Δευτέρα, 26 Αυγούστου 2013

Η ΣΥΡΡΟΗ ΕΓΚΛΗΜΑΤΩΝ



ΠΟΙΝΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ
Άρθρο 94 – Συνολική ποινή σε περίπτωση στερητικών της ελευθερίας ποινών.
  1. Κατά του υπαιτίου δύο ή περισσοτέρων εγκλημάτων που πραγματώθηκαν με δύο ή περισσότερες πράξεις που τιμωρούνται κατά το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές, επιβάλλεται, μετά την επιμέτρησή τους συνολική ποινή, η οποία αποτελείται από τη βαρύτερη από τις συντρέχουσες ποινές επαυξημένη. Αν οι συντρέχουσες ποινές είναι του ίδιου είδους και ίσης διάρκειας, η συνολική ποινή σχηματίζεται με την επαύξηση μιας από αυτές. Η επαύξηση της βαρύτερης ποινής για κάθε μια από τις συντρέχουσες ποινές δεν μπορεί να είναι κατώτερη από : α) τέσσερις μήνες, αν η συντρέχουσα ποινή είναι ανώτερη από δύο έτη β) ένα έτος αν η ποινή αυτή είναι κάθειρξη έως δέκα έτη και γ) δύο έτη, αν η ποινή αυτή είναι κάθειρξη ανώτερη από δέκα έτη. Οπωσδήποτε όμως η επαύξηση δεν μπορεί να είναι ανώτερη από τα ¾ του αθροίσματος των άλλων συντρεχουσών ποινών, ούτε μπορεί η συνολική ποινή να ξεπεράσει τα είκοσι πέντε έτη όταν πρόκειται για κάθειρξη, τα δέκα έτη όταν πρόκειται  για φυλάκιση, και τους έξι μήνες όταν πρόκειται για κράτηση.
  2. Αν τα εγκλήματα που συρρέουν πραγματώθηκαν με μία πράξη, το δικαστήριο επαυξάνει ελεύθερα τη βαρύτερη από τις συντρέχουσες ποινές, αλλά όχι πέρα από το ανώτατο όριο του είδους της ποινής. Στην περίπτωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή, το δικαστήριο σε εξαιρετικές περιπτώσεις δύναται να επιβάλλει συνολική ποινή σύμφωνα με την παράγραφο 1.
  3. Αν χορηγήθηκε αμνηστία, χάρη, αναστολή δίωξης, απόλυση υπό όρο, ή επήλθε παραγραφή ή αφέθηκε οπωσδήποτε η ποινή, για ένα ή περισσότερα από τα εγκλήματα που συρρέουν και των οποίων οι ποινές προσμετρήθηκαν κατά τις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων, εξακολουθεί η εκτέλεση των υπολοίπων ποινών και, αν συντρέχει περίπτωση, ο εισαγγελέας προκαλεί νέα προσμέτρηση για αυτές, αυτεπαγγέλτως ή με αίτηση του καταδικασμένου.

Άρθρο 95 – Συντρέχουσες παρεπόμενες ποινές κλπ.
Οι παρεπόμενες ποινές (άρθρα 59-64) και τα μέτρα ασφαλείας (άρθρα 71-76) επιβάλλονται ή μπορούν να επιβληθούν μαζί με τη συνολική ποινή, αν και εφόσον το ορίζει ο νόμος για ένα από τα εγκλήματα που συρρέουν.

Άρθρο 96 – Συνολική ποινή σε περίπτωση συρροής ποινών σε χρήμα.
  1. Αν συντρέχουν περισσότερες από μία χρηματικές ποινές ή πρόστιμα, η συνολική ποινή που επιβάλλεται αποτελείται από τη βαρύτερη τους, επαυξημένη ανάλογα με τους οικονομικούς όρους του καταδικασμένου. Η επαύξηση αυτή όμως δεν μπορεί να ξεπεράσει τα ¾ του αθροίσματος των υπόλοιπων ποινών που συντρέχουν. Αν οι συντρέχουσες ποινές είναι ισόποσες, η συνολική ποινή σχηματίζεται με την επαύξηση μιας από αυτές.
  2. Η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 94 εφαρμόζεται  και σε αυτό το άρθρο.

Άρθρο 97 – Άλλες περιπτώσεις συνολικής ποινής.
Οι διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1 και 96 παρ. 1 εφαρμόζονται και όταν κάποιος, προτού εκτιθεί ολοκληρωτικά ή παραγραφεί ή χαριστεί η ποινή που του επιβλήθηκε για κάποια αξιόποινη πράξη, καταδικαστεί για άλλη αξιόποινη πράξη, οποτεδήποτε και αν τελέστηκε αυτή.

Άρθρο 98 – Έγκλημα κατ΄ εξακολούθηση.
  1. Αν περισσότερες από μία πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1, να επιβάλλει μια και μόνο ποινή για την επιμέτρησή της το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων.
  2. Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ΄ εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε.






















ΚΩΣΤΑΡΑΣ – ΣΥΝΟΨΗ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
Έννοια συρροής
Εννοούμε τον θεσμό εκείνο με τον οποίο προσδιορίζουμε την ποινική μεταχείριση του δράστη, όταν αυτός έχει διαπράξει ή τουλάχιστον φαίνεται ότι έχει διαπράξει πολλά εγκλήματα.

Πότε αποκλείεται η συρροή
  1. Όταν προσβάλλεται μια μονάδα εννόμου αγαθού.
Προσβολή μιας μονάδας εννόμου αγαθού υπάρχει στην περίπτωση που καταλύεται μια μόνο φορά η κατάσταση της ειρήνευσης του εννόμου αγαθού. Όσο διαρκεί η κατάλυση της ειρήνευσης του εννόμου αγαθού ένα μόνο έγκλημα διαπράττεται, ανεξάρτητα από τον αριθμό των πράξεων που τελούνται κατά τη διάρκεια της κατάλυσης της σχετικής ειρήνευσης πχ πολλές ασέλγειες με την απαχθείσα κατά την διάρκεια της απαγωγής ή αφαίρεση πολλών πραγμάτων κατά τη διάρκεια της διάρρηξης.  Προσβολή νέας μονάδας εννόμου αγαθού και επομένως διάπραξη νέου εγκλήματος που οδηγού στη συρροή θα έχουμε όταν αποκατασταθεί η ειρήνευση του εννόμου αγαθού και ο δράστης την καταλύσει εκ νέου πχ νέα απαγωγή της απαχθείσας μετά την απελευθέρωσή της, νέα διάρρηξη του σπιτιού.
  1. Όταν η ενότητα της πράξης προσδιορίζεται από τον ίδιο τον νόμο.
Ο νόμος είναι έτσι φτιαγμένος ώστε αποκλείει την διάπραξη περισσοτέρων εγκλημάτων και επομένως τη συρροή, έστω και αν τελούνται, στα πλαίσια της προσβολής της ίδιας μονάδας εννόμου αγαθού, πολλές τυποποιημένες πράξεις πχ πολλές απειλές ή πολλές μηχανορραφίες.

  1. Όταν υπάρχει περίπτωση «ενιαίου αποτελέσματος».
        Δηλαδή η επενέργεια πάνω στο υλικό αντικείμενο μια μόνο φορά μπορεί να επιφέρει λογικά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα ανεξάρτητα από τον αριθμό των πράξεων με τις οποίες υλοποιήθηκε το αποτέλεσμα αυτό πχ θάνατος ανθρώπου με πολλές μαχαιριές.
  1. Όταν υπάρχει αθροιστικό έγκλημα.
Δηλ. κατ΄ επάγγελμα ή κατά συνήθεια έγκλημα που θεμελιώνει το αξιόποινο. Πχ αρ. 348 ΠΚ. Το έγκλημα λέγεται αθροιστικό διότι οι περισσότερες πράξεις του αθροίζονται και αποτελούν ένα έγκλημα.

Είδη συρροής
  1. Η αληθινή συρροή εγκλημάτων.
Αληθινή συρροή υπάρχει, όταν ο δράστης με την ίδια πράξη ή με διαφορετικές πράξεις διαπράττει περισσότερα από ένα εγκλήματα.  Διακρίνεται σε κατ΄ ιδέα αληθινή και σε πραγματική αληθινή.

Κατ΄ ιδέαν αληθινή συρροή
Έχουμε όταν τα πολλά εγκλήματα τελούνται με την ίδια πράξη του δράστη. Με τον όρο «ίδια πράξη» εννοούμε την ταυτότητα της εγκληματικής συμπεριφοράς, στα πλαίσια της οποίας δεν έχει καμιά σημασία ο αριθμός των σωματικών κινήσεων, που κάνει ο δράστης. Ταυτότητα εγκληματικής συμπεριφοράς υπάρχει, όταν οι διάφορες σωματικές κινήσεις του δράστη πηγάζουν από την ίδια εγκληματική βούληση και συνδέονται χρονικά και τοπικά τόσο στενά μεταξύ τους, ώστε λογικά να εμφανίζονται προς τα έξω ως μια αδιάσπαστη ενότητα συμπεριφοράς. Εάν τα πολλά εγκλήματα είναι του ιδίου είδους, η συρροή λέγεται κατ΄ ιδέαν ομοειδής, ενώ αν είναι διαφορετικού είδους, λέγεται κατ΄ ιδέαν ετεροειδής.
Πχ ο δράστης με ένα λοστό χτυπάει μανιωδώς το αυτοκίνητο του γείτονά του και όταν ο τελευταίος σπεύδει να τον εμποδίσει τον χτυπάει και αυτόν με το λοστό στο κεφάλι. Εδώ έχουμε κατ΄ ιδέαν αληθινή συρροή μιας φθοράς ξένης ιδιοκτησίας (άρ. 381 ΠΚ) και μιας επικίνδυνης σωματικής βλάβης (αρ. 309 ΠΚ) διότι οι περισσότερες πράξεις απορρέουν από την ταυτότητα της εγκληματικής συμπεριφοράς του Δ.
Πχ ο δράστης με τη ρίψη μιας χειροβομβίδας σκοτώνει τους Α, Β, Γ και Δ (ομοειδής κατ΄ ιδέαν αληθινή συρροή) ή με την ίδια βόμβα, που τοποθετεί, σκοτώνει τους Ε και Ζ, τραυματίζει τους Η, Θ, Ι και Κ, καταστρέφει το αυτοκίνητο του Λ και την βιτρίνα του Μ (ετεροειδής κατ΄ ιδέαν αληθινή συρροή).

Πραγματική αληθινή συρροή
Έχουμε όταν τα πολλά εγκλήματα τελούνται με διαφορετικές πράξεις. Μπορεί να είναι είτε ομοειδής είτε ετεροειδής  ανάλογα με την ταυτότητα του είδους των διαπραττομένων εγκλημάτων.
Πχ ένας διαρρήκτης τη μία μέρα κλέβει το σπίτι του Α, την άλλη το σπίτι του Β και τις επόμενες μέρες τα σπίτια των Γ και Δ.  Ή ο δράστης σκοτώνει με το όπλο του τον Χ και όταν αργότερα εντοπίζεται από την Αστυνομία πυροβολεί και σκοτώνει και τον Αστυφύλακα Ψ. Στα παραδείγματα αυτά έχουμε πραγματική αληθινή και ομοειδή συρροή εγκλημάτων, διότι τα σχετικά εγκλήματα τελέσθηκαν με διαφορετικές πράξεις, είναι δε του ιδίου είδους.
Ο αδίστακτος κακοποιός Κ ληστεύει τον Λ, στη συνέχεια λίγο πιο κάτω κλέβει τον Μ, αργότερα εξαπατά τον Ν και τέλος κάποια άλλη στιγμή τραυματίζει τον Ξ.  Στην περίπτωση αυτή έχουμε πάλι πραγματική αληθινή συρροή εγκλημάτων, μόνο που η συρροή αυτή είναι τώρα ετεροειδής, διότι τα εγκλήματα, που τέλεσε ο δράστης είναι διαφορετικού είδους.

Πρακτική σημασία της διάκρισης της αληθινής συρροής σε πραγματική και σε κατ΄ιδέαν
Έχει τεράστια πρακτική σημασία στο ζήτημα της ποινικής μεταχείρισης του δράστη η οποία είναι αυστηρότερη στην πραγματική συρροή και ηπιότερη στην κατ΄ ιδέαν.
Έτσι σύμφωνα με αρ. 94 παρ. 2 ΠΚ όταν υπάρχει αληθινή κατ΄ ιδέα συρροή τότε όσα εγκλήματα και αν έχει διαπράξει ο δράστης η συνολική ποινή που θα του επιβληθεί δεν επιτρέπεται να ξεπεράσει το ανώτατο όριο του είδους της ποινής. Εάν δηλ. ο δράστης έχει κάνει πολλά κακουργήματα δεν μπορεί να τιμωρηθεί με μεγαλύτερη ποινή από 20 χρόνια. Αν έχει κάνει πολλά πλημμελήματα με ποινή μεγαλύτερη από 5 χρόνια. Αν έχει κάνει πολλά πταίσματα με ποινή μεγαλύτερη από 30 ημέρες..
Αντίθετα, όταν υπάρχει πραγματική αληθινή συρροή τότε η ποινή του δράστη υπολογίζεται με ένα ειδικό τρόπο που ορίζει το αρ. 94 παρ. 1 ΠΚ και πάντως σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να ξεπεράσει τα 25 χρόνια, αν η ποινή είναι κάθειρξη, τα 10 χρόνια, αν είναι φυλάκιση και τους 6 μήνες αν είναι κράτηση.
  1. Η φαινομενική συρροή εγκλημάτων ή συρροή νόμων.
Υπάρχει όταν με την ίδια ή με τις διαφορετικές πράξεις του δράστη φαίνεται ότι έχουν διαπραχθεί περισσότερα εγκλήματα.
Στη φαινομενική συρροή εγκλημάτων ο δράστης δεν τιμωρείται για όλα τα εγκλήματα που φαίνεται ότι τέλεσε αλλά μόνο για ένα από αυτά, το οποίο θεωρείται ότι καλύπτει την εγκληματική απαξία και των υπολοίπων. Για τον λόγο αυτό η φαινομενική συρροή εγκλημάτων λέγεται αλλιώς και συρροή νόμων, μεταξύ των οποίων πρέπει να επιλεγεί τελικά ο καταλληλότερος νόμος.
Η φαινομενική συρροή διακρίνεται σε κατ΄ ιδέαν φαινομενική και σε πραγματική φαινομενική.

Κατ΄ ιδέαν φαινομενική συρροή
Έχουμε όταν με την ίδια πράξη του δράστη φαίνεται ότι τελούνται περισσότερα εγκλήματα, ενώ στην πραγματικότητα τελείται ένα μόνο, το οποίο διεκδικούν να τιμωρήσουν περισσότεροι νόμοι. Η επιλογή του νόμου που θα επικρατήσει στα πλαίσια της κατ΄ ιδέαν φαινομενικής συρροής γίνεται με τη βοήθεια μιας από τις τρεις αρχές, που είναι οι ακόλουθες:
Α) Η αρχή της ειδικότητας. Μας λέει ότι όταν συγκρούονται δύο νόμοι, ένας ειδικός και ένας γενικός επικρατεί πάντοτε ο ειδικός νόμος.
Πχ όταν μια μητέρα σκοτώνει το παιδί της επάνω στον τοκετό ή λίγο μετά τον τοκετό υπό την επήρεια του οργανισμού της από αυτόν, την πράξη της διεκδικούν να την τιμωρήσουν από τη μια μεριά η διάταξη του αρ. 303 ΠΚ (παιδοκτονία), που αποτελεί ειδικό νόμο και από την άλλη η διάταξη του αρ. 299 παρ. 1 ΠΚ (ανθρωποκτονία εκ προθέσεως) που αποτελεί γενικό νόμο. Η πράξη της μητέρας φαίνεται ότι εμπίπτει και στις δύο διατάξεις. Δεν μπορούν όμως να εφαρμοσθούν και οι δύο αυτές διατάξεις, για αυτό πρέπει να επιλεγεί η μία από αυτές. Σύμφωνα με την εν λόγω αρχή θα επικρατήσει η ειδική διάταξη του αρ. 303 ΠΚ, η οποία θα εκτοπίσει την γενική διάταξη του αρ. 299 παρ. 1 ΠΚ και έτσι η μητέρα θα δικασθεί τελικά μόνο για παιδοκτονία.
Β) Η αρχή της επικουρικότητας.
Υπαγορεύει την εφαρμογή ορισμένης διάταξης, όταν δεν μπορεί να εφαρμοσθεί ο νόμος που προβλέπεται κανονικά για τη συγκεκριμένη περίπτωση. Επικουρικές λέγονται οι διατάξεις που είναι εξοπλισμένες με ρήτρα επικουρικότητας η οποία συνήθως είναι ρητή μπορεί όμως μερικές φορές να είναι σιωπηρή. Ο νόμος διακρίνει δύο είδη ρητής επικουρικότητας, την σχετική και την απόλυτη. Σχετική υπάρχει κατά την οποία η εξοπλισμένη με ρήτρα επικουρικότητας διάταξη εφαρμόζεται, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη. Απόλυτη επικουρικότητα υπάρχει  όταν η εξοπλισμένη με ρήτρα επικρουρικότητας διάταξη εφαρμόζεται αν η πράξη δεν τιμωρείται έστω και ηπιότερα από άλλη διάταξη.
Πχ ρήτρα σχετικής επικουρικότητας περιέχει λχ η διάταξη του αρ. 186 παρ. 3 ΠΚ, που τιμωρεί, όπως είδαμε την πρόκληση σε διάπραξη κακουργήματος ή πλημμελήματος.  Η διάταξη αυτή δηλ. εφαρμόζεται εφόσον η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη.
Πχ ρήτρα απόλυτης επικουρικότητας και μάλιστα μοναδικής στη ποινική νομοθεσία περιέχει η διάταξη του αρ. 259 ΠΚ η οποία εφαρμόζεται, εφόσον ο νόμος δεν τιμωρεί την τυποποιούμενη συμπεριφορά με άλλη διάταξη.
Γ) Η αρχή της απορρόφησης.
Εφαρμόζεται όταν στην αντικειμενική υπόσταση ενός εγκλήματος εμπεριέχεται ως συστατικό στοιχείο αυτής η αντικειμενική υπόσταση ενός άλλου εγκλήματος, που τιμωρείται ηπιότερα ή όταν οι συστατικοί όροι ενός εγκλήματος χρησιμοποιούνται στο νόμο ως λόγος επαύξησης της ποινής ενός άλλου βαρύτερου εγκλήματος.
Πχ το αρ. 380 ΠΚ τιμωρεί τη ληστεία. Η ληστεία όμως είναι ένα σύνθετο με τη στενή έννοια έγκλημα, που περιλαμβάνει από τη μια μεριά τη διάταξη του αρ. 330 ΠΚ για την παράνομη βία και από την άλλη τη διάταξη του αρ. 372 ΠΚ για την κλοπή. Επομενως η διάταξη του αρ. 380 ΠΚ απορροφά τις δύο άλλες διατάξεις που αποτελούν συστατικά της και επικρατεί τελικά αυτή.

Πραγματική φαινομενική συρροή
Υπάρχει όταν με τις διαφορετικές πράξεις του δράστη φαίνεται ότι τελούνται περισσότερα εγκλήματα στην πραγματικότητα όμως ένα μόνο έγκλημα τελείται, το οποίο διεκδικούν να τιμωρήσουν περισσότεροι νόμοι. Για την επίλυση των προβλημάτων εφαρμόζονται οι ακόλουθες αρχές:
Α) Η αρχή της απορροφησης.
Εμφανίζεται τόσο στην συντιμωρητή προγενέστερη όσο και στην συντιμωρητή μεταγενέστερη πράξη. Συντιμωρητή προγενέστερη πράξη έχουμε όταν ανάμεσα σε δύο εγκλήματα που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό υπάρχει σχέση μέσου προς σκοπό. Η πράξη μέσο απορροφάται κατά κανόνα όταν δηλ. έχει μικρότερη εγκληματική απαξία από την πράξη σκοπό.
Πχ εάν κάποιος καταστρέψει  την βιτρίνα ενός καταστήματος για να κλέψει τα πράγματα που βρίσκονται πίσω από την βιτρίνα  φαίνεται ότι διαπράττει δύο εγκλήματα, μια φθορά ξένης ιδιοκτησίας (αρ. 381 ΠΚ) και μια κλοπή (αρ.372 ΠΚ). Τα εγκλήματα αυτά προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό (την ιδιοκτησία). Όμως την φθορά της ξένης ιδιοκτησίας την διαπράττει ο δράστης επειδή θέλει να φτάσει στο σκοπό του : τη κλοπή. Επομένως η πράξη σκοπό δηλ. η κλοπή απορροφά την πράξη μέσο, που είναι πια συντιμωρητή προγενέστερη πράξη. Κατ΄εξαίρεση δεν ισχύει η αρχή της απορρόφησης και ο δράστης θα τιμωρηθεί και για τα δύο εγκλήματα όταν  η πράξη μέσο υπερβαίνει σε αξία την πράξη σκοπό (η αξία της βιτρίνας είναι μεγαλύτερη από το αντικείμενο της κλοπής) ή όταν η φθορά γίνεται με εμπρησμό, έκρηξη κλπ.
Συντιμωρητή μεταγενέστερη πράξη έχουμε όταν ανάμεσα σε δύο εγκλήματα, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό, το χρονικά μεταγενέστερο έγκλημα συνιστά ένα είδος ουσιαστικής αποπεράτωσης του εγκλήματος που προηγήθηκε.
Πχ κλέβει ο δράστης ένα τσαμπί και το τρώει. Στην προκειμένη περίπτωση η φθορά του αντικειμένου που έκλεψε ο δράστης (μπανάνες) αποτελεί συντιμωρητή μεταγενέστερη πράξη της κλοπής, της οποίας αποτελεί ουσιαστική αποπεράτωση.
Β) Η αρχή της επικουρικότητας
Εμφανίζεται τόσο στην συντιμωρητή προγενέστερη όσο και στην συντιμωρητή μεταγενέστερη πράξη.
Στα πλαίσια της αρχής της επικουρικότητας η απόπειρα λ.χ. αποτελεί συντιμωρητή προγενέστερη πράξη απέναντι στο ολοκληρωμένο έγκλημα.  Με τον τρόπο αυτό εκείνος που πυροβόλησε την πρώτη φορά και απέτυχε, αλλά ολοκλήρωσε το έγκλημά του στη συνέχεια με την επόμενη ενέργειά του τιμωρείται μόνο για την τετελεσμένη ανθρωποκτονία. Εξάλλου συντιμωρητή μεταγενέστερη πράξη αποτελούν στη συμμετοχή λχ οι χρονικά επόμενες της ηθικής αυτουργίας πράξεις συνέργειας στο ίδιο έγκλημα εκ μέρους του ηθικού αυτουργού.

Ειδικά προβλήματα συρροής
Α) Πότε διαπράττονται αληθινά και πότε φαινομενικά περισσότερα εγκλήματα
Η κρατούσα θεωρία δέχεται ότι κριτήριο για να πούμε αν έχουμε αληθινή ή φαινομενική συρροή, αποτελεί η ταυτότητα ή ετερότητα του προσβαλλόμενου έννομου αγαθού. Έτσι σύμφωνα με την άποψη αυτή, η συμπεριφορά του δράστη προσβάλλει διαφορετικά έννομα αγαθά, τότε η συρροή που υπάρχει ανάμεσά τους, είναι αληθινή. Εάν όμως προσβάλλει το ίδιο έννομο αγαθό τότε η συρροή είναι φαινομενική.
Βέβαια μπορεί ορισμένη συμπεριφορά να εμπίπτει σε δύο εγκλήματα που ανήκουν στο ίδιο έννομο αγαθό και η συρροή ανάμεσά τους να είναι αληθινή, όπως μπορεί να εμπίπτει σε εγκλήματα, που ανήκουν σε διαφορετικά έννομα αγαθά και η συρροή να είναι φαινομενική.
Το όλο ζήτημα είναι σε τελευταία ανάλυση κατά πόσο καλύπτεται η εγκληματική απαξία της συμπεριφοράς του δράστη από τη μία μόνο διάταξη ώστε να πούμε ότι έχουμε φαινομενική συρροή, ή και από τις δύο ή περισσότερες ώστε να πούμε ότι έχουμε αληθινή συρροή.
Β) Μπορεί να αναβιώσει ο νόμος που εκτοπίστηκε στη φαινομενική συρροή;
Στη φαινομενική κατ΄ιδέα συρροή η αναβίωση είναι κατά κανόνα αδύνατη. Έτσι αν δεν εφαρμοσθεί η διάταξη της ληστείας (αρ. 380 ΠΚ) δεν μπορούν να αναβιώσουν οι διατάξεις των αρ. 330 ή 372 ΠΚ που εκτοπίσθηκαν από την αρχή της απορρόφησης.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η παιδοκτονία (αρ. 303 ΠΚ) που εκτοπίζει λόγω φαινομενικής κατ΄ ιδέα συρροής (αρχή ειδικότητας) την εκ προθέσεως ανθρωποκτονία (αρ. 299 παρ. 1 ΠΚ). Η κατάργηση της διάταξης του αρ. 303 ΠΚ από τον ποινικό νομοθέτη αναβιώνει την εκτοπισθείσα διάταξη του αρ. 299 ΠΚ η οποία υποκρύπτει τον πρωτεύοντα κανόνα.
Αντίθετα στη φαινομενική πραγματική συρροή η αναβίωση της διάταξης που εκτοπίσθηκε είναι καταρχήν δυνατή υπό την προϋπόθεση ότι δεν επήλθε ως προς αυτήν κάποιος λόγος που αποκλείει το αξιόποινο χαρακτήρα της πράξης πχ παραγραφή, αμνηστία, παραίτηση από έγκληση κλπ).


ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ – ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΓΕΝΙΚΟ ΜΕΡΟΣ
Η αρίθμηση των εγκλημάτων
Πολλές φορές ένας δράστης τελεί περισσότερα εγκλήματα. Η περίπτωση αυτή λέγεται συρροή εγκλημάτων. Και ερωτάται : Πότε ένας δράστης τελεί ένα και πότε περισσότερα εγκλήματα;
Πχ ο Α φονεύει τον Β, τραυματίζει τον Γ και ληστεύει στον Δ. Είναι βέβαιο ότι τέλεσε τρία εγκλήματα, μια ανθρωποκτονία, μια σωματική και μία ληστεία. Αλλά δεν είναι τόσο απλό σε όλες τις περιπτώσεις.
Πχ ο Α διαρρήκτης εισέρχεται στο κατάστημα του Β και αφαιρεί μία τηλεόραση, ένα βίντεο, ένα ραδιόφωνο και 1000 ευρώ που υπήρχαν στο ταμείο. Ο Γ εκστομίζει σειρά υβριστικών φράσεων κατά του Δ. Πόσα εγκλήματα τέλεσαν οι Α και Γ; Οπωσδήποτε ένα έγκλημα κλοπής και εξύβρισης. Αλλά γιατί να μην έχουμε πολλά, ποιο είναι το κριτήριο;
Κατά τον Ανδρουλάκη, το κριτήριο είναι η «προσβολή της ειρήνευσης» του έννομου αγαθού. Όσο διαρκεί η κατάλυση της εμπιστοσύνης αυτής, οι πραγματώσεις της αντικειμενικής υπόστασης που ακολουθούν την πρώτη πραγμάτωση δεν είναι αυτοτελή εγκλήματα, αλλά εντάσσονται στην αρχική προσβολή. Δεύτερο ή τρίτο έγκλημα κτλ θα υπάρχει αν με την πρώτη πράξη δεν καταλύθηκε η ειρήνευση ή καταλύθηκε προσωρινά αλλά στη συνέχεια έγινε αποκατάσταση της ειρήνευσης και μετά επήλθε η δεύτερη πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης.
Αλλά ερωτάται : Πως θα διακρίνουμε ότι διαρκεί ακόμα η κατάλυση της ειρήνευσης του έννομου αγαθού στη συγκεκριμένη περίπτωση και συνεπώς έχουμε ένα έγκλημα και όχι συρροή;
Ο Ανδρουλάκης δίνει απάντηση κάνοντας διάκριση των εγκλημάτων σε εγκλήματα σχέσης, οργάνωσης και απλής προσβολής;
·            Εγκλήματα σχέσης είναι εκείνα που η πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης προϋποθέτει τη σύναψη μιας «επίψογης» σχέσης μεταξύ δράστη και θύματος ή αναγκαίου συμμετόχου από την οποία πηγάζουν οι περισσότερες εγκληματικές πράξεις πχ αιμομιξία. Έτσι ένα έγκλημα αποτελούν οι περισσότερες ερωτικές επαφές των αιμομικτών όσο διαρκεί η ερωτική τους σχέση. Το ίδιο και στην αποπλάνηση παιδιών.
·            Εγκλήματα οργάνωσης  είναι εκείνα των οποίων η πραγμάτωση προϋποθέτει ή συμπίπτει με ορισμένη οργάνωση τεχνική ή βιοτική από την οποία απορρέουν συνήθως περισσότερες αξιόποινες πράξεις. Έτσι μια παραχάραξη αποτελούν οι παραχαράξεις πολλών νομισμάτων που παράγονται από την ίδια μεθόδευση.
·            Στα εγκλήματα απλής προσβολής η κατάλυση της ειρήνευσης διατηρείται όσο ο δράστης παραμένει ανεπίτρεπτα στην ξένη σφαίρα νόμιμης επιρροής και χρήσης πχ όσο χρόνο παραμένει ο διαρρήκτης στην κατοικία του θύματος η ειρήνευση του έννομου αγαθού της ιδιοκτησίας του έχει καταλυθεί. Επομένως αν αφαιρέσει τρία αντικείμενα,  ένα έγκλημα διαπράττει. Αν όμως αποχωρήσει και επιστρέψει την άλλη μέρα και αφαιρέσει και άλλα πράγματα προκαλεί νέα κατάλυση της ειρήνευσης και κατά συνέπεια, νέο έγκλημα.



Μορφές συμπεριφοράς που δεν αποτελούν συρροή αλλά ένα έγκλημα
·            Σε ορισμένα εγκλήματα από την ίδια την περιγραφή του εγκλήματος στο νόμο συμπεραίνεται ότι οσεσδήποτε φορές και αν τελούνται τα επί μέρους συστατικά του ένα και μόνο έγκλημα υπάρχει. Στις περιπτώσεις αυτές γίνεται λόγος για «ενότητα από το νόμο». Ενότητα από το νόμο αποτελούν οι περιπτώσεις που ο νόμος χρησιμοποιεί τον πληθυντικό αριθμό στην περιγραφή της εγκληματικής πράξης πχ οι απειλές, ένα έγκλημα είναι και όχι συρροή.  Στην ενότητα από το νόμο περιλαμβάνονται  και οι περιπτώσεις του λεγόμενου «ενιαίου εγκληματικού αποτελέσματος» δηλ. περιπτώσεις στις οποίες λόγω της φύσης του εγκλήματος δεν μπορεί να επαναληφθεί πάνω στο ίδιο υλικό αντικείμενο όσες φορές και αν επιχειρηθεί πχ με όσες πράξεις και αν πραγματωθεί η θανάτωση ενός ανθρώπου με πρόθεση, ένα έγκλημα μόνο ανθρωποκτονίας θα υπάρχει.
·            Ένα έγκλημα υπάρχει και στα γνήσια πολύτροπα εγκλήματα αν τελεσθεί το έγκλημα με περισσότερους προβλεπόμενους τρόπους πχ αν ο Α βιάσει την Β ασκώντας πάνω της σωματική βία και απειλώντας την.
·            Αντίθετα, όταν έχουμε προσβολή προσωποπαγών εννόμων αγαθών (ζωή, υγεία, προσωπική ελευθερία, τιμή κλπ) που ανήκουν σε περισσότερα πρόσωπα υπάρχει συρροή ομοειδών εγκλημάτων. Δηλαδή ακόμη και αν με μία πράξη τραυμάτισε ή εξύβρισε κλπ περισσότερα πρόσωπα τελεί περισσότερα εγκλήματα γιατί όπως παρατηρεί ο Ανδρουλάκης κάθε ανθρώπινη  προσωπικότητα έχει αυτοτελή, ιδιαίτερη αξία και απαιτεί, ιδιαίτερη αυτοτελή προστασία.

Το αθροιστικό έγκλημα
Είναι οι περιπτώσεις στις οποίες τιμωρείται στο νόμο η «κατ΄ επάγγελμα ή κατά συνήθεια» (ή καθ΄ έξη) τέλεση ορισμένου εγκλήματος.
Η κατ΄ επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεση λειτουργεί διπλά, δηλαδή άλλοτε θεμελιώνει το αξιόποινο πράξεων που αν γίνονταν μεμονωμένα θα ήταν μη αξιόποινες και άλλοτε επαυξάνει το αξιόποινο πράξεων που είναι ήδη αξιόποινες . Τα εγκλήματα λέγονται αθροιστικά, γιατί τα επί μέρους εγκλήματα αθροίζονται και θεωρούνται σαν ένα έγκλημα.  Πχ και αν ακόμα κάποιος διευκολύνει τη μεταξύ άλλων ασέλγεια πολλές φορές αρ. 348 ΠΚ πάντοτε ένα έγκλημα υπάρχει.
Το αθροιστικό έγκλημα υπάρχει όπου προβλέπεται στο νόμο δηλ αναφέρει το άρθρο τις λέξεις κατ΄ επάγγελμα ή κατά συνήθεια (ή καθ΄έξη).  Επομένως δεν υπάρχει αθροιστικό έγκλημα αν κάποιος «επαγγελματίας» δολοφόνος διαπράξει πολλές ανθρωποκτονίες. Εδώ υπάρχει συρροή πολλών ανθρωποκτονιών.
Κατά επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος υπάρχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξη ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος.
Κατά συνήθεια τέλεση συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του.
Και ένα μόνο έγκλημα αρκεί για να υπάρχει κατ΄ επάγγελμα τέλεση, εφόσον ο δράστης έχει διαμορφώσει την υποδομή για να διαπράττει το έγκλημα με σκοπό εισοδήματος.
Στην κατά συνήθεια δεν αρκεί μία πράξη για την ύπαρξη κατά συνήθεια τέλεσης, αλλά πάντοτε απαιτούνται περισσότερες πράξεις του δράστη.

Οι μορφές της συρροής εγκλημάτων
·            Η αληθινή συρροή εγκλημάτων
·            Η φαινομενική συρροή εγκλημάτων ή συρροή νόμων

Η αληθινή συρροή εγκλημάτων
Αληθινή συρροή εγκλημάτων είναι η από το δράστη τέλεση περισσοτέρων εγκλημάτων. Η αληθινή συρροή διακρίνεται:
·            Σε κατ΄ ιδέαν (ή τυπική) συρροή εγκλημάτων η οποία υπάρχει όταν ο δράστης διαπράττει περισσότερα εγκλήματα με μία πράξη και
·            Σε πραγματική (ή υλική) συρροή εγκλημάτων η οποία υπάρχει όταν ο δράστης διαπράττει περισσότερα εγκλήματα με περισσότερες πράξεις.
Πχ ο Α με μία χειροβομβίδα φονεύει δέκα άτομα. Ο δράστης εδώ με μία πράξη τέλεσε 10 ανθρωποκτονίες με πρόθεση (κατ΄ιδέα συρροή εγκλημάτων).
Πχ ο Β πυροβολεί τον Γ και τον φονεύει. Πυροβολεί δε τον Δ αλλά αστοχεί. Ο δράστης με δύο πράξεις τέλεσε δύο εγκλήματα δηλαδή μία ανθρωποκτονία με πρόθεση και μια απόπειρα ανθρωποκτονίας (πραγματική συρροή εγκλημάτων).
Στην κατ΄ ιδέαν συρροή τα συρρέοντα εγκλήματα μπορεί να είναι και εγκλήματα παράλειψης (γνήσια ή μη γνήσια). Πχ ο Α αν και μπορεί δεν σώζει τον Β και Γ που κινδυνεύουν να πνιγούν. Κατ΄ ιδέα συρροή δύο εγκλημάτων παράλειψης λύτρωσης από κίνδυνο ζωής βλ. αρ. 307 και 94 παρ.2 ΠΚ. Εδώ λείπει η σωματική ενέργεια γιατί υπάρχει παράλειψη του δράστη αλλά η συρροή είναι κατ΄ ιδέα γιατί υπάρχει ο ίδιος κίνδυνος και για τους δύο.
Επίσης τα συρρέοντα εγκλήματα μπορεί να είναι εγκλήματα ενέργειας και παράλειψης. Πχ ο Δ εγκαταλείπει αβοήθητο τον Ε που τραυμάτισε το αυτοκίνητό του. Διαπράττει έκθεση (έγκλημα γνήσιο παράλειψης, αρ. 306 παρ. 1, β ΠΚ και φυγή οδηγού αρ. 43 παρ. 3 ΚΟΚ). Το έγκλημα αυτό κατά Ανδρουλάκη είναι έγκλημα ενέργειας, αφού απομακρύνεται από τον τόπο του δυστυχήματος και περιέχει μία παράλειψη  (μη παραμονή στον τόπο του δυστυχήματος) (Έγκλημα συνθέτου συμπεριφοράς κατά τον Ανδρουλάκη).
Έχουμε επίσης και την διάκριση σε:
·            Ομοειδή συρροή εγκλημάτων που υπάρχει όταν τα εγκλήματα είναι του αυτού είδους πχ ο Α με την ίδια επιστολή δυσφημίζει περισσότερα πρόσωπα – ομοειδής κατ΄ ιδέα συρροή εγκλημάτων. Ο Β πυροβολεί τον Γ και τον φονεύει, στη συνέχεια δε πυροβολεί τον Δ τον οποίο επίσης φονεύει – ομοειδής πραγματική συρροή εγκλημάτων..
·            Ετεροειδή συρροή εγκλημάτων που υπάρχει όταν τα εγκλήματα είναι διαφορετικού είδους πχ ο Α με μία χειροβομβίδα φονεύει τον Β και Δ, τραυματίζει δε τους Ε και Ζ – ετεροειδής κατ΄ ιδέα συρροή. Πχ ο Η τραυματίζει τους Θ και Ι και στη συνέχεια με άλλη πράξη του φονεύει τους Κ και Λ – ετεροειδής πραγματική συρροή.
Πως διακρίνουμε την κατ΄ ιδέα και την πραγματική συρροή;
Στο άρθρο 94 ΠΚ ορίζεται ότι πραγματική συρροή υπάρχει όταν ο δράστης με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και κατ΄ ιδέα συρροή όταν με μία πράξη τέλεσε περισσότερα εγκλήματα. Έτσι το κριτήριο της διάκρισης είναι ο αριθμός των πράξεων δηλ των σωματικών (μυϊκών) κινήσεων με τις οποίες ο δράστης διαπράττει τα περισσότερα εγκλήματα.  Δηλαδή αν έχουμε μία πράξη θα πρόκειται για κατ΄ ιδέα συρροή εγκλημάτων αν όμως έχουμε πολλές πράξεις θα πρόκειται για κατ΄ ιδέα συρροή εγκλημάτων αν όμως, έχουμε πολλές πράξεις θα πρόκειται για πραγματική.
Κατά Ανδρουλάκη το κριτήριο είναι η ταυτότητα της συμπεριφοράς που πληροί την αντικειμενική υπόσταση των περισσοτέρων εγκλημάτων και όχι ο αριθμός των πράξεων.
Κατά την άποψή του κατ΄ ιδέα συρροή υπάρχει όταν οι συμπεριφορές που πραγματώνουν τα περισσότερα εγκλήματα συμπίπτουν, έστω και μερικά, έτσι ώστε η συμπεριφορά που πραγματώνει το ένα έγκλημα αποτελεί συγχρόνως και αρχή εκτέλεσης δηλ. απόπειρα του άλλου. Πχ ο Α εισέρχεται τη νύχτα παράνομα στην κατοικία της έγγαμης Β με σκοπό να την παραπλανήσει ότι είναι ο σύζυγός της και να έλθει σε συνουσία μαζί της. Η Β όμως τον αντιλαμβάνεται. Ο Α διέπραξε διατάραξη οικιακής ειρήνης αρ. 334 ΠΚ σε συρροή με απόπειρα απατηλής επίτευξης συνουσίας αρ. 341 ΠΚ. Τα εγκλήματα αυτά κατά Ανδρουλάκη τελέστηκαν με μία πράξη διότι η είσοδος στην κατοικία της Β αποτελεί μέρος (αρχή τέλεσης – απόπειρα) του τεχνάσματος για την απατηλή επίτευξη συνουσίας. Έτσι συρρέουν κατ΄ ιδέα και όχι πραγματικά.

Η φαινομενική συρροή εγκλημάτων ή συρροή νόμων
Υπάρχει όταν η πράξη του δράστη πληροί μεν την ειδική υπόσταση περισσοτέρων εγκλημάτων, η δραστηριότητα του δηλαδή προβλέπεται και τιμωρείται από περισσότερους  ποινικούς νόμους, εφαρμόζεται όμως τελικά μόνο ένας νόμος, γιατί ο νόμος που εφαρμόζεται κάθε φορά αποκλείει τους άλλους για διάφορους λόγους νομικής φύσης.
Η διαφορά της με την αληθινή συρροή εγκλημάτων είναι ότι ενώ με την αληθινή συρροή εφαρμόζονται όλοι οι νόμοι που ο προσβάλλει ο δράστης δηλαδή ο δράστης διώκεται και τιμωρείται για περισσότερα εγκλήματα, στη φαινομενική συρροή εφαρμόζεται μόνο ένας δηλαδή ο δράστης διώκεται και τιμωρείται για ένα έγκλημα. Το ότι τέλεσε πολλά εγκλήματα είναι φαινομενικό.
Διακρίνεται σε:
·            Φαινομενική πραγματική συρροή εγκλημάτων.
·            Φαινομενική κατ΄ ιδέα συρροή εγκλημάτων.

Φαινομενική πραγματική συρροή εγκλημάτων.
Έχουμε τέλεση περισσοτέρων εγκλημάτων με διαφορετικές πράξεις. Όπως παρατηρεί ο Ανδρουλάκης η τιμώρηση όλων των πράξεων, όμως, θα αποτελούσε αδικαιολόγητη διπλή τιμώρηση  γιατί είτε η τιμώρηση της πρότερης πράξης καλύπτει την απαξία της ύστερης, είτε η τιμώρηση της ύστερης πράξης καλύπτει την ποινική απαξία της πρότερης.  Σύμφωνα με Ανδρουλάκη μιλάμε για συντιμωρητική ύστερη ή πρότερη πράξη αφού με την τιμώρηση της μίας πράξης ικανοποιείται η ποινική αξίωση της Πολιτείας και για την άλλη πράξη που τελικά δεν τιμωρείται.
·            Μη τιμωρητή (συντιμωρητή) ύστερη πράξη. Σε περίπτωση μη τιμωρητής ύστερης πράξης βρισκόμαστε όταν αυτή αποτελεί ουσιαστική αποπεράτωση της πρώτης πράξης. Η πρώτη και ύστερη πράξη πρέπει να προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό του ίδιου φορέα πχ αν ο Α κλέψει ένα περιουσιακό αντικείμενο του Β και μετά από λίγες μέρες το καταστρέψει, έχουν πραγματωθεί καταρχήν τα εγκλήματα της κλοπής και της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας αλλά η τελευταία δεν τιμωρείται. Διότι η φθορά ξένης ιδιοκτησίας αποτελεί ουσιαστική αποπεράτωση της κλοπής. Το ίδιο θα συμβεί αν ο δράστης καταναλώσει το κλοπιμαίο.  Κατά Ανδρουλάκη η συντιμωρητή ύστερη πράξη θα έχει χαρακτήρα ολοκλήρωσης, αξιοποίησης, σταθεροποίησης των αποτελεσμάτων της πρότερης. Αυτό συμβαίνει πχ και όταν ο ηθικός αυτουργός παρέχει και συνδρομή στον αυτουργό κατά την κύρια πράξη. Η απλή συνέργεια είναι μη τιμωρητή ύστερη πράξη. Μη τιμωρητή ύστερη πράξη υπάρχει και όταν η ύστερη πράξη εξασφαλίζει αυτά που αποκτήθηκαν από την πρώτη πράξη όπως στη συρροή εγκλημάτων απάτης και υπεξαίρεσης του ίδιου υλικού αντικειμένου πχ ο Α υπεξαιρεί ξένο κινητό πράγμα και μετά με απατηλές πράξεις συγκαλύπτει την υπεξαίρεσή του. Η απάτη θεωρείται μη τιμωρητή ύστερη πράξη. Πχ ο Β αποκτά ένα ξένο πράγμα με απατηλά μέσα. Αυτή είναι η περίπτωση που ο δράστης τιμωρείται για απάτη η οποία απορροφά την υπεξαίρεση σαν μη τιμωρητή ύστερη πράξη.
·            Μη τιμωρητή (συντιμωρητή) πρότερη πράξη. Υπάρχει όταν αυτή τελείται για να καταστήσει δυνατή την τέλεση άλλου εγκλήματος. Δηλαδή αποτελεί την απλή προβαθμίδα, το προστάδιο βαρύτερης προσβολής του ίδιου έννομου αγαθού του ίδιου φορέα. Στην περίπτωση αυτή έχουμε προσβολή του ίδιου ή διαφορετικών υλικών αντικειμένων του ίδιου φορέα. Καλύπτεται δε ποινικά αυτή από τη διάταξη που τιμωρεί μία ύστερη πράξη που επήλθε. Πχ ο Α αφαιρεί με σκοπό ιδιοποίησης ξένο κινητό πράγμα (κλοπή) αλλά με τρόπο που προκαλεί βλάβη στο πράγμα. Πχ ο Β καταστρέφει το χρηματοκιβώτιο του Γ και αφαιρεί μεγάλο χρηματικό ποσό. Οι Α και Β θα τιμωρηθούν μόνο για κλοπή. Η φθορά ξένης ιδιοκτησίας είναι μη τιμωρητή πρότερη πράξη. Αν όμως η κλοπή ήταν ευτελούς αξίας αρ. 377 παρ. 1α, η συρροή είναι αληθινή και όχι φαινομενική. Επομένως, μη τιμωρητή πρότερη πράξη υπάρχει μόνο όταν η κύρια πράξη έχει μεγαλύτερη ποινή από την πρότερη. Σύμφωνα με τα παραπάνω τα εγκλήματα συγκεκριμένης διακινδύνευσης  συντιμωρούνται με τα εγκλήματα βλάβης αν επέλθει και η τελευταία γιατί όπως παρατηρεί ο Ανδρουλάκης, η διακινδύνευση αποτελεί προστάδιο της βλάβης. Πχ αν οι γονείς εγκαταλείψουν αβοήθητο το παιδί τους (έκθεση 306 ΠΚ, έγκλημα συγκεκριμένης διακινδύνευσης) και τελικά το παιδί πεθαίνει, θα τιμωρηθούν μόνο για ανθρωποκτονία με πρόθεση που είναι έγκλημα βλάβης αρ. 299 ΠΚ αν βέβαια αποδέχονται τουλάχιστον το ενδεχόμενο του θανάτου του παιδιού τους. Με τις ίδιες σκέψεις η απόπειρα συντιμωρείται με το τετελεσμένο έγκλημα όπως και οι αξιόποινες προπαρασκευαστικές πράξεις συντιμωρούνται με την απόπειρα και την τελείωση του εγκλήματος. πχ αν ο Α προμηθευτεί εργαλεία για να τελέσει παραχάραξης, στην οποία τελικά προβαίνει, δεν θα τιμωρηθεί και για την προμήθεια των εργαλείων που είναι αξιόποινη προπαρασκευαστική πράξη στο άρθρο 211 ΠΚ.
Η φαινομενική κατ΄ ιδέα συρροή εγκλημάτων
Υπάρχει όταν η ίδια συμπεριφορά του δράστη πραγματώνει περισσότερα εγκλήματα αλλά τελικά ένας μόνο ποινικός νόμος από τους περισσότερους που προβλέπουν και τιμωρούν τη συμπεριφορά του δράστη, θα εφαρμοστεί.
Οι αρχές που αποκλείουν τους μη εφαρμοζόμενους νόμους είναι :
·            Η αρχή της ειδικότητας.  Ισχύει ο κανόνας ότι ο ειδικός νόμος αποκλείει τον γενικό (lex specialis derogate legi generali). Ειδικοί ποινικοί νόμοι είναι όλοι οι νόμοι που προβλέπουν προνομιούχες ή διακεκριμένες παραλλαγές ενός βασικού εγκλήματος  ο οποίος είναι γενικός. Πχ η συμπεριφορά της μητέρας που κατά τον τοκετό  φόνευσε το παιδί της πληροί όχι μόνο την ειδική υπόσταση της παιδοκτονίας αρ. 303 ΠΚ αλλά και της ανθρωποκτονίας με πρόθεση αρ. 299 ΠΚ. Θα εφαρμοστεί όμως η διάταξη του άρθρου 303 ΠΚ, γιατί είναι ειδική ως προς τη διάταξη του αρ. 299 ΠΚ που είναι γενική. Ειδικοί ποινικοί νόμοι είναι εκείνοι που προβλέπουν ιδιώνυμα εγκλήματα σε σχέση με τους προβλέποντες βασικά εγκλήματα πχ η διάταξη του άρθρου 312 ΠΚ ιδιώνυμο είναι ειδική απέναντι στη βασική διάταξη του αρ. 308 ΠΚ. Ειδικοί ποινικοί νόμοι είναι εκείνοι που προβλέπουν σύνθετα εγκλήματα πχ ληστεία αρ. 380 ΠΚ είναι ειδικός νόμος συγκριτικά με τους προβλέποντες που την αποτελούν δηλ. την παράνομη βία αρ. 330 και την κλοπή 372 ΠΚ και εφαρμόζεται  μόνο αυτή σε περίπτωση ληστείας.
·            Η αρχή της επικουρικότητας. Όταν μεταξύ δύο νόμων που απειλούν μία πράξη με ποινή υπάρχει σχέση δευτερεύοντα νόμου προς πρωτεύοντα, τότε ο δευτερεύων νόμως ισχύει επικουρικά όταν δηλαδή δεν μπορεί να εφαρμοστεί ο πρωτεύων νόμος που απειλεί βαρύτερη ποινή. Η επικουρικότητα ενός νόμου μπορεί να ορίζεται από τον ίδιο τον επικουρικό νόμο (ρήτρα επικουρικότητας).  Εισάγονται οι φράσεις «αν δεν συντρέχει περίπτωση βαρύτερης αξιόποινης πράξης» (γενική επικουρικότητα) πχ αρ. 312 που τιμωρεί τη σωματική βλάβη ανηλίκου, έτσι αν η βλάβη του ανηλίκου ήταν βαριά, του αρ. 310 ΠΚ θα εφαρμοσθεί το τελευταίο που έχει μεγαλύτερη ποινή και όχι το άρθρο 312 ΠΚ. Δυνατή είναι και η ύπαρξη της ρήτρας ειδικής επικουρικότητας δηλαδή επικουρικότητας ως προς ειδικά αναφερόμενες στο σχετικό νόμο διατάξεις πχ το άρθρο 361 είναι επικουρικό ως προς τα άρθρα 362, 363 ΠΚ , έτσι αν η πράξη του δράστη είναι συγχρόνως και εξύβριση και δυσφήμηση, ο δράστης θα τιμωρηθεί μόνο για δυσφήμηση γιατί η εξύβριση είναι επικουρική διάταξη και εφαρμόζεται μόνο αν δεν μπορεί να εφαρμοστεί η βαρύτερη και πρωτεύουσα διάταξη της δυσφύμησης. Ρήτρα απόλυτης επικουρικότητας περιέχεται μόνο στο άρθρο 259 ΠΚ (παράβαση καθήκοντος «αν η πράξη δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη»).
·            Η αρχή της απορρόφησης.  Κατά τον Ανδρουλάκη απορρόφηση ενός ποινικού νόμου από κάποιον άλλο συμβαίνει όταν ο δεύτερος νόμος που προβλέπει το βαρύτερο έγκλημα συνοδεύεται από πραγματώσεις και του πρώτου (που προβλέπει ελαφρύτερο έγκλημα). Πχ ο Α πυροβολεί τον Β και τον φονεύει, καταστρέφοντάς του συγχρόνως με την σφαίρα και το πουκάμισό του. Στην περίπτωση αυτή η φθορά ξένης ιδιοκτησίας αρ. 381 ΠΚ απορροφάται από την ανθρωποκτονία από πρόθεση αρ. 299 ΠΚ. Πχ ο Γ βιάζει την Δ. Από το βιασμό αρ. 336 ΠΚ απορροφάται και η εξύβριση αρ. 361 ΠΚ της οποίας η αντικειμενική υπόσταση πληροί η συμπεριφορά του Γ.
Το κατ΄  εξακολούθηση έγκλημα
Κατ΄ εξακολούθηση έγκλημα κατά το άρθρο 98 ΠΚ είναι η από το δράστη τέλεση περισσότερων πράξεων, κάτω από τέτοιες συνθήκες και περιστάσεις, ώστε οι περισσότερες πράξεις να εμφανίζονται ότι αποτελούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος. πχ ο ταμίας τράπεζας υπεξαιρεί κατά αραιά χρονικά διαστήματα διάφορα πραγματικά ποσά του ταμείο, τελεί κατ΄ εξακολούθηση υπεξαίρεση αρ. 375 ΠΚ.
Προϋποθέσεις για την εύρεση των διακριτικών γνωρισμάτων του κατ΄ εξακολούθηση εγκλήματος :
·            Ταυτότητα δράστη των περισσοτέρων πράξεων. Δηλαδή υποκείμενο των  μερικότερων πράξεων πρέπει να είναι το ίδιο πρόσωπο.
·            Το αυτοτελές των περισσοτέρων πράξεων.  Αυτοτελές σημαίνει ότι κάθε μία από τις περισσότερες πράξεις πληροί αυτοτελώς την ειδική υπόσταση του συγκεκριμένου εγκλήματος.  Μεταξύ της από τον δράστη προσβολής του εννόμου αγαθού που προσβάλλεται από κάθε μερικότερη πράξη και της επόμενης μερικότερης πράξης μεσολαβεί κάθε φορά «ειρήνευση» του εννόμου αγαθού ώστε κάθε επόμενη μερικότερη πράξη να είναι και μια νέα προσβολή του εννόμου αγαθού.
·            Το νομικά ομοειδές των περισσοτέρων πράξεων. Υπάρχει όταν οι μερικότερες πράξεις πληρούν την ίδια βασική αντικειμενική υπόσταση.
·            Ταυτότητα φορέα του εννόμου αγαθού που προσβάλλεται στην περίπτωση προσβολής προσωποπαγών έννομων αγαθών, όπως ζωή, σωματική ακεραιότητα, τιμή, ήθη κλπ. Αντίθετα στην περίπτωση προσβολής μη προσωποπαγών αγαθών όπως ιδιοκτησία, περιουσία, οι μερικότερες πράξεις μπορούν να αποτελέσουν ένα κατ΄ εξακολούθηση έγκλημα και όταν φορείς των εννόμων αυτών αγαθών είναι περισσότερα πρόσωπα. Πχ αποπλάνηση περισσοτέρων παιδιών δεν μπορεί να θεωρηθεί κατ΄ εξακολούθηση έγκλημα, αλλά συρροή εγκλημάτων.
·            Οι περισσότερες ομοειδείς πράξεις πρέπει να αποτελούν μία ενότητα η οποία θα έγκειται αφενός μεν στην κοινή ψυχολογική προέλευσή του και αφετέρου στη δυνατότητα ένταξης των περισσοτέρων πράξεων στο ίδιο ιστορικό γεγονός και επομένως, στο πλαίσιο του ιδίου αντικειμένου της ποινικής δίκης.
·            Κατά την άποψη που επικρατεί στη νομολογία και γίνεται δεκτή και από ορισμένους συγγραφείς οι μερικότερες πράξεις πρέπει να συνδέονται με ενότητα δόλου.










Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλώ τα σχόλια σας να μην θίγουν ούτε να προσβάλλουν τον συνομιλητή τους. Σε αυτό το blog ερχόμαστε μόνο να πάρουμε γνώση και να πετύχουμε τους στόχους μας!