Δευτέρα, 6 Δεκεμβρίου 2010

ΙΣΤΟΡΙΑ ΔΙΚΑΙΟΥ - ΜΕΤΑΒΥΖΑΝΤΙΝΟ ΔΙΚΑΙΟ

Δ. ΜΕΤΑΒΥΖΑΝΤΙΝΟ ΚΑΙ ΝΕΩΤΕΡΟ ΔΙΚΑΙΟ
Ι. Η ΔΙΚΑΙΙΚΗ ΤΑΞΗ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΜΕΤΑΒΥΖΑΝΤΙΝΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ
Μπορεί η Άλωση του 1453 να σήμανε το τέλος του βυζαντινού κράτους δεν σήμανε όμως και το τέλος του βυζαντινού δικαίου. Μέσω σουλτανικών προνομίων, πολλά από τα οποία διατηρήθηκαν μέχρι την Επανάσταση, η Ορθόδοξη Εκκλησία, και ορισμένες ελληνικές κοινότητες συνέβαλαν ώστε να διαφυλαχθεί κατά τους τέσσερις αιώνες της οθωμανικής κυριαρχίας σημαντικό μέρος της βυζαντινής νομικής παράδοσης.
Τα προνόμια
Οι χριστιανοί και οι Εβραίοι εφόσον δεν είχαν προβάλει αντίσταση και πλήρωναν το χαράτσι, μπορούσαν να ζήσουν μέσα στο μουσουλμανικό κράτος, αυτοδιοικούμενοι, κατά κάποιο τρόπο, σύμφωνα με το θρησκευτικό τους δίκαιο. Λίγους μήνες μετά την εκπόρθηση της Πόλης ο Σουλτάνος Μωάμεθ Β για λόγους τόσο πολιτικούς όσο και θρησκευτικούς, ανασύστησε το Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Την κύρια πηγή για την έρευνα του θέματος των προνομίων αποτελούν τα «βεράτια» δηλαδή έγγραφα που χορηγούσε η οθωμανική Διοίκηση στους Πατριάρχες αλλά και σε άλλα μέλη του ανώτατου κλήρου. Τα προνόμια αυτά περιείχαν ελευθερία της λατρείας, εσωτερική αυτοδιοίκηση τόσο των θρησκευτικών κοινοτήτων όσο και των ιδρυμάτων με θρησκευτικό ή γενικότερα πνευματικό χαρακτήρα, ελευθερία στη διαχείριση των εκκλησιαστικών περιουσιακών στοιχείων και απαλλαγή από τη φορολογία, το δικαίωμα των εκκλησιαστικών οργάνων να ασκούν δικαιοδοσία σε πνευματικά ζητήματα και να επιλύουν διαφορές οικογενειακού ή κληρονομικού δικαίου κ.α.
Τα προνόμια στο πέρασμα των αιώνων πολλές φορές ανανεώθηκαν ακόμη και διευρύνθηκαν κάτω από την επίδραση ποικίλων εξωτερικών και εσωτερικών παραγόντων. Είναι όμως γνωστό ότι τα προνόμια αυτά συχνά παραβιάζονταν.
Τα όργανα απονομής δικαιοσύνης
Αρμόδια να κρίνουν τις διαφορές σε πρώτο βαθμό ήταν τα κατά τόπους εκκλησιαστικά δικαστήρια, αποτελούμενα από επισκόπους που ενεργούσαν ως εκπρόσωποι του Πατριάρχη. Τα εκκλησιαστικά δικαστήρια απέκτησαν μεγάλο κύρος σε όλους τους κατοίκους της αυτοκρατορίας έτσι ώστε όχι μόνο Έλληνες αλλά και Εβραίοι ή και Τούρκοι να καταφεύγουν σε αυτά καθώς δεν είχαν εμπιστοσύνη στην αμεροληψία των τουρκικών δικαστηρίων.
Παράλληλα μέσω των προνομίων, αναγνωρίστηκε δικαστική αρμοδιότητα και στις κοινοτικές αρχές (τους προεστώτες και τους κοτζαμπάσηδες).
Τα εφαρμοζόμενα δίκαια
Από τον 17ο αιώνα και μέχρι την Επανάσταση του 1821, στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο ισχύουν παράλληλα το τουρκικό δίκαιο που εφαρμόζεται από τα τουρκικά δικαστήρια και το βυζαντινό δίκαιο κυρίως η Εξάβιβλος του Αρμενόπουλου, την οποία χρησιμοποιούν παράλληλα με ορισμένους νομοκάνονες του 16ου και 17ου αιώνα. Παράλληλα, όμως κατά τον τελευταίο αιώνα της τουρκικής κυριαρχίας ανθεί και το εθιμικό δίκαιο.
Ορισμένα από τα τοπικά αυτά έθιμα καταγράφηκαν.
ΙΙ. Η ΓΕΝΕΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΤΕΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
Ένα από τα πρώτα μελήματα των επαναστατημένων Ελλήνων ήταν η δημιουργία μιας έννομης τάξης στις απελευθερωμένες από τον τουρκικό ζυγό περιοχές.
Η αποδοχή του βυζαντινού δικαίου
Λίγους μήνες μετά την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα (Νοέμβριος 1821) εκδίδεται στα Σάλωνα της Φωκίδας η «Νομική Διάταξη της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδας» με την οποία ορίστηκε ότι ισχύον δίκαιο αποτελούν οι κοινωνικοί νόμοι των αειμνήστων Χριστιανών αυτοκρατόρων.
Αντικατοπτρίζεται η τάση που κυριαρχούσε μεταξύ των Ελλήνων να αναγνωριστεί το νέο ελληνικό κράτος ως «διάδοχος» της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Αυτή η επιδίωξη όμως αποσκοπούσε συνάμα και στη θεμελίωση μελλοντικών εδαφικών διεκδικήσεων.
Αυτοί οι παράγοντες μαζί με άλλους όπως η μεγαλύτερη εμπιστοσύνη του ανώτερου κλήρου και της αστικής άρχουσας τάξης προς το βυζαντινό δίκαιο καθώς και ο φόβος της Διοίκησης για την καθιέρωση ποικίλων τοπικών εθίμων που θα έθεταν σε κίνδυνο την πολιτική ενότητα του Έθνους επηρέασαν θετικά την προτίμηση προς τους βυζαντινούς νομικούς κανόνες.
Ένα μήνα μετά την έκδοση της «Νομικής Διάταξης της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδας» η Α Εθνική Συνέλευση που συνήλθε στην Επίδαυρο ψηφίζει το «Προσωρινό Πολίτευμα της Ελλάδος».
Η Β Εθνική Συνέλευση που συνήλθε στο Άστρος της Κυνουρίας, επεξεργάστηκε το παραπάνω συνταγματικό κείμενο και το αναθεωρημένο κείμενο ονομάστηκε «Νόμος της Επιδαύρου».
Η Γ Εθνική Συνέλευση στην Τροιζήνα ψήφισε το 1827 το «Πολιτικό Σύνταγμα της Ελλάδας» που ούτε και αυτό ίσχυσε για πολύ καιρό καθώς η εισαγωγή του βυζαντινού δικαίου στο νεώτερο ελληνικό κράτος δεν φαίνεται να έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από όλες τις πλευρές.
Η Αντιβασιλεία: Το έργο του Μάουρερ και το Διάταγμα της 23ης Φεβρουαρίου 1835
Στη διάστημα της ανηλικότητας του Όθωνος, ένα από τα τακτικά μέλη της Αντιβασιλείας ήταν ο νομομαθής Γεώργιος Λουδοβίκος φον Μάουρερ, τέως καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, ο οποίος διέθετε μεγάλη πείρα σε θέματα νομοπαρασκευαστικής εργασίας. Ο Μάουρερ ανέλαβε την ευθύνη για την οργάνωση των τομέων παιδεία, εκκλησία και δικαιοσύνη. Η παραμονή του στην Ελλάδα υπήρξε σύντομη. Διήρκεσε 18 μήνες αλλά παρόλα αυτά επιτέλεσε σημαντικό νομοθετικό έργο όπως ο Ποινικός Νόμος, ο Οργανισμός των Δικαστηρίων και των Συμβολαιογράφων, η Πολιτική και Ποινική Δικονομία ανήκουν στο ενεργητικό του. Στο θέμα του Αστικού Δικαίου ο Μάουρερ ενήργησε με μεγάλη προσοχή και αρκετούς δισταγμούς. Κατά τις αντιλήψεις του Μάουρερ, το εθιμικό δίκαιο περιέκλειε πέρα από τα ποικίλα τοπικά έθιμα, και νομικές συλλογές της ύστερης βυζαντινής περιόδου, όπως η Εξάβιβλος του Αρμενόπουλου.
Το άγραφο εθιμικό δίκαιο δημιουργήθηκε με τον καιρό εν μέρει υπό την επίδραση του ρωμαϊκού και του εκκλησιαστικού δικαίου, εν μέρει από το τουρκικό δίκαιο αλλά κυρίως από τα όμοια σχεδόν παλιά γερμανικά έθιμα.
Λίγους μήνες μετά την αποχώρηση του Μάουρερ το 1835 εκδίδεται Διάταγμα της Αντιβασιλείας όπου οι συντάκτες του ήθελαν καταρχήν να ισχύσουν ως αστικό δίκαιο οι αυτοκρατορικοί νόμοι που περιέχονταν στην Εξάβιβλο. Όμως δεν ήταν όλοι οι νομικοί της εποχής σύμφωνοι. Το πρόβλημα δεν ήταν μόνο θεωρητικό αλλά και πρακτικό καθώς υπήρχαν δύο μόνο αντίτυπα της Κωδικοποίησης του Λέοντος και στάθηκε αδύνατο να βρεθούν άλλα αντίτυπα ή έστω χειρόγραφα των Βασιλικών.
Η αδυναμία χρησιμοποίησης των πηγών του βυζαντινού δικαίου οδήγησε, δύο καθηγητές της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, τον Γεώργιο Ράλλη και τον Μάρκο Ρενιέρη, να μεταφράσουν το 1838 στα ελληνικά, το εγχειρίδιο ρωμαϊκού δικαίου του περίφημου την εποχή εκείνη Γερμανού νομοδιδάσκαλου Ferdinand Mackeldey. Η ενέργεια των δύο καθηγητών είχε σκοπό να ανακόψει την προσπάθεια ορισμένων νομικών κύκλων για την αυτούσια εισαγωγή του Γαλλικού Αστικού Κώδικα καθιστώντας πιο προσιτή τη γερμανική επιστημονική παραγωγή.
Το πρόβλημα δεν λύθηκε με τη μετάφραση των Ράλλη και Ρενιέρη παρά το γεγονός ότι το έργο τους χρησιμοποιήθηκε από τους δικαστές.
Στα μέσα του 19ου αιώνα η πίεση του ρωμαϊκού δικαίου πάνω στο βυζαντινό δίκαιο γινόταν όλο και πιο έντονη καθώς οι νέοι νομικοί που κατέφθαναν στην Ελλάδα είχαν σπουδάσει στη Γερμανία και είχαν ειδικευτεί στο δίκαιο του Ιουστινιάνειου Πανδέκτη και αρχές του 20ου αιώνα ήταν φυσικό να επικρατήσει στο νεότερο ελληνικό αστικό δίκαιο έναντι των «βασιλικών».
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το δίκαιο αυτό ίσχυσε αμετάβλητο ως σήμερα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου