Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2014

Η ΣΥΝΘΕΣΗ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ



Τα συστήματα συγκρότησης του Κοινοβουλίου
Το Κοινοβούλιο (Αντιπροσωπευτικό Σώμα) μπορεί να συγκροτείται από μία βουλή (σύστημα της μίας βουλής) ή από δύο βουλές (σύστημα των δύο βουλών). Υπό το σύστημα των δύο βουλών, η δεύτερη βουλή ονομάζεται συνήθως Γερουσία.
Τα επιχειρήματα υπέρ των δύο βουλών είναι η αρτιότερη κατάρτιση των νόμων, ο περιορισμός της παντοδυναμίας της Βουλής και η μεσολάβηση της Γερουσίας ως διαιτητή στις περιπτώσεις συγκρούσεων μεταξύ της Βουλής και της Εκτελεστικής Λειτουργίας.
Κατά του συστήματος των δύο βουλών προβάλλονται ιδίως η οικονομική επιβάρυνση που προκαλεί η λειτουργία της Γερουσίας και η επιβράδυνση της ψήφισης των νόμων. Το σύστημα των δύο βουλών επικρατεί στα σύγχρονα κράτη.
Το σύστημα των δύο βουλών καθιερώθηκε στην Ελλάδα από τα Συντάγματα του 1832, του 1925 και του 1927. Όλα τα άλλα Συντάγματά μας και το ισχύον Σύνταγμα καθιέρωσαν το σύστημα της μίας βουλής.
Ο αριθμός των βουλευτών
Τα ελληνικά συντάγματα δεν καθιέρωσαν απευθείας τον αριθμό των βουλευτών αλλά εξουσιοδότησαν την νομοθετική λειτουργία να καθορίζει αυτόν μέσα σε ορισμένα πλαίσια. Έτσι τα Συντάγματα του 1844, του 1864 και του 1911 καθόρισαν μόνο τον κατώτατο αριθμό των βουλευτών ενώ τα μεταγενέστερα Συντάγματα καθόρισαν τον κατώτατο και τον ανώτατο αριθμό των βουλευτών. Η διάταξη του άρθρου 51 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος καθορίζει τον κατώτατο και τον ανώτατο αριθμό των βουλευτών από 200 έως 300. Ο ισχύον εκλογικός νόμος θεσπίζει το μεγαλύτερο αριθμό των βουλευτών (ήτοι 300).
Η διάκριση των βουλευτών
Τα προηγούμενα Συντάγματα καθιέρωσαν την αρχή της εκλογής όλων των βουλευτών σε εκλογικές περιφέρειες.
Το άρθρο 2 της Συντακτικής Πράξης της 24ης Σεπτεμβρίου 1974 πρόσθεσε μια νέα διάταξη στο άρθρο 68 του προϊσχύσαντος Συντάγματος, η οποία επέτρεπε την εκλογή ενός μέρους των βουλευτών σε ολόκληρη την Επικράτεια (βουλευτών Επικρατείας). Η διάταξη αυτή περιηλήφθηκε κατά βάση στο ισχύον Σύνταγμα που καθιερώνει μεν την αρχή της εκλογής του μεγαλύτερου μέρους των βουλευτών σε εκλογικές περιφέρειες, επιτρέπει όμως την εκλογή μέρους αυτών σε ολόκληρη την Επικράτεια.
Το θεσμό των βουλευτών της Επικρατείας προβλέπει η διάταξη του άρθρου 54 παρ. 3  του Συντάγματος: «Μέρος της βουλής, όχι μεγαλύτερο από το 1/20 του όλου αριθμού των βουλευτών, μπορεί να εκλέγεται ενιαίως σε ολόκληρη την Επικράτεια, σε συνάρτηση με τη συνολική εκλογική δύναμη του κάθε κόμματος στην Επικράτεια, όπως ο νόμος ορίζει».  Η διάταξη αυτή δεν καθιερώνει απευθείας το θεσμό των βουλευτών Επικρατείας αλλά απλώς επιτρέπει την καθιέρωσή του με νόμο. Συνεπώς, αν ο νόμος, όπως ο ισχύον Εκλογικός Κώδικας, καθορίσει τον ανώτατο αριθμό των βουλευτών σε 300, ο μεγαλύτερος αριθμός βουλευτών Επικρατείας είναι 15 ενώ αν καθιερώσει κατώτατο 200, ο ανώτατος αριθμός βουλευτών Επικρατείας είναι 10.
Ο αριθμός των βουλευτών που εκλέγονται από τις εκλογικές περιφέρειες καθορίζεται μετά από την αφαίρεση των βουλευτών Επικρατείας. Ο ισχύον Εκλογικός Κώδικας προβλέπει την εκλογή 12 βουλευτών Επικρατείας και 288 βουλευτών των εκλογικών περιφερειών. Πάντως, η νομική θέση όλων των βουλευτών είναι η ίδια και όλοι «αντιπροσωπεύουν το Έθνος» (άρθρο 51 παρ. 2 Σ).
Ο καθορισμός του αριθμού των βουλευτών κάθε εκλογικής περιφέρειας
Ο καθορισμός του αριθμού των βουλευτών κάθε εκλογικής περιφέρειας έγινε πάντοτε με βάση τον πληθυσμό της. Ο πληθυσμός διακρίνεται στο νόμιμο (αριθμός δημοτών),  σε πραγματικό (αριθμός κατοίκων γενικά) και σε εκλογικό (οι πολίτες που είναι εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους).
Τα προϊσχύοντα Συντάγματα πχ του 1952 καθιέρωναν τον «πληθυσμό» ως βάση καθορισμού των βουλευτών κάθε εκλογικής περιφέρειας, καταλείποντας στο νόμο τον ακριβέστερο προσδιορισμό του. Συνεπώς, οι εκλογικοί νόμοι που ίσχυσαν κάθε φορά καθόρισαν το νόμιμο πληθυσμό ως βάση προσδιορισμού του αριθμού των βουλευτών των επιμέρους εκλογικών περιφερειών. Η αρχή αυτή καθιερώθηκε στο  άρθρο 54 παρ. 2 του ισχύοντος Συντάγματος που ο πληθυσμός προκύπτει από την τελευταία απογραφή που δημοσιεύεται στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Μέτρο για τον υπολογισμό του αριθμού των βουλευτικών εδρών κάθε εκλογικής περιφέρειας είναι το πηλίκο της διαίρεσης του συνολικού αριθμού των δημοτών της Επικράτειας δια του συνολικού αριθμού των βουλευτών των εκλογικών περιφερειών (288).
Μετά την απογραφή εκδίδεται προεδρικό διάταγμα με τον αριθμιτικό προσδιορισμό των βουλευτικών εδρών. Ο αριθμός των βουλευτών κάθε εκλογικής περιφέρειας καθορίζεται τώρα με το ΠΔ 381/2002.
Οι αρχές της ολικής ανανέωσης της βουλής & της ταυτόχρονης διεξαγωγής των εκλογών σε ολόκληρη την Επικράτεια
Το ισχύον Σύνταγμα όπως και τα Συντάγματα που  ίσχυσαν από το έτος 1864 καθιερώνει δύο βασικές αρχές που αφορούν την εκλογή της βουλής:
(α) την αρχή της ολικής ανανέωσης της βουλής και
(β) την αρχή της ταυτόχρονης διεξαγωγής των εκλογών σε ολόκληρη την Επικράτεια.
Κατά την πρώτη αρχή η βουλή ανανεώνεται κάθε φορά ολικά και όχι τμηματικά ενώ κατά τη δεύτερη αρχή οι εκλογές διεξάγονται συγχρόνως (την ίδια μέρα) σε ολόκληρη τη Χώρα. Η αρχή της ταυτόχρονης διεξαγωγής δεν είναι συνυφασμένη με την αρχή ττης ολικής ανανέωσης αλλά μπορεί να συνδυάζεται κει με την αντίθετη αρχή της τμηματικής ανανέωσης ως προς το τμήμα της βουλής που ανανεώνεται κάθε φορά.
Η αρχή της ολικής ανανέωσης καθιερώνεται από τις διατάξεις του άρθρου 53 παρ. 1 του Συντάγματος  «Οι βουλευτές εκλέγονται για 4 συνεχή έτη που αρχίζουν από την ημέρα των γενικών εκλογών. Μόλις λήξει η βουλευτική περίοδος, με προεδρικό διάταγμα, που προσυπογράφεται από το Υπουργικό Συμβούλιο, διατάσσεται η διενέργεια γενικών βουλευτικών εκλογών μέσα σε 30 ημέρες και η σύγκληση της νέας Βουλής σε τακτική σύνοδο μέσα σε άλλες 30 ημέρες από αυτές. Η αρχή αυτή καθιερώνεται και από τις διατάξεις των άρθρων 41 παρ. 3 & 5 και 32 παρ. 4 του Σ στις περιπτώσεις της πρόωρης λήξης της βουλευτικής περιόδου εξαιτίας της διάλυσης της βουλής. Την αρχή της τμηματικής ανανέωσης της βουλής καθιέρωσε το Σύνταγμα της Τροιζήνας.
Η αρχή της ταυτόχρονης διεξαγωγής των εκλογών κατοχυρώνεται από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 4 εδ α του Σ κατά την οποία «οι βουλευτικές εκλογές διενεργούνται ταυτόχρονα σε ολόκληρη την Επικράτεια». Η αρχή αυτή δυσχεραίνει τον επηρεασμό των εκλογέων μιας εκλογικής περιφέρειας από το εκλογικό αποτέλεσμα άλλης περιφέρειας.
Τις εν λόγω αρχές περιλαμβάνει ο ισχύον Εκλογικός Κώδικας ο οποίος ορίζει ότι η διενέργεια των γενικών βουλευτικών εκλογών διατάσσεται με προεδρικό διάταγμα με το οποίο ορίζεται και η ημέρα της ταυτόχρονης ψηφοφορίας σε όλη την Επικράτεια και ότι η ψηφοφορία διαρκεία μία ημέρα μόνο, η οποία είναι Κυριακή.
Η επαναληπτική και αναπληρωματική εκλογή δεν είναι αντίθετες από τις παραπάνω αρχές. Επαναληπτική εκλογή ονομάζεται η εκλογή η οποία γίνεται σε μια εκλογική περιφέρεια στην περίπτωση ακύρωσης της εκλογής από το ΑΕΔ. Η επαναληπτική εκλογή είναι αναγκαία συνέπεια ακύρωσης της εκλογής, η οποία προβλέπεται από το Σύνταγμα στο άρθρο 100 παρ. 1 σε συνδυασμό με άρθρο 58. Αναπληρωματική εκλογή ονομάζεται η εκλογή η οποία διενεργείται για την πλήρωση της έδρας που κενώνεται κατά τη διάρκεια της βουλευτικής περιόδου για οποιοδήποτε λόγο πχ εξαιτίας θανάτου βουλευτή ή παραίτησης βουλευτή. Την αναπληρωματική εκλογή προβλέπει η διάταξη του άρθρου 53 παρ. 2 του Σ που ορίζει «Βουλευτική έδρα που κενώθηκε μέσα στο τελευταίο έτος της περιόδου δεν συμπληρώνεται με αναπληρωματική εκλογή, όταν απαιτείται κατά το νόμο, εφόσον οι κενές έδρες δεν είναι περισσότερες από το 1/5 του όλου αριθμού των βουλευτών». Από τη διάταξη προκύπτει ότι αναπληρωματική εκλογή διενεργείται μόνο όταν προβλέπεται από το νόμο ο οποίος έτσι μπορεί να καθιερώνει άλλο τρόπο πλήρωσης της κενούμενης έδρας. Έτσι, ο Εκλογικός Κώδικας προβλέπει τη διεξαγωγή αναπληρωματικής εκλογής μόνο όταν δεν υπάρχει αναπληρωματικός του ίδιου συνδυασμού για την κατάληψη της κενής έδρας. Πάντως η εν λόγω διάταξη απαγορεύει τη διενέργεια αναπληρωματικών εκλογών κατά το τελευταίο (τέταρτο) έτος της βουλευτικής περιόδου, εφόσον ο αριθμό των κενών εδρών δεν υπερβαίνει το 1/5 του συνολικού αριθμού των βουλευτών.

Δεν υπάρχουν σχόλια: