Τετάρτη, 16 Οκτωβρίου 2013

ΕΛΑΤΤΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΩΝ


ΠΑΘΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΑΣ
Υπάρχουν περιπτώσεις όπου μια δικαιοπραξία δεν αναπτύσσει τα έννομα αποτελέσματά της, επειδή παρουσιάζει κάποιο ελάττωμα. Διακρίνουμε τις εξής μορφές παθολογικών δικαιοπραξιών:
1. Ανυπόστατες
2. Ανενεργείς
3. Άκυρες
4. Ακυρώσιμες
1. ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΕΣ
Έννοια: Είναι δικαιοπραξίες των οποίων λείπουν ουσιώδη στοιχεία του πραγματικού τους (τα essentialia negotii) πχ μίσθωση χωρίς να ορίζεται το αντικείμενο της μίσθωσης.
Συνέπειες: Οι ανυπόστατες δικαιοπραξίες είναι ανύπαρκτες. Δεν υφίστανται καν ως δικαιοπραξίες.
2. ΑΝΕΝΕΡΓΕΙΣ
Έννοια: Είναι δικαιοπραξίες για την ολοκλήρωση των οποίων απαιτείται η συνδρομή ορισμένων ακόμη στοιχείων, τα οποία δεν είναι βέβαιο αν θα συμπληρωθούν πχ μεταγραφή μεταβίβασης κυριότητας ακινήτου ΑΚ 1033,  η έγκριση τρίτου ΑΚ 236.
Συνέπειες: Μέχρι να συμπληρωθούν τα στοιχεία που λείπουν, το κύρος των δικαιοπραξιών αυτών είναι μετέωρο -αν συμπληρωθούν η δικαιοπραξία καθίσταται έγκυρη και αναπτύσσει όλη της την ενέργεια- αν καταστεί βέβαιο ότι δεν θα συμπληρωθούν ποτέ η δικαιοπραξία καθίσταται άκυρη.
3. ΑΚΥΡΕΣ
Έννοια: Άκυρη είναι η δικαιοπραξία που έχει την εξωτερική μορφή δικαιοπραξίας, δεν παράγει όμως  τα έννομα αποτελέσματά της λόγω κάποιου ελαττώματος που έχει εμφιλοχωρήσει σε αυτήν.
Λόγοι ακυρότητας: Πολλοί (πχ έλλειψη δικαιοπρακτικής ικανότητας, παράνομο ή ανήθικο περιεχόμενο, εικονικότητα). Ο νόμος με ειδικές διατάξεις προβλέπει την ακυρότητα δικαιοπραξίας.
Είδη ακυρότητας
1. Απόλυτη (η ακυρότητα που τάσσεται για την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος, μπορεί να επικαλεσθεί οιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον και λαμβάνεται αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο πχ ΑΚ 174) – Σχετική (η ακυρότητα που τάσσεται για την εξυπηρέτηση ιδιωτικού συμφέροντος, μπορεί να την επικαλεστεί μόνο το πρόσωπο υπέρ του οποίου τάσσεται και το δικαστήριο την λαμβάνει υπόψη μόνο αφού προταθεί πχ ΑΚ 131 παρ. 1)
2. Ολική (όταν ολόκληρη η δικαιοπραξία είναι άκυρη) - Μερική (όταν μέρος της δικαιοπραξίας είναι άκυρο). Ερώτημα: Επηρεάζει η ακυρότητα του μέρους το κύρος ολόκληρης της δικαιοπραξίας; Μόνο αν συνάγεται ότι τα μέρη, αν γνώριζαν την ακυρότητα, δεν θα είχαν καταρτίσει τη δικαιοπραξία χωρίς το άκυρο μέρος ΑΚ 181)
Παραδείγματα μερικής ακυρότητας: δανειακή σύμβαση με τοκογλυφικό επιτόκιο, συστατική πράξη ιδρύματος την οποία υπογράφουν 25 πρόσωπα από τα οποία ένα είναι δικαιοπρακτικά ανίκανο, πώληση ακινήτου με τίμημα στο ήμισυ της  πραγματικής αξίας του αλλά για κάλυψη της διαφοράς ανάληψη υποχρέωσης από τον αγοραστή να κλείσει το κατάστημά του για είκοσι χρόνια
Πρακτικό: Ο 17ετής Α συμφωνεί με τον Π την αγορά ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή. Όταν ο Α προσέρχεται στο κατάστημα του Π για να παραλάβει τον υπολογιστή, ο Π του ανακοινώνει ότι δεν είναι υποχρεωμένος να του τον παραδώσει γιατί η πώληση ήταν άκυρη λόγω δικαιοπρακτικής ανικανότητας του Α. Ερωτάται: Έχει δίκιο ο Π; Απάντηση: Η πώληση πράγματι είναι άκυρη (ΑΚ 127, 130). Η απάντηση όμως στο ερώτημα αν δικαιούται ο Π να επικαλεστεί την ακυρότητα αυτή εξαρτάται από ποια γνώμη θα ακολουθήσουμε ως προς τον χαρακτηρισμό της ακυρότητας ως απόλυτης ή σχετικής. Αν συνταχθούμε με την κρατούσα άποψη που δέχεται την ακυρότητα αυτή ως απόλυτη ναι, έχει δίκιο ο Π αρνούμενος να παραδώσει τον υπολογιστή. Αν ακολουθήσουμε την αντίθετη άποψη ότι δηλαδή πρόκειται για σχετική ακυρότητα, ο Π δεν μπορεί να την επικαλεστεί. Μόνο ο ανήλικος Α , υπέρ του οποίου τάσσεται η ακυρότητα, δικαιούται να την επικαλεστεί.
Θεραπεία ακυρότητας: Είναι δυνατή, εφόσον το προβλέπει ο νόμος, σε εξαιρετικές περιπτώσεις πχ ΑΚ 498 παρ.2  (ίαση με παράδοση του κινητού της άκυρης λόγω μη τήρησης του συμβολαιογραφικού τύπου δωρεάς κινητού ) ή εφόσον ο δικαιούμενος να επικαλεστεί σχετική ακυρότητα παραιτηθεί από το δικαίωμα επίκλησής της. 
Μετατροπή = Η αλλαγή του νομικού χαρακτήρα άκυρης δικαιοπραξίας, ώστε η άκυρη δικαιοπραξία να ισχύσει υπό διαφορετική όμως νομική μορφή, που καλύπτει παρεμφερές περιεχόμενο ΑΚ 182Προϋποθέσεις i. η άκυρη δικαιοπραξία να περιέχει τα στοιχεία έγκυρης ii. τα μέρη να αγνοούν την ακυρότητα και iii. τα μέρη να ήθελαν την άλλη δικαιοπραξία, αν γνώριζαν ότι κατάρτιζαν άκυρη δικαιοπραξία. Παράδειγμα: Οι συμβαλλόμενοι καταρτίζουν σύμβαση μεταβίβασης της επικαρπίας η οποία κατά το άρθρ. 1166 α΄ ΑΚ απαγορεύεται, συνεπώς είναι άκυρη. Η άκυρη μεταβίβαση της επικαρπίας μπορεί όμως υπό τις προϋποθέσεις του άρθρ. 182 ΑΚ να ισχύσει ως έγκυρη μεταβίβαση της άσκησης της επικαρπίας, την οποία επιτρέπει ο νομοθέτης ΑΚ 1166. β΄.
Επικύρωση =Η επανακατάρτιση  άκυρης δικαιοπραξίας , όταν δεν συντρέχει πλέον λόγος ακυρότητας, με τη βούληση των μερών να επικυρώσουν την άκυρη δικαιοπραξία → Η επικύρωση ενεργεί για το μέλλον ΑΚ 183 παρ.1.
4. ΑΚΥΡΩΣΙΜΕΣ
Έννοια: Ακυρώσιμη είναι η δικαιοπραξία η οποία λόγω κάποιου ελαττώματος παράγει μεν τα έννομα αποτελέσματά της, μπορεί όμως να ακυρωθεί (ανατραπεί) με δικαστική απόφαση, οπότε εξομοιώνεται με την εξαρχής άκυρη ΑΚ 184.
Λόγοι ακυρωσίας Πλάνη, απάτη, απειλή. Επιπλέον σύμφωνα με το ν. 2957/2001 όποιος προβαίνει σε δήλωση βούλησης που επηρεάστηκε από πράξη διαφθοράς έχει δικαίωμα να ακυρώσει τη δικαιοπραξία (Ο νόμος αυτός πάντως είναι εκτός της εξεταστέας ύλης)
Συνέπειες της ακύρωσης Η ακύρωση της δικαιοπραξίας δρα αναδρομικά, ανατρέχει στο χρόνο κατάρτισής της = ανατρέπονται οι έννομες συνέπειες της ακυρωθείσας δικαιοπραξίας αναδρομικά και αυτή εξομοιώνεται πλέον με απολύτως άκυρη. Εξαίρεση στην αναδρομική ενέργεια: Η ακύρωση διαρκών συμβάσεων πχ εργασίας που ήδη λειτουργούν δρα  για το μέλλον (ex nunc). Προστασία των τρίτων: Τι γίνεται όμως με τους τρίτους που απέκτησαν δικαιώματα βάσει της μεταγενέστερα ακυρωθείσας δικαιοπραξίας; Αυτοί φαίνονται να θίγονται από την αναδρομική ανατροπή των αποτελεσμάτων της ακυρώσιμης δικαιοπραξίας. Ο ΑΚ στο άρθρ. ΑΚ 184 προβλέπει  την προστασία μόνο όσων αποκτούν εμπράγματα δικαιώματα, παραπέμποντας στις ειδικές διατάξεις = εφόσον πρόκειται για κτήση ακινήτου στις ΑΚ 1203 – 1204 και εφόσον πρόκειται για κτήση κινητού στην ΑΚ 1036 (καλόπιστη κτήση κυριότητας κινητού από μη κύριο).
Πρακτικό: Ο Α αγόρασε από τον Β ζωγραφικό πίνακα, τον οποίο λίγο αργότερα πούλησε και μεταβίβασε στον Κ. Ο Β πέτυχε την ακύρωση της μεταβίβασης της κυριότητας του πίνακα στον Α και ζητά από τον Κ, που δικαιολογημένα αγνοούσε πλάνη του Β, την απόδοση του πίνακα. Ερωτάται: Έχει δίκιο ο Β;
Απάντηση: Όχι. Μετά την ακύρωση της μεταβίβασης του ζωγραφικού πίνακα από τον Β στον Α (με τελεσίδικη δικαστική απόφαση) σύμφωνα με το άρθρ. 184 ΑΚ, η κυριότητα του πίνακα επανήλθε στον Β. Όμως, σύμφωνα με τη ρητή πρόβλεψη του άρθρ. 184, η ακύρωση της δικαιοπραξίας δε θίγει το εμπράγματο δικαίωμα που ο τρίτος Κ απέκτησε δυνάμει του άρθρ. 1036 ΑΚ.
 Πώς επέρχεται η ακύρωση:  Με τελεσίδικη (διαπλαστική) δικαστική απόφαση ΑΚ 154 α΄ μετά από αγωγή (ή ένσταση) του πλανηθέντος, απατηθέντος ή απειληθέντος και των κληρονόμων τους ΑΚ 154 β΄ εντός αποσβεστικής προθεσμίας δύο ετών από τη δικαιοπραξία ή από τότε που πέρασε η κατάσταση αυτή και πάντως εντός είκοσι ετών από τη δικαιοπραξία ΑΚ 157..
Συρροή ακυρότητας και ακυρωσίας: Όταν μια δικαιοπραξία έχει διάφορα ελαττώματα από τα οποία άλλα την καθιστούν άκυρη και άλλα ακυρώσιμη, γεννάται το πρόβλημα αν επιτρέπεται η ακύρωση της άκυρης δικαιοπραξίας. Το ζήτημα αμφισβητείται = έχουν υποστηριχθεί και οι δύο λύσεις: η καταφατική (συρροή κανόνων δικαίου) και η αποφατική
ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΑΣ (ΑΚ 173, 200)
Ι. Έννοια: Η διακρίβωση του αληθούς νοήματος της δήλωσης βούλησης → αντικείμενο ερμηνείας είναι οι δηλώσεις βούλησης
ΙΙ. Πότε απαιτείται ερμηνεία της δήλωσης βούλησης;
1. Μόνο όταν δήλωση βούλησης παρουσιάζει ασάφεια. Έτσι η νομολογία
2. Πάντοτε, ακόμη και όταν η δήλωση βούλησης φαίνεται σαφής. Έτσι η θεωρία.
Παράδειγμα: Ομογενής χρησιμοποιεί στη διαθήκη του τον όρο επικαρπία -που δεν παρουσιάζει καμιά ασάφεια- ενώ εννοεί οίκηση
ΙΙΙ. Είδη ερμηνείας:
1. Υποκειμενική = ανεύρεση της αληθούς βούλησης του δηλούντος ΑΚ 173
2. Αντικειμενική = ανεύρεση του νοήματος που αποδίδει στη δήλωση ο μέσος έντιμος άνθρωπος του κύκλου συναλλαγών στον οποίο ανήκει ο αποδέκτης της δήλωσης ΑΚ 200
IV. Ποιο είδος ερμηνείας υπερισχύει;
 Κανένα. Κατά την ερμηνεία γίνεται συγκερασμός τους. Εξαιρέσεις: i. Κατά την ερμηνεία διαθήκης αναζητείται αποκλειστικά η αληθινή βούληση του διαθέτη ii. Η ερμηνεία δήλωσης βούλησης που απευθύνεται σε ευρύ κύκλο προσώπων (πχ καταστατικό σωματείου) γίνεται αποκλειστικά με την αντικειμενική μέθοδο.

συγγραφέας: Ελισσάβετ Οικονομίδου-Πούλου 

Πηγή: http://e-dikaio.blogspot.gr/2012/06/blog-post_6543.html

Δεν υπάρχουν σχόλια: