Τετάρτη, 16 Οκτωβρίου 2013

ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΕΣ (Εικονικότητα - Πλάνη - Απάτη - Απειλή)

Προαπαιτούμενα του κύρους των δικαιοπραξιών
Έννοια: Προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας για να είναι αυτή έγκυρη.
Ποια είναι τα προαπαιτούμενα του κύρους
1. Δικαιοπρακτική ικανότητα
2. Μη αντίθεση της δικαιοπραξίας στο νόμο και τα χρηστά ήθη
3. Εξουσία διαθέσεως στις εκποιητικές δικαιοπραξίες
4. Τήρηση του απαιτούμενου συστατικού τύπου
5. Έλλειψη διάστασης δηλώσεως – βουλήσεως και έλλειψη ελαττωμάτων της βουλήσεως
 Θα ασχοληθούμε με το προαπαιτούμενο αριθμός 5 και ειδικότερα
α. Ηθελημένη διάσταση = εικονικότητα
β. Ακούσια διάσταση = πλάνη στη δήλωση
γ. Ελαττώματα της βούλησης = πλάνη στη βούληση, απάτη και απειλή
Εικονικότητα
I. Έννοια: Σύμφωνα με το άρθρ. 138 παρ.1 ΑΚ “Δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη”.Παράδειγμα: Ο Α, για να αποφύγει τους δανειστές του, συμφωνεί με τον αδελφό του Β να του μεταβιβάσει το διαμέρισμά του μόνο φαινομενικά, έτσι ώστε να φαίνεται προς τα έξω ως κύριος ο Β. Για να είναι άκυρη λόγω εικονικότητας μια δικαιοπραξία πρέπει να συντρέχουν οι παρακάτω:
II. Προϋποθέσεις
1. Δήλωση βούλησης τα έννομα αποτελέσματα της οποίας ο δηλών δεν θέλει να επέλθουν στην πραγματικότητα
2. Δικαιοπραξία δεκτική εικονικότητας. Δεν επιδέχονται εικονικότητα ο γάμος, η υιοθεσία κλπ. Αμφισβητείται αν οι μονομερείς μη απευθυντέες δικαιοπραξίες πχ διαθήκη επιδέχονται εικονικότητα.
3. Γνώση της εικονικότητας από τρίτο πρόσωπο, εκτός δηλαδή από τον εικονικά δηλούντα αμφ. (κρ. υπέρ Γεωργιάδης, Δωρής = στενή έννοια εικονικότητας, κατά Παπαντωνίου, Σπυριδάκης, Φίλιος = ευρεία έννοια εικονικότητας) Βλ. παρακάτω κρυψιβουλία
Παραδείγματα:
1. Στο παραπάνω παράδειγμα, αν ο Β δεν γνωρίζει την εικονικότητα του Α, κατά την κρ. άποψη αποκτά την κυριότητα του ακινήτου, αφού προϋπόθεση της ακυρότητας λόγω εικονικότητας είναι η γνώση του τρίτου – εδώ του αντισυμβαλλομένου του εικονικά δηλούντος, δηλ. του Β. Κατά τους οπαδούς της ευρείας έννοιας της εικονικότητας είναι άκυρη η πώληση και η μεταβίβαση της κυριότητας, όμως όπως θα δούμε παρακάτω, ο Β, ως καλόπιστος, προστατεύεται. Συνεπώς και με τις δύο απόψεις καταλήγουμε στο ίδιο αποτέλεσμα = ο Β γίνεται κύριος.
2. Η Α, αλλοδαπή υπήκοος, για να αποκτήσει την ελληνική υπηκοότητα, παντρεύτηκε τον Έλληνα Β. Οι Α και Β συμφώνησαν με ιδιωτικό έγγραφο, ότι ο γάμος τους είναι εικονικός και ότι καμιά σχέση δεν θα υπάρχει ανάμεσά τους. Δυο χρόνια μετά την τέλεση του γάμου πέθανε ο Β. Μόλις η Α πληροφορήθηκε το θάνατό του, ζήτησε το μερίδιό της από την κληρονομία, αλλά τα αδέλφια του Β υποστήριξαν ότι ο γάμος Α και Β είναι εικονικός και συνεπώε άκυρος. Η διαφορά έφτασε στο δικαστήριο. Πώς θα κρίνει το δικαστήριο και γιατί; (Πρακτικό αρ. 31 από Ι. Σπυριδάκη, Πρακτικά θέματα Αστικού Δικαίου Γενικές Αρχές 1982)
III. Συνέπειες:
Απόλυτη ακυρότητα της εικονικής δήλωσης. Προσοχή: Περιορισμός της ακυρότητας. ΑΚ 139 “Η εικονικότητα δεν βλάπτει αυτόν που συναλλάχθηκε αγνοώντας την”. Τι σημαίνει δεν βλάπτει; Απαγορεύεται η επίκληση της ακυρότητας απέναντι στον καλόπιστο τρίτο = η εικονική δικαιοπραξία απέναντι στον καλόπιστο τρίτο είναι έγκυρη.
Παράδειγμα: Ο Π πωλεί και μεταβιβάζει εικονικά ένα ακίνητό του στον Α, που γνώριζε την εικονικότητα. Ο Α στη συνέχεια πωλεί και μεταβιβάζει το ακίνητο αυτό στον Γ, ο οποίος αγνοούσε την εικονικότητα της πώλησης και μεταβίβασης από τον Π στον Α. Ο Γ απέκτησε την κυριότητα στο ακίνητο (από μη κύριο!), γιατί ως συναλλασσόμενος που αγνοούσε την εικονικότητα προστατεύεται βάσει της ΑΚ 139. Η ακυρότητα λόγω εικονικότητας δεν αντιτάσσεται εναντίον του.
IV. Είδη εικονικότητας
1. Απόλυτη, όταν η εικονικότητα δεν καλύπτει άλλη δικαιοπραξία την οποία θέλησαν τα μέρη πχ, ο Π πωλεί και μεταβιβάζει στην αδελφή του Α εικονικά ένα από τα ακίνητά του, για να μειώσει το φόρο ακίνητης περιουσίας.
2. Σχετική, όταν η εικονική δικαιοπραξία καλύπτει άλλη την οποία θέλησαν τα μέρη πχ ο Π θέλει να δωρίσει στον ανιψιό του Α ένα οικόπεδο, για φορολογικούς όμως λόγους δηλώνει ότι του το πωλεί (εικονική είναι η πώληση – καλυπτόμενη η δωρεά). Κατά την ΑΚ 138 παρ.2 η ηθελημένη καλυπτόμενη δικαιοπραξία είναι έγκυρη, αν συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται από το νόμο για τη σύστασή της. Έννοια. Ειδικά το πρόβλημα του τύπου. Διχογνωμία ως προς το εάν απαιτείται η πραγματική βούληση να περιβληθεί τον νόμιμο για την καλυπτόμενη τύπο: κρ. η άποψη -και στη νομολογία- ότι δεν απαιτείται και ότι απλώς αρκεί η τήρηση του απαιτούμενου από το νόμο τύπου. Παράδειγμα: Ο Α αγόρασε ένα ακίνητο από τον Π, στο συμβόλαιο όμως εμφανίστηκε ως αγοράστρια η Σ, σύζυγος του Α. Σχετική εικονικότητα. Η Σ δεν απέκτησε κυριότητα (ΑΚ 138). Το ερώτημα αν απέκτησε κυριότητα ο Α εξαρτάται από τη θέση που θα λάβει κανείς στο ως άνω εριζόμενο θέμα. Κατά την κρ. άποψη ναι, είναι αρκετό το ότι τηρήθηκε ο απαιτούμενος για τη δωρεά τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου. Δεν απαιτείται να προκύπτει μέσα από το συμβόλαιο η δήλωση περί δωρεάς.
V. Κρυψιβουλία
Έννοια: περίπτωση όπου ο δηλών προβαίνει σε δήλωση βούλησης την οποία ενδιάθετα δε θέλει= μονομερής εικονικότητα = οι τρίτοι δεν γνωρίζουν την επιθυμία του δηλούντος να μην ισχύσει η δήλωση της βούλησής του.
Συνέπειες: Κατά την κρ άποψη (στενή έννοια εικονικότητας) εφαρμόζονται οι ΑΚ 138, 139 αναλ. = αυτός που αγνοεί την κρυψιβουλία προστατεύεται = η δήλωση βούλησης είναι ισχυρή
Κατά τους οπαδούς της ευρείας έννοιας της εικονικότητας: κρυψιβουλία = εικονικότητα→ΑΚ138, 139 ευθέως
Παράδειγμα: Ο Α δωρίζει στην Β ακίνητό του μόνο κατά το φαινόμενο, ενώ στην πραγματικότητα δεν επιθυμεί τη δωρεά. Η Β δεν γνωρίζει την ενδιάθετη βούληση του Α να μην ισχύσει η δικαιοπραξία. Πρόκειται για κρυψιβουλία, ενδιάθετη επιφύλαξη. Και υπό τις δύο διαφορετικές απόψεις οδηγούμαστε στο ίδιο αποτέλεσμα. Κατά τη στενή έννοια της εικονικότητας η δωρεά είναι έγκυρη ΑΚ 138, 139 αναλ. Κατά την ευρεία έννοια της εικονικότητας η δήλωση του Α είναι άκυρη κατά το άρθρ. ΑΚ 138 προστατεύεται όμως η Β, αφού κατά το άρθρ. ΑΚ 139 η ακυρότητα της δωρεάς δεν την βλάπτει.
Πλάνη
Έννοια: Άγνοια, εσφαλμένη γνώση της πραγματικότητας. Συγκρουόμενα συμφέροντα: αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας (απαιτεί την αποδέσμευση του πλανηθέντος), αρχή της ασφάλειας των συναλλαγών (απαιτεί τη διατήρηση του κύρους της δικαιοπραξίας). Λύση του νομοθέτη → η πλάνη μόνο υπό προϋποθέσεις επηρεάζει το κύρος της δικαιοπραξίας.
Ο ΑΚ αναγνωρίζει δύο είδη πλάνης:
1. Πλάνη στη δήλωση = Ακούσια διάσταση ανάμεσα στη βούληση και τη δήλωση
2. Πλάνη στη βούληση (ή πλάνη στα παραγωγικά αίτια της βούλησης)= Ελαττωματικός σχηματισμός της βούλησης λόγω πλάνης
Παραδείγματα: πλάνης στη δήλωση: Ο βιβλιοπώλης Β στην παραγγελία βιβλίων σε εκδοτικό οίκο αντί να γράψει 10 γράφει 100,  η Δ παρέχει εγγύηση και αγνοώντας τον όρο ένσταση δίζησης, δηλώνει ότι παραιτείται από αυτήν.  
πλάνης στη βούληση: ο Α αποφασίζει να αγοράσει ένα ακίνητο, γιατί εσφαλμένα πιστεύει ότι θα ενταχθεί σύντομα στο σχέδιο πόλεως, η Β αγοράζει επίχρυσο δακτυλίδι, επειδή εσφαλμένα πιστεύει ότι είναι χρυσό. 
Η πλάνη δεν αρκεί για να καταστήσει τη δικαιοπραξία ελαττωματική. Πρέπει να συντρέχουν και κάποιες επιπλέον προϋποθέσεις, πρέπει η πλάνη να είναι ουσιώδης.
Προϋποθέσεις ακυρωσίας
1. Πλάνη
2. Ουσιώδες της πλάνης  Πότε όμως είναι η πλάνη ουσιώδης; Οι προϋποθέσεις του ουσιώδους ρυθμίζονται ξεχωριστά για κάθε ένα από τα δύο είδη πλάνης
2α. Πλάνη στη δήλωση ΑΚ 140, 141  =  αντικειμενικό και υποκειμενικό κριτήριο Προσοχή: Με την πλάνη στη δήλωση η ΑΚ 146 εξομοιώνει την εσφαλμένη διαβίβαση δήλωσης πχ ο Α δηλώνει 100 και ο ΟΤΕ διαβιβάζει εσφαλμένα 1000
2β. Πλάνη στη βούληση: ΑΚ 143 Καταρχήν είναι επουσιώδης βλ. όμως παρακάτω για το δικαιοπρακτικό θεμέλιο = δεν επηρεάζει το κύρος της δικαιοπραξίας, η δικαιοπραξία είναι έγκυρη. Εξαίρεση: Πλάνη ως προς τις ιδιότητες (πχ  το έτος κατασκευής και ο κυβισμός αυτοκινήτου, η ύλη πχ χρυσός από την οποία κατασκευάστηκε κόσμημα, το άρτιο και οικοδομήσιμο οικοπέδου, η φερεγγυότητα του οφειλέτη, το πρόσωπο του δημιουργού ζωγραφικού πίνακα, όχι όμως και η αξία του πράγματος ) ΑΚ 142 = αντικειμενικό και υποκειμενικό κριτήριο
3. Αρνητική προϋπόθεση: Προσοχή: ΑΚ 144. Η ακύρωση αποκλείεται αν i. ο άλλος δέχεται τη δήλωση, όπως την εννοεί ο πλανώμενος πχ  ο Π δηλώνει ότι πωλεί με τιμή 100 Ευρώ ενώ επιθυμεί 120 και ο αντισυμβαλλόμενος δέχεται με 120  ii. αυτή αντιβαίνει στην καλή πίστη πχ ο πλανηθείς πωλητής οικοπέδου επικαλείται ουσιώδη πλάνη του, αφού ο αγοραστής ανήγειρε πολυώροφη οικοδομή σε αυτό.
Συνέπειες
1. Η δικαιοπραξία καθίσταται ακυρώσιμη. Για την έννοια βλ. παραπάνω.
2. Ο πλανηθείς υποχρεούται να ανορθώσει τη ζημία που προξένησε η ακύρωση (ΑΚ 145)
    εκτός αν ο ζημιωθείς γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την πλάνη.
Τι συμβαίνει όταν πλανώνται και οι δύο συμβαλλόμενοι (διμερής πλάνη);
α. Διμερής στη δήλωση i. ετεροειδής → η δικαιοπραξία  μπορεί να ακυρωθεί από κάθε μέρος ii  ομοειδής = falsa demonstratio → η δικαιοπραξία ισχύει με το ηθελημένο από τα δύο μέρη περιεχόμενο, η σύμβαση δεν ακυρώνεται.
β. Διμερής στη βούληση. i. ετεροειδής → κανένα από τα μέρη δεν μπορεί να ακυρώσει .ii. ομοειδής = αν τα πεπλανημένα παραγωγικά αίτια συνιστούν δικαιοπρακτικό θεμέλιο = αν οι δικαιοπρακτούντες έθεσαν τα γεγονότα αυτά ως βάση, ως όρο για την ισχύ της δικαιοπραξίας προσοχή όχι ως αίρεση, γιατί αν είχαν εξαρτήσει τα αποτελέσματα της δικαιοπραξίας από τα πεπλανημένα παραγωγικά αίτια, η θα εφαρμόζονταν οι ΑΚ 201επ και όχι η θεωρία του δικαιοπρακτικού θεμελίου → ΑΚ 288, 388 αναλ. ή κάθε συμβαλλόμενος μπορεί να ζητήσει την ακύρωση της σύμβασης για πλάνη. Η θεωρία του δικαιοπρακτικού θεμελίου παρουσιάζει δυσκολίες και θα τη διδαχθείτε εκτενέστερα στο β΄ έτος των σπουδών σας. 
Παραδείγματα:Οι Α και Β καταρτίζουν πώληση μετοχών στηριζόμενοι στην αναγραφείσα σε εφημερίδα τιμή 10. Η πραγματική όμως τιμή της μετοχής είναι 20. Πρόκειται για έλλειψη δικαιοπρακτικού θεμελίου - Οι δηλούντες χρησιμοποιούν εσφαλμένα τον όρο χρησιδάνειο αντί μίσθωση, την οποία πράγματι επιθυμούν. Καταρτίζεται μίσθωση, συνεπώς δεν υφίσταται λόγος ακύρωσης (falsa demonstratio non nocet.).
Απάτη
Προϋποθέσεις
1.Παραπλάνηση = πρόκληση ή ενίσχυση πλάνης
2.Δόλος εκείνου που ασκεί την απάτη = ο εξαπατών πρέπει να έχει την πρόθεση να εξαπατήσει
3. Αιτιώδης συνάφεια ανάμεσα στην παραπλάνηση και τη δήλωση βούλησης του εξαπατηθέντος
Αν η εξαπάτηση έγινε από τρίτο εκτός από τις παραπάνω προϋποθέσεις απαιτείται και:
4. Ο λήπτης της δήλωσης (πχ ο αντισυμβαλλόμενος) ή ο τρίτος που αμέσως απέκτησε δικαίωμα από τη δικαιοπραξία του εξαπατηθέντος (πχ ο τρίτος δικαιούχος στην ασφάλιση ζωής) να γνώριζε ή να όφειλε να γνωρίζει την απάτη ή  (ΑΚ 147 β΄). Παρά τη διατύπωση της διάταξης η έννοια του τρίτου είναι στενή, σημαίνει μόνο το πρόσωπο που δεν ενεργεί για τον ένα από τους συναλλασσόμενους.
Συνέπειες
1. Η δικαιοπραξία καθίσταται ακυρώσιμη. Για την έννοια βλ. παρακάτω.
2. Ο εξαπατηθείς παράλληλα με την ακύρωση έχει δικαίωμα αποζημίωσης κατά τα άρθρ. 914επ ΑΚ (149 α΄)
3. Ο εξαπατηθείς δικαιούται να ζητήσει μόνο αποζημίωση και να αποδεχθεί τη δικαιοπραξία (149 β΄ ΑΚ).
Παραδείγματα:
1. Ο Κ, κύριος αγροτικής έκτασης την οποία ενδιαφέρεται να πωλήσει, πείθει ψευδώς τον υποψήφιο αγοραστή Α ότι δήθεν σύντομα θα κατασκευαστεί στην περιοχή κεντρικός δρόμος που θα ανεβάσει την αξία των ακινήτων της περιοχής. Ο Α πείθεται και αγοράζει το εν λόγω ακίνητο. Όταν ο Α ανακαλύπτει την απάτη, μπορεί να ζητήσει την ακύρωση της πώλησης λόγω απάτης (ΑΚ 147). Προσοχή: Δεν μπορεί να ζητήσει την ακύρωση λόγω πλάνης (πλάνη ως προς τα παραγωγικά αίτια ΑΚ 143) 
2. Ο Μ, μεσίτης του Π, ο οποίος ενδιαφέρεται να πωλήσει ένα διαμέρισμά του, εξαπατά τον Α, ο οποίος πείθεται και αγοράζει το διαμέρισμα. Ο Μ, σύμφωνα με τη στενή έννοια του τρίτου, δεν είναι τρίτος σε σχέση με τον Π, συνεπώς ο Α μπορεί να ακυρώσει την πώληση του διαμερίσματος χωρίς να είναι αναγκαίο να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της ΑΚ 147 β΄. Αν στο παραπάνω παράδειγμα ο Μ ήταν μεσίτης του Α και τον εξαπατούσε, ο Α θα μπορούσε να ζητήσει ακύρωση, μόνο αν στο πρόσωπο του Π συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της ΑΚ 147 β΄, δηλαδή αν ο Π γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την απάτη.
3.Ο Ο, που ενδιαφέρεται να λάβει δάνειο από  τη τράπεζα Τ, παραπλανά τον Ε να συνάψει εγγύηση υπέρ του με την Τ. Ο Ε πείθεται. Ο Ο, που μετήλθε την απάτη, είναι τρίτος στη σύμβαση εγγύησης, συνεπώς ο Ε μπορεί να ζητήσει την ακύρωση της εγγύησης, μόνο αν συντρέχουν στο πρόσωπο της Τ οι προϋποθέσεις της ΑΚ 147 β΄.
Απειλή
Προϋποθέσεις
1. Εξαγγελία βλάβης της προσωπικότητας ή της περιουσίας του απειλούμενου ή των προσώπων που συνδέονται μαζί του, αν ο απειλούμενος δεν προβεί σε δήλωση βούλησης. Η εξαγγελία της βλάβης πρέπει επιπλέον να έχει βαρύτητα (να προξενεί φόβο) και αμεσότητα (να εκθέτει σε άμεσο κίνδυνο) και να είναι παράνομη ή αντίθετη στα χρηστά ήθη (ΑΚ 150, 151).
2. Αιτιώδης συνάφεια ανάμεσα στην απειλή και τη δήλωση βούλησης του απειληθέντος = πρέπει η απειλή να εξανάγκασε τον απειλούμενο σε δήλωση βούλησης (ΑΚ 150).
Συνέπειες
1. Η δικαιοπραξία καθίσταται ακυρώσιμη. Βλ. παρακάτω
2. Ο απειληθείς παράλληλα με την ακύρωση έχει δικαίωμα αποζημίωσης κατά τα άρθρ. 914επ ΑΚ (152 α΄ ΑΚ)
3. Ο απειληθείς δικαιούται να ζητήσει μόνο αποζημίωση και να αποδεχθεί τη δικαιοπραξία (152 β΄ ΑΚ).
Παραδείγματα
1. Η Μ, μητέρα της Θ, ύστερα από απειλή του Α, με τον οποίο συζούσε η Θ, ότι θα ενδώσει σε γάμο, μόνο αν η Μ του μεταβιβάσει ένα ακίνητο, μεταβίβασε ακίνητο στον Α. Η μεταβίβαση είναι ακυρώσιμη κατά τα άρθρ. 150 επ. ΑΚ (ΕφΠειρ 21/1999 ΕλλΔνη 1999, 1760)
2.Ο Α απειλεί το γείτονά του Β ότι αν δεν του δωρίσει ένα χρηματικό ποσό, θα καταγγείλει στην Πολεοδομία οικοδομικές παραβάσεις στο ακίνητο του Β. Ο Β ενδίδει. Η δωρεά είναι ακυρώσιμη. Η καταγγελία είναι μεν νόμιμη, η συσχέτισή της όμως με τη δωρεά την καθιστά αντίθετη στα χρηστά ήθη.
3. Ο Α απειλεί τον Β ότι θα τον σκοτώσει για λόγους εκδίκησης. Ο Β, φοβούμενος για τη ζωή του, πωλεί και μεταβιβάζει στον Γ το μοναδικό ακίνητό του για να φύγει στο εξωτερικό.  Η πώληση του ακινήτου στον Γ είναι έγκυρη (βλ παραπ. προϋπόθεση 1). Ο μετερχόμενος την απειλή πρέπει να έχει σκοπό να οδηγήσει τον απειλούμενο σε τέτοια ψυχολογική κατάσταση ώστε αυτός να προβεί στη δήλωση βούλησης.

συγγραφέας: Ελισάβετ Οικονομίδου-Πούλου
 
Πηγή: http://e-dikaio.blogspot.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια: