Παρασκευή, 6 Μαρτίου 2015

ΛΥΜΕΝΟ ΘΕΜΑ ΚΑΤΑΤΑΚΤΗΡΙΩΝ ΕΞΕΤΑΣΕΩΝ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΥ 2014-2015



Σχολιάστε τις κατωτέρω απόψεις του Πλάτωνα και την παρουσία τους στο Βυζαντινό ποινικό δίκαιο:
Αν θέλεις να καταλάβεις, Σωκράτη, τι μπορεί να επιτευχθεί με την τιμωρία όσων διαπράττουν άδικες πράξεις, αυτό θα δεις από το γεγονός ότι οι άνθρωποι νομίζουν ότι η αρετή είναι κάτι που μπορεί κανείς να το προετοιμάσει. Γιατί κανείς δεν τιμωρεί όσους αδικούν έχοντας κατα νου και ως κίνητρο το ότι διέπραξαν αδίκημα, παρά μόνο όποιος τιμωρεί ασυλλόγστα, σαν θηρίο. Όποιος όμως προσπαθεί να τιμωρήσει με τη λογική, δεν τιμωρεί για το δικαίωμα, που είναι πια περασμένο - γιατί αυτό που έγινε δεν ξεγίνεται ' αλλά με τη σκέψη του στο μέλλον, ώστε να μην αδικήσει πάλι ούτε ο ίδιος ούτε κάποιος άλλος που  είδε ότι αυτός τιμωρήθηκε. Αντιμετωπίζοντας έτσι το πράγμα, θεωρεί ότι η αρετή είναι κάτι που μπορεί να διδαχθεί διότι τιμωρεί προς αποτροπή.
Απάντηση:
Στοιχεία για την επιβολή ποινών, ανάλογα με τα εγκλήματα, βρίσκουμε σε όλα τα μεγάλα νομοθετικά έργα των βυζαντινών.  Από τον Πανδέκτη, τον Κώδικα, τις Εισηγήσεις και κυρίως  τις Νεαρές του Ιουστινιανού, έως και τη μεταγενέστερη Εκλογή και τα Βασιλικά,  κωδικοποιούνται οι κυρώσεις του βυζαντινού ποινικού κώδικα.
Η επίδραση όμως το χριστιανικού πνεύματος δρα καταλυτικά  πάνω στο υιοθετημένο corpus του ρωμαϊκού δικαίου. Ο έγκριτος νομομαθής Μ. Βασίλειος, επίσκοπος Καισαρείας, μας δίνει μια σαφή εικόνα της επίδρασης του χριστιανισμού στην επιβολή των ποινών, ορίζοντας την ποινή σαν μέσο σωφρονισμού του δράστη και παραδειγματισμού των υπολοίπων και όχι σαν τιμωρία αξιόποινης πράξης.  Ο Μ. Βασίλειος «δεν μιλάει για κακό σώμα, αλλά για καταδικαστέο φρόνημα σαρκός, για χωρισμό από τα πάθη, για «σάρκινο» άνθρωπο. Αυτό σημαίνει ότι καταξίωνε απόλυτα τον άνθρωπο ως καλόν καθ’  εαυτόν και τη δυνατότητά του να απαλλαγεί από το κακό φρόνημα και να θεωθεί ολόκληρος, πνεύμα και σώμα».
Απόρροια της αντίληψης αυτής, όπως και της χριστιανικής θεώρησης για την αξία της ανθρώπινης ύπαρξης, είναι η μείωση των θανατικών ποινών, που αντικαταστάθηκαν στο μεγαλύτερο μέρος τους με ποινές  ακρωτηριασμών, αποσκοπώντας στην αποτροπή του εγκληματία  να επαναλάβει κάποιο αδίκημα, ή με ποινές εγκλεισμού σε μοναστήρια ή εξορίας με κύριο στόχο τη μετάνοια. Για τους λόγους αυτούς καταργήθηκαν κάποιες πρακτικές θανάτωσης των ρωμαϊκών χρόνων, όπως η σταύρωση και οι μονομαχίες με τα θηρία. Καταργήθηκε επίσης η απαγόρευση της ταφής για τους καταδικασμένους σε θάνατο.
Το βυζαντινό ποινικό δίκαιο προέβλεπε εκτός από την ποινή του θανάτου και του ακρωτηριασμού, ποινές εξορίας,  σωματικού κολασμού, εξανδραποδισμού, ποινή στέρησης της ελευθερίας και  χρηματικά πρόστιμα ή δήμευση περιουσίας.  Οι καταδικαστικές αποφάσεις είχαν ως κυριότερη συνέπεια τον αποκλεισμό του ενόχου από πολιτικές η αστικές διαδικασίες και την ηθική του μείωση.
 Α)  Ποινή του θανάτου
          Η ποινή του θανάτου αποτελεί την κυριότερη κληρονομιά του ρωμαϊκού δικαίου. Παρά την καταφανή πραότητα των βυζαντινών ποινών, κάτω από την επιρροή της χριστιανικής διδασκαλίας, η ποινή του θανάτου επιβάλλεται στα χρόνια του Ιουστινιανού με ιδιαίτερη σκληρότητα.  Ο κανόνας προέβλεπε αποκεφαλισμό με ξίφος ή πέλεκυ, δεν αποκλείονταν όμως η σταύρωση, ο ενταφιασμός εν ζωή, η ρίψη στη θάλασσα μέσα σε σάκο με φίδια, η θηριομαχία και επιβαλλόταν σε περιπτώσεις φόνου, εμπρησμού, μοιχείας ή βασκανίας. Η πρακτική εξαρτιόταν αποκλειστικά από την κρίση του εκάστοτε δικαστή, εκτός από ορισμένες περιπτώσεις που ο νόμος καθόριζε με σαφήνεια τον τρόπο θανάτωσης. Παράλληλα η Ιουστινιάνεια νομοθεσία περιορίζει το δικαίωμα χρήσης του ασύλου της εκκλησίας, στους αθώους, τους οφειλέτες των ιδιωτών και τους κακοποιημένους δούλους.
          Η νομική μεταρρύθμιση των Ισαύρων περιόρισε κατά πολύ την εκτέλεση της θανατικής ποινής. Μέσα στο νομοθετικό έργο της Εκλογής καθορίζονται με εξαιρετική ακρίβεια τα είδη ποινών, που προβλέπονται για κάθε πράξη. Έτσι η ποινή του θανάτου αντικαθίσταται σταδιακά με άλλες ποινές. Θάνατος στην πυρά  επιβάλλεται πλέον μόνο στις περιπτώσεις εμπρησμού εκ προθέσεως, ή απαγχονισμός (φούρκα) στις περιπτώσεις ληστείας μετά φόνου. Ποινή θανάτου επιβάλλεται επίσης στις περιπτώσεις ομοφυλοφιλίας και αιμομιξίας. Η Μακεδονική δυναστεία υιοθέτησε το ήδη υπάρχον ποινικό σύστημα των Ισαύρων χωρίς ιδιαίτερες τροποποιήσεις. Παρότι όμως φαίνεται ότι η ποινή του θανάτου επιβαλλόταν με φειδώ, κάτω από το πρίσμα της χριστιανικής ηθικής, υπάρχουν παραδείγματα εκκλησιαστικών λειτουργούν που συμμετείχαν ενεργά σε τέτοιες αποφάσεις.
 Β) Σωματικές ποινές
          Ο ακρωτηριασμός συναντάται συχνά ως ποινή, για πολύ διαφορετικές κατηγορίες εγκλημάτων. Φαίνεται ότι η βαρβαρότητα του εθίμου αυτού, ιδιαίτερα μετά τον 7ο αιώνα έχει τις ρίζες της στις αραβικές πρακτικές. Αυτό δεν συμβιβάζεται όμως με το γεγονός ότι ακρωτηριασμοί γίνονταν και από παλαιότερα χρόνια, πολύ πριν την εμφάνιση των αραβικών πληθυσμών στη Μεσόγειο, αφού αναφέρονται συχνά και στις Νεαρές του Ιουστινιανού. Η ποινή έχει πιθανόν της ρίζες της στη λαϊκή αντίληψη ότι ο  δράστης πρέπει να τιμωρηθεί χάνοντας το μέλος εκείνο που διέπραξε το αδίκημα και λειτούργησε σαν μέτρο πρόληψης και παραδειγματισμού, καθώς επίσης και μείωσης της επικινδυνότητας του ίδιου του δράστη.
Για εγκλήματα κατά της περιουσίας, παραχάραξη και θανατηφόρους τραυματισμούς συνηθιζόταν το κόψιμο του χεριού, στους ένοχους ψευδορκίας κόβανε τη γλώσσα. Η τύφλωση προβλεπόταν σε περιπτώσεις ιεροσυλίας, αλλά συνηθιζόταν και για πολιτικούς λόγους, καθώς καθιστούσε τον τιμωρούμενο αδύναμο για κάθε μορφής δραστηριότητα. Τα γενετήσια εγκλήματα τιμωρούνταν με ρινότμηση, που στόχευε στην παραμόρφωση του εγκληματία κατά των ηθών, ώστε να μη του είναι εύκολη η επανάληψη παρόμοιας πράξης, λόγω της αποτρόπαιας όψης του, διευκόλυνε επίσης στην ενιαία μεταχείριση ανδρών και γυναικών, αφού στην περίπτωση του γυναικείου φύλου ο ακρωτηριασμός των γεννητικών οργάνων ήταν αδύνατος. Αποκοπή γεννητικού οργάνου προβλεπόταν μόνο σε περιπτώσεις κτηνοβασίας.
          Την εποχή των Μακεδόνων φαίνεται ότι η ποινή του ακρωτηριασμού περιορίζεται σε σχέση με τις διατάξεις της Εκλογής, παρόλο που από άλλες πηγές πληροφορούμαστε για ιδιαίτερα εκτεταμένη χρήση αυτών των ποινών στη μέση και ύστερη βυζαντινή περίοδο.
          Το μαστίγωμα ή ο ραβδισμός αναφέρονται σε εγχειρίδια του 8ου-10ου αιώνα σαν παρεπόμενες ποινές της εξορίας ή του ακρωτηριασμού. Ήταν ποινές ιδιαίτερα διαδεδομένες στους ρωμαϊκούς χρόνους για τους δούλους ή για τις χαμηλότερες κοινωνικές τάξεις. Στη βυζαντινή αυτοκρατορία δεν υπήρχε τέτοιος διαχωρισμός κοινωνικής θέσης για την επιβολή της συγκεκριμένης ποινής. Πολλές φορές ο νομοθέτης καθόριζε επακριβώς τον αριθμό των ραβδισμών.  Επιβαλλόταν ως αυτοτελής ποινή σε περιπτώσεις μοιχείας, φορολογικής απάτης και εγκλήματα εσχάτης προδοσίας.
          Το κούρεμα αποτελούσε και αυτό παρεπόμενη ποινή της εξορίας ή του σωματικού κολασμού Πολλές φορές όμως επιβαλλόταν και σαν αυτοτελής ποινή. Σκοπός του η ηθική μείωση του τιμωρούμενου, σε αντιστοιχία με το κούρεμα των μοναχών που δήλωνε ταπείνωση και υποταγή.
Γ) Εξορία – χρηματικές ποινές
          Η εξορία ήταν αυτοτελής ποινή και επιβαλλόταν στις περιπτώσεις  ακούσιας ανθρωποκτονίας, άμβλωσης και  κερδοσκοπίας σε βάρος αφελών. Μπορούσε να έχει καθορισμένη διάρκεια ή να είναι ισόβια και πολλές φορές συνοδευόταν από ποινές σωματικού κολασμού ή καταναγκαστικών έργων.
Επί ρωμαϊκών χρόνων η εξορία συνοδευόταν από τη δήμευση της περιουσίας του τιμωρούμενου και την απώλεια της ιδιότητας του πολίτη. Η Ιουστινιάνεια νομοθεσία όμως ξεχώρισε κάθε μία από τις ποινές αυτές σαν αυτοτελή. Η νομοθεσία των Ισαύρων προέβλεπε με ακρίβεια και σαφήνεια τις παρεπόμενες ποινές. Συγκεκριμένα η επιβολή εξορίας σε συνδυασμό με δήμευση περιουσίας επιβαλλόταν πλέον μόνο σε κερδοσκόπους ψευδομάντεις. Ο τόπος και ο χρόνος της τιμωρίας, καθώς και οι συνοδευτικές ποινές καθορίζονταν αποκλειστικά από τον δικαστή. 
          Η ποινή της δήμευσης της περιουσίας είχε ουσιαστική εφαρμογή στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα του πληθυσμού, πράγμα που μας κάνει να εντοπίσουμε μια διαφοροποίηση στην απονομή δικαιοσύνης βάσει της κοινωνικής θέσης. Η νομοθεσία των Ισαύρων καθόριζε επίσης ποινή χρηματικής αποζημίωσης, που καταβαλλόταν από το δράστη στο θύμα πέρα από την υποχρέωση αποκατάστασης της ζημιάς. Ευνόητο είναι ότι σε περίπτωση που ο δράστης δεν μπορούσε να επανορθώσει τη βλάβη, αυξανόταν ανάλογα η επιβαλλομένη χρηματική ποινή.
Δ) Ποινές στέρησης της ελευθερίας
          Η φυλάκιση κατά τους Βυζαντινούς χρόνους δεν έχει την έννοια της τιμωρίας όπως σήμερα. Στις φυλακές παρέμεναν μόνο οι υπόδικοι, οι καταδικασμένοι σε θάνατο μέχρι να εκτελεστεί  ποινή τους και οι οφειλέτες του Δημοσίου. Πολλές φορές βέβαια η κράτηση αυτή παρατεινόταν για αόριστο χρονικό διάστημα μέχρι τον καθορισμό της δίκης. Κατά τους ύστερους χρόνους η ποινή επεκτείνεται, ίσως λόγω της εδαφικής συρρίκνωσης της αυτοκρατορίας και της έλλειψης τόπων εξορίας, καθώς και της απάλειψης της θανατικής ποινής για σοβαρά εγκλήματα.
          Υποκατάστατο της φυλάκισης θεωρούταν ο εγκλεισμός του τιμωρημένου σε μοναστήρια, όπου υλοποιείται η έννοια της τιμωρίας με σκοπό τη μετάνοια και τη βελτίωσή του. Καθορίζεται παράλληλα ο στενός σύνδεσμος λαϊκής και εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας. Πολλές φορές μέρος της περιουσίας του ενόχου παραχωρούταν στις μονές με συνέπεια την οικονομική ενίσχυσή τους. Επί Ιουστινιανού η ποινή επιβαλλόταν για γενετήσια εγκλήματα ή εγκλήματα γάμου.  Επίσης αποτελούσε συνήθη πρακτική για κληρικούς και μοναχούς που παραβίαζαν το εκκλησιαστικό δίκαιο. Ήταν συνάμα τόπος ασφαλής για τις γυναίκες έγκλειστες, αφού δεν κινδύνευαν από σωματική κακοποίηση.
          Η στάση του Λέοντος Γ’ απέναντι στην εκκλησία συνέβαλε στο να θεωρηθεί ο εγκλεισμός σε μοναστήρια ως αυτοτελής ποινή και να μη συνοδεύεται από παραχώρηση, σε αυτά, περιουσιακών στοιχείων του ενόχου. Κατά τη μέση περίοδο η ποινή παρουσιάζει κάμψη αλλά δεν εγκαταλείπεται. Πολλές φορές δε χρησιμοποιείται και ως μέσον απαλλαγής του αυτοκράτορα από τους πολιτικούς του αντιπάλους,  κυρίως με την κατηγορία συνομωσίας κατά του θρόνου.  Σε αυτό συμβάλει σημαντικά η απαγόρευση της αποβολής του μοναχικού σχήματος, που καθιστούσε τον περιορισμό ισόβιο.
          Με ποινή εξανδραποδισμού τιμωρούνταν οι λιποτάκτες που επέστρεφαν οικειοθελώς ή όσοι προμήθευαν τον εχθρό με απαγορευμένα είδη, καθόσον αυτά θεωρούνταν εγκλήματα κατά της πολιτείας.
Ο βυζαντινός ποινικός κώδικας φαίνεται να είναι επιεικέστερος από τον προγενέστερο ρωμαϊκό, λόγω της επιρροής της χριστιανικής διδασκαλίας. Η τιμωρία γίνεται έτσι μέσο σωφρονισμού του ενόχου, αλλά και παραδειγματισμού των υπολοίπων. Η ποινή του θανάτου αντικαθίσταται πολλές φορές με ελαφρότερες ποινές, όπως ο ακρωτηριασμός. Για ελαφρότερα εγκλήματα επιβάλλεται ένα πλήθος άλλων ποινών όπως ο σωματικός κολασμός, το κούρεμα, ο εξανδραποδισμός, η δήμευση της περιουσίας, τα χρηματικά πρόστιμα, η εξορία και ο εγκλεισμός σε μοναστήρια. Οι δύο τελευταίες ποινές χρησιμοποιήθηκαν συχνότατα για την εξουδετέρωση των πολιτικών αντιπάλων του αυτοκράτορα.

Πηγή:

Δεν υπάρχουν σχόλια: