Τετάρτη, 16 Οκτωβρίου 2013

ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ - Η ΒΟΥΛΗ



Η ΒΟΥΛΗ
άμεσο και συλλογικό όργανο του κράτους, αποτελεί το θεμέλιο του αντιπροσωπευτικού συστήματος
I. ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ
§         ΤΑ ΠΡΟΣΟΝΤΑ ΕΚΛΟΓΙΜΟΤΗΤΑΣ - ΑΡΘΡΟ 55
Η ιδιότητα του εκλογίμου αναγνωρίζεται σε κάθε Έλληνα πολίτη που έχει τη νόμιμη ικανότητα του εκλέγειν και συμπληρωμένο, κατά την ημέρα της εκλογής (και όχι της ημερομηνίας θέσης υποψηφιότητας), το εικοστό πέμπτο έτος, ανεξάρτητα με το αν είναι ή όχι εγγεγραμμένος στους εκλογικούς καταλόγους
Η βουλευτική ιδιότητα αποκτάται με την εκλογή και από την ημέρα της εκλογής αυτοδίκαια, χωρίς δηλαδή να απαιτείται δήλωση αποδοχής. Για να ασκήσουν τα καθήκοντά τους οι βουλευτές πρέπει να δώσουν τον όρκο που ορίζει το άρθρο 59 Σ.
§         ΤΑ ΚΩΛΥΜΑΤΑ ΕΚΛΟΓΙΜΟΤΗΤΑΣ - ΑΡΘΡΟ 56
Τα κωλύματα εκλογιμότητας ορίζονται περιοριστικά από το Σύνταγμα, στο άρθρο 56, και ερμηνεύονται στενά, διότι αποτελούν εξαιρέσεις του δικαιώματος του εκλέγεσθαι.
Τα απόλυτα κωλύματα (άρθ.56 παρ.4) ισχύουν για όλη την επικράτεια και δεν αίρονται με παραίτηση. Αυτά αφορούν τους πολιτικούς υπαλλήλους και στρατιωτικούς που έχουν αναλάβει υποχρέωση να παραμείνουν στην υπηρεσία τους για ορισμένο χρόνο. Τα σχετικά κωλύματα είναι εκείνα που αίρονται με την προηγούμενη παραίτηση του έχοντος την ιδιότητα [γενικά κωλύματα] (άρθρο 56 παρ.1 π.χ. έμμισθοι δημόσιοι υπάλληλοι και λειτουργοί, δήμαρχοι, διοικητή ή προέδρου Δ.Σ. ενός ν.π.δ.δ.  κ.ά.) ή που ισχύουν μόνο σε τοπικό επίπεδο [τοπικά κωλύματα, ίδιο άρ. παρ.3].
Αναλυτικότερα, τα σχετικά κωλύματα διακρίνονται σε:
            α)Τα σχετικά  κωλύματα εκλογιμότητας, που ισχύουν για όλη την επικράτεια και αίρονται με παραίτηση πριν την υποβολή υποψηφιότητας, η δε παραίτηση συντελείται με μόνη την υποβολή της χωρίς να χρειάζεται και αποδοχή από την σχετική υπηρεσία ή άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Αυτά προβλέπονται στο άρθρο 56 παρ.1 και αφορούν τα εξής πρόσωπα :
  • έμμισθοι δημόσιοι λειτουργοί (εξαιρούνται οι Καθηγητές Πανεπιστημίων)
  • έμμισθοι δημόσιοι υπάλληλοι
  • αξιωματικοί των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας
  • δήμαρχοι και οι πρόεδροι κοινοτήτων
  • υπάλληλοι και οι διοικητές ή πρόεδροι των διοικητικών συμβουλίων των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου
  • διοικητές ή πρόεδροι των διοικητικών συμβουλίων των δημόσιων ή δημοτικών επιχειρήσεων
 Όλοι οι παραπάνω υποχρεούνται σε υποβολή παραίτησης πριν την ανακήρυξή τους ως υποψηφίων. Για τους στρατιωτικούς που παραιτήθηκαν, δεν επιτρέπεται η επάνοδος στην υπηρεσία τους.
β) Τα (σχετικά) τοπικά κωλύματα εκλογιμότητας, που δεν αίρονται ούτε με παραίτηση από τη θέση αυτή, περιγράφονται στο άρθρο 56 παρ.3. και αφορούν τις εξής κατηγορίες :
  • Διοικητές, υποδιοικητές, πρόεδροι, σύμβουλοι νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και άλλων νομικών προσώπων που συνδέονται με το Δημόσιο
  • Τα μέλη των ανεξάρτητων αρχών
  • Ανώτεροι και ανώτατοι αξιωματικοί των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας
  • Έμμισθοι υπάλληλοι νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου
  • Γενικοί και ειδικοί γραμματείς υπουργείων
-> Σημειώνουμε εδώ ότι τα τοπικά αυτά κωλύματα εκλογιμότητας ισχύουν μόνο για τις εκλογικές περιφέρειες όπου εκτεινόταν η αρμοδιότητά τους, για το χρονικό διάστημα των τελευταίων δεκαοκτώ μηνών της τετραετούς βουλευτικής περιόδου και, άρα, δεν κωλύεται ,π.χ., ο πρόεδρος ενός κοινωφελούς ΝΠΔΔ της Κοζάνης να υποβάλει υποψηφιότητα για την εκλογική περιφέρεια Ηρακλείου Κρήτης, εφόσον η αρμοδιότητά του δεν εκτεινόταν ως εκεί.

§         ΤΑ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΑ ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΑ - ΑΡΘΡΟ 57
Τα ασυμβίβαστα είναι ιδιότητες που δεν πρέπει να συντρέχουν στο πρόσωπο του βουλευτή μετά την εκλογή του (άρθρο 57). Με την αναθεώρηση του 2001 τα ασυμβίβαστα διευρύνθηκαν σε ό,τι αφορά στις οικονομικές λειτουργίες του κράτους, προκειμένου να αντιμετωπισθεί το φαινόμενο της πολιτικής διαφθοράς. Ιδιαίτερο ζήτημα ετέθη ως προς το αν οι βουλευτές μπορούν να ασκούν οποιοδήποτε επάγγελμα. Με την αναθεώρηση του 2001 έγιναν δεκτές ρυθμίσεις για την πλήρη απαγόρευση άσκησης επαγγέλματος. Οι απαγορεύσεις αυτές κρίθηκαν ατελέσφορες και για τον λόγο τούτο η Αναθεώρηση του 2008 δέχθηκε τον καθορισμό με νόμο των επαγγελμάτων εκείνων που η άσκησή τους απαγορεύεται (επιπλέον όσων ρητώς απαγορεύει το ίδιο το Σύνταγμα).
            Το αξίωμα του βουλευτή είναι ασυμβίβαστο με το έργο ή την ιδιότητα μέλους του διοικητικού συμβουλίου, διοικητή, γενικού διευθυντή ή υπαλλήλου εμπορικής εταιρείας ή επιχείρησης που απολαμβάνει ειδικά προνόμια ή κρατική επιχορήγηση ή είναι ανάδοχος δημόσιας επιχείρησης, ή κατέχει ραδιοφωνικό ή τηλεοπτικό σταθμό, ή εκδίδει εφημερίδα, ή ασκεί κατά παραχώρηση δημόσια εξουσία, ή μισθώνει ακίνητα του δημοσίου. Στην περίπτωση αυτή ο βουλευτής οφείλει, μετά την εκλογή του, να επιλέξει, εντός οκτώ ημερών, μεταξύ της βουλευτικής ιδιότητας και της ασυμβίβαστης ιδιότητας ή έργου. Εάν δεν υποβάλει τη σχετική δήλωση, εκπίπτει από το βουλευτικό αξίωμα. Επίσης, εάν ο βουλευτής, κατά τη διάρκεια της βουλευτικής περιόδου αποδεχθεί κάποιο από αυτά τα ασυμβίβαστα, τότε εκπίπτει από το κοινοβουλευτικό αξίωμα.
Για τον έλεγχο του κύρους των βουλευτικών εκλογών και για τις ενστάσεις, που ασκούνται κατά βουλευτών και αφορούν έλλειψη θετικών προσόντων εκλογιμότητας ή ύπαρξη κωλυμάτων ή ασυμβιβάστων, αποφαίνεται κατά το Σύνταγμα το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο (άρθρο 100), που λειτουργεί ως εκλογοδικείο. Ο έλεγχος γίνεται μόνο μετά από τη νομότυπη υποβολή αίτησης-ένστασης.
ΙΙ. Η ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΒΟΥΛΕΥΤΗ ΑΠΟ ΝΟΜΙΚΗ ΣΚΟΠΙΑ
α) ΑΝΕΥΘΥΝΟ ΚΑΙ ΑΚΑΤΑΔΙΩΚΤΟ ΤΟΥ ΒΟΥΛΕΥΤΗ (βουλευτική ασυλία)
άρθρο 60 παρ.1 : “Οι βουλευτές έχουν απεριόριστο το δικαίωμα της γνώμης και ψήφου κατά συνείδηση”. Νομική συνέπεια της ελεύθερης εντολής είναι ότι 1) η απομάκρυνση ενός βουλευτή από το κόμμα του (π.χ. διαγραφή λόγω αφόρητα για το κόμμα αποκλινουσών απόψεών του) δεν συνεπάγεται την απώλεια της βουλευτικής του ιδιότητας και 2) δεν μπορεί ο εκλογέας να ανακαλέσει τον βουλευτή εάν αυτός δεν κάνει πράξη όσα προεκλογικά υποσχέθηκε (το αντίθετο συμβαίνει στο καθεστώς της «επιτακτικής εντολής», που δεν έχει εφαρμογή στο πολίτευμά μας).
Ζήτημα εμφανίζεται σε σχέση με την ελεύθερη εντολή και την κομματική πειθαρχία του βουλευτή. Κυρίαρχο πρόβλημα συνιστά η σύγκρουση που εμφανίζεται μεταξύ των δύο συνταγματικών αρχών, της ελεύθερης εντολής και της κομματικής πειθαρχίας (όπως συνάγεται από το άρθ. 29 Σ. και από διατάξεις του κανονισμού της Βουλής). Το ελληνικό πολιτικό σύστημα κινείται με κριτήριο μάλλον το δεύτερο, καθοδηγούμενο από τις πολιτικές ηγεσίες. Η αυστηρή κομματική πειθαρχία δικαιολογείται πάντα με την επίκληση της ενότητας και της αποτελεσματικής λειτουργίας του κόμματος. Το έλλειμμα ενδοκομματικής δημοκρατίας μεταφέρεται στο κοινοβουλευτικό πεδίο και καθίσταται ορατό όταν οι πρόεδροι των κοινοβουλευτικών ομάδων δημόσια δηλώνουν ανενδοίαστα πότε “επιτρέπουν” την άσκηση του δικαιώματος ψήφου των βουλευτών “κατά συνείδηση”.
Περαιτέρω, ο βουλευτής απολαμβάνει ορισμένα προνόμια που συγκροτούν την βουλευτική ασυλία και συνδέονται με την φύση του λειτουργήματός του. Τα “προνόμια” αυτά είναι θεσμικές εγγυήσεις και εξυπηρετούν κατ’ αρχήν την Βουλή, με σκοπό να παρέχουν στα μέλη του Κοινοβουλίου εγγυήσεις για την ανεξαρτησία τους και την επιτέλεση της λειτουργικής τους αποστολής.
ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ:
Ανεύθυνο
Το ανεύθυνο του βουλευτή  διασφαλίζεται με τη διάταξη του άρθρου 61 παρ.1, που ορίζει ότι “ο βουλευτής δεν καταδιώκεται ούτε εξετάζεται με οποιονδήποτε τρόπο για γνώμη ή ψήφο που έδωσε κατά την άσκηση των βουλευτικών του καθηκόντων”. Το ανεύθυνο του βουλευτή περιλαμβάνει όχι μόνο το ποινικά, αλλά και το αστικά, πειθαρχικά και πολιτικά ανεύθυνο. Χρονικά είναι απεριόριστο, δηλαδή καλύπτει τον βουλευτή και μετά την απώλεια της βουλευτικής ιδιότητας.
εξαίρεση: ο βουλευτής διώκεται για συκοφαντική δυσφήμηση ύστερα από άδεια της Βουλής. Η άδεια δίδεται εντός σαράντα πέντε ημερών από την ημέρα που περιήλθε η έγκληση στον Πρόεδρο της Βουλής. Αν η Βουλή αρνηθεί να δώσει άδεια ή αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία, η πράξη θεωρείται ανέγκλητη.
Ακαταδίωκτο
Το ακαταδίωκτο του βουλευτή θεσπίζεται στο άρθρο 62 παρ. 1 : «Όσο διαρκεί η βουλευτική περίοδος ο βουλευτής δεν διώκεται ούτε συλλαμβάνεται, ούτε φυλακίζεται ούτε με άλλο τρόπο περιορίζεται χωρίς άδεια του Σώματος». Το ακαταδίωκτο αναφέρεται σε αξιόποινη πράξη του βουλευτή, με εξαίρεση τα επ’ αυτοφώρω κακουργήματα, και αίρεται αν η Βουλή επιτρέψει την ποινική δίωξη. Η απαγόρευση δίωξης, σύλληψης ή φυλάκισης βουλευτή αφορά κάθε περίπτωση, είτε έχει δημιουργηθεί πριν ή μετά την εκλογή του, είτε έχει σχέση με τα βουλευτικά του καθήκοντα ή όχι, αρκεί κατά το διάστημα που θα έπρεπε να ασκηθεί η δίωξη αυτός είχε τη βουλευτική ιδιότητα.
Την άδεια άρσης του ακαταδίωκτου εξετάζει η Βουλή μετά από αίτηση του αρμόδιου εισαγγελέα που διαβιβάζεται στον Πρόεδρο της Βουλής. Η Βουλή αποφασίζει με μυστική ψηφοφορία. Την διαδικασία ρυθμίζει λεπτομερώς ο Κανονισμός της Βουλής (άρθ.83 ΚτΒ). Η άδεια θεωρείται ότι δεν δόθηκε εάν η Βουλή δεν αποφανθεί εντός τριών μηνών.
Διαφορές του ανεύθυνου από το ακαταδίωκτο
§         Το ανεύθυνο αφορά πράξεις σχετικές με την άσκηση των βουλευτικών καθηκόντων, το ακαταδίωκτο αφορά κάθε  αξιόποινη πράξη, με εξαίρεση τα επ’ αυτοφώρω κακουργήματα.
§         το ανεύθυνο δεν αίρεται, με εξαίρεση την συκοφαντική δυσφήμηση, το ακαταδίωκτο αίρεται με απόφαση της Βουλής
§         Το ανεύθυνο αφορά κάθε μορφή δίωξης, το ακαταδίωκτο αφορά μόνο την ποινική δίωξη.
§         Το ανεύθυνο δεν έχει χρονικό περιορισμό, το ακαταδίωκτο περιορίζεται στον χρόνο της βουλευτικής περιόδου.

βουλευτικό απόρρητο-Δικαίωμα άρνησης μαρτυρίας:Το δικαίωμα άρνησης μαρτυρίας ή βουλευτικό απόρρητο στηρίζεται στο άρθρο 61 παρ.3, που επιτρέπει στον βουλευτή να αρνηθεί τη μαρτυρία, σχετικά με πληροφορίες που πήρε ή έλαβε κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ή σχετικά με τα πρόσωπα από τα οποία πήρε ή στα οποία έδωσε τις πληροφορίες.
αποζημίωση και ατέλειες :άρθρο 63 παρ.1 ορίζει ότι, οι βουλευτές, για την άσκηση του λειτουργήματός τους, δικαιούνται από το Δημόσιο αποζημίωση και δαπάνες, το ύψος των οποίων καθορίζεται με απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής, στο πλαίσιο της αυτονομίας της. Επίσης, οι βουλευτές απολαμβάνουν συγκοινωνιακή, ταχυδρομική και τηλεφωνική ατέλεια, που η έκτασή της καθορίζεται επίσης από την απόφαση την Ολομέλεια της Βουλής.Στην περίπτωση αδικαιολόγητης απουσίας βουλευτή σε περισσότερες από πέντε συνεδριάσεις τον μήνα, κρατείται υποχρεωτικά το ένα τριακοστό της μηνιαίας του αποζημίωσης για κάθε απουσία.
ΙΙΙ. ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ
Α. ΤΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ

Η σημαντικότερη αρμοδιότητα της Βουλής των Ελλήνων είναι η νομοθετική, δηλαδή η θέσπιση γενικών και απρόσωπων κανόνων δικαίου. Τη νομοθετική αρμοδιότητα αυτή δεν θα πρέπει να την εννοήσουμε μόνον με τη στενή έννοια, δηλ. την ψήφιση τυπικών νόμων. Έτσι, στη συνέχεια θα παρουσιαστούν όλες οι προβλεπόμενες από το Σύνταγμα περιπτώσεις όπου η Βουλή παράγει γενικούς και απρόσωπους κανόνες δικαίου.
α1. Η αναθεώρηση του Συντάγματος
Η Βουλή των Ελλήνων ψηφίζει μόνη της, χωρίς δηλ. τη συμμετοχή του Προέδρου της Δημοκρατίας ή της Κυβέρνησης ως διακριτό αυτοτελές πολιτειακό όργανο, την αναθεώρηση του Συντάγματος. Η διαδικασία της αναθεώρησης εκτείνεται σε δύο συνεχόμενες περιόδους (άρα σε δύο συνεχόμενες Βουλές) και περιγράφεται αναλυτικά στο άρθρο 110 του Συντάγματος και στο άρθρο 119 του Κανονισμού της Βουλής.
α2. Η ψήφιση τυπικών νόμων
Η κύρια λειτουργία κάθε νομοθετικού σώματος είναι να συζητά, να επεξεργάζεται και να ψηφίζει τους τυπικούς νόμους, δηλ. τους απρόσωπους και γενικούς κανόνες δικαίου οι οποίοι, όπως έχουμε ήδη πει, εκδίδονται και δημοσιεύονται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
Οι νόμοι ψηφίζονται είτε από την Ολομέλεια της Βουλής των Ελλήνων είτε από τις αρμόδιες διαρκείς κοινοβουλευτικές επιτροπές (στην τελευταία περίπτωση η Ολομέλεια απλώς επικυρώνει με μια γενική πολιτική συζήτηση σε μια συνεδρίαση, χωρίς να υπεισέλθει στις κατ΄ ιδίαν ρυθμίσεις). Το άρθρο 72 παρ. 1 του Συντάγματος αναφέρει ποια νομοσχέδια (με βάση το περιεχόμενό τους) συζητούνται και ψηφίζονται από την Ολομέλεια (πχ. τα νομοσχέδια που οργανώνουν την προστασία ενός ατομικού δικαιώματος ή εκείνα που ερμηνεύουν αυθεντικά έναν προηγούμενο νόμο ή ο εκλογικός νόμος κλπ.). Στην Ολομέλεια, επίσης, ψηφίζονται όλοι οι νόμοι για τους οποίους το Σύνταγμα απαιτεί μιαν ειδική πλειοψηφία (πχ. η αμνηστία για πολιτικά εγκλήματα, η αναγνώριση σε διεθνείς οργανισμούς αρμοδιοτήτων που προβλέπονται από το Σύνταγμα κλπ.)

α3. Η ψήφιση του Κανονισμού της Βουλής
Η Βουλή ψηφίζει μόνη της (χωρίς, δηλ., τη σύμπραξη του Προέδρου της Δημοκρατίας) τον Κανονισμό της και τις τροποποιήσεις που επιφέρει σε αυτόν (άρθρο 65 παρ. 1 Σ.)
α4. άλλα νομοθετήματα:
§         Η ψήφιση του προϋπολογισμού, του απολογισμού και του γενικού ισολογισμού του Κράτους και της Βουλής(άρθρο 72 παρ. 1 εδ. β΄ Σ.) 
§         Η έγκριση των προγραμμάτων οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης(άρθρο 79 παρ. 8 Σ.)
§         Η απόφαση για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος(άρθρο 44 παρ. 2 Σ.) 
§         Η απόφαση για τη θέση σε εφαρμογή του νόμου για την κατάσταση πολιορκίας (άρθρο 48 Σ.)

α5. Η παροχή συγκατάθεσης για αναστολή των εργασιών της Βουλής των Ελλήνων για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριάντα ημερών ή για επανάληψη της αναστολής των εργασιών κατά την ίδια βουλευτική σύνοδο
(άρθρο 40 παρ. 3 Σ.).

α6. Η Διαδικασία
Η νομοθετική πρωτοβουλία ασκείται είτε από την Κυβέρνηση (με νομοσχέδια) είτε από την ίδια τη Βουλή των Ελλήνων (με προτάσεις νόμων). Υπάρχουν όμως και κάποιες περιπτώσεις (πχ. τα συνταξιοδοτικά θέματα) όπου η πρωτοβουλία προέρχεται μόνον από την Κυβέρνηση (άρθρο 72).
`           Τα νομοσχέδια και οι προτάσεις νόμων συνοδεύονται υποχρεωτικά από αιτιολογική έκθεση (η οποία αναλύει τους σκοπούς των προτεινομένων ρυθμίσεων) και από το κείμενο των ισχυουσών διατάξεων που καταργούνται ή τροποποιούνται. Επίσης, εάν το νομοσχέδιο ή η πρόταση νόμου συνεπάγεται επιβάρυνση του προϋπολογισμού, συνοδεύεται από έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους η οποία καθορίζει το ύψος της δαπάνης, καθώς και από έκθεση του Υπουργού Οικονομικών και του προτείνοντος Υπουργού για τον τρόπο με τον οποίο θα καλυφθεί η δαπάνη αυτή (ή η τυχόν ελάττωση των εσόδων). Τέλος, τα νομοσχέδια αποστέλλονται στη Διεύθυνση Επιστημονικών Μελετών της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής, η οποία υποβάλλει έκθεση με τις παρατηρήσεις της.`     Τροπολογίες ή προσθήκες σε υπό ψήφιση νομοσχέδια και προτάσεις νόμου μπορούν να υποβάλουν τόσο οι Υπουργοί όσο και οι Βουλευτές. Οι τροπολογίες αυτές πρέπει να κατατεθούν το αργότερο τρεις ημέρες πριν αρχίσει η συζήτηση του νομοσχεδίου.
`           Κάθε νομοσχέδιο παραπέμπεται στην αρμόδια διαρκή κοινοβουλευτική επιτροπή. Αυτή, εάν μεν πρόκειται για νομοσχέδιο αρμοδιότητας της Ολομέλειας της Βουλής των Ελλήνων, το επεξεργάζεται και το παραπέμπει στην Ολομέλεια για ψήφιση. Εάν το νομοσχέδιο δεν ανήκει στην ανωτέρω κατηγορία, τότε η επιτροπή το επεξεργάζεται και το ψηφίζει. Και στην περίπτωση αυτή το νομοσχέδιο (ή η πρόταση νόμου) εισάγεται στην Ολομέλεια, η οποία όμως το συζητά και το ψηφίζει ενιαία, σε μία συνεδρίαση.

Β.  Ο ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ

`           Με βάση την κοινοβουλευτική αρχή, η Κυβέρνηση πρέπει να απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της Βουλής των Ελλήνων ΚΑΙ είναι υπόλογη έναντι αυτής. Έτσι, κάθε φορά που σχηματίζεται μια νέα Κυβέρνηση (ύστερα από βουλευτικές εκλογές ή μετά από την παραίτηση της προηγούμενης), και πιο συγκεκριμένα μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από την ορκωμοσία του νέου Πρωθυπουργού, η Κυβέρνηση αυτή οφείλει να εμφανίζεται ενώπιον της Βουλής των Ελλήνων και να ζητά ψήφο εμπιστοσύνης (άρθρο 84 Σ.). Για να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης, πρέπει η Κυβέρνηση να ψηφιστεί από την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων βουλευτών, που δεν μπορεί όμως να είναι κατώτερη από τα δύο πέμπτα του όλου αριθμού των βουλευτών.
Η Κυβέρνηση έχει τη δυνατότητα και όποτε άλλοτε θελήσει, κατά τη διάρκεια της βουλευτικής περιόδου, να ζητήσει από τη Βουλή των Ελλήνων ψήφο εμπιστοσύνης. Αντίστοιχα, από την ίδια τη Βουλή των Ελλήνων μπορεί να προέλθει η πρόταση δυσπιστίας, δηλαδή να αμφισβητηθεί η εμπιστοσύνη της Βουλής προς την Κυβέρνηση. Η πρόταση δυσπιστίας πρέπει να είναι υπογεγραμμένη από τουλάχιστον πενήντα βουλευτές (το ένα έκτο του συνόλου) και να αναφέρει σαφώς τα θέματα για τα οποία θα διεξαχθεί η συζήτηση. Για να γίνει δεκτή η πρόταση δυσπιστίας, δηλαδή για να αποδειχθεί ότι η Κυβέρνηση δεν διαθέτει πλέον την εμπιστοσύνη της Βουλής, πρέπει να υπερψηφιστεί από την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών.
Το Σύνταγμα και, κυρίως, ο Κανονισμός της Βουλής προβλέπουν μέσα κοινοβουλευτικού ελέγχου. Με αυτά είτε ζητούνται απλώς πληροφορίες και διευκρινίσεις από την Κυβέρνηση, είτε ασκείται έλεγχος, με την έννοια ότι αποδίδεται μομφή στην Κυβέρνηση για την πολιτική της σε έναν ορισμένο τομέα.
`           Το ελληνικό Σύνταγμα προβλέπει ορισμένα μόνο μέσα κοινοβουλευτικού ελέγχου, ειδικότερα την αναφορά (άρθρο 69 Σ.), την κλήτευση υπουργού (άρθρο 66 παρ.3 Σ.), τις εξεταστικές επιτροπές (άρθρο 68 παρ.2 Σ.) και βεβαίως την πρόταση δυσπιστίας (άρθρο 84 Σ.), που κατά την ελληνική συνταγματική θεωρία αποτελεί το ύψιστο μέσον κοινοβουλευτικού ελέγχου.
Εμφανίζονται, όμως και άλλα μέσα κοινοβουλευτικού ελέγχου, προβλεπόμενα από τον Κανονισμό του Σώματος.

Εποπτικά, τα μέσα κοινοβουλευτικού ελέγχου είναι τα ακόλουθα:
1. Οι αναφορές
(άρθρο 125 ΚτΒ)
Καθένας ή πολλοί μαζί μπορούν να απευθύνουν εγγράφως και επωνύμως παράπονα ή αιτήματα στη Βουλή των Ελλήνων. Οι Βουλευτές μπορούν, εάν το επιθυμούν, να υιοθετήσουν τις αναφορές αυτές. Ο Υπουργός είναι υποχρεωμένος, εντός είκοσι πέντε ημερών, να απαντήσει στην αναφορά.
2. Οι αιτήσεις κατάθεσης εγγράφων
(άρθρο 133 ΚτΒ)
Οι βουλευτές έχουν το δικαίωμα να ζητούν εγγράφως από τους Υπουργούς την κατάθεση εγγράφων σχετικών με κάποια δημόσια υπόθεση. Ο Υπουργός οφείλει να καταθέσει εντός μηνός τα ζητούμενα έγγραφα. Πάντως δεν μπορούν να κατατεθούν έγγραφα που αφορούν διπλωματικό ή στρατιωτικό ή σχετικό με την ασφάλεια του Κράτους μυστικό.
3. Οι ερωτήσεις
(άρθρα 126 έως 128 ΚτΒ).
Οι βουλευτές μπορούν να απευθύνουν εγγράφως στους Υπουργούς ερωτήσεις για οποιαδήποτε δημόσια υπόθεση, οι οποίες σκοπούν στην ενημέρωση της Βουλής σχετικά με την υπόθεση αυτή. Οι Υπουργοί οφείλουν να απαντούν εγγράφως στους ερωτώντες βουλευτές εντός είκοσι πέντε ημερών. Σε κάθε περίπτωση, στην αρχή μιας συνεδρίασης κάθε εβδομάδα εγγράφονται στην ημερήσια διάταξη της Βουλής και συζητούνται αναφορές και ερωτήσεις.
4.  Οι επίκαιρες ερωτήσεις
(άρθρα 129 έως 132 ΚτΒ)
Για θέματα της άμεσης επικαιρότητας, κάθε Βουλευτής έχει δικαίωμα να υποβάλλει επίκαιρη ερώτηση που απευθύνεται στον Πρωθυπουργό ή τους Υπουργούς, οι οποίοι απαντούν προφορικά. Μία φορά τουλάχιστον την εβδομάδα, ο Πρωθυπουργός απαντά ο ίδιος σε δύο τουλάχιστον επίκαιρες ερωτήσεις που αυτός επιλέγει. Επίκαιρες ερωτήσεις συζητούνται στην Ολομέλεια της Βουλής των Ελλήνων σε τρεις συνεδριάσεις κάθε εβδομάδα, αλλά και στο Τμήμα Διακοπής των εργασιών.
5. Οι συζητήσεις με πρωτοβουλία βουλευτών
(άρθρα 128Β και 132Α ΚτΒ)
Τόσο στις διαρκείς επιτροπές όσο και στην Ολομέλεια μπορεί, υπό ορισμένες προϋποθέσεις που αφορούν κυρίως την παραγωγή νομοθετικού έργου, να διεξάγονται με πρωτοβουλία βουλευτών συζητήσεις για θέματα γενικότερης σημασίας ή ενδιαφέροντος.
6. Οι επερωτήσεις
(άρθρα 134 έως 137 ΚτΒ)
Οι επερωτήσεις αποσκοπούν στον έλεγχο της Κυβέρνησης για πράξεις ή παραλείψεις της. Οι βουλευτές που έχουν καταθέσει ερωτήσεις μπορούν να τις μετατρέψουν σε επερωτήσεις εάν κρίνουν ότι η απάντηση του Υπουργού δεν είναι επαρκής. Οι επερωτήσεις συζητούνται στην Ολομέλεια της Βουλής των Ελλήνων. Εάν υπάρχουν περισσότερες επερωτήσεις για το ίδιο θέμα, η Βουλή μπορεί να αποφασίσει την ταυτόχρονη συζήτησή τους, ή ακόμη και τη γενίκευση της συζήτησης.
7. Ο επίκαιρες επερωτήσεις
(άρθρο 138 ΚτΒ)
Για θέματα της άμεσης επικαιρότητας κάθε Βουλευτής έχει το δικαίωμα να υποβάλει επίκαιρη επερώτηση. Οι επίκαιρες επερωτήσεις συζητούνται κάθε Δευτέρα στην Ολομέλεια αλλά και σε ορισμένες συνεδριάσεις του Τμήματος διακοπής των εργασιών. Κατά γενικό κανόνα, οι διαδικασίες που προβλέπει ο Κανονισμός για τις επερωτήσεις εφαρμόζονται και στις επίκαιρες επερωτήσεις.
8. Η σύσταση εξεταστικών επιτροπών
(άρθρο 144 - 149 ΚτΒ)
Οι εξεταστικές επιτροπές συνιστώνται για την εξέταση ειδικών ζητημάτων δημόσιου ενδιαφέροντος μετά πρόταση του ενός πέμπτου του όλου αριθμού των Βουλευτών (60 Βουλευτές) και απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής, που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη από τα δύο πέμπτα του όλου αριθμού των Βουλευτών (120 ψήφοι).
Αν το θέμα αφορά στην εξωτερική πολιτική ή την εθνική άμυνα, απαιτείται η απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των Βουλευτών (151 Βουλευτές). Οι εξεταστικές επιτροπές έχουν όλες τις αρμοδιότητες των ανακριτικών αρχών και του εισαγγελέα πλημμελειοδικών.
9. Ο έλεγχος που ασκεί η Βουλή επί των Ανεξάρτητων Αρχών
(άρθρα 138 ΚτΒ και 101Α Σ.)
Κάθε Οκτώβριο, όλες οι Ανεξάρτητες Αρχές υποβάλλουν στον Πρόεδρο της Βουλής έκθεση με τα πεπραγμένα τους. Η Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας εξετάζει τις εκθέσεις και συντάσσει πορίσματα, στα οποία περιλαμβάνεται και η γνώμη της μειοψηφίας
10. Κλήση μελών της Κυβέρνησης και άλλων από τις Διαρκείς Επιτροπές
(άρθρ 41Α ΚτΒ)
Ο κοινοβουλευτικός έλεγχος υποβοηθείται από την αρμοδιότητα των Διαρκών Επιτροπών να καλούν μέλη της Κυβέρνησης, Υφυπουργούς αλλά και κάθε άλλον, υπηρεσιακό παράγοντα ή μη για να παράσχει διευκρινήσεις για κάθε εξεταζόμενο ζήτημα.
IV. ΑΛΛΕΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ
1. Η Βουλή των Ελλήνων εκλέγει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας
2. Η Βουλή διαπιστώνει την αδυναμία του Προέδρου της Δημοκρατίας να ασκήσει τα καθήκοντά του
3. Η Βουλή διαπιστώνει την αδυναμία του Πρωθυπουργού να ασκήσει τα καθήκοντά του
4. Η Βουλή εκλέγει το Προεδρείο της
5. Η Βουλή αποφασίζει για την άσκηση ποινικής δίωξης κατά του Προέδρου της Δημοκρατίας(άρθρα 49 Σ. και 159 ΚτΒ)
6. Η Βουλή αποφασίζει για την άσκηση ποινικής δίωξης κατά όσων διατελούν ή διετέλεσαν μέλη της Κυβέρνησης ή Υφυπουργοί για αδικήματα που τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους(άρθρα 86 Σ. και 153 επ. ΚτΒ).
7. Η Βουλή παρέχει άδεια για την ποινική δίωξη βουλευτή για συκοφαντική δυσφήμηση που έκανε κατά την άσκηση των καθηκόντων του(άρθρο 61 παρ. 2 Σ.),καθώς και για οποιοδήποτε άλλο αδίκημα κατά τη διάρκεια της βουλευτικής περιόδου (άρθρο 62 Σ.).
8. Η Βουλή παρέχει τη συγκατάθεσή της για την απονομή από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας χάρης σε Υπουργό που καταδικάστηκε κατά το άρθρο 86 του Συντάγματος(άρθρο 47 παρ. 3 Σ.)

V. Η ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ
1. Οι Κοινοβουλευτικές Ομάδες
2. Η Ολομέλεια και το Τμήμα Διακοπής των Εργασιών της Βουλής –έννοια βουλευτικής περιόδου:
Η Ολομέλεια της Βουλής αποτελείται από το σύνολο των βουλευτών, δηλαδή από 300 μέλη. Το Σύνταγμα προβλέπει ότι ο αριθμός των βουλευτών μπορεί να είναι άνω των διακοσίων και κάτω των τριακοσίων (άρθ. 51 παρ.1 Σ.), ωστόσο ο εκλογικός νόμος όρισε τον ανώτατο αριθμό. Οι βουλευτές εκλέγονται στις βουλευτικές εκλογές που διεξάγονται κάθε τέσσερα χρόνια, εκτός εάν η Βουλή διαλυθεί νωρίτερα. Το χρονικό διάστημα μεταξύ δύο εκλογικών αναμετρήσεων, που θεωρητικά είναι μία τετραετία, ονομάζεται "βουλευτική περίοδος"(άρθρο 53 παρ.1 εδ.α Σ.). Η έναρξη της βουλευτικής περιόδου συμπίπτει με την ημέρα των γενικών βουλευτικών εκλογών.
Κατά τη διάρκεια της διακοπής των εργασιών της Βουλής των Ελλήνων, δηλ. για το χρονικό διάστημα μεταξύ δύο συνόδων (συνήθως κατά τους θερινούς μήνες), ένα μέρος του νομοθετικού έργου αλλά και του κοινοβουλευτικού ελέγχου ασκείται από το Τμήμα Διακοπής των Εργασιών της Βουλής. Σε αυτό μετέχει το 1/3 του όλου αριθμού των βουλευτών. Δεδομένου δε ότι, κατά πάγια κοινοβουλευτική πρακτική, μια τακτική σύνοδος που ξεκινά τις εργασίες της στις αρχές Οκτωβρίου λήγει τον Μάιο ή τον Ιούνιο του επόμενου έτους, κάθε καλοκαίρι συγκροτούνται τρία Τμήματα Διακοπών (για τους μήνες Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο) και με τον τρόπο αυτό μετέχουν διαδοχικά όλοι ανεξαιρέτως οι βουλευτές.
3. Σύνοδοι: Κατά τη διάρκεια της περιόδου, η Βουλή των Ελλήνων συνέρχεται σε τακτικές, έκτακτες και ειδικές συνόδους.
4. Το Προεδρείο της Βουλής των Ελλήνων (ΣΟΣ)
Το Προεδρείο της Βουλής των Ελλήνων προβλέπεται από το ίδιο το Σύνταγμα (άρθρο 65). Αποτελείται από τον Πρόεδρο της Βουλής, από επτά (7) Αντιπροέδρους, τρεις (3) Κοσμήτορες και έξι (6) Γραμματείς. Κύριο χαρακτηριστικό είναι η διακομματική του σύνθεση. Έτσι, ο τέταρτος Αντιπρόεδρος, ένας Κοσμήτορας και ένας Γραμματέας προέρχονται υποχρεωτικά από την αξιωματική αντιπολίτευση ο πέμπτος Αντιπρόεδρος και ένας Γραμματέας από τη δεύτερη σε δύναμη Κοινοβουλευτική Ομάδα της αντιπολίτευσης, ο έκτος και ο έβδομος Αντιπρόεδρος από την τρίτη και τέταρτη σε δύναμη κοινοβουλευτική ομάδα της αντιπολίτευσης, αντιστοίχως, αναλόγως αναλόγως της σύνθεσης της Βουλής. Συνεπώς οι Αντιπρόεδροι μπορούν να είναι από πέντε έως επτά. Το μέλος του Προεδρείου, που είναι, βέβαια, υποχρεωτικά βουλευτής, δεν μπορεί να είναι και μέλος της Κυβέρνησης ή Υφυπουργός.
Ο Πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων και οι πέντε Αντιπρόεδροι εκλέγονται στην αρχή κάθε περιόδου, και για όλη τη διάρκεια αυτής. Αντίθετα, η θητεία των Κοσμητόρων και των Γραμματέων διαρκεί όσο και η τακτική σύνοδος της Βουλής των Ελλήνων για την οποία εκλέχθηκαν.
Η εκλογή του Προέδρου της Βουλής είναι μια από τις σημαντικές στιγμές της λειτουργίας της Βουλής των Ελλήνων. Και αυτό, όχι μόνον διότι το αξίωμα του Προέδρου της Βουλής των Ελλήνων είναι αυτό καθ ΄εαυτό σημαντικό, αλλά και γιατί η μυστική αυτή ψηφοφορία εκλογής αποτελεί την πρώτη δοκιμασία συνοχής κάθε νέας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Ο Πρόεδρος εκλέγεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών (δηλ. με 151 ψήφους). Εάν η πλειοψηφία αυτή δεν επιτευχθεί, η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται, και εκλέγεται ο σχετικώς πλειοψηφήσας.
Ο Πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων διευθύνει τις εργασίες του Σώματος, εκπροσωπεί τη Βουλή των Ελλήνων, έχει την αρμοδιότητα επιβολής πειθαρχικών ποινών σε βουλευτές και γενικότερα προΐσταται όλων των υπηρεσιών της Βουλής και έχει όλες τις αρμοδιότητες που του αναγνωρίζει το Σύνταγμα, ο Κανονισμός ή που πηγάζουν από την αρχή της αυτονομίας της Βουλής των Ελλήνων. Με άλλα λόγια, σε ό,τι αφορά την εσωτερική λειτουργία της Βουλής των Ελλήνων, το τεκμήριο αρμοδιότητας συντρέχει υπέρ του Προέδρου. Πέραν της εσωτερικής λειτουργίας της Βουλής των Ελλήνων, ο Πρόεδρος αναπληρώνει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας όταν ο τελευταίος απουσιάζει για μεγάλο χρονικό διάστημα στο εξωτερικό, πεθάνει, παραιτηθεί, κηρυχθεί έκπτωτος ή κωλύεται για οποιονδήποτε λόγο να ασκήσει τα καθήκοντά του.Οι Αντιπρόεδροι ασκούν τις αρμοδιότητες που τους αναθέτει με απόφασή του ο Πρόεδρος ή που αναφέρονται στον Κανονισμό. Οι Κοσμήτορες επικουρούν τον Πρόεδρο σε οργανωτικά και λειτουργικά ζητήματα της Βουλής των Ελλήνων, ενώ οι Γραμματείς επικουρούν τον Πρόεδρο στις συνεδριάσεις της Βουλής των Ελλήνων και έχουν όσες άλλες αρμοδιότητες τους αναθέσει ειδικά ο Πρόεδρος.
5. Η Διάσκεψη των Προέδρων (ΣΟΣ)
Ο Πρόεδρος της Βουλής προεδρεύει στην Διάσκεψη των Προέδρων. Τη Διάσκεψη των Προέδρων συγκροτούν :
  1. οι προηγούμενοι Πρόεδροι της Βουλής (εφόσον έχουν εκλεγεί βουλευτές)
  2. οι Αντιπρόεδροι της Βουλής
  3. οι Πρόεδροι των Διαρκών Επιτροπών
  4. ο Πρόεδρος της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας
  5. οι Πρόεδροι των Κοινοβουλευτικών Ομάδων
  6. ένας ανεξάρτητος βουλευτής (εφόσον υπάρχουν τουλάχιστον πέντε ανεξάρτητοι βουλευτές).

Η Διάσκεψη των Προέδρων είναι ένα διακομματικό συλλογικό όργανο της Βουλής των Ελλήνων με βασική αποστολή την καλύτερη οργάνωση και διεξαγωγή των εργασιών της Βουλής μέσα από τη συνεργασία του Προεδρείου της Βουλής των Ελλήνων και όλων των κοινοβουλευτικών ομάδων. Το όργανο αυτό, που ιδρύθηκε με τον Κανονισμό της Βουλής του 1987 και αναγνωρίστηκε συνταγματικά με την αναθεώρηση του 2001. Όπως διαπιστώνεται από τη σύνθεση του οργάνου, ο αριθμός των μελών της Διάσκεψης των Προέδρων δεν είναι σταθερός. Κυμαίνεται ανάλογα με τον αριθμό των κοινοβουλευτικών ομάδων και των ανεξαρτήτων βουλευτών, καθώς και με το εάν υπάρχουν ή όχι τέως Πρόεδροι της Βουλής που έχουν εκλεγεί βουλευτές.
Μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001, η Διάσκεψη των Προέδρων έχει την αρμοδιότητα να επιλέγει, με ομοφωνία ή αλλιώς με την πλειοψηφία των 4/5 των μελών της, τα μέλη των Ανεξαρτήτων Αρχών που προβλέπονται από το Σύνταγμα (πχ. Συνήγορος του Πολίτη, ΑΣΕΠ κλπ.). Ασκεί επίσης κατ΄ αρχήν και την κοινοβουλευτική εποπτεία επί των Αρχών αυτών.
6. Οι Επιτροπές της Βουλής
-Διαρκείς Κοινοβουλευτικές Επιτροπές:
  • Επιτροπή μορφωτικών υποθέσεων
  • Επιτροπή εθνικής άμυνας και εξωτερικών υποθέσεων
  • Επιτροπή οικονομικών υποθέσεων
  • Επιτροπή κοινωνικών υποθέσεων
  • Επιτροπή δημόσιας διοίκησης, δημόσιας τάξης και δικαιοσύνης
  • Επιτροπή παραγωγής και εμπορίου
- Ειδικές Κοινοβουλευτικές Επιτροπές: έχουν σκοπό να επεξεργασθούν και να εξετάσουν συγκεκριμένα σχέδια νόμων ή προτάσεις νόμων. Η λειτουργία τους διαρκεί εωσότου πάρουν οριστική απόφαση σχετικά με την επεξεργασία και εξέταση των νομοσχεδίων και των προτάσεων νόμων για τα οποία συστάθηκαν.
- Ειδικές Μόνιμες Επιτροπές:
  • Ειδική Μόνιμη Επιτροπή Απόδημου Ελληνισμού
  • Ειδική Μόνιμη Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας
  • Ειδική Μόνιμη Επιτροπή Αποτίμησης Τεχνολογίας
  • Ειδική Μόνιμη Επιτροπή Ισότητας και Δικαιωμάτων του Ανθρώπου
  • Μόνιμη Επιτροπή Κοινοβουλευτικής Δεοντολογίας
  • Επιτροπή Περιφερειών

-και άλλες, βλ. Μαυριά σελ….επ.
VΙ. ΤΕΡΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΒΙΟΥ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ
1. η θητεία της Βουλής λήγει ΟΜΑΛΑ  την παρέλευση της τετραετούς βουλευτικής περιόδου. Η λήξη της βουλευτικής περιόδου κηρύσσεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με διάταγμα.
 Το Σύνταγμα προβλέπει όμως ορισμένες περιπτώσεις (πρόωρης) διάλυσης της Βουλής, ως εξαιρέσεις στον κανόνα της τετραετούς της θητείας:
2. κατά το άρθρο 41 παρ.5: “Η Βουλή διαλύεται υποχρεωτικά στην περίπτωση του άρθρου 32 παρ.4”, δηλαδή όταν κατά την τρίτη ψηφοφορία, για την εκλογή Προέδρου Δημοκρατίας, κανένας από τους υποψηφίους δεν συγκεντρώσει τα τρία πέμπτα του όλου αριθμού των βουλευτών (180 βουλευτές).
3. κατά το άρθρο 37 παρ.3 εδ.γ: “Αν οι διερευνητικές εντολές δεν τελεσφορήσουν... αν επιβεβαιωθεί η αδυναμία σχηματισμού Κυβέρνησης ... (ο ΠτΔ ενν.) επιδιώκει το σχηματισμό Κυβέρνησης για τη διενέργεια εκλογών... και διαλύει τη Βουλή”. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό, εάν υπάρχει αδυναμία σχηματισμού Κυβέρνησης που θα λάβει ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή, τότε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας υποχρεούται να διαλύσει τη Βουλή και τις εκλογές θα διενεργήσει εκλογική Κυβέρνηση, είτε πολιτική, είτε υπηρεσιακή.
4. κατά το άρθρο 38 παρ.1 εδ.α: “Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας απαλλάσσει από τα καθήκοντά της την Κυβέρνηση, αν αυτή παραιτηθεί, καθώς και αν η Βουλή αποσύρει την εμπιστοσύνη της κατά το άρθρο 84”.
Δηλαδή:
§         Η Κυβέρνηση υποχρεούται να παραιτηθεί εάν χάσει την εμπιστοσύνη της Βουλής (κατά το άρθρο 84),  είτε διότι έγινε δεκτή πρόταση δυσπιστίας, είτε διότι απορρίφθηκε πρόταση εμπιστοσύνης (δυνητική). Τότε, με το δεδομένο ότι δεν υπάρχει πλέον Κυβέρνηση που να έχει την εμπιστοσύνη της Βουλής, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας επιχειρεί να σχηματίσει Κυβέρνηση που θα λάβει την εμπιστοσύνη της Βουλής, με τις διερευνητικές εντολές και την συνάντηση με τους αρχηγούς των κομμάτων της Βουλής  ->>> Εάν αποτύχουν οι προσπάθειές του ορίζεται εκλογική κυβέρνηση (πολιτική ή υπηρεσιακή).
§         Η Κυβέρνηση μπορεί να παραιτηθεί όποτε θέλει, ενώ μάλιστα έχει την εμπιστοσύνη της Βουλής. Τότε, ο ΠτΔ δεν μπορεί να επιχειρήσει να σχηματισθεί άλλη Κυβέρνηση που θα λάβει (κι αυτή!) την εμπιστοσύνη της Βουλής. Άρα, θα διαλυθεί οπωσδήποτε η Βουλή και οι εκλογές θα γίνουν με εκλογική κυβέρνηση (πολιτική ή υπηρεσιακή).
5. κατά το άρθρο 41 παρ.2 εδ.α : “Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διαλύει τη Βουλή με πρόταση της Κυβέρνησης που έχει λάβει ψήφο εμπιστοσύνης, για ανανέωση της λαϊκής εντολής προκειμένου να αντιμετωπιστεί εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας”.
Εδώ προβλέπεται η υποχρέωση του Προέδρου να κάνει δεκτή πρόταση της Κυβέρνησης για τη διάλυση της Βουλής. Αναγκαίες προϋποθέσεις για την πρωτοβουλία-πρόταση της Κυβέρνησης είναι η ύπαρξη εθνικού θέματος εξαιρετικής σημασίας και η πρωτοεμφάνιση του εθνικού αυτού θέματος (άρθρο 41 παρ.2 εδ.β: “Αποκλείεται η διάλυση της νέας Βουλής για το ίδιο θέμα”). Σε αυτή την περίπτωση διάλυσης της Βουλής, το σχετικό διάταγμα προσυπογράφεται από το Υπουργικό Συμβούλιο. Κυβέρνηση διεξαγωγής των εκλογών είναι η Κυβέρνηση που προτείνει τη διάλυση και έχει βέβαια την εμπιστοσύνη της Βουλής.
6. κατά το άρθρο 41 παρ.1 εδ.α : “Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί να διαλύσει τη Βουλή, αν έχουν παραιτηθεί ή και καταψηφιστεί από αυτή δύο Κυβερνήσεις και η σύνθεσή της δεν εξασφαλίζει κυβερνητική σταθερότητα”.
Εδώ προβλέπεται η δυνατότητα - ευχέρεια του αρχηγού του κράτους να διαλύει τη Βουλή, εάν κρίνει ότι η σύνθεσή της δεν εξασφαλίζει κυβερνητική σταθερότητα, παρότι μπορεί να υπάρχει κυβέρνηση που απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της Βουλής, υπό μία δεσμευτική προϋπόθεση, που είναι η παραίτηση ή καταψήφιση δύο Κυβερνήσεων κατά τη διάρκεια της ίδιας βουλευτικής περιόδου.Ως καταψήφιση νοείται και η απόρριψη πρότασης εμπιστοσύνης και η αποδοχή πρότασης δυσπιστίας, όπως ρυθμίζονται στο άρθρο 84.Τα "αριθμητικά" κριτήρια που θέτει το άρθρο 84 παρ.6 οριοθετούν αυστηρά την έννοια της κυβερνητικής σταθερότητας.
 ΒΛΕΠΟΥΜΕ, ΛΟΙΠΟΝ, ΟΤΙ ΟΙ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ κατά τις οποίες μπορεί να παρέμβει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι ΔΥΟ:
Πρώτον, ακριβώς μετά τη δεύτερη παραίτηση ή καταψήφιση, οπότε δεν υπάρχει Κυβέρνηση που να απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της Βουλής. Τότε, ο Πρόεδρος διαλύει τη Βουλή και, όπως προβλέπει το άρθρο 41 παρ.1 εδ.γ, τις εκλογές διεξάγει εκλογική Κυβέρνηση, πολιτική (άρθρο 37 παρ.3 εδ.γ, φράση δεύτερη, "από όλα τα κόμματα") ή υπηρεσιακή (άρθρο 37 παρ.3 εδ.γ, φράση τρίτη, με Πρωθυπουργό τον Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Αρείου Πάγου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου, σε κυβέρνηση "όσο το δυνατόν ευρύτερης αποδοχής").
Δεύτερον, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει τη διακριτική ευχέρεια, αντί να διαλύσει τη Βουλή ακριβώς μετά τη δεύτερη παραίτηση ή καταψήφιση, να κινήσει τη διαδικασία των διερευνητικών εντολών, από τις οποίες ενδέχεται να προκύψει Κυβέρνηση που θα έχει την εμπιστοσύνη της Βουλής. Στην περίπτωση αυτή, εάν ο Πρόεδρος κρίνει ότι, παρά την ύπαρξη Κυβέρνησης που απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της Βουλής, δεν εξασφαλίζεται κυβερνητική σταθερότητα, διαλύει τη Βουλή. Τότε, όπως ορίζει το άρθρο 41 παρ.1 εδ.β : "Οι εκλογές ενεργούνται από την Κυβέρνηση που έχει την εμπιστοσύνη της διαλυόμενης Βουλής". 
Όπως έχουμε ήδη δει, το διάταγμα της διάλυσης της Βουλής, αν δεν προσυπογραφεί από τον Πρωθυπουργό, εκδίδεται, κατά το άρθρο 35 παρ.2 εδ.γ, με μόνη την υπογραφή του Προέδρου της Δημοκρατίας.Το προεδρικό διάταγμα διάλυσης της Βουλής (όπως και το διάταγμα λήξης της τετραετούς θητείας) πρέπει οπωσδήποτε να περιλαμβάνει  :α)   προκήρυξη εκλογών μέσα σε τριάντα ημέρες και β) σύγκληση της νέας Βουλής μέσα στις τριάντα επόμενες ημέρες (ερμηνευτική δήλωση του άρθ. 41).
Πηγή: http://e-dikaio.blogspot.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια: