήταν προσανατολισμένη σε αυτές τις αντιλήψεις μέχρι τον 4ο αιώνα που μια επιστολή από ένα νομικό που είχε φοιτήσει στις ρητορικές σχολές της Αθήνας έγραφε ότι ο σκοπός της ποινής είναι η γενική και η ειδική πρόληψη, δηλαδή διευκρινίζεται ως μέτρο γενικής πρόληψης η ποινή για κάθε μέλος της κοινωνίας αλλά ως μέτρο ειδικής πρόληψης για συγκεκριμένο έγκλημα του δράστη.
Þ           Η νομοθεσία των Μακεδόνων. Λέων ο Σοφός. Στις δικές τους νομοθετικές συλλογές, την Εισαγωγή και τον Πρόχειρο Νόμο, οι αυτοκράτορες της μακεδονικής δυναστείας δεν έκριναν αναγκαίο να αναφερθούν στον σκοπό της ποινής. Το έθιξαν σε μια διάταξη που αφορούσε ληστεία με φόνο.  Ο αυτοκράτορας ασπαζόταν την ανταπόδοση για το κακό που έγινε. Χωρίς να ξεχνά την ανταπόδοση ο Λέων κάνει μια σημαντική παραχώρηση στη σκέψη που είχε εκφράσει και ο Μέγας Βασίλειος ότι με τη ποινή δεν «ξεγίνεται» το έγκλημα. Έτσι εξηγεί γιατί δεν επιβάλλει σε κάποιον που στη διάρκεια φιλονικίας τύφλωσε κάποιον, την ποινή της ολικής τύφλωσης αλλά την αφαίρεση μόνο του ενός οφθαλμού με την υποχρέωση να συντηρεί το θύμα του.
Þ           Η ποινική νομοθεσία των 10ου – 12ου αιώνων.
·            Οι ποινές και τα είδη τους.
Þ           Εισαγωγικά.
Þ           Η θανατική ποινή. Το πρώιμο βυζαντινό δίκαιο παρέλαβε τη θανατική ποινή σε όλη της την έκταση, περιλαμβανομένων και των εξιδιασμένων μορφών της από το ρωμαϊκό δίκαιο. Τη θέση του αποκεφαλισμού με πέλεκυ ή ξίφος που αποτελούσε το κανόνα, έπαιρναν συχνά απάνθρωπες μέθοδοι εκτέλεσης της ποινής, τις οποίες ακόμη και η χριστιανική διδασκαλία δεν μπόρεσε να εξαφανίσει. Στο ιουστινιάνειο δίκαιο η ποινή του θανάτου ήταν σε ημερήσια διάταξη, ο τρόπος εκτέλεσης αν δεν προβλεπόταν από τον νόμο, καθοριζόταν από τον δικαστή. Σημειωτέον, ότι ο όρος «κεφαλική ποινή» δεν σήμαινε πάντα την ποινή του θανάτου, επειδή νοούνται και άλλες ποινές όπως καταναγκαστικά έργα σε ορυχεία και μεταλλεία, βαριά μορφή εξορίας που από άποψη αποτελεσμάτων πλησίαζαν την θανατική. Οι συντάκτες της Εκλογής προσπάθησαν να περιορίσουν τόσο τις ακρότητες του νόμου όσο και τις αυθαιρεσίες της πρακτικής, καθορίζοντας το ύψος της ποινής για κάθε μεμονωμένη πράξη με όσο γινόταν μεγαλύτερη ακρίβεια.  Στο πλαίσιο αυτής της προσπάθειας αντικατέστησαν τη θανατική ποινή σε πολλά αδικήματα με άλλες ποινές.  Με εξαίρεση δύο περιπτώσεις, τον εμπρησμό με πρόθεση που η πράξη αυτή επέσυρε την ποινή του θανάτου και η ληστεία με φόνο μέσα στη πόλη είχε ως ποινή τον απαγχονισμό με «φούρκα». Το σύστημα των ποινών της Εκλογής δεν μεταβλήθηκε στους επόμενους αιώνες χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι διατάξεις τηρήθηκαν με θρησκευτική ευλάβεια.
Þ           Η υποδούλωση. Η απώλεια της ελευθερίας του δράστη ενός εγκλήματος (παρεπόμενη των κεφαλικών ποινών στο ρωμαϊκό δίκαιο) σπάνια προβλεπόταν ως αυτοτελής ποινή.
Þ           Οι σωματικές ποινές. (α) Ο ακρωτηριασμός. Στην Εκλογή προβλέπεται ο ακρωτηριασμός μελών του σώματος για πολλά εγκλήματα συνήθως μέσης βαρύτητας. Κατά κανόνα το μέλος που ακρωτηριάζεται είναι εκείνο με το οποίο διαπράχθηκε το έγκλημα πχ σε ψευδορκία κοπή της γλώσσας, στην πρόκληση θανατηφόρων τραυμάτων αφαίρεση του ενός χεριού. Αποκοπή γεννητικού οργάνου απειλείται μόνο κατά των κτηνοβατών. Σε όλα τα υπόλοιπα εκτός από τα τιμωρούμενα με θάνατο αδικήματα, κοπή της μύτης. Η εμφάνιση του ακρωτηριασμού ως ποινής χάνεται στα βάθη των αιώνων.  Πρέπει να θεωρηθεί ως ειδική ποινή ανταπόδοσης. Με τον ακρωτηριασμό απέβλεπε η έννομη τάξη στη μείωση της επικινδυνότητας του δράστη και στη φυσική του δυνατότητα να το επαναλάβει.  Επιπλέον με τη ποινή αυτή εξασφαλίζεται ίση ποινή και στα δύο φύλα. Η τύφλωση ήταν ποινή για εγκλήματα κατά της αυτοκρατορικής εξουσίας. (β) Η  μαστίγωση. Η ποινή του σωματικού κολασμού εμφανίζεται στα βυζαντινά εγχειρίδια του 8ου – 10ου αιώνα τόσο ως κύρια ποινή όσο και ως παρεπόμενη. Στην τελευταία περίπτωση συνδυάζεται με εξορία ή με ακρωτηριασμό. Η ορολογία που χρησιμοποιείται ποικίλλει.  Συνήθως δεν καθόριζε ο νομοθέτης με ακρίβεια ο αριθμός των κτυπημάτων. Στο ρωμαϊκό δίκαιο ήταν η ποινή της μαστίγωσης διαδεδομένη, αλλά με κάποιες διακρίσεις. Άλλη μορφή είχε η εκτέλεση της ποινής στους δούλους κα άλλη επί των ελεύθερων προσώπων. Αλλά και από τους ελεύθερους μόνο οι φτωχοί ήταν δυνατό να υποβληθούν σε ατιμωτική ποινή, όπως η μαστίγωση. Στην Εκλογή καταβλήθηκε προσπάθεια για περιορισμό των διακρίσεων. Ένα παράδειγμα ήταν ενός έγγαμου που προνεύει τιμωρούνταν με 12 ραβδισμούς ανεξάρτητα αν ήταν πλούσιος ή φτωχός. (γ) Το κούρεμα. Το κόψιμο των μαλλιών αποτελούσε για τους βυζαντινούς ηθική μείωση, για αυτό συχνά χαρακτηρίζεται στις πηγές ως ατιμωτικό. Η ποινή αυτή εμφανίζεται σχεδόν πάντα ως ποινή παρεπόμενη.  Σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις αποτελούσε αυτοτελή ποινή.
Þ           Η εξορία. Η ποινή αυτή προβλέπεται αρκετά συχνά στις βυζαντινές νομικές πηγές, συνήθως για εγκλήματα μέσης βαρύτητας, όπως πχ η ακούσια ανθρωποκτονία, η άμβλωση κλπ. Στο κλασσικό ρωμαϊκό δίκαιο προβλεπόταν δύο μορφές εξορίας. Η πρώτη η ελαφρότερη ήταν η αναγκαστική απομάκρυνση του κατάδικου σε ορισμένο τόπο, η δεύτερη τον υποχρέωνε σ παραμονή σε ορισμένο τόπο και επέφερε δήμευση της περιουσίας του και απώλεια της ιδιότητας του πολίτη. Η βυζαντινή νομοθεσία έπαυσε να ανήκει η εξορία στις «κεφαλικές ποινές». Εξάλλου η βυζαντινή εξορία συνδεόταν με αναγκαστική εργασία.
Þ           Ποινές στερητικές της ελευθερίας. Ποινές αυτής της μορφής δεν γνώριζε καταρχήν το βυζαντινό δίκαιο. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχαν φυλακές, αλλά αυτές αποσκοπούσαν στη φύλαξη των παραβατών του νόμου και όχι στον κολασμό τους, δηλαδή χρησίμευαν για τον εγκλεισμό των υποδίκων και όχι καταδίκων. Αυτό τονίζει με πολλή σαφήνεια ο σχολιαστής των Βασιλικών «Οι άρχοντες συνηθίζουν να καταδικάζουν κάποιον σε διηνεκή φυλάκιση ή και να είναι δέσμιος. Αλλά αυτό δεν πρέπει να το κάνουν γιατί οι ποινές αυτές απαγορεύονται. Οι φυλακές υπάρχουν για να φυλάσσονται οι άνθρωποι  και όχι για να τιμωρούνται».  Την απαγόρευση είχε εξειδικεύσει και ο Ιουστινιανός αποκλείοντας τον εγκλεισμό των εξόριστων σε φυλακές σε τόπους εξορίας. Το ότι γίνονταν όμως καταχρήσεις προκύπτει όχι μόνο από μαρτυρίες ιστορικών αλλά και από τον σχολιαστή των Βασιλικών.  Άλλωστε, η κράτηση ενός ατόμου για αόριστο χρονικό διάστημα χωρίς δίκη με εντολή τοπικού διοικητή ή και αυτοκράτορα μπορούσε μεν να είναι παράνομη, ελάχιστα όμως θα διέφερε από μια καταδίκη σημερινή σε κάθειρξη ή φυλάκιση. Για τον περιορισμό αυτών των αυθαιρεσιών γινόταν προσπάθεια για πιο γρήγορες δίκες. Πάντως κατά την ύστερη περίοδο, κάμπτεται η παραπάνω αρχή και κάνουν την εμφάνισή τους διατάξεις που προβλέπουν φυλάκιση, πιθανότατα λόγω της συρρίκνωσης της αυτοκρατορίας και των συχνών εχθρικών επιδρομών.  Ήδη από την πρώιμη περίοδο εμφανίζεται ως υποκατάστατο της φυλάκισης ο εγκλεισμός των δραστών ορισμένων εγκλημάτων σε μοναστήρια. Δύο λόγοι ώθησαν τον Ιουστινιανό στη θέσπιση σχετικών διατάξεων (α) η κράτηση γυναικών σε κοινές φυλακές με κίνδυνο να υποστούν κακοποίηση και (β) εγκλήματα σχετικά με το γάμο και τη γενετήσια ζωή διευκόλυνε ο τόπος του μοναστηρίου ως τόπος μετάνοιας. Η ρύθμιση αυτή είχε ως περαιτέρω συνέπεια, ότι ενισχύθηκε η περιουσία των μοναστηριών καθώς οι περιουσίες των δραστών περιέχονταν στις μονές. Επίσης, τα μοναστήρια αποτελούσαν τον φυσικό τόπο απλής κράτησης.  Πρέπει να σημειωθεί, ότι  δεν αποτελούσε έκτιση ποινής ο εγκλεισμός προσώπων στη μονή, στον οποίο κατέφευγαν οι ηγεμόνες για να εξουδετερώσουν διεκδικητές του θρόνου, συχνά και μέσα στην ίδια την οικογένειά τους. Και μάλιστα ο εγκλεισμένος με το μέτρο της υποχρεωτικής μοναχικής κουράς, δεν κατόρθωνε ποτέ να επανέλθει στον κοσμικό βίο.
Þ           Οι περιουσιακές ποινές. Στον κατάλογο των περιουσιακών ποινών, από άποψη βαρύτητας πρώτη έρχεται η δήμευση που εφόσον είναι γενική πάει στο δημόσιο ολόκληρη και οι χρηματικές ποινές. Έτσι όμως τιμωρείται όχι μόνο ο δράστης αλλά και η οικογένειά του, για τον λόγο αυτό, ήδη από την εποχή του Ιουστινιανού περιορίζεται το πεδίο εφαρμογής της χωρίς βέβαια να λείπουν και οι εξαιρέσεις.  Πάντως κατά την ύστερη περίοδο οι ποινές υπέρ του Δημοσίου μπαίνουν στο περιθώριο.
Þ           Ηθικές μειώσεις εξαιτίας της καταδίκης. Στο ρωμαϊκό δίκαιο η επιβολή ορισμένων ποινών προκαλούσε μια σειρά από ηθικές μειώσεις που εν μέρει διατήρησε το βυζαντινό δίκαιο. Μία από τις συνέπειες ήταν η απαγόρευση της ταφής των καταδικασμένων σε θάνατο που με την επικράτηση του Χριστιανισμού καταργήθηκε. Σε  περίπτωση αυτοκτονίας η Εκκλησία αρνιόταν να τον θάψει.  Μερικές μειώσεις επέρχονταν μετά θάνατο όπως η καταδίκη της μνήμης που αρχικά αφορούσε τους αυτοκράτορες και συνίστατο στην εξαφάνιση από τους δημόσιους τόπους κάθε σημείου που τους θύμιζε. Στο βυζάντιο έπληττε τους δράστες του εγκλήματος της καθοσίωσης. Άλλες ηθικές μειώσεις ήταν το κούρεμα, ο εξευτελισμός με διαπόμπευση κλπ.
Þ           Άλλες συνέπειες στο πεδίο του ιδιωτικού και δημόσιου δικαίου.
Þ           Οι εκκλησιαστικές ποινές. Για τη δίωξη των πράξεων ή των παραλείψεων που συνιστούσαν εκκλησιαστικά αδικήματα, γινόταν χρήση των κυρώσεων που είχαν καθιερωθεί από τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους με τους ιερούς κανόνες. Οι κυρώσεις διακρίνονταν σε δύο κατηγορίες (α) σε εκείνες που επιβάλλονταν σε όλα τα μέλη της εκκλησίας όπως ο αφορισμός και σε (β) εκείνες που αφορούν μόνο στους λειτουργούς της όπως η καθαίρεση δηλαδή η απώλεια της ιδιότητας του κληρικού και η αργία για ένα χρονικό διάστημα χωρίς απώλεια της ιεροσύνης.  Πέρα από αυτές τις ποινές υπήρχαν στο πλαίσιο της εξομολόγησης και τα διάφορα επιτίμια. Τα επιτίμια απέβλεπαν στη βελτίωση όσων παρέβαιναν τις επιταγές ή απαγορεύσεις των ιερών κανόνων και επομένως με το καθαρός πνευματικό τους περιεχόμενο εξυπηρετούσαν θεραπευτικούς σκοπούς.
Þ           Ταυτοπάθεια και ανταποδοτικές ποινές.
·            Η εκτέλεση της ποινής.
Þ           Έναρξη και παύση της ποινής. Σύμφωνα με μια διάταξη του Μεγάλου Θεοδοσίου για την εκτέλεση των πολύ βαριών ποινών δινόταν 30 ημέρες για την άσκηση ένδικων μέσων ή μείωση της ποινή ή απονομής χάρης.
Þ           Διακοπή και άφεση της ποινής.  Με το θάνατο του δράστη δεν είναι δυνατή η εκτέλεση της ποινής και επομένως δεν έχει νόημα η επιβολή της. Η αρχή είχε εξαιρέσεις μία από αυτές ήταν η γενική δήμευση η οποία εκτελείτο σε βάρος της οικογένειας του δράστη. Η εκτέλεση της ποινής έπαυε και σε περίπτωση άφεσής της με απονομή χάρη από τον αυτοκράτορα.

VΙΙΙΙ. ΤΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ
·            Τα όργανα απονομής της δικαιοσύνης κατά την πρώιμη βυζαντινή περίοδο. Στην κορυφή της δικαιοσύνης βρισκόταν ήδη από την εποχή της ηγεμονίας ο αυτοκράτορας, δοθέντος ότι ήταν επικεφαλής όλου του κρατικού μηχανισμού, δικάζει δε και ο ίδιος σε δεύτερο ή τρίτο βαθμό.
Þ           Τα δικαστικά όργανα της Κωνσταντινουπόλεως. Από την εγκατάσταση της πρωτεύουσας του κράτους στην Κωνσταντινούπολη ανώτατη δικαστική αρχή είναι ο ανθύπατος. Στα μέσα του 4ου αιώνα ο φορέας αυτού του αξιώματος φέρει ο έπαρχος της πόλης με δικαιοδοσία που κάλυπτε όλες τις ιδιωτικές διαφορές.  Δικαστική εξουσία με μεταβίβαση αρμοδιότητας ασκούσε και ο νυκτέπαρχος. Με τη νεαρά 80 ο Ιουστινιανός δημιούργησε μία θέση τον quaesitor που του ανέθεσε δικαστικά καθήκοντα ως προς τους παρεπιδημούντες στην πρωτεύουσα ξένους, ανεξάρτητα από την ιδιότητά τους. Ο έπαρχος είναι αρμόδιος για την εκδίκαση και των ποινικών υποθέσεων.  Το 535 ο Ιουστινιανός με τη Νεαρά 13 ίδρυσε το αξίωμα του πραίτορος των δήμων, ιεραρχικώς υποδεέστερου από τον έπαρχο που απορρόφησε τον νυκτέπαρχο. Έτσι την ποινική δικαιοδοσία έχουν ο έπαρχος, ο πραίτωρ των δήμων και ο quaesitor. Δικαστική εξουσία ασκούσαν και οι πραίτορες και μετά την εγκαθίδρυση του Ιουστινιανού και οι έκδικοι των πόλεων. Όλοι οι παραπάνω αξιωματούχοι που παράλληλα με τα διοικητικά τους καθήκοντα απένεμαν δικαιοσύνη δεν είχαν νομικές γνώσεις. Στα δικαστήρια όμως συμμετείχαν και πάρεδροι με νομικές γνώσεις και συμβούλευαν τους δικαστές.
Þ           Τα επαρχιακά δικαστικά όργανα. Έξω από την πρωτεύουσα τα όργανα απονομής της δικαιοσύνης και οι διάφοροι βαθμοί δικαιοδοσίας προσδιορίστηκαν με βάση τη διοικητική διάρθρωση του κράτους σε επαρχίες, διοικήσεις και υπαρχίες. Σε πρώτο βαθμό δίκαζαν οι διοικητές των επαρχιών, σε δεύτερο εκείνοι των διοικήσεων ή των υπαρχιών. Παράλληλα ασκούσαν δικαστικά καθήκοντα τόσο σε πολιτικές όσο και σε ποινικές υποθέσεις. Ειδική δικαιοδοσία ασκούσαν ορισμένα πρόσωπα λόγω της αρμοδιότητάς τους πχ κληρικοί, στρατιωτικοί.
Þ           Επισκοπική δικαιοδοσία. Κατά την πρώιμη περίοδο σημαντική υπήρξε η συμβολή των επισκόπων στην απονομή της πολιτικής δικαιοσύνης. Οι επίσκοποι επί Κωνσταντίνου επιλαμβάνονταν τα επισκοπικά δικαστήρια της εκδίκασης ιδιωτικών διαφορών. Από τον Ιουστινιανό με τη Νεαρά 86 η εποπτεία του επισκόπου απένεμαν πολιτική και ποινική δικαιοσύνη αν ο κοσμικός δικαστής αμφισβητούνταν.
·            Τα όργανα απονομής της δικαιοσύνης κατά τη μέση βυζαντινή περίοδο. Τα όργανα για την απονομή της δικαιοσύνης επαναλαμβάνονται σχεδόν στο σύνολό τους από την κωδικοποίηση του 9ου αιώνα που καταρτίστηκε επί Λέοντος του Σοφού. Στις διατάξεις της Εισαγωγής παρέχονται πολλές πληροφορίες για τα δικαστήρια και τα πρόσωπα που είχαν σχέση με αυτά. Δύο αχρονολόγητες Νεαρές διατάξεις του Κωνσταντίνου Ζ΄ αφορούν κυρίως στις δικαστικές δαπάνες. Για τον 11ο αιώνα παρέχει πολλές πληροφορίες η Εκλογή των Βασιλικών, ο συντάκτης της οποία ήταν ασφαλώς δικαστής γιατί επιμένει σε πολλές λεπτομέρειες δικαστηριακού περιεχομένου. Τα τέσσερα ανώτατα δικαστήρια ήταν του Μεγάλου Δρουγγαρίου, του Πρωτοασηκρήτις, του Δικαιοδότου και του προκαθημένου των δημοσιακών δικαστηρίων.
Þ           Οι κριτές επί του ιπποδρόμου και οι κριτές του βήλου.
Þ           Άλλα, ειδικά δικαιοδοτικά όργανα της μέσης περιόδου.
·            Τα όργανα απονομής της δικαιοσύνης κατά την ύστερη βυζαντινή περίοδο.
Þ           Οι καθολικοί κριτές των Ρωμαίων. Κατά την ύστερη περίοδο παρατηρείται κάθετη πτώση της νομικής επιστήμης σε όλους τους τομείς βεβαίως και της απονομής της δικαιοσύνης. Τρεις περίπου δεκαετίας μετά το 1296 ο Ανδρόνικος Β΄ Παλαιολόγος θέσπισε πρόσθετες εγγυήσεις για ένα νεοσύστατο ανώτατο δικαστήριο που μάλλον ήταν 12μελές, αποτελούμενο από κληρικούς, επίσκοπους και μη, και από συγκλητικούς. Φαίνεται ότι δεν υπήρξε μακρόβιο με αποτέλεσμα το 1329, η απονομή της δικαιοσύνης να απασχολήσει και τον Ανδρόνικο Γ’  που καθιέρωσε τον θεσμό των καθολικών κριτών των Ρωμαίων με έδρα την Κωνσταντινούπολη.  Οι δικαστές ήταν τέσσερις από τους οποίους ένας επίσκοπος και δικάζουν αρχικώς μαζί.  Αργότερα όμως εμφανίζεται το δικαστήριο αυτό με μονομελή σύνθεση. Πάντως και αυτού του δικαστηρίου η λειτουργία παρουσίασε προβλήματα αφού καταδικάστηκα 3 καθολικοί κριτές για δωροληψία. Αυτό αποτέλεσε αφορμή αργότερα ο Αρμενόπουλος στην Εξάβιβλό του να προτάξεις τις νουθεσίες προς τους δικαστές.  Το δικαστήριο αυτό διατηρήθηκε μέχρι την Άλωση της Κωνσταντινούπολης.
·            Τα εκκλησιαστικά δικαστήρια.
Þ           Τακτικά εκκλησιαστικά δικαστήρια.
Þ           Έκτακτα εκκλησιαστικά δικαστήρια.

Χ. Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΟΡΟΛΟΓΙΑΣ
·            Η νομική γλώσσα κατά την πρώιμη βυζαντινή περίοδο.
Þ           Το γλωσσικό πρόβλημα.
Þ           Οι αντικήνσορες και η μέθοδός τους. Η ευθύνη για τη διδασκαλία της επιστήμης του δικαίου την ιουστινιάνεια περίοδο ανήκει στους αντικήνσορες. Οι καθηγητές αυτοί, στο πλαίσιο των παραδόσεων τους για τους Έλληνες ή για τους ελληνόφωνους φοιτητές, καθιστούν το λατινικό κείμενο της κωδικοποίησης προσιτό στους ακροατές τους ακολουθώντας σε γενικές γραμμές την εξής τεχνική: Προηγείται μια λεπτομερής εισήγηση στο λατινικό χωρίο που δεν αποτελεί όμως μετάφραση κατά λέξη. Εκεί παρεμβάλλονται επεξηγήσεις αναγκαίες για την κατανόηση του κειμένου που κάθε φορά έχει ως αντικείμενο η διδασκαλία. Με την βοήθεια του index επιχειρούν οι φοιτητές τη μετάφραση του λατινικού κειμένου. Αν το συγκεκριμένο κείμενο παρουσιάζει σοβαρές δυσκολίες, ο καθηγητές διευκολύνει τους φοιτητές, δίνοντάς τους την απόδοση μεμονωμένων όρων στα ελληνικά. Είναι η λεγόμενη «κατά πόδα ερμηνεία». Μετά τη μετάφραση έρχεται η σειρά των παραγραφών που είναι διάφορες επεξηγηματικές παρατηρήσεις στο κείμενο, το ρητόν. Οι παραγραφές περιέχουν παραπομπές δηλαδή συναφείς διατάξεις. Μια μορφή παραπομπών μπορεί να συνοδεύει και τον index. Πρόκειται για τα παράτιτλα. Επισημαίνουμε ότι το διδακτικό έργο των αντικηνσόρων μας είναι γνωστό μόνο από τις σημειώσεις των φοιτητών τους γιατί οι ίδιοι δεν αποτύπωσαν γραπτώς την διδασκαλία τους. Στο σύνολο των βυζαντινών συλλεκτικών και κωδικοποιητικών έργων όλα τα νομικά κείμενα της πρώιμης περιόδου που είχαν συνταχθεί στα λατινικά εμφανίζονται με τη μορφή και το περιεχόμενο που τους έδωσαν οι αντικήνσορες, οι οποίοι συνέδεσαν στο πρόσωπό τους κωδικοποίηση, φιλολογία και διδασκαλία και δικαίως θεωρούνται οι δημιουργοί του βυζαντινού δικαίου.
·            Η ελληνική νομική ορολογία πριν και μετά τον Ιουστινιανό.
Þ           Εξελληνισμοί και παρεμβλήματα.
Þ           Οι σχολαστικοί.
Þ           Τα νομικά λεξικά.
Þ           Η εξέλιξη της νομικής ορολογίας κατά τους 7ο και 8ο αιώνες. Η Εκλογή.
Þ           Η νομοθεσία των πρώτων Μακεδόνων αυτοκρατόρων.
Þ           Η νομική φιλολογία του 11ου αιώνα.
Þ           Συμπεράσματα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: