Τετάρτη, 18 Δεκεμβρίου 2013

ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΣΥΝΤΟΜΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΑΠΟ ΚΑΘΗΓΗΤΡΙΑ ΑΤΕΙ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ




I. ΕΝΝΟΜΗ ΣΧΕΣΗ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑ

Οι κοινωνικές ή βιοτικές σχέσεις των προσώπων που ρυθμίζονται από το δίκαιο ονομάζονται έννομες ή νομικές σχέσεις, ως λ.χ. η μίσθωση, η πώληση, το διαζύγιο κλπ. Από τις έννομες σχέσεις γεννώνται δικαιώματα και υποχρεώσεις.

Η ευνοϊκή θέση του δικαιούχου σε ορισμένη έννομη σχέση συνιστά το δικαίωμα.
           
Φορέας (υποκείμενο) του δικαιώματος είναι ο δικαιούχος. Υποκείμενο του δικαιώματος είναι τα φυσικά πρόσωπα (άνθρωποι) και τα νομικά πρόσωπα (ενώσεις προσώπων ή σύνολο περιουσίας).

            Στο δικαίωμα του προσώπου ανταποκρίνεται κατά κανόνα η υποχρέωση, δηλαδή η δέσμευση συγκεκριμένου προσώπου που επιβάλλεται από το δίκαιο για την τήρηση ορισμένης συμπεριφοράς που αντιστοιχεί στο περιεχόμενο του δικαιώματος (υπόχρεος).

            Αξίωση είναι το δικαίωμα να απαιτήσει ένα πρόσωπο από άλλο πρόσωπο πράξη ή παράλειψη. Η αξίωση δηλαδή έχει την έννοια ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο έχει δικαίωμα να ζητήσει ορισμένη παροχή από άλλο πρόσωπο και έχει τη δυνατότητα να επιτύχει την ικανοποίηση του δικαιώματος του με τη βοήθεια της δικαστικής αρχής. Το δικαίωμα δεν ταυτίζεται με την αξίωση, αν και αυτή αποτελεί στην πράξη τη συνηθέστερη μορφή με την οποία εμφανίζεται αυτό (δικαίωμα). Το δικαίωμα είναι πλατύτερο από την αξίωση γιατί από το ίδιο δικαίωμα μπορεί να απορρέουν περισσότερες αξιώσεις. Η αξίωση γεννιέται με την προσβολή του δικαιώματος.

            Παραγραφή είναι η απόσβεση της αξίωσης λόγω της μη άσκησης της για ορισμένο χρονικό διάστημα. Στην παραγραφή υπόκειται η αξίωση και όχι το δικαίωμα. Όλες οι αξιώσεις υπόκεινται κατά κανόνα σε παραγραφή.

            Ο χρόνος της παραγραφής των αξιώσεων είναι, κατά κανόνα, 20 χρόνια. Υπάρχουν όμως, κατ’εξαίρεση, αξιώσεις που παραγράφονται σε μικρότερο χρόνο (λ.χ. 5 χρόνια, 10 χρόνια κλπ.). Ο μικρότερος αυτός χρόνος καθορίζεται από ορισμένες διατάξεις του αστ. κώδικα.

            Κατά τη διάρκεια του χρόνου παραγραφής μπορεί να παρεμβάλλονται ορισμένα γεγονότα που επιφέρουν την αναστολή ή τη διακοπή της παραγραφής.

Σε περίπτωση αναστολής δεν υπολογίζεται ο χρόνος κατά τον οποίο διαρκεί το γεγονός που επιφέρει την αναστολή. Όταν όμως αρθεί το γεγονός αυτό (ο λόγος της αναστολής) ο χρόνος της παραγραφής συνεχίζεται. Λόγοι αναστολής είναι τα γεγονότα που συνιστούν λόγους ανωτέρας βίας, εξαιτίας των οποίων υπήρχε ανυπέρβλητο κώλυμα άσκησης της αγωγής. Τέτοια γεγονότα είναι οι πόλεμοι, οι σεισμοί, οι πλημμύρες κλπ.
Αντίθετα, με τη διακοπή ο χρόνος παραγραφής, που προηγήθηκε της διακοπής, δεν υπολογίζεται και από το τέλος της διακοπής αρχίζει νέα παραγραφή. Διακοπή της παραγραφής επιφέρουν: α) η έγερση αγωγής με την οποία ασκείται η αξίωση και β) η κατά οιοιδήποτε τρόπο αναγνώριση της αξίωσης από τον υπόχρεο.
           
Κτήση δικαιώματος είναι η σύνδεση του δικαιώματος με ορισμένο φορέα, δηλαδή το υποκείμενο του δικαιώματος. Η κτήση του δικαιώματος γίνεται κατά κανόνα με τη θέληση εκείνου που το αποκτά. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις που κάποιος αποκτά δικαίωμα «αυτοδίκαια», δηλαδή ανεξάρτητα από και χωρίς τη θέληση του δικαιούχου π.χ. κτήση μέσω κληρονομιάς. Η κτήση του δικαιώματος διακρίνεται δε πρωτότυπη και παράγωγη.
            Πρωτότυπη είναι η κτήση όταν το δικαίωμα γεννιέται στο πρόσωπο του δικαιούχου και είναι ανεξάρτητο από το δικαίωμα άλλου προσώπου. Π.χ. κτήση κυριότητας με χρησικτησία.
            Παράγωγη είναι η κτήση όταν το αποκτώμενο δικαίωμα στηρίζεται στο δικαίωμα άλλου προσώπου (δικαιούχου). Π.χ. η κτήση με μεταβίβαση του δικαιώματος από ένα υποκείμενο σε άλλο κλπ.
            Απώλεια του δικαιώματος είναι η λύση του δεσμού που υπάρχει μεταξύ του δικαιούχου και του δικαιώματος. Η απώλεια του δικαιώματος μπορεί να επέρχεται με τη θέληση του δικαιούχου ή και ανεξάρτητα από τη θέληση του. Η απώλεια του δικαιώματος που επέρχεται με τη βούληση του δικαιούχου ονομάζεται απαλλοτρίωση ή διάθεση ή εκποίηση του δικαιώματος. Περιπτώσεις απώλειας του δικαιώματος χωρίς θέληση του δικαιούχου αποτελούν ο θάνατος του υποκειμένου του δικαιώματος, η δημιουργία νέου δικαιώματος με το οποίο καταργείται το παλαιό, η ολική καταστροφή του αντικειμένου του δικαιώματος κλπ.
            Κάθε δικαίωμα έχει συγκεκριμένο περιεχόμενο. Η χρησιμοποίηση της εξουσίας που περιέχεται στο δικαίωμα καλείται άσκηση. Η άσκηση του δικαιώματος περιλαμβάνει την απόλαυση των ωφελειών που παρέχει, τη διάθεση του και, τέλος, την προστασία του.
            Η άσκηση του δικαιώματος γίνεται, είτε αυτοπρόσωπα, είτε με άλλο πρόσωπο (π.χ. αντιπρόσωπο). Κατ’εξαίρεση ορισμένα δικαιώματα μπορούν μόνο αυτοπρόσωπα να ασκηθούν (π.χ. δικαιώματα κάποιου από την ιδιότητα του ως μέλους σωματείου).
            Η άσκηση του δικαιώματος δεν επιτρέπεται απεριόριστα αλλά υπόκειται σε όρια που η υπέρβασή τους αποτελεί την κατάχρηση δικαιώματος. Το άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος περιέχει τη γενική αρχή σύμφωνα με την οποία δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιήσει κανείς τα ατομικά του δικαιώματα έτσι ώστε να στερήσει κάποιον άλλον από τα ατομικά του δικαιώματα ή γενικά να τον βλάψει ή να βλάψει το συμφέρον του κοινωνικού συνόλου.
            Πέρα από τη γενική αυτή συνταγματική αρχή ο αστικός κώδικας με το άρθρο 281 απαγορεύει την κατάχρηση δικαιώματος και καθιερώνει κριτήρια για το πότε η άσκηση δικαιώματος είναι καταχρηστική. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό «η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος».

Για να εφαρμοστεί η διάταξη αυτή χρειάζεται: α) δικαίωμα, β) πράξη άσκησης του και γ) η πράξη αυτή να συνιστά κατάχρηση. Τα κριτήρια που καθιερώνει το άρθρο αυτό για το πότε η άσκηση του δικαιώματος είναι καταχρηστική είναι η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Με βάση τα κριτήρια αυτά θα αποφασίσει ο δικαστής αν ορισμένη άσκηση δικαιώματος συνιστά κατάχρηση.
            Η καλή πίστη περιορίζει την άσκηση του δικαιώματος γιατί η άσκηση που υπερβαίνει τα όρια της είναι καταχρηστική. Π.χ. ο μισθωτής απαγορεύει στον εκμισθωτή την επίσκεψη του μισθίου. Επίσης η άσκηση του δικαιώματος, που έρχεται σε αντίθεση με τις αντιλήψεις περί ηθικής της δεδομένης κοινωνίας, είναι καταχρηστική. Π.χ. ο εργοδότης απολύει εργαζόμενο τη στιγμή που αυτός δεν μπορεί να εργαστεί γιατί είναι βαριά άρρωστος.
            Ο οικονομικός σκοπός προκύπτει από τα γενικότερα οικονομικά συμφέροντα τα οποία έχει ως σκοπό να ικανοποιήσει η χορήγηση του συγκεκριμένου δικαιώματος. Η άσκηση του δικαιώματος που έρχεται σε αντίθεση με το γενικότερο οικονομικό συμφέρον του συνόλου είναι καταχρηστική. Π.χ. κατάσχεση ακινήτου πολλαπλάσιας αξίας από την επιδιωκόμενη απαίτηση.
            Επίσης η άσκηση είναι καταχρηστική όταν έρχεται σε αντίθεση με το γενικότερο συμφέρον. Π.χ. καταγγελία της σύμβασης μισθωτή λόγω της ιδιότητας του ως συνδικαλιστικού στελέχους.
            Για να υπάρχει κατάχρηση δικαιώματος δεν αρκεί η άσκηση απλά να υπερβαίνει τα όρια που καθορίζονται με τα πιο πάνω κριτήρια αλλά και να συντρέχουν ιδιαίτερες περιστάσεις που χαρακτηρίζουν την υπέρβαση αυτή προφανή.
Προφανής είναι η υπέρβαση όταν είναι αναμφισβήτητη, ολοφάνερη και προκαλεί μεγάλη εντύπωση σε σχέση με το όφελος εκείνου που ασκεί το δικαίωμα.
            Συνέπεια της καταχρήσεως του δικαιώματος είναι ότι η άσκηση του, που υπερβαίνει τα πιο πάνω όρια, απαγορεύεται. Η καταχρηστική άσκηση συνιστά παράβαση του νόμου και αποτελεί συνεπώς παράνομη πράξη. Έτσι:
            α) Αν η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος γίνεται με δικαιοπραξία, αυτή είναι άκυρη.
            β) Αν η καταχρηστική άσκηση γίνεται με πράξη που δεν συνιστά δικαιοπραξία, (π.χ. υλικές ενέργειες) ο ενδιαφερόμενος μπορεί να ζητήσει την άρση των ενεργειών αυτών και παράλειψη τους στο μέλλον.
            γ) Αν η καταχρηστική άσκηση γίνεται με αγωγή ή ένσταση αυτές απορρίπτονται ως νόμου αβάσιμες.
            Το δικαίωμα αποδυναμώνεται και δεν μπορεί να ασκηθεί όταν ο δικαιούχος για μακρό χρονικό διάστημα αδιαφόρησε για την τύχη του και ανέχτηκε καταστάσεις αντιστρατευόμενες προς αυτό έτσι ώστε να δημιουργηθεί η πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να το ασκήσει. Η άσκηση του δικαιώματος μετά την αποδυνάμωση του είναι καταχρηστική κατά το άρθρο 281 του Α.Κ. Π.χ. ο Α εγκατέλειψε το ακίνητο του και το κατέλαβε ο Β ο οποίος το καλλιεργεί και γενικά συμπεριφέρεται σαν ιδιοκτήτης του. Μετά μεγάλο χρονικό διάστημα (π.χ. 19 χρόνια) ο Α ασκεί το δικαίωμα του, δηλαδή εγείρει διεκδικητική αγωγή. Η άσκηση αυτή είναι καταχρηστική.
           
Η προστασία των δικαιωμάτων είναι κατά κανόνα δικαστική (ένδικη) και σε εξαιρετικές περιπτώσεις αυτοδύναμη.
            Η ικανοποίηση των δικαιωμάτων γίνεται κατ’αρχήν από την Πολιτεία. Ο δικαιούχος, όταν προσβάλλεται δικαίωμα του, πρέπει να απευθυνθεί στην Πολιτεία και μάλιστα στα αρμόδια δικαστήρια. Σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ.1 του Συντάγματος «Έκαστος δικαιούται εις παροχήν εννόμου προστασίας υπό των δικαστηρίων και δύναται να αναπτύξει ενώπιον τούτων τας απόψεις του περί των δικαιωμάτων ή συμφερόντων του, ως νόμος ορίζει». Η προστασία των ιδιωτικών δικαιωμάτων γίνεται από τα πολιτικά δικαστήρια (Ειρηνοδικείο, Πρωτοδικείο, Εφετείο, Άρειος Πάγος), τα οποία δικάζουν μετά από σχετική αίτηση (συνήθως αγωγή) του ενδιαφερόμενου. Ο αιτών μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο να κρίνει την υπόθεση του και να εκδώσει σχετική απόφαση. Στη συνέχεια ζητεί, αν το δικαστήριο κάνει δεκτή την αίτηση του, την παροχή της συνδρομής της Πολιτείας για την εκτέλεση της απόφασης αυτής. Τόσο ο αιτών όσο και εκείνος εναντίον του οποίου στρέφεται η αίτηση (συνήθως ενάγων-εναγόμενος) μπορούν να προσβάλουν την απόφαση που εκδόθηκε με τα λεγόμενα ένδικα μέσα σε ανώτερο δικαστήριο.
           
Σε εξαιρετικές περιπτώσεις ο δικαιούχος του δικαιώματος μπορεί, χωρίς να προσφύγει στα δικαστήρια, δηλαδή αυτοδύναμα, να επιτύχει την ικανοποίηση του. Ως τέτοιες εξαιρετικές περιπτώσεις προβλέπει ο Α.Κ. την αυτοδικία, την άμυνα και την κατάσταση ανάγκης.
            Αυτοδικία είναι, σύμφωνα με το άρθρο 282 του Α.Κ., «Η ικανοποίηση της αξίωσης από το δικαιούχο αυτοδύναμα και χωρίς τη βοήθεια της αρχής (αυτοδικία) επιτρέπεται μόνο όταν η βοήθεια της αρχής δεν μπορεί να φτάσει έγκαιρα σημαντικά η πραγμάτωση της αξίωσης».
Η αυτοδικία επιτρέπεται όταν υπάρχουν οι εξής προϋποθέσεις: α) Να υπάρχει αξίωση ιδιωτικού δικαίου η ικανοποίηση της οποίας μπορεί να επιδιωχθεί με αγωγή. β) Να μη μπορεί να φθάσει έγκαιρα η βοήθεια της αρχής. γ) Να υπάρχει κίνδυνος από την αναβολή, να ματαιωθεί ή να «καταστεί ουσιωδώς δυσχερής η πραγμάτωσις της». Αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές εκείνος που αυτοδίκησε υποχρεώνεται σε αποζημίωση. Παράδειγμα αυτοδύναμης προστασίας: ο Α αφαιρεί με κλοπή ένα πράγμα του Β. Ο Β μπορεί αυτοδύναμα να αφαιρέσει από τον κλέφτη το πράγμα του.
           
Άμυνα είναι, σύμφωνα με το άρθρο 284 του Α.Κ., η υπεράσπιση που επιβάλλεται σε κάποιο για να αποτραπεί «παρούσα και άδικη επίθεση». Π.χ. ο Α προσπαθεί μα με τραυματίσει και εγώ τον σπρώχνω βίαια.
Για να μην είναι παράνομη η άμυνα θα πρέπει να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: α) Επίθεση κατά του αμυνόμενου ή τρίτου, δηλαδή προσβολή έννομου αγαθού προσωπικού ή περιουσιακού. β) Η επίθεση να είναι άδικη, δηλαδή παράνομη. γ) Η επίθεση να είναι παρούσα, δηλαδή να συντελείται ή τουλάχιστον να επίκειται.
            Κατάσταση ανάγκης υπάρχει όταν κάποιος βρίσκεται σε ανάγκη να προβεί στην καταστροφή ξένου πράγματος γιατί μόνο έτσι μπορεί να αποτραπεί κίνδυνος που απειλεί δυσανάλογα μεγαλύτερη ζημιά σε εκείνον που επιχείρησε την καταστροφή ή σε άλλον. Π.χ. σπάζω την εξώπορτα του Β για να πάρω νερό να σβήσω τη φωτιά που άναψε στο σπίτι μου ή για να προφυλαχτώ από την επίθεση άγριου θηρίου που ξέφυγε από τσίρκο.
            Προϋποθέσεις της κατάστασης ανάγκης είναι: α) Να υπάρχει κίνδυνος, δηλαδή κατάσταση που απειλεί να προκαλέσει βλάβη σε αγαθό. β) Η αξία του αγαθού που πρόκειται να προστατευθεί να είναι δυσανάλογα μεγαλύτερη από την ζημιά που προκαλείται. γ) Ο κίνδυνος να μην είναι δυνατό να αποτραπεί παρά μόνο με τη βλάβη ή καταστροφή του ξένου πράγματος. Όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές η βλάβη ή καταστροφή του ξένου πράγματος δεν είναι παράνομη. Ο κύριος του πράγματος μπορεί βέβαια να ζητήσει αποζημίωση για την ζημία του από την καταστροφή του πράγματός του.

ΙΙ. ΤΑ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΑ ΤΩΝ ΕΝΝΟΜΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ

Ο αστικός κώδικας ως υποκείμενα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και γενικότερα έννομων σχέσεων αναγνωρίζει τα φυσικά πρόσωπα, δηλαδή τον άνθρωπο, και τα νομικά πρόσωπα.
Η ιδιότητα να είναι το πρόσωπο υποκείμενο δικαιωμάτων χαρακτηρίζεται ως ικανότητα δικαίου ή προσωπικότητα. Σύμφωνα με το άρθρο 34 του Α.Κ. κάθε άνθρωπος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Ικανότητα δικαίου έχουν, σύμφωνα με το άρθρο 61 του Α.Κ., και τα νομικά πρόσωπα.

1. Τα φυσικά πρόσωπα

Φυσικό πρόσωπο είναι ο άνθρωπος. Το πρόσωπο αρχίζει να υπάρχει, και επομένως και η ικανότητα δικαίου, από τη στιγμή που θα γεννηθεί ζωντανός και παύει να υπάρχει με το θάνατό του.
Για ορισμένες σχέσεις ως λ.χ. τις κληρονομικές ο άνθρωπος λογίζεται ότι υπάρχει και προ της γεννήσεώς του. Πράγματι σύμφωνα με το άρθρο 36 του Α.Κ. «Ως προς τα δικαιώματα που του επάγονται κυοφορούμενο θεωρείται γεννημένο, αν γεννηθεί ζωντανό».
Το τέλος του προσώπου επέρχεται με το θάνατό του ο οποίος αποτελεί και το μοναδικό λόγο παύσης της ικανότητας δικαίου. Γίνεται δεκτό ότι κλινικά νεκρός θεωρείται ο άνθρωπος από τότε που νεκρώθηκε ο εγκέφαλος του έστω και συνεχίζονται ορισμένες εκδηλώσεις ζωής.
Υπάρχουν επίσης περιπτώσεις κατά τις οποίες ο θάνατος προσώπου είναι πάρα πολύ («σφόδρα») πιθανός αλλά όχι βέβαιος. Στην περίπτωση αυτή το τέλος του προσώπου επέρχεται με τη λεγόμενη αφάνεια. Η κήρυξη της αφάνειας γίνεται με δικαστική απόφαση και είναι δυνατή, κατά τον αστ. κώδικα, σε δύο περιπτώσεις: α) όταν το πρόσωπο εξαφανίστηκε ενώ βρισκόταν σε κίνδυνο ζωής π.χ. πυρκαϊα, πόλεμο κλπ. Στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να περάσει ένας τουλάχιστον χρόνος από τη στιγμή του κινδύνου για ζητηθεί η κήρυξη της αφάνειας και β) όταν το πρόσωπο απουσιάζει χωρίς ειδήσεις για μεγάλο χρονικό διάστημα. Στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να περάσουν τουλάχιστον πέντε χρόνια από την τελευταία είδηση για να είναι δυνατή η αίτηση κήρυξης του προσώπου σε αφάνεια. Με την κήρυξη του προσώπου σε αφάνεια παράγεται τεκμήριο θανάτου που μπορεί να ανατραπεί μόνο με δικαστική απόφαση η οποία και αίρει την κήρυξη της αφάνειας. Αυτό συμβαίνει λ.χ. στην περίπτωση που εμφανιστεί ο άφαντος.

Ιδιότητες ή καταστάσεις των φυσικών προσώπων

α. Το φύλο
Το Σύνταγμα (άρθρο 4 παρ. 2) καθιερώνει την ισότητα ανδρών και γυναικών.
   
β. Η ηλικία
Η ηλικία παίζει σπουδαίο ρόλο όσον αφορά τη δικαιοπρακτική και αδικοπρακτική ικανότητα ορισμένου προσώπου. Ανάλογα με την ηλικία τα πρόσωπα διακρίνονται σε ανήλικους, ενήλικους κλπ.

γ. Η υγεία
Η υγεία είναι αγαθό που προστατεύεται από το Σύνταγμα, τον ποινικό κώδικα και τον αστικό κώδικα. Σύμφωνα με το Σύνταγμα (άρθρο 21 παρ. 3) το Κράτος φροντίζει για την υγεία των πολιτών. Στον ποινικό κώδικα τιμωρείται η προξένηση βλάβης της υγείας του προσώπου. Στον αστικό κώδικα σε περίπτωση βλάβης της υγείας προβλέπεται υποχρέωση αποζημίωσης ή ικανοποίησης ηθικής βλάβης.

δ. Τιμή
Τιμή είναι η ηθική αξία που αναγνωρίζεται σε ορισμένο πρόσωπο από την κοινωνία η οποία ονομάζεται και υπόληψη. Η τιμή προστατεύεται με ποινικές και αστικές διατάξεις. Κυρίως αντιμετωπίζεται και προστατεύεται ως στοιχείο της προσωπικότητας.

ε. Η θρησκεία
Από το Σύνταγμα αναγνωρίζεται η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης (ανεξιθρησκία) η οποία περιλαμβάνει και την ελευθερία του προσώπου να μην έχει θρησκευτικές πεποιθήσεις.

Στ. Η συγγένεια
Η συγγένεια είναι η σχέση που δημιουργείται μεταξύ ανθρώπων με τη γέννηση ή το γάμο. Αποτελεί βασική προϋπόθεση για πολλές ειδικές ικανότητες κυρίως στο οικογενειακό και κληρονομικό δίκαιο.
Ο Α.Κ. διακρίνει δύο είδη συγγένειας: τη συγγένεια εξ αίματος (φυσική συγγένεια) και τη συγγένεια εξ αγχιστείας (τεχνητή συγγένεια).
Συγγένεια εξ αίματος υπάρχει όταν ορισμένο πρόσωπο έχει κοινή μαζί με άλλο πρόσωπο καταγωγή. Συγγένεια εξ αγχιστείας υπάρχει όταν ορισμένο πρόσωπο γίνεται συγγενής άλλου προσώπου λόγου γάμου που τελέστηκε μεταξύ αυτού (του άλλου) και συγγενούς εξ αίματος εκείνου στον οποίο αφορά η συγγένεια.
Η συγγένεια εξ αίματος διακρίνεται σε ευθεία και σε πλάγια γραμμή. Ευθεία γραμμή υπάρχει όταν ένα πρόσωπο κατάγεται από το άλλο π.χ. το παιδί με τον πατέρα. Στην ευθεία γραμμή διακρίνουμε τους «ανιόντες», δηλαδή τα πρόσωπα από τα οποία δημιουργείται η καταγωγή (π.χ. πατέρας, παππούς, προπάππους κλπ.) και τους «κατιόντες», δηλαδή τα πρόσωπα που κατάγονται από τα άλλα πρόσωπα (δηλαδή τους ανιόντες). Κατιόντες είναι ο υιός, ο εγγονός, ο δισέγγονος κλπ.
Σε πλάγια γραμμή υπάρχει όταν τα πρόσωπα κατάγονται από τα ίδια τρίτα πρόσωπα, χωρίς να είναι μεταξύ τους συγγενείς σε ευθεία γραμμή. Π.χ. τα αδέλφια είναι συγγενείς (εξ αίματος) σε πλάγια γραμμή.
Αγχιστεία είναι ο δεσμός μεταξύ του ενός συζύγου και των εξ αίματος συγγενών του άλλου συζύγου. Π.χ. ο άντρας είναι συγγενής εξ αγχιστείας των αδελφών της γυναίκας του. Είναι δυνατόν όμως να δημιουργηθεί δεσμός και μεταξύ των συγγενών του ενός συζύγου με τους συγγενείς του άλλου συζύγου.
Μεταξύ συζύγων δεν υπάρχει συγγένεια.
Σύμφωνα με τον αστ. κώδικα ο βαθμός της συγγένειας ορίζεται από τον αριθμό των γεννήσεων που συνδέουν τα πρόσωπα. Έτσι για να βρούμε την εξ αίματος συγγένεια σε ευθεία γραμμή μεταξύ του ανιόντος Α και του κατιόντος Κ μετράμε τη γέννηση του Κ και όλες τις γεννήσεις που μεσολάβησαν μέχρι τον Α (όχι όμως και τη γέννηση του Α). Έτσι ο πατέρας με το παιδί είναι συγγενής εξ αίματος σε ευθεία γραμμή πρώτου βαθμού (μια γέννηση του Κ), ο παππούς με τον εγγονό είναι δευτέρου βαθμού (δύο γεννήσεις: του εγγονού και του πατέρα του) κ.ο.κ.
Για να βρούμε το βαθμό της συγγένειας εξ αίματος σε πλάγια γραμμή μετράμε όλες της γεννήσεις μέχρι τον κοινό γενάρχη (όχι όμως και τη γέννηση του γενάρχη). Π.χ. τα αδέλφια είναι εξ αίματος συγγενείς σε πλάγια γραμμή δευτέρου βαθμού (δύο γεννήσεις: του ενός αδελφού και του άλλου).

ζ. Το όνομα
Το όνομα αποτελεί το κύριο μέσο με το οποίο το συγκεκριμένο πρόσωπο διακρίνεται από άλλα πρόσωπα. Διακρίνεται στο κύριο όνομα (ή μικρό ή βαπτιστικό) και το επώνυμο. Το επώνυμο εκφράζει την καταγωγή, ενώ το κύριο όνομα διακρίνει το πρόσωπο από άλλους που έχουν το ίδιο επώνυμο. Σύμφωνα με τα άρθρα 1505 κσι 1506 του Α.Κ. οι γονείς είναι υποχρεωμένοι να έχουν προσδιορίσει το επώνυμο των τους με κοινή αμετάκλητη δήλωσή τους. Η δήλωση γίνεται πριν από το γάμο, είτε σε συμβολαιογράφο, είτε σε λειτουργό, ενώπιον του οποίου θα τελεστεί ο γάμος. Το οριζόμενο επώνυμο, κοινό για όλα τα παιδιά, μπορεί να είναι είτε το επώνυμο του ενός από τους γονείς, είτε συνδυασμός των επωνύμων τους. Αν οι γονείς παραλείψουν να δηλώσουν το επώνυμο των παιδιών τους αυτά έχουν για επώνυμο το επώνυμο του πατέρα.
Το παιδί που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων  του παίρνει το επώνυμο της μητέρας του. Ο σύζυγος της μητέρας μπορεί να δώσει στο παιδί το επώνυμό του στη θέση του ως τότε επωνύμου του παιδιού ή επιπρόσθετα αν συναινέσουν σ’ αυτό η μητέρα και το παιδί.
Το επώνυμο μπορεί να αλλάξει μόνο με διοικητική πράξη (απόφαση του Νομάρχη).
Το κύριο όνομα αποκτάται με ονοματοδοσία που συνήθως συμπίπτει με τη βάπτιση. Είναι δυνατή όμως η ονομασία και χωρίς βάπτιση αλλά με δήλωση προς το ληξιαρχείο από αυτόν που έχει την επιμέλεια του παιδιού.
Τέλος, το όνομα ως στοιχείο της προσωπικότητας, προστατεύεται όχι μόνο από το άρθρο 57 του Α.Κ. (που αφορά την προσωπικότητα) αλλά και με την ειδική διάταξη του άρθρου 58 του Α.Κ. που ορίζει ότι «Αν σ΄ αυτόν που δικαιούται να φέρει ένα όνομα αμφισβητείται από άλλον το δικαίωμα αυτό, ή αν κάποιος χρησιμοποιεί παράνομα ορισμένο όνομα, ο δικαιούχος ή εκείνος που βλάπτεται, μπορεί να ζητήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον. Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις δικαιοπραξίες δεν αποκλείεται».

η. Η κατοικία
Σύμφωνα με το άρθρο 51 του Α.Κ. κατοικία είναι ο τόπος της κύριας και μόνιμης εγκατάστασης του ανθρώπου, δηλαδή ο τόπος που έχει το πρόσωπο το κέντρο των βιοτικών του σχέσεων.
Κατά κανόνα δεν μπορεί να έχει κάποιος διπλή κατοικία. Κατ’εξαίρεση ο έμπορος έχει, εκτός από τη γενική κατοικία, ως ειδική κατοικία τον τόπο που ασκεί την εμπορία του.
Η κατοικία του καθενός αποτελεί κατά το Σύνταγμα άσυλο και απαγορεύεται η «κατ’ οίκον έρευνα» χωρίς ορισμένες προϋποθέσεις.

θ. Η ιθαγένεια
Η ιθαγένεια είναι ο νομικός δεσμός του προσώπου με ορισμένη Πολιτεία μέλος του λαού της οποίας αποτελεί αυτό. Η ιθαγένεια αποκτάται με τους εξής τρόπους: α) Με τη γέννηση από Έλληνες πολίτες, β) Με την νομιμοποίηση κάποιου ως παιδιού έλληνα, γ) Με τη δικαστική αναγνώριση κάποιου ως παιδιού έλληνα, δ) Με το γάμο (ως προς την αλλοδαπή γυναίκα), ε) Με την αναγνώριση της ελληνικής ιθαγένειας ομογενών στην αλλοδαπή, στ) Με την πολιτικογράφηση και ζ) Με την κατάταξη ομογενών αλλοδαπών στις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις. Εκείνοι που έχουν ή αποκτούν την ελληνική ιθαγένεια ονομάζονται ημεδαποί. Ο αλλοδαπός δεν έχει τα δημόσια δικαιώματα που έχει ο ημεδαπός (δικαίωμα του «εκλέγειν» και του «εκλέγεσθαι».

2. Τα νομικά πρόσωπα

Νομικό πρόσωπο είναι ένωση προσώπων ή σύνολο περιουσίας που επιδιώκουν ή εξυπηρετούν ορισμένο κοινό σκοπό και αποκτούν νομική προσωπικότητα, δηλαδή έχουν αναχθεί σε υποκείμενα εννόμων σχέσεων.
Τα νομικά πρόσωπα, ανάλογα με το σκοπό που επιδιώκουν διακρίνονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες, δηλαδή στα νομικά πρόσωπα δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου.
Νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου είναι εκείνα που ιδρύονται με πρωτοβουλία του κράτους και ασκούν δημόσια εξουσία, δηλαδή αποτελούν δημόσιες υπηρεσίες που έχουν δικό του οργανισμό και λειτουργία. Νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου είναι το κράτος, οι δήμοι και οι κοινότητες, τα πανεπιστήμια κλπ. Για τα νομικά αυτά πρόσωπα εφαρμόζονται οι διατάξεις του δημοσίου και ειδικότερα διοικητικού δικαίου.
Νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου είναι εκείνα που ιδρύονται με ιδιωτική πρωτοβουλία κατά τους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου. Ως προς τη μορφή τους ο νόμος καθιερώνει κλειστό αριθμό, δηλαδή τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου μπορεί να έχουν μόνο τις μορφές που προβλέπονται από το νόμο. Συγκεκριμένα ο αστικός κώδικας αναγνωρίζει και ρυθμίζει τα σωματεία, το ίδρυμα, την επιτροπή εράνων και την αστική εταιρία. Το εμπορικό δίκαιο αναγνωρίζει και άλλα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, όπως είναι οι εμπορικές εταιρείες (ομόρρυθμη, ετερόρρυθμη, ανώνυμη και περιορισμένης ευθύνης εταιρία) και τους συνεταιρισμούς.

Γενικές διατάξεις για τα νομικά πρόσωπα

1. Σύμφωνα με τη γενική διάταξη του άρθρου 63 του Α.Κ. για τη σύσταση παντός νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου απαιτείται έγγραφο τόσο για τη συστατική πράξη (δηλαδή την πράξη που περιέχει τη θέληση των φυσικών προσώπων που πρόκειται να αποτελέσουν το νομικό πρόσωπο) όσο και για την πράξη που περιέχει τους όρους διοίκησης και λειτουργίας, δηλαδή το καταστατικό για το σωματείο, τον οργανισμό για το ίδρυμα και την επιτροπή εράνων. Οι δύο πράξεις αυτές (συστατική και καταστατικό) μπορεί να ενωθούν σε μια ενιαία πράξη.
Η έδρα του νομικού προσώπου είναι αντίστοιχη προς την κατοικία του φυσικού προσώπου. Η έδρα καθορίζεται κατά κανόνα υποχρεωτικά από το καταστατικό (καταστατική έδρα). Αν δεν καθοριστεί ως έδρα θεωρείται ο τόπος που λειτουργεί η διοίκηση του νομικού προσώπου.
Για την ανάπτυξη της δραστηριότητας του νομικού προσώπου και για τη σχέση του με τους τρίτους προκειμένου να εκπληρωθεί ο σκοπός του είναι απαραίτητη η ύπαρξη διοίκησης του νομικού προσώπου.
Το νομικό πρόσωπο διοικείται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα που συνήθως είναι και μέλη του. Σύμφωνα με το άρθρο 67 του Α.Κ. η διοίκηση του νομικού προσώπου διαχειρίζεται τις υποθέσεις του και το αντιπροσωπεύει δικαστικά ή εξώδικα.
Για τη λήψη της απόφασης από το νομικό πρόσωπο θα πρέπει να καλούνται όλα τα μέλη της για να γίνει δυνατή η ανταλλαγή γνωμών και να ακουστούν και τα επιχειρήματα των μελών που μειοψηφούν. Το καταστατικό συνήθως ορίζει την απαρτία, δηλαδή τον αριθμό των παρόντων που χρειάζεται για να ληφθεί έγκυρη απόφαση. Οι αποφάσεις της διοίκησης λαμβάνονται, αν δεν ορίζεται διαφορετικά στη συστατική πράξη ή το καταστατικό, με απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών.
Το νομικό πρόσωπο δικαιοπρακτεί, δηλαδή αποκτά δικαιώματα ή αναλαμβάνει υποχρεώσεις, μέσω οργάνων που το διοικούν (διοίκηση). Σύμφωνα με το άρθρο 70 του Α.Κ. οι προϋποθέσεις αυτές είναι: α) Οι δικαιοπραξίες να γίνονται για λογαριασμό του νομικού προσώπου, β) Οι δικαιοπραξίες να γίνονται μέσα στα όρια της εξουσίας της διοίκησης. Η έκταση της εξουσίας των οργάνων της διοίκησης προσδιορίζεται συνήθως από τη συστατική πράξη ή το καταστατικό και ισχύει και έναντι τρίτων. Αν δεν υπάρχει τέτοιος προσδιορισμός της εξουσίας (δηλαδή από τη συστατική πράξη ή το καταστατικό) η έκταση της εξουσίας προσδιορίζεται από τυχόν ειδικές διατάξεις των νόμων που υπάρχουν καθώς και από τη φύση και το σκοπό του νομικού προσώπου.
Το νομικό πρόσωπο ευθύνεται από τις πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του έναντι του τρίτου που ζημιώθηκε. Για την ευθύνη αυτή του νομικού προσώπου θα πρέπει να συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) Να πρόκειται για πράξη ή παράλειψη των οργάνων που αντιπροσωπεύουν το νομικό πρόσωπο. Για τις πράξεις των οργάνων αυτών το νομικό πρόσωπο ευθύνεται σαν από δικές του πράξεις. Εκτός από τις πράξεις ή παραλείψεις των πιο πάνω οργάνων το νομικό πρόσωπο ευθύνεται σύμφωνα με τα άρθρα 334 και 922 του Α.Κ. και γι’ αυτές των βοηθών εκπλήρωσης ή των «προστηθέντων» που χρησιμοποιεί.
β) Η πράξη ή παράλειψη να δημιουργεί υποχρέωση για αποζημίωση. Πράξεις που δημιουργούν υποχρέωση για αποζημίωση είναι κυρίως οι αδικοπραξίες, η αθέτηση ενοχικών υποχρεώσεων, και η συμπεριφορά κατά τις διαπραγματεύσεις.
γ) Η πράξη ή παράλειψη να έλαβε χώρα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που ανατέθηκαν στα όργανα. Η ευθύνη του νομικού προσώπου αφορά μόνο τις πράξεις εκείνες τις οποίες επιχείρησε το όργανο με την ιδιότητά του αυτή και όχι ως άτομο. Γενικά γίνεται δεκτό ότι το νομικό πρόσωπο ευθύνεται στις περιπτώσεις που η πράξη ενεργείται μέσα στον κύκλο των καθηκόντων του οργάνου έστω και αν υπερβαίνει τα όρια της εξουσίας που του έχουν παραχωρηθεί.
Το τέλος του νομικού προσώπου επέρχεται με τη διάλυσή του και τη λήξη της εκκαθάρισης. Με τη διάλυση λήγει η δραστηριότητα του νομικού προσώπου αλλά ή νομική του προσωπικότητα παύει μόνο όταν τελειώσει η εκκαθάριση. Η εκκαθάριση έχει ως σκοπό τη ρευστοποίηση του ενεργητικού της περιουσίας του διαλυθέντος νομικού προσώπου, τη διαπίστωση και εξόφληση των χρεών του και την  καταβολή του τυχόν υπολοίπου.
Η τύχη της περιουσίας του νομικού προσώπου που διαλύθηκε ρυθμίζεται από τη συστατική πράξη ή το καταστατικό. Αν δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση για την τύχη της περιουσίας μετά τη διάλυση, αυτή περιέρχεται στο δημόσιο που οφείλει να τη χρησιμοποιήσει για την εκπλήρωση του σκοπού του νομικού προσώπου.

Α) Σωματείο

Σωματείο είναι ένωση τουλάχιστον είκοσι προσώπων που έχει αποκτήσει νομική προσωπικότητα και επιδιώκει σκοπό με κερδοσκοπικό. Κερδοσκοπικός είναι ο σκοπός όταν η ένωση προσώπων αποβλέπει σε κέρδος και μάλιστα χρηματικό. Επίσης, ο σκοπός του σωματείου δεν πρέπει να είναι παράνομος ή ανήθικος. Έτσι το σωματείο μπορεί να έχει οποιοδήποτε μη κερδοσκοπικό (και μη ανήθικο και νόμιμο) σκοπό ως λ.χ. πολιτικό, μορφωτικό, ψυχαγωγικό. Θρησκευτικό κλπ.
Το δικαίωμα σύστασης σωματείων και ενώσεων προστατεύεται από το Σύνταγμα (άρθρο 12) που περιλαμβάνει ειδικότερα το δικαίωμα ίδρυσης ένωσης προσώπων και της συμμετοχής ή όχι σ’ αυτή ενός προσώπου.
Για τη σύσταση του σωματείου απαιτούνται οι εξής προϋποθέσεις:
α) Συστατική πράξη από είκοσι τουλάχιστον άτομα. Με την πράξη αυτή που είναι έγγραφη τα πρόσωπα δηλώνουν τη θέλησή του να αποτελέσει ή ένωσή τους σωματείο.
β) Καταστατικό, δηλαδή το έγγραφο εκείνο με το οποίο θέτονται οι κανόνες λειτουργίας και οργάνωσης του σωματείου. Το καταστατικό, που υπογράφεται από τα ιδρυματικά μέλη και χρονολογείται, πρέπει να περιέχει κατά το νόμο (άρθρο 80 Α.Κ.) τουλάχιστον στοιχεία που το εξατομικεύουν, δηλαδή των επωνυμία του σωματείου, την έδρα, το σκοπό καθώς και ορισμένα άλλα στοιχεία λειτουργίας και οργάνωσης ως λ.χ. τους όρους εισόδου, αποχώρησης και αποβολής των μελών καθώς και τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, τα όργανα διοίκησης του σωματείου, τον τρόπο αντιπροσώπευσης του σωματείου, τους όρους σύγκλησης, συνεδρίασης και απόφασης του σωματείου, τους όρους τροποποίησης του καταστατικού και τέλος τους όρους διάλυσης του σωματείου.
γ) Απόφαση του δικαστηρίου, που εκδίδεται μετά την αίτηση των ιδρυτών του σωματείου το δικαστήριο ελέγχει μόνο τη νομιμότητα του σωματείου και συγκεκριμένα τη συνδρομή των προϋποθέσεων που τάσσει ο νόμος για την ίδρυσή του, δηλαδή αν το καταστατικό περιέχει τα πιο πάνω στοιχεία που αναφέρθηκαν, αν ο σκοπός δεν είναι κερδοσκοπικός ή δεν αντίκειται στο νόμο ή τα χρηστά ήθη. Αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να δεχτεί την πιο πάνω αίτηση των ιδρυτών του σωματείου και
δ) Εγγραφή του σωματείου στο βιβλίο των σωματείων που τηρείται σε κάθε πρωτοδικείο. Αφού δεχτεί την αίτηση των ιδρυτών του σωματείου διατάσσει να δημοσιευθεί σε εφημερίδα περίληψη του καταστατικού που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία του (επωνυμία, σκοπός, έδρα, ονόματα μελών) και να εγγραφεί το σωματείο στο βιβλίο των σωματείων που τηρείται σε κάθε πρωτοδικείο. Από την εγγραφή του στο βιβλίο των σωματείων, το σωματείο αποκτά νομική προσωπικότητα.
Η οργάνωση και η λειτουργία του σωματείου ρυθμίζεται από το καταστατικό του και τις σχετικές διατάξεις του αστικού κώδικα. Ο νόμος καθορίζει τα όργανα του σωματείου που είναι απαραίτητα για να λειτουργήσει το σωματείο. Τα όργανα αυτά είναι η διοίκηση (το διοικητικό συμβούλιο) και η συνέλευση των μελών που αποτελεί και το ανώτατο όργανο του σωματείου.
Η διοίκηση αποτελείται από μέλη του σωματείου. Το καταστατικό όμως μπορεί να ορίζει ότι στη διοίκηση μπορεί να περιλαμβάνονται και μη μέλη του σωματείου.
Η διοίκηση εκπροσωπεί το σωματείο έναντι τρίτων, εκτελεί τις αποφάσεις της συνέλευσης των μελών και γενικά επιμελείται των υποθέσεων του σωματείου. Η διοίκηση του σωματείου ευθύνεται για κάθε ζημιά του σωματείου εφόσον προέρχεται από πταίσμα των προσώπων που το διοικούν.
Η συνέλευση των μελών αποτελεί το ανώτατο όργανο του σωματείου. Αν με το καταστατικό δεν ορίζεται διαφορετικά, ο νόμος προβλέπει ενδεικτικά τις κυριότερες αρμοδιότητες της συνέλευσης που είναι οι ακόλουθες: η εκλογή των προσώπων της διοίκησης, η απόφαση περί εισόδου ή αποβολής μέλους, η έγκριση του ισολογισμού, η τροποποίηση του καταστατικού και η διάλυση του σωματείου.
Ο τρόπος λειτουργίας της συνέλευσης (σύγκλησης, απαρτία, λήψη απόφασης κλπ.) ρυθμίζεται από το καταστατικό και τις σχετικές διατάξεις του αστικού κώδικα. Δικαίωμα συμμετοχής στη συνέλευση έχουν όλα τα μέλη του σωματείου. Η συνέλευση ενεργεί με αποφάσεις που λαμβάνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του καταστατικού και του νόμου. Οι αποφάσεις λαμβάνονται με απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών. Απόφαση της συνέλευσης που δεν είναι σύμφωνη με το καταστατικό ή το νόμο είναι άκυρη. Η ακυρότητα της απόφασης κηρύσσεται από το δικαστήριο (Ειρηνοδικείο).
Εκτός από το διοικητικό συμβούλιο και τη γενική συνέλευση το καταστατικό μπορεί να προβλέπει και άλλα όργανα (πειθαρχικό συμβούλιο, εξελεγκτική επιτροπή κλπ).
Η κτήση της ιδιότητας του μέλους του σωματείου είναι ελεύθερη υπό την έννοια ότι δεν μπορεί να απαγορευτεί με νόμο η είσοδος κάποιου σε σωματείο ούτε και να υποχρεωθεί κάποιος να γίνει μέλος σωματείου.
Η ιδιότητα του μέλους του σωματείου αποκτάται είτε από την αρχή, με τη συμμετοχή του προσώπου στη σύσταση του σωματείου, είτε και μεταγενέστερα με την είσοδο του προσώπου στο σωματείο.
Η απώλεια της ιδιότητας του μέλους σωματείου επέρχεται: α) Με την αποχώρηση μέλους που είναι κατά κανόνα ελεύθερη, β) Με την αποβολή μέλους που επιτρέπεται για ορισμένους λόγους που είναι: 1) η ύπαρξη σπουδαίου λόγου (π.χ. αναξιοπρεπής συμπεριφορά μέλους που βλάπτει τα συμφέροντα του σωματείου) και 2) οι λόγοι που προβλέπονται στο καταστατικό. Και στις δύο περιπτώσεις το μέλος πρέπει να καλείται σε απολογία. γ) Με το θάνατο του μέλους, δ) Με τη διάλυση του σωματείου και ε) Με τους τρόπους που ενδεχόμενα προβλέπει το καταστατικό.
Ο νόμος (άρθρα 103-105 Α.Κ.) προβλέπει τρεις τρόπους διάλυσης του σωματείου:
α) Με απόφαση της συνέλευσης των μελών (αυτοδιάλυση). Για να ληφθεί έγκυρη απόφαση για τη διάλυση απαιτείται απαρτία του 1/2 του αριθμού των μελών και πλειοψηφία των 3/4 των παρόντων.
β) Αυτοδίκαια. Η αυτοδίκαιη διάλυση επέρχεται είτε, αν πραγματοποιηθεί όρος του καταστατικού (π.χ. πέρασε ο χρόνος για τον οποίο συστήθηκε), είτε, όταν τα μέλη του σωματείου μειωθούν σε λιγότερα από 10 και
γ) Με δικαστική απόφαση. Η απόφαση αυτή εκδίδεται μετά από αίτηση που υποβάλλει η διοίκηση του σωματείου ή το 1/5 των μελών του ή η εποπτεύουσα αρχή και εφόσον συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται στο νόμο και ειδικότερα: 1) αν λόγω μείωσης του αριθμού των μελών ή άλλων αιτίων αποβαίνει αδύνατη η εν γένει λειτουργία του σωματείου, 2) αν εκπληρώθηκε ο σκοπός του σωματείου ή λόγω μεγάλης αδράνειας συνάγεται εγκατάλειψη του σκοπού αυτού και 3) αν το σωματείο επιδιώκει σκοπό διαφορετικό από εκείνο που καθορίζεται από το καταστατικό.
Μετά τη διάλυση ακολουθεί η εκκαθάριση του σωματείου.

Μορφή σωματείου αποτελεί η συνδικαλιστική οργάνωση (συνδικάτο), που ρυθμίζεται από το νόμο 1264/1982. Η συνδικαλιστική οργάνωση είναι γενικά ένωση εργαζομένων με βάση σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου (μισθωτοί) στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι εργαζόμενοι στο Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ ή Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ).
Έχουν ειδικό σκοπό, δηλαδή τη διαφύλαξη και προαγωγή των εργασιακών, οικονομικών ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών συμφερόντων των εργαζομένων.

Β) Ίδρυμα

Ίδρυμα είναι σύνολο περιουσίας που έχει αφιερωθεί στην εξυπηρέτηση ορισμένου διαρκούς (συνήθως κοινωφελούς) σκοπού και έχει αποκτήσει νομική προσωπικότητα.
Για τη σύσταση του ιδρύματος απαιτούνται δύο στοιχεία: α) η ιδρυτική πράξη και 2) η σύμπραξη της Πολιτείας.
Η ιδρυτική πράξη είναι δικαιοπραξία εν ζωή ή αιτία θανάτου.
Στην ιδρυτική πράξη πρέπει να καθορίζεται ο σκοπός του ιδρύματος, η περιουσία που αφιερώνεται και ο οργανισμός του. Ο οργανισμός του ιδρύματος μπορεί να ορισθεί, να συμπληρωθεί ή να τροποποιηθεί και με το διάταγμα που εγκρίνει το ίδρυμα.
Η σύμπραξη της Πολιτείας έχει τη μορφή της έκδοσης προεδρικού διατάγματος που εγκρίνει τη σύσταση του ιδρύματος. Η έγκριση του ιδρύματος προκαλείται αυτεπάγγελτα από την αρμόδια αρχή, δηλαδή το σχετικό υπουργείο, ανάλογα με το σκοπό του ιδρύματος. Η αρμόδια αρχή εξετάζει όχι μόνο τη νομιμότητα αλλά και τη σκοπιμότητα της σύστασης του ιδρύματος.

Με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του προεδρικού διατάγματος, που εγκρίνει τη σύσταση του ιδρύματος, το ίδρυμα αποκτά νομική προσωπικότητα.


ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ

Η προσωπικότητα ενδιαφέρει το δίκαιο με δύο έννοιες. Με τη στενή έννοια του όρου προσωπικότητα σημαίνει την ικανότητα να είναι ο άνθρωπος υποκείμενο δικαιωμάτων και γενικότερα έννομων σχέσεων. Με την ευρύτερη έννοια αναφερόμαστε στο δικαίωμα της προσωπικότητας το οποίο περιλαμβάνει όλες τις αστάθμητες αξίες που αποτελούν και συνιστούν την ουσία του ανθρώπου. Κυριότερες εκδηλώσεις της προσωπικότητας που εμπίπτουν στην προστασία του αστικού κώδικα (άρθρο 57) αποτελούν η ζωή, η σωματική ακεραιότητα, η υγεία, η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, ο ψυχικός και συναισθηματικός κόσμος, η τιμή, η σχέση προς τους άλλους ανθρώπους και τα πράγματα, η ελεύθερη διαμόρφωση της βούλησης και η ατομική ζωή και η σφαίρα του απόρρητου.
Η προσωπικότητα προστατεύεται με διατάξεις τόσο του δημοσίου δικαίου (συνταγματικού και διοικητικού) όσο και με διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου.
Βασική προϋπόθεση για τη γενική προστασία της προσωπικότητας είναι να υπάρχει παράνομη προσβολή της προσωπικότητας χωρίς να απαιτείται και υπαιτιότητα.
Παράνομη είναι η προσβολή όταν ο νόμος δεν επιτρέπει ρητά την επέμβαση στην προσωπικότητα άλλου.
Σε περίπτωση παράνομης προσβολής της προσωπικότητας το πρόσωπο έχει τις ακόλουθες αξιώσεις:
α) Αξίωση για άρση της προσβολής. Δηλαδή παραμερισμό της πράξης που συνιστά προσβολή της προσωπικότητας και αποκατάσταση της κατάστασης που υπήρχε πριν από την προσβολή (π.χ. σε παράνομη έκθεση φωτογραφίας προσώπου σε βιτρίνα άρση συνιστά η απομάκρυνσή της).
β) Αξίωση για παράλειψη της προσβολής στο μέλλον. Η αξίωση αυτή αναφέρεται σε μελλοντική προσβολή και αποτελεί προληπτικό μέτρο. Η άρση της προσβολής αποτελεί θετική ενέργεια, ενώ η παράλειψη αρνητική.
γ) Αξίωση για αποζημίωση εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αδικοπραξίας, δηλαδή να υπάρχει προσβολή παράνομη και υπαίτια που προκάλεσε τη ζημιά.
δ) Αξίωση για ικανοποίηση της ηθικής βλάβης
Η ικανοποίηση της ηθικής βλάβης συνιστάται, στην προκειμένη περίπτωση, σε καταβολή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή και σε ότι «ενδείκνυται» κατά τις περιστάσεις.
3. Το όνομα ως στοιχείο της προσωπικότητας προστατεύεται με το άρθρο 57 του Α.Κ.
Το όνομα προσβάλλεται σε δύο περιπτώσεις: α) όταν αμφισβητείται σε κάποιον το δικαίωμα να φέρει ορισμένο όνομα και β) όταν κάποιος χρησιμοποιεί ένα όνομα χωρίς να έχει δικαίωμα (παράνομα). Η ίδια προστασία παρέχεται και όταν πρόκειται για επαγγελματική επωνυμία ή ψευδώνυμο το οποίο μεταχειρίζεται το πρόσωπο παράλληλα με το όνομά του και εφόσον έχει γίνει σε πλατύ κύκλο προσώπων το διακριτικό γνώρισμα του προσώπου.

ΙΙΙ. ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΕΣ

            1. Ως πράξη εννοούμε τη συνειδητή ανθρώπινη ενέργεια που επιφέρει μεταβολή στον εξωτερικό κόσμο. Η πράξη μπορεί να είναι θετική ενέργεια ή παράλειψη ενέργειας. Όλες οι πράξεις του ανθρώπου δεν ενδιαφέρουν το δίκαιο. Π.χ. ο Α. προσκαλείται από τη Β σε γεύμα. Εκείνες οι πράξεις που ενδιαφέρουν το δίκαιο καλούνται πράξεις δικαίου ή νομικές πράξεις. Δηλαδή πράξη δικαίου ή νομική πράξη είναι η πράξη που ρυθμίζεται από το δίκαιο και επιφέρει έννομες συνέπειες. Οι πράξεις δικαίου διακρίνονται σε πράξεις που επιδοκιμάζει και επιτρέπει το δίκαιο και οι οποίες λέγονται δίκαιες ή θεμιτές πράξεις και σε πράξεις που αποδοκιμάζει και απαγορεύει το δίκαιο και που λέγονται άδικες πράξεις. Άδικες πράξεις αποτελούν οι αδικοπραξία και η αθέτηση ενοχικών υποχρεώσεων.
            2. Τη σπουδαιότερη κατηγορία των δικαίων ή θεμιτών πράξεων, που ρυθμίζεται και ιδιαίτερα από το δίκαιο, αποτελούν οι δικαιοπραξίες.
           
Δικαιοπραξία είναι, κατ’αρχήν, η δήλωση (ή δηλώσεις) της βούλησης που κατευθύνεται ευσυνείδητα (ηθελημένα) στην παραγωγή έννομης συνέπειας. Π.χ. ο Α δηλώνει τη βούληση του (πωλεί ένα αντικείμενο) και ο Β δηλώνει τη βούληση του (αγοράζει το αντικείμενο). Η δήλωση της βούλησης πρέπει να επιδιώκει να επέλθει η έννομη συνέπεια και συγκεκριμένα η ίδρυση, αλλοίωση ή κατάργηση ορισμένης έννομης σχέσης, δηλαδή να υπάρχει δικαιοπρακτική βούληση.

Προϋποθέσεις για την κατάρτιση των δικαιοπραξιών

            α. Δικαιοπρακτική ικανότητα
            β. Δήλωση βουλήσεως
            γ. Συμφωνία μεταξύ δηλώσεως και βουλήσεως
            δ. Τήρηση του απαιτούμενου τύπου
            ε. Περιεχόμενο σύμφωνο με το νόμο και τα χρηστά ήθη.

α. Δικαιοπρακτική ικανότητα
            Δικαιοπρακτική ικανότητα σημαίνει το να μπορεί να αποκτά κανείς δικαιώματα και να υποβάλλεται σε υποχρεώσεις όχι παθητικά αλλά με τις ίδιες του τις πράξεις. Η δικαιοπρακτική ικανότητα προϋποθέτει ένα όριο πνευματικής ωριμότητας, που ο νομοθέτης εκτιμά ότι συμπίπτει με τη συμπλήρωση ενός ορισμένου ορίου ηλικίας και την καλή σωματική και πνευματική υγεία, ώστε οι άνθρωποι να είναι σε θέση να διαχειρίζονται χωρίς κίνδυνο τα βιοτικά τους συμφέροντα.
            Ανάλογα με το βαθμό δικαιοπρακτικής ικανότητας ο νόμος διακρίνει τα πρόσωπα σε απόλυτα ικανά για δικαιοπραξία, σε απόλυτα ανίκανα και σε περιορισμένα ικανά. Απαραίτητη προϋπόθεση για την απόκτηση πλήρους δικαιοπρακτικής ικανότητας είναι η ενηλικίωση. Σύμφωνα με το άρθρο 127 Α.Κ., οι ενήλικοι δηλαδή όσοι συμπλήρωσαν το 18ο έτος της ηλικίας τους είναι «ικανοί για κάθε δικαιοπραξία».
            Πρόσωπα ανίκανα για δικαιοπραξία, σύμφωνα με το άρθρο 128 Α.Κ., είναι όποιοι δεν έχουν συμπληρώσει το δέκατο έτος και όποιοι βρίσκονται σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση.
            Πρόσωπα με περιορισμένη δικαοπρακτική ικανότητα, δηλαδή πρόσωπα που μπορούν να δικαιοπρακτήσουν μόνο στις περιπτώσεις ή με τις προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος, είναι σύμφωνα με το νέο άρθρο 129 Α.Κ.:
α) Οι ανήλικοι που συμπλήρωσαν το δέκατο έτος. β) Όποιοι βρίσκονται σε μερική στερητική δικαστική συμπαράσταση και γ) όποιοι βρίσκονται σε επικουρική δικαστική συμπαράσταση.

            Δικαστική συμπαράσταση είναι η κατάσταση στην οποία μπορεί ένα πρόσωπο να τεθεί με δικαστική απόφαση, κατά τη διάρκεια της οποίας, είτε είναι ανίκανο για όλες ή για ορισμένες δικαιοπραξίες, είτε για να δικαιοπρακτήσει απαιτείται σε όλες ή σε ορισμένες περιπτώσεις η συναίνεση του δικαστικού συμπαραστάτη του.

            Η δικαστική συμπαράσταση διακρίνεται σε:
            α. Πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση, όταν ένα πρόσωπο κηρύσσεται ανίκανο για όλες τις δικαιοπραξίες, οπότε και δικαιοπρακτεί μόνο μέσω του δικαστικού συμπαραστάτη του, ως νομίμου αντιπροσώπου του.
            β. Μερική στερητική δικαστική συμπαράσταση, όταν ένα πρόσωπο κηρύσσεται ανίκανο μόνο για ορισμένες δικαιοπραξίες, στις οποίες αντιπροσωπεύεται νόμιμα από τον δικαστικό συμπαραστάτη του.
            γ. Πλήρη επικουρική δικαστική συμπαράσταση, όταν ένα πρόσωπο για να καταρτίσει έγκυρα οποιαδήποτε δικαιοπραξία απαιτείται η συναίνεση του δικαστικού συμπαραστάτη του.
            δ. Μερική επικουρική δικαστική συμπαράσταση, όταν ένα πρόσωπο για να καταρτίσει έγκυρα ορισμένες δικαιοπραξίες απαιτείται η συναίνεση του δικαστικού συμπαραστάτη του.
            Σε δικαστική συμπαράσταση υποβάλλεται ο ενήλικος: 1. Όταν λόγω ψυχικής ή διανοητικής ταραχής ή λόγω σωματικής αναπηρίας αδυνατεί εν όλω ή εν μέρει να φροντίζει μόνος για τις υποθέσεις του. 2. Όταν λόγω ασωτίας, τοξικομανίας ή αλκοολισμού εκθέτει στον κίνδυνο της στέρησης τον εαυτό του, το σύζυγό του, τους κατιόντες ή τους ανιόντες του.
            Την υποβολή προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση μπορεί να ζητήσει ο ίδιος ο πάσχων, ο σύζυγός του, οι γονείς του, τα τέκνα του, ο εισαγγελέας και ο επίτροπος ανηλίκου, που διανύει το τελευταίο έτος της ανηλικότητας, εφόσον συντρέχουν οι όροι της δικαστικής συμπαράστασης. Επίσης η υποβολή προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση μπορεί να αποφασισθεί και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο.
            Ο νόμος θεωρεί ουσιαστικά ανίκανους για δικαιοπραξία και όσους δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής τους. Τα πρόσωπα αυτά δεν τα κατατάσσει ο νόμος στην κατηγορία των ανίκανων για δικαιοπραξία, αλλά κηρύσσει άκυρη τη δήλωση της βούλησής τους, με συνέπεια βέβαια την ακυρότητα της όλης δικαιοπραξίας.
            Οι ανήλικοι, όπως προαναφέρθηκε, έχουν περιορισμένη δικαιοπρακτική ικανότητα, η οποία ποικίλλει ανάλογα με την ηλικία τους. Έτσι: ο ανήλικος, που έχει συμπληρώσει το 10ο έτος της ηλικίας του και μέχρι το 14ο, είναι ικανός μόνο για δικαιοπραξίες από τις οποίες μόνο έννομο όφελος μπορεί να έχει. Μπορεί π.χ. ο ανήλικος από τα 10 μέχρι τα 14 χρόνια του να αποδεχτεί δωρεά ή να αποκτήσει την κυριότητα κινητών πραγμάτων με παράδοση. Δεν μπορεί όμως να καταρτίσει καμιά αμφοτεροβαρή δικαιοπραξία (π.χ. αγοραπωλησία), αλλά ούτε και ετεροβαρή από την οποία πιθανώς θα έχει υποχρεώσεις (π.χ. χρησιδάνειο), ούτε να αποδεχτεί ή να αποποιηθεί κληρονομιά. Εάν, παρά τον νόμο, ο δεκάχρονος και μέχρι δεκατεσσάρων ετών ανήλικος καταρτίσει δικαιοπραξία από την οποία προκύπτουν υποχρεώσεις, αυτή είναι άκυρη.
            Ο ανήλικος, που συμπλήρωσε το 14ο έτος της ηλικίας του έχει την ικανότητα να διαθέτει ελεύθερα ότι κερδίζει από την εργασία του ή ότι του έχει δοθεί για δική του χρήση ή ελεύθερη διάθεση (άρθρα 135, 136 Α.Κ.). Σε καμιά όμως περίπτωση δεν μπορεί να τα διαθέσει με διαθήκη, γιατί ικανοί για τη σύνταξη διαθήκης είναι μόνο οι ενήλικοι.
            Επίσης ο ανήλικος που συμπλήρωσε το 15ο έτος της ηλικίας του έχει την ικανότητα να συνάπτει σύμβαση εργασίας ως μισθωτός, εφόσον βέβαια δεν αντιδρούν τα πρόσωπα που ασκούν την επιμέλεια του. Το 15ο έτος της ηλικίας καθιερώθηκε ως κατώτατο όριο ηλικίας για την εργασία με διεθνή σύμβαση εργασίας προς την οποία εναρμονίστηκε ο Α.Κ.
           
β) Δήλωση βουλήσεως

Απαραίτητη προϋπόθεση για να καταρτιστεί μια δικαιοπραξία είναι η δήλωση, δηλαδή η εξωτερίκευση της βουλήσεως εκείνου που δικαιοπρακτεί. Η δήλωση της βουλήσεως μπορεί να είναι ρητή (ή άμεση) και σιωπηρή (ή έμμεση). Ρητή είναι η δήλωση που γίνεται με λέξεις ή πράξεις που εκδηλώνουν άμεσα τη θέληση κάποιου προσώπου π.χ. δηλώνω στον Α προφορικά ή έγγραφα ή και με νεύματα ακόμη ότι του πουλώ ένα αντικείμενο αντί κάποιας τιμής και αυτός με τον ίδιο τρόπο μου απαντά ότι το αγοράζει. Σιωπηρή είναι η δήλωση που συμπεραίνεται έμμεσα από κάποιες πράξεις που έχουν άλλο σκοπό π.χ. αφήνω άπρακτη την προθεσμία για αποποίηση της κληρονομιάς, οπότε συμπεραίνεται η θέλησή μου να αποδεχτώ την κληρονομιά.
            Η δήλωση της βουλήσεως μπορεί να είναι αυτοπρόσωπη, να γίνει δηλαδή από τον ίδιο τον δικαιοπρακτούντα ή μέσω του αντιπροσώπου του, που ενεργεί για λογαριασμό του. 


γ) Συμφωνία μεταξύ δηλώσεως και βουλήσεως
           
            Είναι απαραίτητο η δήλωση αυτή να συμφωνεί κα με τη θέληση του προσώπου που δικαιοπρακτεί, διαφορετικά υπάρχει διάσταση μεταξύ δηλώσεως και βουλήσεως. Η διάσταση αυτή μπορεί να είναι εκούσια (ηθελημένη) ή ακούσια (αθέλητη).
            Εκούσια διάσταση μεταξύ δηλώσεως και βουλήσεως υπάρχει κατ’αρχήν στις περιπτώσεις εκείνες όπου η δήλωση της βουλήσεως γίνεται χάριν αστείου, π.χ. ενώ παίζουμε με μια παρέα λέω ξαφνικά στην Α ότι της χαρίζω το δακτυλίδι μου. Η κυριότερη όμως περίπτωση ηθελημένης διάστασης μεταξύ δηλώσεως και βουλήσεως είναι η περίπτωση της εικονικότητας.
Εικονική δήλωση της βουλήσεως ή εικονική δικαιοπραξία είναι αυτή που γίνεται φαινομενικά, όχι στα σοβαρά. Η εικονική δικαιοπραξία είναι απολύτως άκυρη. Π.χ. ο Α πωλεί στον Β το αυτοκίνητο του για να αποφύγει την κατάσχεσή του από δανειστές του και συγχρόνως συμφωνεί μαζί του ότι η πώληση αυτή είναι εικονική, γίνεται μόνο φαινομενικά. Η πώληση αυτή είναι άκυρη, θεωρείται σαν να μην έγινε και δεν παράγει έννομα αποτελέσματα. Στην περίπτωση όμως αυτή ορίζει ο νόμος ότι η εικονικότητα δεν βλάπτει τους καλόπιστους τρίτους, δηλαδή αυτούς που συναλλάσσονται χωρίς να τη γνωρίζουν. Π.χ. αν ο Β πωλήσει το αυτοκίνητο που εικονικά αγόρασε από τον Α στον Γ και ο Γ αγνοεί αυτή την εικονικότητα, έγκυρα το αγοράζει και γίνεται κύριος του αυτοκινήτου.

Η εικονικότητα όμως είναι απαράδεκτη, όταν αναφέρεται σε δικαιοπραξίες που ενδιαφέρουν τη δημόσια τάξη και γίνονται με τη σύμπραξη της αρχής π.χ. γάμος, αναγνώριση παιδιού που γεννήθηκε εκτός γάμου, υιοθεσία κλπ. Οι δικαιοπραξίες αυτές και όταν ακόμη γίνονται εικονικά είναι έγκυρες.

            Ακούσια είναι η διάσταση όταν το πρόσωπο που δικαιοπρακτεί (δηλώνει) δεν την ήθελε. Δηλαδή η διάσταση αυτή δεν είναι θελημένη (ευσυνείδητη) αλλά γίνεται λόγο πλάνης, απάτης ή απειλής.
            Πλάνη είναι η άγνοια ή λαθεμένη γνώση της πραγματικότητας. Η δήλωση βουλήσεως που γίνεται λόγω πλάνης καθιστά τη δικαιοπραξία ακυρώσιμη. Σύμφωνα με τον αστ. κώδικα για να ακυρωθεί μια δικαιοπραξία λόγω πλάνης απαιτούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
            α) Να υπάρχει η πλάνη με την οποία εξομοιώνεται και η πλήρης άγνοια.
            β) Η πλάνη να υπάρχει κατά το χρόνο της κατάρτισης της δικαιοπραξίας και
            γ) Η πλάνη να είναι ουσιώδης:Ουσιώδης είναι, κατά τον αστ. κώδικα, η πλάνη όταν αναφέρεται ση σημείο τέτοιας σπουδαιότητας για την όλη δικαιοπραξία ώστε, αυτός που πλανήθηκε, αν γνώριζε την αληθινή κατάσταση των πραγμάτων, δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία. Έτσι ουσιώδης πλάνη υπάρχει στις εξής περιπτώσεις: 1) Όταν κάποιος από παραδρομή χρησιμοποιεί άλλες λέξεις ή σημεία από εκείνα που ήθελε να περιέχει η δήλωση του (π.χ. κατά τον προσδιορισμό της τιμής του πράγματος που πωλώ αντί να γράφω 100 δρχ. το τεμάχιο γράφω 10). 2) Όταν η πλάνη αναφέρεται στις ιδιότητες του πράγματος ή του προσώπου ως λ.χ. αγοράζω ένα κόσμημα που το εκλαμβάνω για χρυσό ενώ αυτό είναι επίχρυσο. Επίσης νοικιάζω το διαμέρισμα μου στην Α που την εκλαμβάνω ως σύζυγο του Β ενώ αυτή είναι φίλη του. 3) Όταν η πλάνη αναφέρεται στο περιεχόμενο της δικαιοπραξίας ως λ.χ. στο ποσό, στον τρόπο παροχής, τον τόπο και το χρόνο κλπ. Π.χ. Αποδέχομαι την πώληση του πράγματος από το Β με λέρες χάρτινες ενώ πρόκειται για χρυσές λίρες.
            Επουσιώδης είναι η πλάνη όταν αφορά τα παραγωγικά αίτια ή της βουλήσεως, δηλαδή τις συνθήκες εκείνες στις οποίες στηρίχθηκε το πρόσωπο που δικαιοπρακτεί για να σχηματίσει τη βούληση του. Π.χ. Αγοράζω ένα οικόπεδο γιατί πιστεύω ότι θα ανοιχτεί μπροστά από αυτό μια πλατεία, πράγμα που ποτέ δεν πραγματοποιείται. Στην περίπτωση αυτή η πλάνη είναι επουσιώδης και δεν μπορεί να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας.
            Απάτη είναι κάθε συμπεριφορά από πρόθεση που τείνει να παράγει ή ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση, είτε η συμπεριφορά αυτή συνίσταται σε παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, είτε σε απόκρυψη ή αποσιώπηση ή ατελή ανακοίνωση των αληθινών γεγονότων. Εν συντομία απάτη είναι η δόλια παραπλάνηση άλλου σε δήλωση βουλήσεως. Π.χ. ο Κ πείθει το Λ ότι ο ζωγραφικός πίνακας που του πωλεί είναι πρωτότυπο και όχι αντίγραφο και Λ, αφού εξαπατήθηκε, τον αγοράζει. Η αγοραπωλησία στην περίπτωση αυτή είναι ακυρώσιμη.
            Απειλή σημαίνει εκφοβισμός ή βία. Η βία μπορεί να είναι σωματική ή ψυχολογική. Στη σωματική βία δεν υπάρχει στην πραγματικότητα δήλωση βουλήσεως και για το λόγο αυτό η δικαιοπραξία είναι άκυρη, ανύπαρκτη. Π.χ. υπογράφει κάποιος μια σύμβαση με το χέρι του που σέρνεται βίαια από τον αντισυμβαλλόμενο. Ο αστ. κώδικας αναφέρεται μόνο στην ψυχολογική βία (πίεση) που επιφέρει ή απειλή. Τέτοια ψυχολογική βία υπάρχει όταν κάποιος ενδίδει σε εκείνον που εκβιάζει για να αποφύγει το κακό που απειλήθηκε.
            Για να αποτελέσει η απειλή λόγο ακύρωσης της δικαιοπραξίας θα πρέπει να συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
            α) Το κακό που απειλείται να στρέφεται κατά του προσώπου ή της περιουσίας εκείνου που απειλήθηκε ή κατά των προσώπων με τα οποία συνδέεται αυτός στενότατα.
            β) Η απειλή να γίνεται με σκοπό να προκαλέσει τη δήλωση της βούλησης του απειλούμενου και να ήταν άμεση αιτία της.
            γ) Η απειλή να είναι παράνομη ή να αντίκειται στα χρηστά ήθη. Π.χ. απειλώ τον Α ότι θα τον σκοτώσω αν δεν μου δανείσει 200.000 δρχ,
            Αν συντρέχουν οι πιο πάνω προϋποθέσεις το πρόσωπο που απειλήθηκε ή πλανήθηκε ή απατήθηκε μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο την ακύρωση της δικαιοπραξίας και αποζημίωση σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικοπραξιών. Αντί αυτού το πρόσωπο που απειλήθηκε ή πλανήθηκε ή απατήθηκε μπορεί να αποδεχτεί τη δικαιοπραξία και να ζητήσει μόνο την ανόρθωση της ζημίας.
           

δ) τήρηση απαιτούμενου τύπου

            Ο αστικός κώδικας (άρθρο 158) καθιερώνει το άτυπο των δικαιοπραξιών. Έτσι η κατάρτιση μιας δικαιοπραξίας δεν απαιτεί κατά κανόνα τύπο. Κατεξαίρεση όμως ορισμένες δικαιοπραξίες είναι τυπικές, χρειάζονται δηλαδή ορισμένο τύπο. Αν δεν τηρηθεί ο τύπος αυτός η δικαιοπραξία είναι άκυρη. Δικαιολογητικός λόγος του τύπου είναι, είτε να προφυλάξει του συμβαλλόμενους από απερίσκεπτες ή εσπευσμένες ενέργειες, είτε να εξασφαλίσει ευχερή την ανάπτυξη της δικαιοπραξίας, είτε να προστατεύσει τρίτον είτε, τέλος, να διακρίνει την οριστική σύμβαση από το στάδιο του προσύμφωνου.
            Ως τύπο ο αστικός κώδικας θεωρεί το ιδιωτικό έγγραφο, το συμβολαιογραφικό έγγραφο και την έκθεση που συντάσσεται ενώπιον της αρχής μετά από σχετική δήλωση.
            Η δικαιοπραξία για την οποία δεν τηρήθηκε ο νόμιμος τύπος είναι άκυρη. Από τους τύπος που επιβάλλει ο νόμος ο πιο απλός είναι το ιδιωτικό έγγραφο. Για ορισμένες όμως περιπτώσεις δεν αρκεί το ιδιωτικό έγγραφο αλλά θα πρέπει να τηρηθεί ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου.
            Τυπικές δικαιοπραξίες που απαιτούν συμβολαιογραφικό έγγραφο είναι κυρίως κατά τον αστικό κώδικα:
            α) Η ιδρυτική πράξη.
            β) Η σύμβαση που έχει ως αντικείμενο τη σύσταση, αλλοίωση ή κατάργηση εμπράγματου δικαιώματος σε ακίνητο.
            γ) Η μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου.
            δ) Η σύσταση δωρεάς.
            ε) Η σύσταση πραγματικών δουλειών.
            στ) Η μακροχρόνια (άνω των 9 χρόνων) μίσθωση ακινήτου.
            Τέλος, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις ο νόμος απαιτεί η δήλωση να γίνεται σε δικαστική ή άλλη δημόσια αρχή ως λ.χ. η δήλωση αποποίησης της κληρονομιάς καθώς και η αποδοχή της κληρονομιάς «επ’ ωφελεία απογραφή» στο γραμματέα του αρμόδιου δικαστηρίου κλπ. 

ε) Περιεχόμενο σύμφωνα με το νόμο και τα χρηστά ήθη.

Για να είναι έγκυρη μια δικαιοπραξία θα πρέπει το περιεχόμενο της να μην αντίκειται στο νόμο ή τα χρηστά ήθη. Διαφορετικά η δικαιοπραξία είναι άκυρη.
            Η δικαιοπραξία είναι άκυρη όταν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου. Το ίδιο πρέπει να δεχτούμε και στην περίπτωση που η δικαιοπραξία επιχειρείται κατά καταστρατήγηση του απαγορευτικού νόμου. Π.χ. οι συμβαλλόμενοι για να αποφύγουν τη βαριά φορολογία της δωρεάς ακινήτου εμφανίζουν τη δικαιοπραξία (σύμβαση) αυτή ως πώληση για την οποία η φορολογία είναι ελαφρύτερη.
            Επίσης άκυρη είναι η δικαιοπραξία όταν το περιεχόμενο της αντιβαίνει στα χρηστά ήθη. Χρηστά ήθη είναι οι περί ηθικής αντιλήψεις του μέσου συνετού κοινωνικού ανθρώπου σε δεδομένο χώρο και χρόνο. Η νομολογία ως χρηστά ήθη θεωρεί τις επιταγές της κοινωνικής ηθικής που επικρατεί και γενικότερα τις θεμελιώδεις ηθικές, πνευματικές, πολιτιστικές, οικονομικές και λοιπές αντιλήψεις πάνω στις οποίες στηρίζεται η δεδομένη κοινωνία π.χ. υπόσχεση ανταλλάγματος για τη δημιουργία σαρκικών σχέσεων, για την αλλαγή θρησκεύματος κλπ.
            Μεταξύ των δικαιοπραξιών που αντιβαίνουν στα χρηστά ήθη ο αστ. κώδικας υπογραμμίζει ιδιαίτερα τις αισχροκερδείς δικαιοπραξίες (άρθρο 179).
            Αισχροκερδής είναι η δικαιοπραξία εκείνη που κάποιος εκμεταλλευόμενος την ανάγκη, κουφότητα ή απειρία του άλλου πετυχαίνει περιουσιακά ωφελήματα, δυσανάλογα μεγαλύτερα από αυτά που προσφέρει. Π.χ. ο Α εκμεταλλευόμενος την ανάγκη του Β για την εξεύρεση χρημάτων για τη θεραπεία του άρρωστου παιδιού του αγοράζει την τηλεόρασή του αντί του εξευτελιστικού ποσού των δρχ. 3.000 ενώ η πραγματική αξία της ανέρχεται σε 60.000 δρχ.

                    Παθολογία της δικαιοπραξίας


Η παθολογία (ανίσχυρο) της δικαιοπραξίας μπορεί να εμφανιστεί με τις ακόλουθες μορφές.

1. Ανυπόστατη δικαιοπραξία είναι η δικαιοπραξία όταν λείπουν ουσιώδη στοιχεία του πραγματικού της και είναι βέβαιο ότι η έλλειψη αυτή δεν πρόκειται να θεραπευτεί. Δηλαδή στην περίπτωση αυτή, η μορφή της δικαιοπραξίας που αξιώνει το δίκαιο λείπει ή είναι ατελής. Π.χ. ο Α πωλεί στον Β ένα αυτοκίνητο χωρίς να αναφέρεται στην πώληση (δικαιοπραξία) το τίμημα. Η ανυπόστατη δικαιοπραξία είναι ανύπαρκτη και δεν παράγει κανένα έννομο αποτέλεσμα.

2. Άκυρη δικαιοπραξία είναι δικαιοπραξία όταν για διαφόρους λόγους δεν μπορεί να παράγει τα έννομα αποτελέσματά της. Η άκυρη δικαιοπραξία υπάρχει σαν πραγματικό γεγονός και αυτό την διακρίνει από την ανυπόστατη που είναι ανύπαρκτη. Οι λόγοι ακυρότητας είναι ποικίλοι και μπορεί να αναφέρονται στην ικανότητα για δικαιοπραξία, στην έλλειψη τύπου κλπ. Το άρθρο 174 ορίζει ότι η «Δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη».

Η ακυρότητα μπορεί να είναι αρχική ή επιγενόμενη ανάλογα αν το ελάττωμα υπάρχει κατά τη στιγμή της κατάρτισης ή μεταγενέστερα. Επίσης η ακυρότητα μπορεί να είναι ολική ή μερική ανάλογα αν αφορά ολόκληρη τη δικαιοπραξία ή μέρος της.
Κυριότερη διάκριση της ακυρότητας είναι σε απόλυτη και σχετική.

Απόλυτη είναι η ακυρότητα όταν μπορεί να την επικαλεστεί οποιοδήποτε πρόσωπο, δηλαδή όχι μόνο οι συναλλασσόμενοι αλλά και όσοι έχουν έννομο συμφέρον. Συνήθως τέτοια ακυρότητα συνεπάγεται η παράβαση διάταξης που τέθηκε για εξυπηρέτηση του γενικότερου συμφέροντος. Π.χ. δικαιοπραξία που είναι αντίθετη με το νόμο ή τα χρηστά ήθη. Το δικαστήριο την ακυρότητα αυτή τη λαμβάνει αυτεπάγγελτα υπόψη.

Σχετική είναι η ακυρότητα όταν μπορεί να την επικαλεστούν μόνο ορισμένα πρόσωπα τα οποία ήθελε να προστατεύσει ο νόμος με τη διάταξη που παραβιάστηκε (π.χ. από τον ανήλικο, από εκείνο που τελεί σε δικαστική αντίληψη κλπ). Η σχετική ακυρότητα δεν εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο αλλά θα πρέπει να προταθεί από το πρόσωπο υπέρ του οποίο έχει τεθεί. Μέχρι να γίνει επίκληση της ακυρότητας η σχετική άκυρη δικαιοπραξία παράγει κανονικά τα έννομα αποτελέσματά της.

Άκυρες δικαιοπραξίες έχουμε: όταν κάποιος δικαιοπρακτεί χωρίς δικαιοπρακτική ικανότητα, ή όταν δεν έχει ικανότητα για τις συγκεκριμένες δικαιοπραξίες που κάνει, σε περίπτωση μερικής δικαιοπρακτικής ικανότητας, σε περίπτωση εικονικής δικαιοπραξίας, όταν δεν τηρείται ο απαιτούμενος τύπος και όταν το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας είναι αντίθετο με το νόμο.
  
3. Ακυρώσιμη δικαιοπραξία είναι η δικαιοπραξία που επιφέρει τα έννομα αποτελέσματά της μέχρι ότου ακυρωθεί με δικαστική απόφαση. Δηλαδή η ακυρώσιμη δικαιοπραξία είναι καταρχήν έγκυρη αλλά λόγω ορισμένου ελαττώματός της μπορεί να καταστεί άκυρη. Η ακυρώσιμη δικαιοπραξία μετά την ακύρωσή της εξομειώνεται «προς της αρχήθεν άκυρον». Αποκλειστικούς λόγους ακυρωσίας αποτελούν η πλάνη, η απάτη και η απειλή. Την ακύρωση της δικαιοπραξίας μπορούν να ζητήσουν μόνο εκείνος που πλανήθηκε, απατήθηκε ή απειλήθηκε ή οι κληρονόμοι του.

ΠΡΟΣΘΕΤΟΙ ΟΡΟΙ ΣΕ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΑ

1. Αίρεση είναι ο όρος που προστίθεται σε δικαιοπραξία με τον οποίο η ενέργειά της εξαρτάται από γεγονός μέλλον και αβέβαιο. Π.χ. θα σου δωρήσω το αυτοκίνητο μου αν λάβεις την άδεια οδήγησης , ή αν λάβεις το πτυχίο της ιατρικής.
Οι αιρέσεις διακρίνονται σε αναβλητικές και διαλυτικές.

Αναβλητική είναι η αίρεση όταν μέχρι την πραγματοποίησή της αναβάλλεται η παραγωγή των αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας, τα οποία επέρχονται μόνο αν και όταν συμβεί το μέλλον και αβέβαιο γεγονός. Έτσι στο πιο πάνω παράδειγμα της δωρεάς του αυτοκινήτου η δωρεά αναβάλλεται μέχρι τη λήψη της άδειας οδήγησης ή του πτυχίου της ιατρικής.

Διαλυτική είναι η αίρεση όταν τα αποτελέσματα της δικαιοπραξίας παράγονται αμέσως, αλλά ανατρέπονται όταν επέλθει το γεγονός που συνιστά την αίρεση.
Κατά κανόνα όλες οι δικαιοπραξίες επιδέχονται αίρεση. Κατεξαίρεση όμως ορισμένες δικαιοπραξίες δεν επιδέχονται αίρεση επειδή είτε αυτό απαγορεύεται από το νόμο ή τα χρηστά ήθη, είτε αντίκεινται προς τη φύση της δικαιοπραξίας κλπ. Τέτοιες δικαιοπραξίες είναι η συναίνεση σε γάμο, η εκούσια αναγνώριση, η αποδοχή ή αποποίηση κληρονομιάς κλπ.

2. Προθεσμία είναι γεγονός μέλλον αλλά βέβαιο, από το οποίο οι δικαιοπρακτούντες εξαρτούν τα αποτελέσματα της δικαιοπραξίας. Π.χ. ο Α νοικιάζει το σπίτι του και συμφωνεί με το ενοικιαστή Κ να του το παραδώσει ένα μήνα μετά την κατάρτιση της μίσθωσης. Η προθεσμία διαφέρει από την αίρεση στο ότι η επέλευση του μελλοντικού γεγονότος είναι βέβαιη ενώ στην αίρεση είναι αβέβαιη.

Όπως οι αιρέσεις, έτσι και οι προθεσμίες χωρίζονται σε αναβλητικές και διαλυτικές ανάλογα αν τα αποτελέσματά της δικαιοπραξίας αρχίζουν ή παύουν από ορισμένο χρονικό διάστημα.


Η ΜΗ ΑΥΤΟΠΡΟΣΩΠΗ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΑΣ

Υπάρχουν περιπτώσεις που ένα πρόσωπο λόγω νομικών (π.χ. ανικανότητα για δικαιοπραξία) ή πραγματικών (π.χ. ασθένεια) λόγων δεν μπορεί ή δεν θέλει να ενεργήσει αυτοπρόσωπα. Στις περιπτώσεις αυτές χρησιμοποιείται ο θεσμός της αντιπροσώπευσης ή αντιπροσωπείας. Με το θεσμό αυτό επιτυγχάνεται η ενέργεια νομικών πράξεων και ειδικότερα η κατάρτιση δικαιοπραξιών με άλλο πρόσωπο. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι υπάρχουν ορισμένες δικαιοπραξίες ως λ.χ. ο γάμος, η υιοθεσία, η εκούσια αναγνώριση τέκνου και η διαθήκη, που δεν επιτρέπεται αντιπροσώπευση.

Η αναπλήρωση του προσώπου με άλλο πρόσωπο μπορεί να γίνεται είτε από το νόμο (νόμιμη αντιπροσώπευση) είτε να πηγάζει από τη βούληση του προσώπου να αντιπροσωπευτεί από άλλο πρόσωπο (εκούσια αντιπροσώπευση).
Η εκούσια αντιπροσώπευση διακρίνεται, ανάλογα με τον τρόπο με τον οποίο ενεργεί ο αντιπρόσωπος σε άμεση και έμμεση.

Άμεση αντιπροσώπευση υπάρχει όταν ο αντιπρόσωπος καταρτίζει τη δικαιοπραξία στο όνομα του αντιπροσωπευόμενου και στα όρια της εξουσίας για αντιπροσώπευση έτσι ώστε τα αποτελέσματά της να επέρχονται άμεσα στο πρόσωπο του αντιπροσωπευόμενου. Ο αντιπρόσωπος θα πρέπει να καταρτίζει τη δικαιοπραξία στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου.

Η δικαιοπραξία να καταρτίζεται στα όρια της εξουσίας του αντιπροσώπου για αντιπροσώπευση. Η έκταση της εξουσίας καθορίζεται από τη σύμβαση με την οποία παρέχεται η εξουσία για αντιπροσώπευση (η σύμβαση αυτή λέγεται εντολή) ή από τη μονομερή δικαιοπραξία που λέγεται πληρεξουσιότητα.
Έμμεση αντιπροσώπευση υπάρχει όταν ο αντιπρόσωπος επιχειρεί τη δικαιοπραξία στο όνομά του αλλά για λογαριασμό άλλου (του αντιπροσωπευόμενου)έτσι ώστε τα αποτελέσματά της να επέρχονται στο πρόσωπο του αντιπροσώπου και με ιδιαίτερη δικαιοπραξία μεταξύ τους (αντιπρόσωπος και αντιπροσωπευόμενος) να μεταβιβάζονται στον αντιπροσωπευόμενο.

Πληρεξουσιότητα είναι η μονομερής δικαιοπραξία με την οποία παρέχεται η εξουσία για αντιπροσώπευση, δηλαδή για την κατάρτιση δικαιοπραξιών για λογαριασμό και στο όνομα του αντιπροσωπευόμενου. Το έγγραφο με το οποίο παρέχεται η εξουσία για αντιπροσώπευση ονομάζεται πληρεξούσιο ή εξουσιοδότηση. Η πληρεξουσιότητα παρέχεται με δήλωση είτε προς τον αντιπρόσωπο είτε προς τον τρίτο με τον οποίο επιχειρείται η δικαιοπραξία. Η δήλωση αυτή υπόκειται συνήθως στον τύπο της δικαιοπραξίας για την οποία δόθηκε η εξουσία για αντιπροσώπευση.

Η πληρεξουσιότητα μπορεί να είναι γενική, δηλαδή να αναφέρεται σε όλες τις δικαιοπραξίες ή σε μια ομάδα δικαιοπραξιών του αντιπροσωπευόμενου, ή ειδική, δηλαδή να αναφέρεται σε συγκεκριμένες δικαιοπραξίες.

Λόγους παύσεως της πληρεξουσιότητας αποτελούν:

α) Η ανάκληση της πληρεξουσιότητας που γίνεται με μονομερή δήλωση προς τον πληρεξούσιο ή τους τρίτους.
β) Ο θάνατος του αντιπροσωπευόμενου ή του πληρεξούσιου εφόσον δεν συνάγεται το αντίθετο.
γ) Η λήξη της έννομης σχέσης πάνω στην οποία στηρίζεται η πληρεξουσιότητα.
δ) Η παραίτηση του πληρεξουσίου που γίνεται με μονομερή δήλωση στον αντιπροσωπευόμενο.
ε) Η επερχόμενη ανικανότητα για δικαιοπραξία, είτε του πληρεξουσίου είτε του αντιπροσωπευόμενου και
στ) Η δικαστική απόφαση με την οποία ακυρώνεται το πληρεξούσιο έγγραφο.

Η δικαιοπραξία που επιχειρείται μετά την παύση της πληρεξουσιότητας ή έξω από τα όρια της εξουσίας που είχε δοθεί στον αντιπρόσωπο, είναι ισχυρή και δεσμεύει τον αντιπροσωπευόμενο εφόσον ενεργήθηκε από τον πληρεξούσιο χωρίς να γνωρίζει την παύση της πληρεξουσιότητας. Εάν ο πληρεξούσιος γνώριζε, ο αντιπροσωπευόμενος έχει δυνατότητα είτε να εγκρίνει εκ των υστέρων τη δικαιοπραξία αυτή και να αποδεχθεί να επαχθούν τα αποτελέσματά της στο πρόσωπό του, είτε να αρνηθεί αυτή τη δικαιοπραξία και να απαιτήσει αποζημίωση από τον αντιπρόσωπο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: