Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2012

ΘΈΜΑΤΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΥ ΠΟΥ ΠΕΦΤΟΥΝ ΣΤΗΝ ΣΧΟΛΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ!


1) Αντικήνσορες: έργο, μέθοδος
Η ευθύνη για τη διδασκαλία της επιστήμης του δικαίου την ιουστινιάνεια περίοδο ανήκει στους αντικήνσορες. Οι καθηγητές αυτοί, στο πλαίσιο των παραδόσεων τους για τους Έλληνες ή για τους ελληνόφωνους φοιτητές, καθιστούν το λατινικό κείμενο της κωδικοποίησης προσιτό στους ακροατές τους ακολουθώντας σε γενικές γραμμές την εξής τεχνική: Προηγείται μια λεπτομερής εισήγηση στο λατινικό χωρίο που δεν αποτελεί όμως μετάφραση κατά λέξη. Εκεί παρεμβάλλονται επεξηγήσεις αναγκαίες για την κατανόηση του κειμένου που κάθε φορά έχει ως αντικείμενο η διδασκαλία. Με την βοήθεια του index επιχειρούν οι φοιτητές τη μετάφραση του λατινικού κειμένου. Αν το συγκεκριμένο κείμενο παρουσιάζει σοβαρές δυσκολίες, ο καθηγητές διευκολύνει τους φοιτητές, δίνοντάς τους την απόδοση μεμονωμένων όρων στα ελληνικά. Είναι η λεγόμενη «κατά πόδα ερμηνεία». Μετά τη μετάφραση έρχεται η σειρά των παραγραφών που είναι διάφορες επεξηγηματικές παρατηρήσεις στο κείμενο, το ρητόν. Οι παραγραφές περιέχουν παραπομπές δηλαδή συναφείς διατάξεις. Μια μορφή παραπομπών μπορεί να συνοδεύει και τον index. Πρόκειται για τα παράτιτλα. Επισημαίνουμε ότι το διδακτικό έργο των αντικηνσόρων μας είναι γνωστό μόνο από τις σημειώσεις των φοιτητών τους γιατί οι ίδιοι δεν αποτύπωσαν γραπτώς την διδασκαλία τους. Στο σύνολο των βυζαντινών συλλεκτικών και κωδικοποιητικών έργων όλα τα νομικά κείμενα της πρώιμης περιόδου που είχαν συνταχθεί στα λατινικά εμφανίζονται με τη μορφή και το περιεχόμενο που τους έδωσαν οι αντικήνσορες, οι οποίοι συνέδεσαν στο πρόσωπό τους κωδικοποίηση, φιλολογία και διδασκαλία και δικαίως θεωρούνται οι δημιουργοί του βυζαντινού δικαίου.
2) Μορφές Διαιτησίας *s.o.s.*
Το φυσικό δικαίωμα του ατόμου για καταφυγή σε διαιτησία είναι τόσο παλιό όσο και οι ανθρώπινες κοινωνίες.  Ο αρχηγός της κοινωνικής ομάδας που ανήκουν οι διάδικοι ή κάποιο άλλο μέλος της καλείται να επιλύσει τη διαφορά και να επαναφέρει την ειρήνη εντός της ομάδας.  Ο φυσικός αυτός διαιτητής ή δικαστής περιβάλλεται από δικαιοδοτικές εξουσίες που του έχουν αναγνωριστεί λόγω προσωπικού του κύρους ενώ η απόφαση του είναι εκτελεστή χάρη στην πίεση της κοινωνικής ομάδας που ανήκουν τα μέρη.
Κατά το αρχικό αυτό στάδιο αλλά και μεταγενέστερα, η καταφυγή σε διαιτητική παρέμβαση δεν ανταγωνίζεται την εξουσία των πολιτειακών δικαιοδοτικών οργάνων.  Η ανάγκη αποκατάστασης της κοινωνικής ειρήνης αφενός και ο ερμητισμός των ελληνικών πόλεων στο πεδίο της απονομής της δικαιοσύνης αφετέρου, κατέστησαν τη διαιτησία εσωτερική και διεθνή, σε πρακτική ιδιαίτερα διαδεδομένη και εκτιμούμενη από τους Αρχαίους.
Το αττικό δίκαιο γνωρίζει δύο είδη διαιτησίας την δημόσια και την ιδιωτική.
Δημόσια διαιτησία: Οι δημόσιοι ή αιρετοί διαιτητές αναφέρονται από τον Αριστοτέλη μεταξύ των κληρωτών αρχών της πόλεως. Ως δημόσιοι διαιτητές κληρώνονται πολίτες που έχουν συμπληρώσει το 60ο έτος, η δε άρνησή τους να αναλάβουν τα καθήκοντα του διαιτητή επισύρει την ποινή της ατιμίας. Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, οι αρμοδιότητες των αιρετών διαιτητών είναι ιδιαίτερα εκτεταμένες: κάθε υπόθεση με αντικείμενο άνω των δέκα δραχμών περιέρχεται στους διαιτητές που προσπαθούν να συμβιβάσουν τα μέρη εάν δεν επιτύχουν δικάζουν και εκδίδουν απόφαση η οποία για να είναι δεσμευτική πρέπει να γίνει δεκτή και από τα δύο μέρη.  Η προσφυγή στους αιρετούς διαιτητές δεν είναι αποτέλεσμα ιδιωτικής συμφωνίας αλλά είναι υποχρεωτική σε ορισμένες υποθέσεις και οι δημόσιοι διαιτητές δεν επιλέγονται από τα μέρη αλλά ορίζονται από το κράτος. Επιπλέον η απόφαση τους είναι δεσμευτική μόνο εφόσον την αποδέχονται και τα δύο μέρη αλλιώς η υπόθεση πάει δικαστικώς.
Το θεσμό της διαιτησίας συναντάμε και εκτός Αθηνών και σε άλλες ελληνικές πόλεις πχ Αμοργός όπου οι υποθέσεις πριν εισαχθούν προς κρίση στο αστικό δικαστήριο ή δικαστήριο τρίτης πόλης, εισάγονται ενώπιον των διαλλακτών (εδώ διαιτητών) που είτε καταδικάζουν σε καταβολή χρηματικού ποσού είτε πείθουν τους διαδίκους σε συμβιβασμό. Η μη συμμόρφωση προς την διαιτητική απόφαση επισύρει τη δίωξη του μη συμμορφουμένου. Σε περίπτωση που η διαιτησία δεν οδηγήσει σε απόφαση, οι διαλλάκτες κρίνουν αν η υπόθεση θα πάει δικαστικώς.
Ιδιωτική διαιτησία: Όσον αφορά την ιδιωτική διαιτησία προηγείται η πρόσκληση του αντιπάλου, η συμφωνία διαιτησίας χωρίς  ο νόμος να ορίζει είναι προφορική ή έγγραφη, ενώπιον μαρτύρων ή χωρίς να περιβληθεί καμία δημοσιότητα. Αν τα μέρη ανήκουν στον ίδιο κοινωνικό-επαγγελματικό χώρο ο έγγραφος τύπος της συμφωνίας είναι περιττός. Αν αντίθετα, είναι από διαφορετικούς χώρους τότε η συμφωνία διαιτησίας περιβάλλεται από έγγραφο τύπο και προβλέπονται σε αυτήν όλα τα επιμέρους στοιχεία της διαιτητικής διαδικασίας από τον ορισμό του ή των διαιτητών μέχρι και την εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης. Αντίθετα από την πολιτειακή δικαιοδοσία που κατά κανόνα περιορίζεται σε πολίτες, η διαιτητική διαδικασία επεκτείνεται σε ένα ευρύτερα ευρύ κύκλο προσώπων: πολίτες, μέτοικοι ή ξένοι, εκ γενετής ελεύθεροι ή απελεύθεροι, άνδρες ή γυναίκες, ενήλικες ή ανήλικοι, όλοι έχουν πρόσβαση στην διαιτητική οδό για να λύσουν τις διαφορές τους.
Όπως και για τα μέρη, έτσι και για τον διαιτητή, η ιδιότητα του πολίτη της πόλεως δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ανάληψη καθηκόντων διαιτητή. Με εξαίρεση τις γυναίκες και τους δούλους, κάθε πρόσωπο νομιμοποιείται να αναλάβει την εξωδικαστική επίλυση μιας ιδιωτικής διαφοράς.
Αντίθετα με τη δημόσια διαιτησία, η ιδιωτική διαιτησία είναι ένα έργο που για να παιχτεί ως το τέλος απαιτεί ειρηνικό σκηνικό. Οι αντίπαλοι εγκαταλείπουν τα όπλα για να αφεθούν στις συμβουλές του κοινωνικού και οικογενειακού περίγυρου. Είναι επίλυση διαφορών από φίλους αντί της προσφυγής στα δικαστήρια.
Αφού μεσολαβήσει η σχετική συμφωνία των μερών, η διαιτητική διαδικασία αρχίζει την προκαθορισμένη ώρα και τόπο. Ενώ η δημόσια διαιτησία δίνει αφορμή για ένα δημόσιο θέαμα, εδώ πραγματοποιείται κεκλεισμένων των θυρών. Συνιστά υπόθεση «μεταξύ φίλων» που υποχρεούνται να τηρήσουν το καθήκον εχεμύθειας και να μην διαδώσουν όσα περιέλθουν στη γνώση τους κατά τη διάρκεια της διαδικασίας.
Η συμφωνία διαιτησίας περιλαμβάνει κατά κανόνα τη ρήτρα εκτελεστότητας της απόφασης η οποία δεσμεύει τα μέρη καμιά φορά και ενόρκως ότι θα σεβαστούν την απόφαση που θα εκδώσει ο διαιτητής. Το εκτελεστό των διαιτητικών αποφάσεων προκύπτει εμμέσως από τον ίδιο τον αθηναϊκό νόμο που καθιστά αμετάκλητες τις  αποφάσεις των ιδιωτικών διαιτητών.


3)  Επιστροφή των προικώων στο ρωμαϊκό δίκαιο.
Αξιοπερίεργο είναι ότι ενώ το ρωμαϊκό δίκαιο ρύθμιζε την σύσταση της προίκας δεν προέβλεπε την περίπτωση επιστροφής της από τον σύζυγο. Βέβαια τα διαζύγια ήταν σπάνια και ο φυσικός τρόπος λύσης ήταν ο θάνατος ενός από τους δύο συζύγους.  Σύμφωνα με ένα  νόμο του Ρωμύλου ο σύζυγος μπορούσε να αποπέμψει τη σύζυγο και να κρατήσει τα προικώα αν διέπραττε μοιχεία, αν δηλητηρίαζε παιδί της ή άλλαζε ένα αγνοία του συζύγου το κλειδί του σπιτιού. Αλλιώς ο σύζυγος σε περίπτωση διαζυγίου υποχρεωνόταν να επιστρέψει το μισό του ύψους της προίκας στη σύζυγο ενώ το υπόλοιπο προσφερόταν ως θυσία στους θεούς. Τα ήθη όμως άρχιζαν να αλλάζουν τον 3ο αιώνα και τα διαζύγιο πολλαπλασιάζονταν και το 230 μ. Χ. η ρωμαϊκή κοινωνία συγκλονίζεται από ένα σκανδαλώδες διαζύγιο. Ο σύζυγος απόπεμψε τη σύζυγο λόγω στειρότητας και δεν επέστρεφε και τη προίκα. Ο απόηχος του σκανδάλου ήταν τόσο έντονος που οδήγησε τους ρωμαίους σε θέσπιση μέτρων υπέρ της γυναίκας. Στην αρχή η προστασία αυτή περιήλθε την ίδια τη γαμήλια συμφωνία με την εισαγωγή ρήτρας προσφεύγοντας στο δικαστήριο. Ούτε όμως αυτή η λύση εξασφάλιζε την επιστροφή της προίκας της γυναίκας. Προκειμένου να πληρωθεί το κενό θεσπίστηκε ένα από τα διάσημα και μακρόβια ένδικα βοηθήματα του ρωμαϊκού δικαίου, η αγωγή περιουσιακών στοιχείων της συζύγου. Χάρη σε αυτήν ο δικαστής εκδίδει απόφαση με γνώμονα την καλή πίστη και επιείκεια.  Ενώ αρχικά η αγωγή νομιμοποιείται να εγείρει μόνο η σύζυγος, σε περίπτωση αναίτιας αποπομπής της, μετά το πεδίο εφαρμογής του ένδικου βοηθήματος διευρύνεται και χορηγείται ακόμα και στον προικοδότη πατέρα.

4) Τι γνωρίζετε για τους νομοκανόνες.
Περισσότερο πλούσια υπήρξε η νομική φιλολογική παραγωγή στον εκκλησιαστικό χώρο. Από τις μονόπλευρες συλλογές των μέσων του 6ου αιώνα που περιείχαν μόνο νόμους είτε μόνο κανόνες, οι μεικτές συλλογές απείχαν μόνο ένα βήμα. Το βήμα έγινε πριν το τέλος του 6ου αιώνα και το αποτέλεσμα ήταν οι νομοκανόνες. Αυτοί συνδύαζαν νόμους εκκλησιαστικού περιεχομένου και κανόνες δηλαδή συναφές νομοθετικό υλικό διαφορετικής μεν προέλευσης αλλά της ίδιας τυπικής ισχύος. Ο χρονικώς πρώτος νομοκανόνας που έμεινε γνωστός ως νομοκανών σε 50 τίτλους ήταν η σταδιακή συνένωση της Συναγωγής σε 50 τίτλους και ιουστινιάνειων νόμων. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ηρακλείου συντάχθηκε ο δεύτερος βυζαντινός νομοκανών, ο λεγόμενος νονοκανών σε 14 τίτλους που ανήκει στις σημαντικότερες πηγές του δικαίου της Ανατολικής Εκκλησίας.  Ως βάση χρησιμοποιήθηκε το Σύνταγμα σε 14 τίτλους με ενσωμάτωση διατάξεων της εκκλησιαστικής νομοθεσίας του Ιουστινιανού. Συντάκτης του νομοκανόνα είναι ένας νομικός των χρόνων του Ηρακλείου ο νεότερος Ανώνυμος, ο επιλεγόμενος Εναντιοφανής. Ο νομοκανόνας υπέστη στους επόμενους αιώνες διαδοχικές επεξεργασίες για την προσθήκη νέου υλικού, μία πρώτη ο νομοκανών Φωτίου και μια στα τέλη του 11ου αιώνα από τον βέστη Θεόδωρο. Με την τελευταία μορφή χρησιμοποιήθηκε πολύ στην απονομή της δικαιοσύνης.



5) Τι γνωρίζετε για τον Δωδεκάδελτο Νόμο; *s.o.s.*
Από τους σημαντικότερους νόμους ο Δωδεκάδελτος νόμος των μέσων του 5ου αιώνα π.Χ. και ο Ακουίλιος νόμος του 3ου ή 2ου αιώνα π.Χ. Τα δύο αυτά νομοθετήματα υπήρξαν ιδιαίτερα μακρόβια (ο Δωδεκάδελτος ίσχυσε μέχρι τους χρόνους του Ιουστινιανού). Κατά τους Ρωμαίους ιστορικούς, ο Δωδεκάδελτος νόμος προέκυψε από τη διαμάχη μεταξύ πατρικίων και πληβείων. Οι πληβείοι διαμαρτύρονταν για την αυθαιρεσία των αρχόντων εξαιτίας της έλλειψης νομοθεσίας. Το 455 π.Χ. μετά από πρόταση του δημάρχου των πληβείων η Σύγκλητος αναθέτει σε τριμελή επιτροπή τη μελέτη άλλων έννομων τάξεων , σύμφωνα με τη παράδοση της Αθήνας και της σολώνειας νομοθεσίας, νομοθεσιών που ίσχυαν στις ελληνικές πόλεις της Κάτω Ιταλίας και Σικελίας.  Βέβαια η ελληνική επίδραση αμφισβητείται από τους ιστορικούς που υποστηρίζουν ότι στο νομοθέτημα περιληφθήκαν παλαιότεροι και άγραφοι νόμοι του αρχαϊκού ρωμαϊκού δικαίου.  Λίγα χρόνια αργότερα το 451 π.Χ. ορίζεται από την Συνέλευση δεκαμελής επιτροπή αποτελούμενη αποκλειστικά από πατρίκιους στην οποία ανατίθεται η σύνταξη ενός κώδικα.  Στο διάστημα αυτό παύθηκαν προσωρινώς όλες οι άλλες αρχές της Ρώμης και στην συντακτική επιτροπή ανατέθηκαν όλες οι κρατικές εξουσίες. Οι πατρίκιοι ολοκλήρωσαν το έργο τους που αποτελείται από δέκα πινακίδες (δέλτους) πάνω στις οποίες είχαν καταγραφεί οι διατάξεις του νομοσχεδίου.  Κρίθηκε όμως ότι το σχέδιο ήταν ελλειπές και για τη συμπλήρωσή του ορίστηκε νέα δεκαμελής επιτροπή από πατρίκιους και πληβείους που συνέταξε ακόμα δύο δέλτους. Δημοσιεύτηκε το 449/8 π.Χ. στη Ρωμαϊκή Αγορά.  Ο Δωδεκάδελτος δεν έχει σωθεί ακέραιος. Το περιεχόμενό του το γνωρίζουμε αποσπασματικό από μαρτυρίες.  Περιελάμβανε συνοπτικά (α) δικονομικές διατάξεις (γενικές προϋποθέσεις δίκης, κλήτευση, ομολογία, έκδοση και εκτέλεση απόφασης) (β) διατάξεις οικογενειακού δικαίου (σύναψη γάμου, διαζύγιο, γνησιότητα τέκνων, επιτροπεία και επιμέλεια, χειραφεσία αρρένων κατιόντων) (γ) διατάξεις εμπράγματου δικαίου (κυριότητα ακινήτων, μεταβίβαση ακινήτων, παραγραφή) (δ) διατάξεις ενοχικού δικαίου (προσωπική εγγύηση για χρηματικό δάνειο, δημιουργία ενοχικής δέσμευσης) (ε) ιδιωτικά αδικήματα (αδικήματα κατά προσώπου και περιουσίας και ποινές)  (στ) Διαθήκη και εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή (η διαθήκη μετατρέπεται σε δικαιοπραξία του οικογενειακού και του περιουσιακού δικαίου) και (στ) Δημόσια αδικήματα (ανθρωποκτονία, εμπρησμός, ψευδομαρτυρία, μαγεία). Οι δύο τελευταίος και μεταγενέστερες δέλτοι είναι προϊόν πολιτικών διαπραγματεύσεων μεταξύ πατρικίων και πληβείων.  Στους πληβείους επιτρέπεται πια το συνέρχεσθαι, απαγορεύεται η εκτέλεση ανθρώπου χωρίς δικαστική απόφαση και επιβεβαιώνεται το δικαίωμα προσφυγής στην κρίση του λαού προσώπων που καταδικάστηκαν σε θάνατο ή βαριές σωματικές ποινές.  Ο Δωδεκάδελτος εισάγει, τέλος, την αρχή σύμφωνα με την οποία ο νεότερος νόμος καταργεί αυτοδικαίως τον παλαιότερο. Επειδή όμως ο Δωδεκάδελτος δεν στηρίχθηκε σε θεμελιώδεις διατάξεις του ρωμαϊκού δικαίου αλλά σε επιμέρους διατάξεις αυτού μπορούμε να υποθέσουμε ότι δεν κατάργησε κάθε προγενέστερη του διάταξη.  Ο νέος νόμος όντας δεσμευτικός για πληβείους και πατρίκιους ήρθε να πληρώσει κενά της ρωμαϊκής έννομης τάξης του 5ου αιώνα π.Χ.



6) Tι γνωρίζετε για την «κεφαλική ποινή» στο Βυζάντιο
(είδη, εξέλιξη, τρόποι εκτέλεσης της ποινής);
Το πρώιμο βυζαντινό δίκαιο παρέλαβε τη θανατική ποινή σε όλη της την έκταση, περιλαμβανομένων και των εξιδιασμένων μορφών της από το ρωμαϊκό δίκαιο. Τη θέση του αποκεφαλισμού με πέλεκυ ή ξίφος που αποτελούσε το κανόνα, έπαιρναν συχνά απάνθρωπες μέθοδοι εκτέλεσης της ποινής, τις οποίες ακόμη και η χριστιανική διδασκαλία δεν μπόρεσε να εξαφανίσει. Στο ιουστινιάνειο δίκαιο η ποινή του θανάτου ήταν σε ημερήσια διάταξη, ο τρόπος εκτέλεσης αν δεν προβλεπόταν από τον νόμο, καθοριζόταν από τον δικαστή. Σημειωτέον, ότι ο όρος «κεφαλική ποινή» δεν σήμαινε πάντα την ποινή του θανάτου, επειδή νοούνται και άλλες ποινές όπως καταναγκαστικά έργα σε ορυχεία και μεταλλεία, βαριά μορφή εξορίας που από άποψη αποτελεσμάτων πλησίαζαν την θανατική.
Οι συντάκτες της Εκλογής προσπάθησαν να περιορίσουν τόσο τις ακρότητες του νόμου όσο και τις αυθαιρεσίες της πρακτικής, καθορίζοντας το ύψος της ποινής για κάθε μεμονωμένη πράξη με όσο γινόταν μεγαλύτερη ακρίβεια.  Στο πλαίσιο αυτής της προσπάθειας αντικατέστησαν τη θανατική ποινή σε πολλά αδικήματα με άλλες ποινές.  Με εξαίρεση δύο περιπτώσεις, τον εμπρησμό με πρόθεση που η πράξη αυτή επέσυρε την ποινή του θανάτου και η ληστεία με φόνο μέσα στη πόλη είχε ως ποινή τον απαγχονισμό με «φούρκα». Το σύστημα των ποινών της Εκλογής δεν μεταβλήθηκε στους επόμενους αιώνες χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι διατάξεις τηρήθηκαν με θρησκευτική ευλάβεια.

7) Τα φονικά δικαστήρια στην Αρχαία Αθήνα *s.o.s.*
Θα μπορούσαμε να ταξινομήσουμε τα λεγόμενα «φονικά δικαστήρια» στα ακόλουθα:
(α) Του Αρείου Πάγου ή της Βουλής του Αρείου Πάγου η οποία δίκαζε τις ανθρωποκτονίες εκ προθέσεως και πρόκλησης σωματικής βλάβης καθώς και τα αδικήματα εμπρησμού και της χορήγησης δηλητηριώδους ουσίας εφόσον ο δράστης ενήργησε με ανθρωποκτόνο πρόθεση και το θύμα είχε την ιδιότητα του πολίτη. Το όνομά της το πήρε από τον ομώνυμο λόφο, όπου και συνεδρίαζε και τα μέλη της ήταν από αυτούς που είχαν διατελέσει στους εννέα άρχοντες, έπρεπε όμως να αποδειχτούν άμεμπτοι και υπεύθυνοι στη διαχείριση της δημόσιας εξουσίας και να λογοδοτήσουν για το έργο που έκαναν.
(β) Το Παλλάδιο, στο οποίο δικάζονταν από 51 εφέτες οι δίκες ακουσίου φόνου καθώς και η εκούσια  ανθρωποκτονία που θα μπορούσε να αποδοθεί ως εκ προμελέτης απόπειρα φόνου με άδηλο ή μη τετελεσμένο αποτέλεσμα, καθώς και οι φόνοι δούλων, μετοίκων και ξένων. Συνεδρίαζε εκτός των τείχων της πόλεως κοντά στο ναό του Ολυμπίου Διός.
(γ) Το Δελφίνιο, στο οποίο δικάζονταν οι υποθέσεις δίκαιου φόνου.  Σύμφωνα με σχετικό νόμο, η θανάτωση ενός προσώπου δεν επισύρει κυρώσεις αν διαπράχθηκε κατά τη διάρκεια αθλητικών αγώνων και χωρίς τη βούληση του δράστη, μετά από επίθεση του θύματος (άμυνα), σε πολεμικές συνθήκες αν ο δράστης πέρασε το θύμα για εχθρό και τέλος, θεωρείται δίκαιος ο φόνος του εραστή της συζύγου, μητέρας, αδελφής, θυγατέρας ή παλλακίδας του δράστη που θα συλλάβει τους μοιχούς επ΄ αυτοφόρω.
(δ) Της Φρεάττου, που αποτελούσε ιδιόμορφο δικαστήριο εξαιτίας της παραμονής του κατηγορούμενου επί πλοιαρίου στη θάλασσα και των δικαστών στην ξηρά και δίκαζε τους καταδικασμένους ήδη σε εξορία για διαπραχθέντα ακούσιο φόνο, στην περίπτωση που κατηγορούνταν για νέο εκούσιο φόνο ή τραυματισμό (με πρόθεση).
(ε) Του Πρυτανείου, με όχι σαφή ιδιαίτερα δικαστικά χαρακτηριστικά, στο οποίο δίκαζε ο βασιλέας με τους φυλοβασιλείς των τεσσάρων αρχαίων αθηναϊκών φυλών χωρίς να είναι διευκρινισμένο αν συμμετείχαν και σε ποιο βαθμό οι φυλοβασιλείς και οι εφέτες. Αρμοδιότητα του η εκδίκαση ανθρωποκτονίας από άγνωστο δράστη, καθώς και οι περιπτώσεις κατά τις οποίες ο θάνατος προκαλείται από ζώο ή από την πτώση αντικειμένου. Δεν απέβλεπε στην καταδίκη ή στην απαλλαγή του δράστη αλλά στην εξάλειψη του μιάσματος που προκάλεσε ο βίαιος θάνατος ενός προσώπου από δράστη άγνωστο ή στερούμενο λόγου πχ ζώο.

8) Μνηστεία κατά το Βυζάντιο.
Η εξέλιξη του θεσμού του γάμου στις διαδοχικές περιόδους της ιστορίας του Βυζαντίου, είναι άμεσα συνδεδεμένη με την επιδίωξη της Εκκλησίας να επιβάλει την κυριαρχία της στο χώρο αυτό.  Οι προϋποθέσεις ήταν (α) η νόμιμη ηλικία δηλαδή η συμπλήρωση του 12ου έτους για τα κορίτσια και του 14ου έτους για τα αγόρια (β) η συναίνεση των μελλονύμφων (γ) η συναίνεση του εξουσιαστή τους – πατέρα – αν ήταν υπεξούσιοι και (δ) η τήρηση του νόμιμου τύπου. Οι ίδιες προϋποθέσεις ίσχυαν και για την μνηστεία. Συγκεκριμένα ο Λέων με δύο Νεαρές απαίτησε για την μνηστεία την ίδια νόμιμη ηλικία. Αιτία ήταν ότι η Εκκλησία είχε αρχίσει να ιερολογεί και τη μνηστεία. Δεν απόκλειε όμως ο Λέων και τη μνηστεία μεταξύ επτάχρονων. Από τις σχετικές δικαστικές αποφάσεις προκύπτει ότι δεν ήταν σπάνιο οι προϋποθέσεις να μην τηρούνταν (στις περιπτώσεις παιδικών γάμων σημαντικό ρόλο έπαιζαν λόγοι οικονομικοί) με αποτέλεσμα την ακύρωση των γάμων αν οι ενδιαφερόμενοι κατέφευγαν στα δικαστήρια ή το ελάττωμα ήταν αντιληπτό από την εκκλησιαστική συνήθως αρχή. Πάντως αν το κορίτσι δεν είχε κλείσει τα δώδεκα (εκεί γινόταν συνήθως η παρανομία) η παράταση της συμβίωσης μέχρι τη συμπλήρωση της νόμιμης ηλικίας ισχυροποιούσε το γάμο. Με πολλές διατάξεις ρυθμιζόταν το θέμα της συναίνεσης του πατέρα – εξουσιαστή, ενώ με την Εκλογή προβλεπόταν συναίνεση των γονέων δίνοντας υπεροχή και στο ρόλο της μητέρας.

9) Σωματικές ποινές στο Βυζάντιο
(α) Ο ακρωτηριασμός. Στην Εκλογή προβλέπεται ο ακρωτηριασμός μελών του σώματος για πολλά εγκλήματα συνήθως μέσης βαρύτητας. Κατά κανόνα το μέλος που ακρωτηριάζεται είναι εκείνο με το οποίο διαπράχθηκε το έγκλημα πχ σε ψευδορκία κοπή της γλώσσας, στην πρόκληση θανατηφόρων τραυμάτων αφαίρεση του ενός χεριού. Αποκοπή γεννητικού οργάνου απειλείται μόνο κατά των κτηνοβατών. Σε όλα τα υπόλοιπα εκτός από τα τιμωρούμενα με θάνατο αδικήματα, κοπή της μύτης. Η εμφάνιση του ακρωτηριασμού ως ποινής χάνεται στα βάθη των αιώνων.  Πρέπει να θεωρηθεί ως ειδική ποινή ανταπόδοσης. Με τον ακρωτηριασμό απέβλεπε η έννομη τάξη στη μείωση της επικινδυνότητας του δράστη και στη φυσική του δυνατότητα να το επαναλάβει.  Επιπλέον με τη ποινή αυτή εξασφαλίζεται ίση ποινή και στα δύο φύλα. Η τύφλωση ήταν ποινή για εγκλήματα κατά της αυτοκρατορικής εξουσίας. (β) Η  μαστίγωση. Η ποινή του σωματικού κολασμού εμφανίζεται στα βυζαντινά εγχειρίδια του 8ου – 10ου αιώνα τόσο ως κύρια ποινή όσο και ως παρεπόμενη. Στην τελευταία περίπτωση συνδυάζεται με εξορία ή με ακρωτηριασμό. Η ορολογία που χρησιμοποιείται ποικίλλει.  Συνήθως δεν καθόριζε ο νομοθέτης με ακρίβεια ο αριθμός των κτυπημάτων. Στο ρωμαϊκό δίκαιο ήταν η ποινή της μαστίγωσης διαδεδομένη, αλλά με κάποιες διακρίσεις. Άλλη μορφή είχε η εκτέλεση της ποινής στους δούλους κα άλλη επί των ελεύθερων προσώπων. Αλλά και από τους ελεύθερους μόνο οι φτωχοί ήταν δυνατό να υποβληθούν σε ατιμωτική ποινή, όπως η μαστίγωση. Στην Εκλογή καταβλήθηκε προσπάθεια για περιορισμό των διακρίσεων. Ένα παράδειγμα ήταν ενός έγγαμου που προνεύει τιμωρούνταν με 12 ραβδισμούς ανεξάρτητα αν ήταν πλούσιος ή φτωχός.
(γ) Το κούρεμα. Το κόψιμο των μαλλιών αποτελούσε για τους βυζαντινούς ηθική μείωση, για αυτό συχνά χαρακτηρίζεται στις πηγές ως ατιμωτικό. Η ποινή αυτή εμφανίζεται σχεδόν πάντα ως ποινή παρεπόμενη.  Σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις αποτελούσε αυτοτελή ποινή.

10) Χαρακτηριστικά αρχαϊκών πολιτευμάτων
Ανάμεσα στο έργο όλων των νομοθετών, υπάρχουν οι ίδιες προτεραιότητες: μέσω της νομοθεσίας επιδιώκεται να τεθεί τέλος σε μια διχόνοια που ενέσκηψε στο εσωτερικό της κοινωνικής ομάδας και να αποκατασταθεί η κοινωνική ειρήνη. Οι κρίσεις της εποχής οφείλονται σε διαμάχες μεταξύ αριστοκρατικών οικογενειών για κατάληψη εξουσίας είτε σε δυσκολίες της αγροτικής τάξης λόγω της κατάτμησης των ιδιοκτησιών μέσα από αλλεπάλληλες κληρονομικές διαδοχές ή λόγω χρεών. Από μαρτυρίες για το έργο των νομοθετών προκύπτει ότι τα πρόσωπα αυτά κατέγραψαν κανόνες κοινωνικής συμπεριφοράς, από πουθενά δεν προκύπτει ότι ήταν κώδικες. Οι αρχαϊκοί νομοθέτες νομοθετούν μέσω από το θεσμικό πλαίσιο της δραστηριότητάς τους που χρησιμοποιούσαν οι ίδιοι οι Αρχαίοι: διαλλάκτης ή τύραννος. Ως διαλλάκτης ο νομοθέτης εξουσιοδοτείται να συμφιλιώσει μέσω της νομοθεσίας. Ως τύραννος νομοθετεί κυρίως για την τάξη που τον έφερε στην εξουσία. Οι αρχαϊκοί νομοθέτες δεν έσπευσαν να κωδικοποιήσουν το άγραφο δίκαιο στο σύνολό του. Οι διατάξεις καταγράφηκαν χωρίς να χάσουν την ατομικότητά τους και σε καμιά περίπτωση δεν σχημάτισαν κώδικα. Σε αυτούς τους κανόνες προστέθηκαν και άλλοι που άνηκαν στο παλιό άγραφο δίκαιο ή νεοσύστατες διατάξεις.  Η ασφάλεια δικαίου που επεδίωξαν οι αρχαϊκοί νομοθέτες μέσω της κατάργησης των αντιφατικών διατάξεων προκαλεί δυόμισι αιώνες μετά τον θαυμασμό του Δημοσθένη. Καταργούνται οι αντίθετοι νόμοι προκειμένου σε κάθε αντικείμενο να υπάρχει μόνο ένας νόμος έτσι ώστε και οι αδαείς ιδιώτες να μη βρίσκονται σε μειονεκτική θέση έναντι των ειδημόνων. Με το έργο των νομοθετών γίνεται εμφανής η σχέση μεταξύ πολιτειακού καθεστώτος και κυριαρχίας του νόμου, ο οποίος αρχίζει να αποδεσμεύεται από τη θρησκεία. Οι μεταρρυθμίσεις των αρχαϊκών χρόνων απέβλεπαν στην αποκατάσταση της κοινωνικής ειρήνης και δικαιοσύνης.

11) Ρύθμιση σχέσεων νόμων και κανόνων από το Λέοντα Στ’
Η Ανακάθαρση συνεχίστηκε από το γιο του Βασιλείου, τον Λέοντα τον Σοφό, από άποψη νομοθετικής εργασίας ο πιο παραγωγικός αυτοκράτορας μετά τον Ιουστινιανό. Από τις πρώτες του ενέργειες υπήρξε η αναθεώρηση της κωδικοποίησης του πατέρα του. Η ύλη στο νέο κείμενο κατανεμήθηκε σε 60 βιβλία στα οποία δόθηκε η ονομασία Βασιλικά. Παράλληλα με την επεξεργασία των Βασιλικών, για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που προέκυπταν κατά αυτήν, εξέδωσε ο Λέων πολλές νεαρές. Εκτός από τέσσερις μεμονωμένες σώζεται μια συλλογή με 113 νεαρές που εκδόθηκαν μεμονωμένες και κωδικοποιήθηκαν αργότερα ίσως και με εντολή του Λέοντος.  Στην προσπάθειά του να εξομαλύνει τη διάστασή του με την εκκλησιαστική ηγεσία λόγω της τετραγαμίας του, ο Λέων εξέδωσε αργότερα ένα νέο νομοθέτημα, τον Πρόχειρο Νόμο που εμφανίστηκε ως αναθεώρηση της Εισαγωγής. Στο κείμενο αυτό παραλείφθηκαν όλα τα μέρη που αναφέρονταν στην οργάνωση του Κράτους και τις σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας. Από τα τελευταία χρόνια του Λέοντος προέρχεται το Επαρχικό Βιβλίο μια συλλογή κανονισμών σχετιζόμενο με τον Έπαρχο της πόλης, αρμόδιο για την εποπτεία των επαγγελματικών και των διαφόρων συντεχνιών.

12) Εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή στο αρχαίο ελληνικό και ελληνιστικό δίκαιο. *thema*
Οι διαθήκες των ελληνιστικών χρόνων καταρτίζονται εγγράφως και αποτελούνται από δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος ο διαθέτης χρησιμοποιεί τυπικές εκφράσεις ότι το έγγραφο συντάχθηκε ενώπιον συμβολαιογράφου. Το δεύτερο μέρος αρχίζει με τη φράση «έχοντας σώας τας φρενός»  και περιλαμβάνει διατάξεις τελευταίας βούλησης που αφορούν είτε το σύνολο της περιουσίας είτε μέρος αυτής, την εγκατάσταση κληρονόμου ή κληροδόχου, την επιβολή υποχρεώσεων στους νόμιμους κληρονόμους, τον ορισμό εκτελεστή διαθήκης, επιτρόπου ανηλίκων τέκνων ή της συζύγου, τη σύσταση προίκας κλπ. Συχνά η διαθήκη περιλαμβάνει ρήτρα περί μη προσβολής της. Ικανότητα σύνταξης διαθήκης αναγνωρίζεται στους αρρένες ενηλίκους. Όσον αφορά τις γυναίκες η σύνταξη διαθήκης είναι κάτι ασυνήθιστο. Σε αρκετές περιπτώσεις όμως οι σύζυγοι συντάσσουν από κοινού διαθήκη. Οι διατάξεις τελευταίας βούλησης έχουν χαρακτήρα ανακλητό. Η δυνατότητα ανάκλησης προβλέπεται μέσω ειδικής ρήτρας της διαθήκης. Για να είναι έγκυρη η ανάκληση είτε πρέπει να αναφέρεται στη νέα διαθήκη είτε να συνταχθεί ειδικό έγγραφο ανάκλησης ή ο διαθέτης να αποσύρει το έγγραφο της διαθήκης από τον συμβολαιογράφο όπου φυλάσσεται.
Κατά τους ελληνιστικούς χρόνους για την επαγωγή της κληρονομιάς απαιτείται η σχετική δήλωση αποδοχής και απογραφής της κληρονομιάς από τον κληρονόμο στις αρμόδιες αρχές με παρουσία μαρτύρων προκειμένου να αναγνωριστεί ως κληρονόμος και να πληρώσει και τον αναλογούντα φόρο κληρονομιάς. Αντίθετα από ότι ίσχυε στους κλασικούς χρόνους, στη διαδικασία αυτή υποβάλλονται και οι κατιόντες του αποβιώσαντος.

13) Το συναινετικό διαζύγιο στο Βυζάντιο. *s.o.s.*
Στο προϊουστινιάνειο δίκαιο ίσχυε η γνωστή αρχή ότι το γάμος ήταν ελεύθερα διαλυτός με την κοινή συναίνεση των συζύγων. Ούτε οι νεαρές 22.4 και 98.2.1 του Ιουστινιανού απομακρύνθηκαν από την αρχή αυτή. Όμως λίγο αργότερα, το 541 μάλλον κάτω από την πίεση της Εκκλησίας, απαγόρευσε με τη νεαρά 117.10 τη συναινετική λύση του γάμου με μόνη εξαίρεση την περίπτωση της επιλογής του μοναχικού βίου. Τους παραβάτες έπλητταν μεν σοβαρές περιουσιακές κυρώσεις αλλά η διάλυση του γάμου ήταν ισχυρή για το λόγο της έλλειψης γαμικής διάθεσης και επομένως μπορούσαν οι τέως σύζυγοι να συνάψουν νέο γάμο. Η ατέλεια αυτή οδήγησε τον αυτοκράτορα 15 χρόνια αργότερα στην ανανέωση της νεαράς με την προσθήκη ότι οι παραβάτες εγκλείονταν σε μοναστήρι και αποκτούσαν με κουρά τη μοναχική ιδιότητα, πράγμα που τους απέκλειε τη σύναψη νέου γάμου. Η αυστηρή όμως αυτή ρύθμιση δεν διάρκεσε πολύ.  Μετά την άνοδο του ανιψιού του Ιουστινιανού επέστρεψε το συναινετικό διαζύγιο και όσοι έλυναν τον γάμο τους απαλλάσσονταν πια από τις κυρώσεις.
Στη νεαρά του 566 οι σύζυγοι μπορούσαν να λύσουν τον γάμο τους επειδή δαίμονας μπήκε ανάμεσά τους και τους προκαλούσε αδιάλλακτο μίσος. Με την επίκληση αυτού του λόγου επέστρεψε το συναινετικό διαζύγιο. Η νεαρά αυτή πρέπει να ίσχυσε όλο τον 7ο αιώνα. Περί τα τέλη αυτού του αιώνα, η έντονη αντίδραση της Εκκλησίας με τον κανόνα 87 της Πενθέκτης Συνόδου απείλησε βαριές ποινές εναντίον όσων έλυναν τον γάμο τους χωρίς συγκεκριμένο λόγο. Έτσι συναντάμε την κατάργηση της νεαράς του Ιουστίνου στην Εκλογή. Η κατάργηση όμως ήταν έμμεση. Προβλέφθηκαν δηλαδή ελάχιστοι λόγοι διαζυγίου και ορίστηκε ότι πέρα από αυτούς δεν ίσχυε κανένας άλλος.  Φαίνεται πως μετά την έκδοση της Εκλογής κάθε προσπάθεια συναινετικής λύσης του γάμου ήταν μάταιοι. Έτσι οι ενδιαφερόμενοι επινόησαν ένα τέχνασμα για να καταστρατηγήσουν τον νόμο. Άρχισαν οι σύζυγοι να γίνονται ανάδοχοι των ίδιων τους των παιδιών, με αυτόν τον τρόπο δημιουργείτο ανάμεσά τους ανατρεπτικό κώλυμα γάμου εκ των υστέρων λειτουργούσε ως λόγος διαζυγίου.
Για ένα διάστημα δεκαετιών επικράτησε κλίμα ανοχής. Υπάρχουν και ενδείξεις προσπάθειας να νομοθετηθεί πάλι το συναινετικό διαζύγιο. Πάντως το 819/820 εκδόθηκε από τον αυτοκράτορα Λέοντα Ε΄ και το γιο του Κωνσταντίνο, νεαρά, με την οποία θεσπίστηκαν βαρύτατες κυρώσεις όσων με τέχνασμα ή γενικότερα έκαναν δεύτερο γάμο, κατορθώνοντας να λύσουν τον προηγούμενο. 
Προς το τέλος του ίδιου αιώνα η Εισαγωγή του αυτοκράτορα Βασιλείου Α΄ περιέλαβε διάταξη που επέτρεπε το συναινετικό διαζύγιο μόνο για να γίνουν οι σύζυγοι μοναχοί και επομένως καταργούσε την διάταξη της Εισαγωγής.  Η ίδια αρχή επικράτησε και στα Βασιλικά όπου καταχωρίστηκε μόνο η νεαρά 134.11 με την αυστηρή απαγόρευση της 117.10.
Στην ύστερη περίοδο 12ο αιώνα εμφανίζεται λύση γάμου με το λόγο το αμοιβαίο μίσος και ενδεχομένως αυτή η πρακτική αποτέλεσε αναβίωση του συναινετικού διαζυγίου.

14) Οι πραίτορες και ο ρόλος τους στη διαμόρφωση του Ρωμαϊκού Δικαίου.
Η ολιγονομία του ρωμαϊκού δικαίου στα θέματα ιδιωτικού δικαίου αντισταθμίζεται από την ανάπτυξη ενός νομολογιακής προέλευσης δικαίου που αποτελείται από τις αποφάσεις απονομής ένδικης προστασίας που εκδίδουν οι πραίτορες. Ξεκινώντας τη θητεία του, κάθε άρχοντας είχε την εξουσία να απευθυνθεί στο λαό και να ανακοινώσει με ποιο τρόπο θα ασκήσει τα καθήκοντά του.  Κατά την ανάληψη των καθηκόντων τους, οι πραίτορες εξέδιδαν ένα δικαστικό πρόγραμμα (formula) ενώ κατά τη διάρκεια της ετήσιας θητείας τους εξέδιδαν μεμονωμένες διατάξεις για θέματα που υποβάλλονταν στην κρίση τους. Το σύστημα των πραιτορικών formulae ήρθε να πληρώσει τα κενά στη απονομή της δικαιοσύνης  από την εφαρμογή παλαιότερων ένδικων βοηθημάτων, τα οποία ασκούνταν αποκλειστικά σε ρωμαίους και αν υπήρχε η παραμικρή απόκλιση στον τύπο συνεπαγόταν με απόρριψη του ένδικου βοηθήματος. Ο αρμόδιος άρχων  είχε τη δυνατότητα να χορηγήσει ένδικη προστασία ανεξάρτητα από την ιθαγένεια των διαδίκων. Νομοθετική ρύθμιση της formulae πραγματοποιήθηκε αργότερα με δύο νομοθετήματα. Με το πρώτο διευρύνθηκε το πεδίο εφαρμογής της και με το δεύτερο τα παλαιότερα ένδικα βοηθήματα συρρικνώθηκαν στο έσχατο. Η δυνατότητα αυτή των πραιτόρων να παρέχουν ένδικη προστασία συνέβαλε σε αναγνώριση νέων ιδιωτικών δικαιωμάτων που δεν υπήρχαν πριν. Με την πάροδο του χρόνου, ένα τμήμα του πραιτορικού δικαίου άρχισε να επαναλαμβάνεται από πραίτορα σε πραίτορα μέχρι που στα μέσα του 2ου αιώνα το πραιτορικό δίκαιο άρχισε να μην ανανεώνεται και μετά στις αρχές της αυτοκρατορικής περιόδου το σύστημα των formulae είχε να ανταγωνιστεί την απονομή της δικαιοσύνης από τον αυτοκράτορα που μονοπώλησε το ενδιαφέρον από κει και μετά.

16)Τρόποι ανάληψης της αυτοκρατορικής εξουσίας στο Βυζάντιο.
Φορέας κάθε εξουσίας μέσα στο βυζαντινό κράτος ήταν ο αυτοκράτορας. Νομοθετούσε κατά σχεδόν ανεξέλεγκτο τρόπο (δοθέντος ότι υπήρχαν κάποια όρια αλλά όχι θεσμοθετημένα), ήταν ο ανώτατος δικαστής και βρισκόταν στην κορυφή της κρατικής ιεραρχίας, πολιτικής και στρατιωτικής.
Αν χήρευε, ο θρόνος, γινόταν εκλογή ουσιαστική, με κύριους συντελεστές το στρατό, ως το 450, και τη σύγκλητο ως το 610. Το επόμενο μετά την εκλογή στάδιο ήταν η αναγόρευση δηλαδή η ανακήρυξη σε Αύγουστο, ενέργεια που αποτελούσε την προϋπόθεση για την άσκηση της αυτοκρατορικής εξουσίας. Η αναγόρευση συνδεόταν με τελετουργικό τυπικό που ποικίλε ανάλογα με τον πολιτειακό παράγοντα, στρατό ή σύγκλητο που ήταν αρμόδιος για την εκλογή.
Η τελευταία φάση ήταν η στέψη του νέου αυτοκράτορα που γινόταν σε αυτοτελή τελετή, όπου έπαιζε κύριο ρόλο ο πατριάρχης. Η στέψη δεν αντικατέστησε μεν την αναγόρευση, ως τυπική προϋπόθεση για την άσκηση της εξουσίας, δεν στερείτο όμως τελείως και νομικής σημασίας ιδίως στις περιπτώσεις που η κατάληψη του θρόνου γινόταν μετά από επαναστατική ενέργεια γιατί η σύμπραξη του Πατριάρχη νομιμοποιούσε τον νέο αυτοκράτορα.
Ήδη από την πρώιμη περίοδο εμφανίζεται στην πράξη η προσπάθεια για την καθιέρωση μιας μορφής κληρονομικής διαδοχής. Στις περιπτώσεις αυτές δε λάβαινε χώρα εκλογή, υποδείκνυε ο αυτοκράτορας ως διάδοχό του στενό του συγγενή εξ αίματος ή εξ αγχιστείας. Η ιδέα αυτής της κληρονομικής διαδοχής κέρδιζε κατά τη μέση περίοδο έδαφος χωρίς όμως να νομοθετηθεί ποτέ. Έτσι για εξασφάλιση της συνέχισης της δυναστείας, καθιερώθηκε σταδιακά η συνήθεια να προσλαμβάνει ο αυτοκράτορας έναν ή περισσότερους συναυτοκράτορες, κατά κανόνα του πρωτότοκου γιού του ακόμα και από την νηπιακή του ηλικία με τη διαδικασία της στέψης. Εξυπακούεται ότι την άσκηση της εξουσίας είχε ο πρώτος αυτοκράτορας. Λόγοι σκοπιμότητας όμως επέβαλαν την ισοτιμία των συναυτοκρατόρων.







17) Τι γνωρίζετε για την δοκιμασία των αρχόντων;
Ο πολίτης που μετά από κλήρωση ή εκλογή πρόκειται να ασκήσει δημόσιο αξίωμα, υποβάλλεται πριν αναλάβει καθήκοντα σε δοκιμασία προκειμένου να αποδειχθεί αν ο κληρωθείς ή εκλεγείς πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτεί ο νόμος και αν γενικότερα είναι άξιος για να αναλάβει το συγκεκριμένο αξίωμα (ο θεσμός της δοκιμασίας αποδίδεται στον Σόλωνα).
Η υποχρέωση αυτή των αθηναίων αρχόντων περιλαμβάνει μεταξύ άλλων την απόδειξη των δημοκρατικών φρονημάτων, τη φροντίδα των γονέων και την απόδοση μεταθανάτιων τιμών, την εκπλήρωση των στρατιωτικών και οικονομικών υποχρεώσεων απέναντι στο κράτος και, για ορισμένα αξιώματα, την κτήση ακίνητης ιδιοκτησίας εντός των ορίων της Αττικής. Οι 9 αθηναϊκοί άρχοντες υποβάλλονται σε διπλή δοκιμασία, πρώτα από τη βουλή των Πεντακοσίων και στη συνέχεια από το λαϊκό δικαστήριο. Η δοκιμασία έδινε συχνά αφορμή για μακρές συζητήσεις, λόγους και καταθέσεις μαρτύρων. Η αρνητική κρίση ενός υποψήφιου άρχοντα από τα αρμόδια όργανα συνεπάγεται την αποδοκιμασία και πιθανόν τον αποκλεισμό του αποδοκιμασθέντος από ορισμένες πολιτικές δραστηριότητες. Μετά τη λήξη της αρχής, οι άρχοντες λογοδοτούν ενώπιον της επιτροπής λογιστών η οποία συντάσσει έκθεση επί της διαχείρισης και είχε ποινικές κυρώσεις.
18) Πατρική εξουσία στο ρωμαϊκό δίκαιο.
Η εξουσία που ασκεί ο αρχηγός της ρωμαϊκής οικογένειας πάνω  στα υπεξούσια μέλη της δεν διαφέρει και πολύ από την εξουσία του κυρίου πάνω στους δούλους. Στον αρχηγό της οικογένειας του αναγνωρίζεται δικαίωμα εκθέσεως, δηλαδή εγκατάλειψης του νεογέννητου τέκνου, δικαίωμα σωματικού κολασμού των τέκνων, που ενδέχεται να φτάσει και μέχρι θάνατο αυτών, καθώς και δικαίωμα πώλησης και ενεχυρίασης των τέκνων (το οποίο απαγορεύτηκε). Είχε δικαίωμα να αποπέμψει τον κατιόντα από την πατρική εστία αν ο κατιών υποπέσει σε σοβαρό παράπτωμα. Όπως είδαμε πριν, η αποπομπή δεν συνεπάγεται με αποκλεισμό του αποπεμφθέντος από τη κληρονομική διαδοχή. Ο αποκλεισμός επέρχεται με τη διαθήκη του αρχηγού της οικογένειας.  Ο αρχηγός της οικογένειας είναι κύριος της οικογενειακής περιουσίας. Ότι αποκτά ο υπεξούσιος επέρχεται στην κυριότητα του εξουσιαστή. Ακόμα και τα περιουσιακά στοιχεία που αυτός παραχώρησε στα τέκνα ή δούλους του ανήκουν, παραχωρεί μόνο την ελεύθερη διαχείριση. Το ius civile δεν προέβλεπε προστασία των τρίτων που συναλάσσονταν με υπεξούσιο πρόσωπο. Προστασία τρίτων χορηγήθηκε από τους πραίτορες, με τη δημιουργία των αγωγών προσθέτου ιδιότητας, μέσω αυτών ο τρίτος μπορεί να στραφεί κατά του εξουσιαστή.  Στο πεδίο αδικοπραξιών ο αρχηγός της οικογένειας μπορούσε είτε να πληρώσει τη χρηματική ποινή είτε να παραδώσει στο θύμα τον υπεξούσιο δράστη.




19) Δήμοι στο Βυζάντιο.
Οι δήμοι ήταν αρχικώς αθλητικά σωματεία με κύρια αποστολή την οργάνωση αγώνων στον ιππόδρομο. Γρήγορα όμως απέκτησαν μεγάλη πολιτική δύναμη λόγω της οργάνωσής τους αλλά και λόγω του ενδιαφέροντος που προκαλούσαν σε πλατιά στρώματα του πληθυσμού σε συνδυασμό με το φανατισμό των οπαδών τους.
Κατά τη ρωμαϊκή παράδοση και σύμφωνα με τα χρώματα των εμβλημάτων τους, υπήρχαν κατά την πρώιμη περίοδο οι δήμοι των βενετών (κυανών), πρασίνων, λευκών και κόκκινων. Γνωστοί από τη διαμάχη τους είναι οι δύο πρώτοι, οι μεγάλοι δήμοι.  Η αρχή της πολιτικής δραστηριότητάς τους εκτείνεται από τα μέσα του 5ου μέχρι τις αρχές του 7ου αιώνα. Ιδιαίτερα εντυπωσιακή η παρουσία των δήμων κατά την εποχή του Ιουστινιανού με την στάση του Νίκα που παρολίγο να οδηγήσει σε ανατροπή του αυτοκράτορα.
Κατά την κρατούσα άποψη τη σύνθεση των δήμο δεν επηρέαζαν προσωπικοί παράγοντες αλλά μάλλον η κοινωνική προέλευσή και ο θρησκευτικός προσανατολισμός. Συγκεκριμένα η ηγεσία στους Βενετούς είχε αριστοκρατική προέλευση ενώ στους Πρασίνους ήταν μέλη της αστικής τάξης.
Από τη βασιλεία του Ηρακλείου αρχίζει η σταδιακή πολιτική αποδυνάμωση των δήμων, των οποίων η παρουσία αποβάλλει τον παλαιό μαχητικό χαρακτήρα της. Επί των Μακεδόνων, έχουν οι δήμοι ήδη μεταβληθεί σε κρατικά όργανα με δήμαρχο που όριζε ο αυτοκράτορας.

20) Η θανατική ποινή στο Βυζάντιο.
Το πρώιμο βυζαντινό δίκαιο παρέλαβε τη θανατική ποινή σε όλη της την έκταση, περιλαμβανομένων και των εξιδιασμένων μορφών της από το ρωμαϊκό δίκαιο. Τη θέση του αποκεφαλισμού με πέλεκυ ή ξίφος που αποτελούσε το κανόνα, έπαιρναν συχνά απάνθρωπες μέθοδοι εκτέλεσης της ποινής, τις οποίες ακόμη και η χριστιανική διδασκαλία δεν μπόρεσε να εξαφανίσει. Στο ιουστινιάνειο δίκαιο η ποινή του θανάτου ήταν σε ημερήσια διάταξη, ο τρόπος εκτέλεσης αν δεν προβλεπόταν από τον νόμο, καθοριζόταν από τον δικαστή. Σημειωτέον, ότι ο όρος «κεφαλική ποινή» δεν σήμαινε πάντα την ποινή του θανάτου, επειδή νοούνται και άλλες ποινές όπως καταναγκαστικά έργα σε ορυχεία και μεταλλεία, βαριά μορφή εξορίας που από άποψη αποτελεσμάτων πλησίαζαν την θανατική.
Οι συντάκτες της Εκλογής προσπάθησαν να περιορίσουν τόσο τις ακρότητες του νόμου όσο και τις αυθαιρεσίες της πρακτικής, καθορίζοντας το ύψος της ποινής για κάθε μεμονωμένη πράξη με όσο γινόταν μεγαλύτερη ακρίβεια.  Στο πλαίσιο αυτής της προσπάθειας αντικατέστησαν τη θανατική ποινή σε πολλά αδικήματα με άλλες ποινές.  Με εξαίρεση δύο περιπτώσεις, τον εμπρησμό με πρόθεση που η πράξη αυτή επέσυρε την ποινή του θανάτου και η ληστεία με φόνο μέσα στη πόλη είχε ως ποινή τον απαγχονισμό με «φούρκα». Το σύστημα των ποινών της Εκλογής δεν μεταβλήθηκε στους επόμενους αιώνες χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι διατάξεις τηρήθηκαν με θρησκευτική ευλάβεια.



21) Η νομική κοινή και το έθιμο στους ελληνιστικούς χρόνους. 
·         Η «νομική κοινή».  Οι ελληνιστικοί χρόνοι δεν μας κληροδότησαν μόνο την «ελληνιστική κοινή», τη γλώσσα των Ευαγγελίων αλλά και μια «νομική κοινή». Η κατάλυση των στενών γεωγραφικών ορίων που είχαν θέσει οι κλασικές πόλεις, η πληθυσμιακή κινητικότητα, η συνύπαρξη ατόμων διαφορετικής προέλευσης, η χρησιμοποίηση κοινών συμβολαιογραφικών τύπων χωρίς να αγνοηθεί και ο ρόλος των περιοδευόντων από πόλη σε πόλη δικαστών, συνέβαλαν στην ουσιαστική ενοποίηση των διαφόρων τοπικών δικαίων του ελληνιστικού κόσμου. Η ενοποίηση όμως αυτή περιορίστηκε και δεν οδήγησε στη δημιουργία ενός μικτού δικαίου αποτελούμενου από στοιχεία ελληνικά και στοιχεία προερχόμενα από νομικές παραδόσεις άλλων λαών.
·         Η ανάπτυξη του εθιμικού δικαίου. Η συμβολή κάθε πόλεως στη διαμόρφωση του ελληνιστικού δικαίου δεν μπορεί να καθοριστεί. Είναι άγνωστη η προέλευση της κάθε διάταξης που ενσωματώνουν οι συμβαλλόμενοι της εποχής στα διάφορα δικαιοπρακτικά έγγραφα. Οι περισσότερες διατάξεις στο ελληνιστικό δίκαιο έχουν εθιμικό χαρακτήρα. Νέοι νόμοι και ψηφίσματα που να ενδιαφέρουν το ιδιωτικό δίκαιο ελάχιστοι εκδίδονται, τόσο από τις πόλεις που διατηρούν σχετική νομοθετική αυτονομία όσο και από τους ελληνιστικούς μονάρχες. Οι διατάξεις που εφαρμόζονται σε διάφορες ελληνιστικές πόλεις έχουν εθιμικό χαρακτήρα ακόμα και αν οι ενδιαφέρουν τις αναφέρουν ως νόμους. Τη θέση του νόμου στην ελληνιστική μοναρχία καταλαμβάνει η βασιλική νομοθεσία ενώ η ονομασία νόμος διατηρείται στις διατάξεις που εφαρμόζουν οι ελληνικής καταγωγής υπήκοοι.  Οι ελληνιστικοί χρόνοι ήταν πολύ πρόσφοροι για την ανάπτυξη του εθίμου και την αποδοχή τους μεταξύ των κανόνων δίκαιου. Ακόμα και στις λαϊκές συνελεύσεις παύουν να εκδίδουν νόμους αφού τις διατάξεις εθιμικού χαρακτήρα τις αποκαλούν νόμους.  Αντίθετα δεν αποκαλούνται νόμοι οι διατάξεις των μοναρχών.

22)Το δίκαιο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (έννοια - περιεχόμενο)
  • Leges. Όταν κατακτήθηκε η Ελλάδα, το δίκαιο του ρωμαϊκού κράτους συντίθεται από τις leges που ψηφίζονται από δύο λαϊκές συνελεύσεις και από τα plebiscite, διατάξεις που ψηφίζονται από τη συνέλευση των πληβείων και οι οποίες είχαν δεσμευτικό χαρακτήρα όχι μόνο για πληβείους αλλά και για ρωμαίους πχ οι διατάξεις του Αυγούστου για το γάμο. Την πρωτοβουλία για θέσπιση νέου νόμου αναλαμβάνει ένας άρχοντας με αρμοδιότητα να συγκαλεί τις λαϊκές συνελεύσεις. Η πρόταση υποβάλλεται πρώτα στη Σύγκλητο όπου και συζητείται. Το σχέδιο νόμου εκτίθεται σε κοινή θέα επί τρεις εβδομάδες πριν από την ημέρα ψήφισής του για να γίνει γνωστό στο λαό. Στο διάστημα αυτό οι πολίτες υποβάλλουν υποδείξεις που μπορούν αν υιοθετηθούν ή αγνοηθούν.  Οι προτάσεις ψηφίζονται από τις λαϊκές συνελεύσεις και τίθενται σε ισχύ αμέσως από την ψήφισή τους. Το κείμενο μιας lex περιλαμβάνει (α) το προοίμιο όπου αναφέρεται το όνομα του άρχοντα που πρότεινε το νόμο, τον τόπο και χρόνο ψηφοφορίας κλπ (β) το κυρίως μέρος του νόμου και (γ) την κύρωση του νόμου.  Νόμος του οποίου η παράβαση συνεπάγεται ακυρότητα των πράξεων που προσκρούουν στο περιεχόμενό του, χαρακτηρίζεται ως lex perfecta (τέλειος νόμος).  Νόμος του οποίου η παράβαση επισύρει μεν ποινές αλλά οι πράξεις είναι έγκυρες χαρακτηρίζεται ως lex minus (ημιτελής νόμος).  Νόμος ο οποίος δεν περιλαμβάνει καμία κύρωση και η παράβασή τους δεν συνεπάγεται ούτε ακυρότητα ούτε χρηματική ποινή λέγεται lex imperfecta (ατελής νόμος).
  • Έννοια του όρου lex.  Ως lex σημαίνει κυρίως τον κανόνα δικαίου, αναγκαστικού χαρακτήρα που προτείνεται από αρμόδιο άρχονται και ψηφίζεται από τη λαϊκή συνέλευση.  Κατά τον Κικέρωνα η lex δεν ήταν τίποτα άλλο από μια μορφή συμφώνου μεταξύ πολιτών και κράτους.  Πιο πιστός στην πραγματικότητα είναι ο ορισμός του νομικού Capito, σύμφωνα με τον οποίο η lex εκφράζει τη λαϊκή βούληση επάνω σε μια πρόταση ενός άρχοντα.
  • Η ρωμαϊκή ολιγονομία και οι mores maiorum Χαρακτηριστικό στοιχείο του ρωμαϊκού δικαίου αποτελεί η ολιγονομία, κυρίως στο ιδιωτικό δίκαιο. Θεμελιώδη ζητήματα του ιδιωτικού ρωμαϊκού δικαίου όπως η πατρική εξουσία, η κυριότητα, ο ενοχικός δεσμός ή η κληρονομική διαδοχή δεν αποτέλεσαν αντικείμενο νομοθετικής ρύθμισης μέσω των leges.  Οι ρυθμίσεις που ακολουθούνται στα θέματα αυτά απορρέουν από τα πάτρια ήθη των Ρωμαίων (mores maiorum). Υπήρχε δυσχέρεια στην ενσωμάτωση των εθίμων μεταξύ των πηγών του δικαίου.

23) Το διαζύγιο στο Ιουστινιάνειο δίκαιο.
Η αρχική απόλυτη ελευθερία που επέτρεπε τη μονομερή λύση του γάμου άρχισε να υποβάλλεται σε σοβαρούς περιορισμούς  από χριστιανούς αυτοκράτορες. Ως λόγοι διαζυγίου υπέρ του συζύγου προβλέπονταν : (α) έγκλημα εσχάτης προδοσίας που γνώριζε η γυναίκα του και δεν αποκάλυψε (β) καταδίκη για μοιχεία (β) επιβουλή της ζωής του άνδρα αμέσως ή εμμέσως (δ) ηθικώς ύποπτες πράξεις πχ διανυκτέρευση εκτός σπιτιού, κλπ παρά τη θέληση του άνδρα. Λόγοι υπέρ της συζύγου ήταν: (α) συμμετοχή του άνδρα σε έγκλημα εσχάτης προδοσίας (β) επιβουλή της γυναίκας αμέσως ή εμμέσως (γ) προσβολή της ηθικής της προσωπικότητας αν ο άνδρας την εξέδιδε ή αν την κατηγορούσε συκοφαντικώς ως μοιχαλίδα (δ) μόνιμες εξωσυζυγικές σχέσεις του συζύγου. Εκτός από αυτούς του λόγους δέχτηκε ο Ιουστινιανός και άλλους τρεις : (α) ανικανότητα του άνδρα για συνουσία που υπήρχε από την αρχή του γάμου (β) επιλογή του μοναχικού βίου είτε από κοινού είτε μονομερώς και (γ) αιχμαλωσία που έχει διαρκέσει πολύ χρόνο (5 χρόνια). Η περιοριστική ωστόσο αναφορά των λόγων διαζυγίου δεν σήμαινε ότι η αναίτια λύση του γάμου έμενε χωρίς αποτέλεσμα Όπως είδαμε η «γαμική διάθεση» έπρεπε να υπάρχει όχι μόνο στην αρχή του γάμου αλλά και στην όλη διάρκειά του.  Για αυτό αν ένας σύζυγος εγγράφως δήλωνε ότι θέλει να διαλύσει το γάμο, η δήλωση αυτή αποτελούσε μεν δικαιοπραξία ήταν όμως και μια πανηγυρική διατύπωση της έλλειψης γαμικής διάθεσης. Επερχόταν η λύση του γάμου αλλά με μεγάλες περιουσιακές κυρώσεις σε βάρος αυτού που έλυνε το γάμο χωρίς «νόμιμο λόγο».  Αν δε αυτός ήταν γυναίκα εκτός από περιουσιακές ποινές προέβλεπε η νομοθεσία και την έγκλεισή της σε μοναστήρι κύρωση που αργότερα επεκτάθηκε και στον άνδρα.

24) Ο Νόμος (lex) ως πηγή του Ρωμαϊκού Δικαίου.
Όταν κατακτήθηκε η Ελλάδα, το δίκαιο του ρωμαϊκού κράτους συντίθεται από τις leges που ψηφίζονται από δύο λαϊκές συνελεύσεις και από τα plebiscite, διατάξεις που ψηφίζονται από τη συνέλευση των πληβείων και οι οποίες είχαν δεσμευτικό χαρακτήρα όχι μόνο για πληβείους αλλά και για ρωμαίους πχ οι διατάξεις του Αυγούστου για το γάμο. Την πρωτοβουλία για θέσπιση νέου νόμου αναλαμβάνει ένας άρχοντας με αρμοδιότητα να συγκαλεί τις λαϊκές συνελεύσεις. Η πρόταση υποβάλλεται πρώτα στη Σύγκλητο όπου και συζητείται. Το σχέδιο νόμου εκτίθεται σε κοινή θέα επί τρεις εβδομάδες πριν από την ημέρα ψήφισής του για να γίνει γνωστό στο λαό. Στο διάστημα αυτό οι πολίτες υποβάλλουν υποδείξεις που μπορούν αν υιοθετηθούν ή αγνοηθούν.  Οι προτάσεις ψηφίζονται από τις λαϊκές συνελεύσεις και τίθενται σε ισχύ αμέσως από την ψήφισή τους. Το κείμενο μιας lex περιλαμβάνει (α) το προοίμιο όπου αναφέρεται το όνομα του άρχοντα που πρότεινε το νόμο, τον τόπο και χρόνο ψηφοφορίας κλπ (β) το κυρίως μέρος του νόμου και (γ) την κύρωση του νόμου.  Νόμος του οποίου η παράβαση συνεπάγεται ακυρότητα των πράξεων που προσκρούουν στο περιεχόμενό του, χαρακτηρίζεται ως lex perfecta (τέλειος νόμος).  Νόμος του οποίου η παράβαση επισύρει μεν ποινές αλλά οι πράξεις είναι έγκυρες χαρακτηρίζεται ως lex minus (ημιτελής νόμος).  Νόμος ο οποίος δεν περιλαμβάνει καμία κύρωση και η παράβασή τους δεν συνεπάγεται ούτε ακυρότητα ούτε χρηματική ποινή λέγεται lex imperfecta (ατελής νόμος).
Ως lex σημαίνει κυρίως τον κανόνα δικαίου, αναγκαστικού χαρακτήρα που προτείνεται από αρμόδιο άρχονται και ψηφίζεται από τη λαϊκή συνέλευση.  Κατά τον Κικέρωνα η lex δεν ήταν τίποτα άλλο από μια μορφή συμφώνου μεταξύ πολιτών και κράτους.  Πιο πιστός στην πραγματικότητα είναι ο ορισμός του νομικού Capito, σύμφωνα με τον οποίο η lex εκφράζει τη λαϊκή βούληση επάνω σε μια πρόταση ενός άρχοντα.

25) Οι όροι "θέμις", "δίκη" και "νόμος" στο αρχαϊκά χρόνια
Οι όροι «δίκαιο»  και «νόμος» δεν υπήρχαν στα ομηρικά έτη, υπήρχαν όμως «θέμις» και «δίκη». Ο όρος «θέμις» υποδηλώνει τη σταθερότητα που αντιδιαστέλλεται στη βία ή ακόμα τις θεϊκές αποφάσεις και τους χρησμούς.  Από τη λέξη «θέμις» έρχεται ο όρος θέμιστες που συνδέεται με την απονομή της δικαιοσύνης από αρχαϊκούς δικαστές. Και η Δίκη υπήρξε θεότητα του ελληνικού πανθέου. Προτού αποκτήσει την έννοια του δικαστικού αγώνα, η «δίκη» σήμαινε τη δικαιοσύνη και τη δικαστική απόφαση.
Η λέξη «νόμος» αποκτά την έννοια του γραπτού και επιτακτικού κανόνα δικαίου από τον 5ο αιώνα και μετά. Η έννοια του νόμου προέρχεται από το ρήμα νέμω (μοιράζω) – πρωτοεμφανίζεται στο έργο του Ησίοδου. Έχει θεία προέλευση και η και η συμμόρφωση προς το περιεχόμενο του νόμου διακρίνει τον άνθρωπο από τα ζώα. Οι πρώτοι μεγάλοι νομοθέτες (Ζάλευκος και Χαρώνδας, 7ος αιώνας π.Χ.) δεν έζησαν την έννοια του νόμου (τέλη 6ου αιώνα αρχές 5ου αιώνα).





26) H εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή στο ρωμαϊκό δίκαιο *thema*
Η κατάρτιση διαθήκης απέκλειε τη διαδικασία της εξ αδιαθέτου διαδοχής. Άρα ο διαθέτης μπορούσε να αφήσει και παραπάνω περιουσιακά στοιχεία στους εκ διαθήκης κληρονόμους. Σύμφωνα με το ius civile προέβλεπε τριών ειδών διαθήκες (α) Ο πρώτος τύπος διαθήκης καταρτίζεται ενώπιον λαϊκής συνέλευσης και μάλλον αποτελούσε ένα συνδυασμό δημόσιας διαθήκης και υιοθεσίας αυτεξούσιου προσώπου (εισποίηση) το οποίο ο διαθέτης ορίζει ως κληρονόμο του. Το είδος αυτό παύει να υπάρχει το 2ο αιώνα μ.Χ. (β) Ο δεύτερος τύπος διαθήκης είναι η καλούμενη «διαθήκη με χαλκό και ζυγό». Ανάγεται σε χρόνους προχρηματικής οικονομία, όπου πολλές δικαιοπραξίες γίνονταν με χαλκό και ζυγό. Με τη χρησιμοποίηση του τύπου αυτού οι συναλλασσόμενοι εμφανίζονται να καταρτίζουν μια πώληση (εικονική) όπου το τίμημα είναι μια ποσότητα χαλκού. Ενώπιον μαρτύρων, ο χαλκός τίθεται πάνω σε μια ζυγαριά και ζυγίζεται από ένα πρόσωπο αρμόδιο. Στην περίπτωση της διαθήκης «πωλητής» είναι ο διαθέτης και «αγοραστής» ένα τρίτο πρόσωπο ρωμαίος πολίτης όπου ο διαθέτης «πωλεί» την περιουσία του. Ο «αγοραστής» αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταβιβάσει μετά το θάνατο του «πωλητή» στο πρόσωπο που υπέδειξε ο διαθέτης.  Η διαθήκη συνήθως  συνοδεύεται από έγγραφο που περικλείει διατάξει ς τελευταίας βούλησης του διαθέτη  που σφραγίζεται από πέντε μάρτυρες και τον ζυγοστάτη. (γ) Ο τρίτος τύπος είναι η προφορική διαθήκη , σε καιρό πολέμου, ενώπιον των ρωμαίων στρατιωτών. Σύμφωνα με το πραιτορικό δίκαιο ο πραίτωρ έχει την εξουσία να παραπέμψει στη νομή κληρονομιαίων περιουσιακών στοιχείων πρόσωπα κατονομαζόμενα σε διαθήκες που δεν καταρτίστηκαν με έναν από τους τύπους διαθήκης του ius civile. Προϋπόθεση να υπάρχει έγγραφη διαθήκη και να έχει σφραγιστεί από τους παρόντες μάρτυρες. Αν στις διατάξεις τελευταίας βούλησης δεν ορίζεται κληρονόμος, είναι μεν έγκυρη διαθήκη αλλά δεν θεωρείται διαθήκη αλλά κωδίκελλος.

27) Ηλιαία: λειτουργία και σύνθεση
Στις δημοκρατικές πόλεις η απονομή της δικαιοσύνης είναι έργο των λαϊκών δικαστών. Κάθε πολίτης που έχει συμπληρώσει τη νόμιμη ηλικία και δεν έχει καταδικαστεί σε στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων, καλείται να ασκήσει δικαστικά καθήκοντα.  Με τη δημιουργία των λαϊκών δικαστηρίων κατά τον 6ο αιώνα περιορίζονται οι δικαστικές αρμοδιότητες άλλων οργάνων όπως στην Αθήνα του Αρείου Πάγου και της βουλής. Οι σημαντικότερες υποθέσεις όπως εσχάτη προδοσία, γραφή παρανόμων, προσφυγή εναντίον απόφασης άρχοντα κλπ περιέρχονται στην αρμοδιότητα των λαϊκών δικαστών. Κλήρωση των δικαστών και εκδίκαση της υπόθεσης πραγματοποιούνται την ίδια μέρα, έτσι ώστε να περιοριστεί ο κίνδυνος δωροδοκίας. Πριν από την ανάληψη των καθηκόντων τους, οι δικαστές ορκίζονται να δικάσουν σύμφωνα με τους νόμους και τα ψηφίσματα της βουλής και του δήμου ή σε περίπτωση κενού νόμου, γνώμη δίκαια χωρίς φόβο και μεροληψία τηρώντας την αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως. Παράλληλα με τα δικαστήρια που συνεδριάζουν στο άστυ, στην Αττική λειτουργούσαν μονομελή δικαστήρια με δικαστές κατά δήμους. Δυνατότητα εκδίκασης επιτόπου παρέχεται και μέσω των δημοσίων διαιτητών. Κατά τους χρόνους ακμής της, η Ηλιαία λειτουργεί ως πρωτοβάθμιο δικαστήριο (του οποίου όμως οι αποφάσεις είναι τελεσίδικες) όσο και ως διοικητικό και συνταγματικό δικαστήριο. Το ένδικο μέσο της εφέσεως (δημιούργημα του Σόλωνα) δεν έχει σχέση με τη σημερινή του μορφή. Κάθε πολίτης άνω των τριάντα μπορεί να γίνει μέλος του λαϊκού δικαστηρίου, ανεξάρτητα της περιουσιακής του κατάστασης, αρκεί να μην έχει χαρακτηριστεί άτιμος ή οφειλέτης του δημοσίου. Δικαστικός μισθός καθιερώθηκε στα χρόνια του Περικλή, προκειμένου να καταστεί δυνατόν και στις οικονομικά ασθενέστερες τάξεις να μετέχουν στην απονομή της δικαιοσύνης. Οι δικαστές κληρώνονται από τους καταλόγους των δήμων, ανάλογα με τον πληθυσμό κάθε δήμου, διαδικασία που διενεργείται από 9 άρχοντες και τον γραμματέα των θεσμοθετών. Συνολικά κληρώνονται 600 πολίτες από κάθε φυλή. Λόγω της αύξησης του αριθμού των υποθέσεων, η Ηλιαία υποδιαιρείται περί τα μέσα του 5ου αιώνα, σε 10 δικαστήρια με 501 μέλη και 1000 αναπληρωματικά το καθένα. Οι ιδιωτικές υποθέσεις κρίνονται συνήθως από 201 δικαστές ενώ οι δημόσιο χαρακτήρα υποβάλλονται στην κρίση πολυμελέστερων δικαστηρίων. Οι δίκες διεξάγονται στην Αγορά και ειδικότερα ορισμένες στο κτίριο της Ηλιαίας ενώ άλλες σε στοές της Αγοράς ή άλλους χώρους. Κάθε δικαστής λαμβάνει μια πινακίδα με το όνομά του, το πατρωνυμικό του, το όνομα του δήμου στον οποίο ανήκει και  το ψηφίο του τμήματός του.  Ο ηλιαστικός όρκος των δικαστών σώζεται ακόμα. Στο αττικό δίκαιο οι υποθέσεις ιδιωτικών υποθέσεων αποτελούν αντικείμενο δίκης ενώ οι υποθέσεις που αφορούν τα συμφέροντα της πόλης αποτελούν αντικείμενο γραφής.

28) Οι ελληνικές νομοθεσίες του αρχαϊκού δικαίου.
Κατά τον 7ο αιώνα π.Χ. η ανάγκη καταγραφής του ισχύοντος άγραφου δικαίου εμφανίζεται επιτακτική και εφεξής εφικτή. Σε πολλές περιοχές του Ελλαδικού χώρου (Σπάρτη, Αθήνα, Ιωνία, Μεγάλη Ελλάδα) ανατίθεται σε πρόσωπα κοινής εμπιστοσύνης η σύνταξη νόμων.  Η νομοθεσία συνδέεται με άλλα δύο φαινόμενα της εποχής (8ο και 7ος αιώνας) τη διάδοση της γραφής και τους αποικισμούς.  Ο 8ος αιώνας π.Χ. έχει επιλεγεί από τους ιστορικούς ως το χρονικό σημείο γένεσης της ελληνικής πόλης. Με τον 8ο αιώνα λήγει η περίοδος που συμβατικά ονομάζουμε «σκοτεινούς χρόνους» και η οποία συμπίπτει με την γεωμετρική περίοδο. Οι γεωμετρικοί χρόνοι θεωρούνται ως η περίοδος της «μη γραφής», καθώς τοποθετούνται χρονολογικά ανάμεσα στις τελευταίες μαρτυρίες της γραμμικής γραφής Β και στις πρώτες επιγραφές όπου χρησιμοποιείται η νέα φοινικικής προέλευσης αλφαβητική γραφή. Κατά την opinio communis το δίκαιο των πρώιμων χρόνων υπήρξε άγραφο, μεταδιδόμενο από γενιά σε γενιά μέσω προφορικής παράδοσης και εθιμικό από αριστοκρατικές  γενεές οι οποίοι και απένειμαν και δικαιοσύνη. Οπότε τον 7ο αιώνα περιμένουμε πρόσωπα με κύρος να αναλαμβάνουν την καταγραφή του άγραφου εθιμικού δικαίου. Με εξαίρεση τον Σόλωνα και εν μέρει τους νομοθέτες της Κάτω Ιταλίας και Σικελίας, Ζάλευκο και Χάρωνδα, ελάχιστα γνωρίζουμε για τους βίους και το έργο των νομοθετών. 





29) Η ιδιωτική διαιτησία στην κλασική Αθήνα.
Όσον αφορά την ιδιωτική διαιτησία προηγείται η πρόσκληση του αντιπάλου, η συμφωνία διαιτησίας χωρίς  ο νόμος να ορίζει είναι προφορική ή έγγραφη, ενώπιον μαρτύρων ή χωρίς να περιβληθεί καμία δημοσιότητα. Αν τα μέρη ανήκουν στον ίδιο κοινωνικό-επαγγελματικό χώρο ο έγγραφος τύπος της συμφωνίας είναι περιττός. Αν αντίθετα, είναι από διαφορετικούς χώρους τότε η συμφωνία διαιτησίας περιβάλλεται από έγγραφο τύπο και προβλέπονται σε αυτήν όλα τα επιμέρους στοιχεία της διαιτητικής διαδικασίας από τον ορισμό του ή των διαιτητών μέχρι και την εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης. Αντίθετα από την πολιτειακή δικαιοδοσία που κατά κανόνα περιορίζεται σε πολίτες, η διαιτητική διαδικασία επεκτείνεται σε ένα ευρύτερα ευρύ κύκλο προσώπων: πολίτες, μέτοικοι ή ξένοι, εκ γενετής ελεύθεροι ή απελεύθεροι, άνδρες ή γυναίκες, ενήλικες ή ανήλικοι, όλοι έχουν πρόσβαση στην διαιτητική οδό για να λύσουν τις διαφορές τους. Όπως και για τα μέρη, έτσι και για τον διαιτητή, η ιδιότητα του πολίτη της πόλεως δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ανάληψη καθηκόντων διαιτητή. Με εξαίρεση τις γυναίκες και τους δούλους, κάθε πρόσωπο νομιμοποιείται να αναλάβει την εξωδικαστική επίλυση μιας ιδιωτικής διαφοράς. Αντίθετα με τη δημόσια διαιτησία, η ιδιωτική διαιτησία είναι ένα έργο που για να παιχτεί ως το τέλος απαιτεί ειρηνικό σκηνικό. Οι αντίπαλοι εγκαταλείπουν τα όπλα για να αφεθούν στις συμβουλές του κοινωνικού και οικογενειακού περίγυρου. Είναι επίλυση διαφορών από φίλους αντί της προσφυγής στα δικαστήρια. Αφού μεσολαβήσει η σχετική συμφωνία των μερών, η διαιτητική διαδικασία αρχίζει την προκαθορισμένη ώρα και τόπο. Ενώ η δημόσια διαιτησία δίνει αφορμή για ένα δημόσιο θέαμα, εδώ πραγματοποιείται κεκλεισμένων των θυρών. Συνιστά υπόθεση «μεταξύ φίλων» που υποχρεούνται να τηρήσουν το καθήκον εχεμύθειας και να μην διαδώσουν όσα περιέλθουν στη γνώση τους κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Η συμφωνία διαιτησίας περιλαμβάνει κατά κανόνα τη ρήτρα εκτελεστότητας της απόφασης η οποία δεσμεύει τα μέρη καμιά φορά και ενόρκως ότι θα σεβαστούν την απόφαση που θα εκδώσει ο διαιτητής. Το εκτελεστό των διαιτητικών αποφάσεων προκύπτει εμμέσως από τον ίδιο τον αθηναϊκό νόμο που καθιστά αμετάκλητες τις  αποφάσεις των ιδιωτικών διαιτητών.

30)Ο ελληνιστικός  γάμος (έννοια και προϋποθέσεις έγκυρης σύναψης) .
Ο γάμος του αττικού δίκαιου προϋπόθετε τη διενέργεια δύο συστατικών πράξεων, την εγγύη και την έκδοση. Η ουσία ωστόσο του κλασικού γάμου συνίσταται με τη συμβίωση. Ο γάμος των ελληνιστικών χρόνων αποτελεί συγκερασμό των παραπάνω σχέσεων. Η εγγύη και η έκδοση διατηρούνται ενώ στα δημόσια αρχεία της Μυκόνου αναγράφονται υπό το όνομα εγγυήσεις δικαιοπραξίες με αντικείμενο τη σύσταση της προίκας.  Στο δίκαιο της ελληνιστικής Αιγύπτου η μεν εγγύη εξαφανίζεται και παραμένει μόνο η έκδοση της νύφης από τον κύριο της γυναίκας ή τους γονείς ή από τον ένα γονέα ή και από την ίδια την ενδιαφερόμενη (αυτοέκδοση).  Η ιδιότητα του πολίτη κτάται ευχερέστερα και παύει να αποτελεί μέλημα των πολιτών η καθαρότητα του σώματος. Ο γάμος παύει να αποτελεί σχέση που καταρτίζεται μεταξύ δύο οίκων για το συμφέρον της πόλεως και γίνεται υπόθεση μεταξύ δύο προσώπων.
Στις ελληνιστικές πόλεις εξακολουθεί να απαιτείται η κοινή προσέλευση των συζύγων. Στο εσωτερικό των μοναρχιών και εκτός των πόλεων, η κοινή καταγωγή χάνει κάθε σημασία.  Οι συνέπειες μικτών γάμων στο εσωτερικό των ελληνιστικών μοναρχιών έχουν κοινωνικό χαρακτήρα και δεν επιδρούν στο κύρος της έγγαμης σχέσης. Η συγγένεια σε ευθεία γραμμή μεταξύ δύο προσώπων εξακολουθεί να συνιστά κώλυμα γάμου.  Αντίθετα εκ πλαγίου δεν αποτελεί κώλυμα γάμου ακόμα και μεταξύ αδελφών.

31) Τι γνωρίζετε για το ius publice respondendi και αναφορικός νόμος.
  • Ius publice respondendi.  Η ηθική και κοινωνική καταξίωση του προσώπου του νομικού παύει να αποτελεί το μοναδικό όρο από τους χρόνους του Αύγουστου και πέρα. Ο Αύγουστος απονέμει το προνόμιο στους νομικούς να γνωμοδοτούν κατά εξουσιοδότηση του ηγεμόνα. Από την περίοδο της Ηγεμονίας έχουν περισωθεί 30 ονόματα νομικών στους οποίους οι αυτοκράτορες απένειμαν το ius respondendi.
  • Ο Αναφορικός Νόμος (lex citationis). Οι παραπάνω διατάξεις ωστόσο δεν έδωσαν οριστική λύση το πρόβλημα της δικαιοπλαστικής αξίας του έργου των ρωμαίων νομικών. Ενδεικτική της κατάστασης που επικρατεί κατά τους χρόνους αυτούς είναι η διάταξη των αυτοκρατόρων Θεοδοσίου Β και Ουαλεντινιανού Γ, ο λεγόμενος Αναφορικός Νόμος με την οποία επιχειρείται να τεθεί τέλος στην ανασφάλεια που δημιουργείται από την επίκληση ποικίλων και αντιφατικών μεταξύ τους απόψεων των κλασικών ρωμαίων νομικών.

32) Οι δήμοι στο βυζαντινό δίκαιο
Οι δήμοι ήταν αρχικώς αθλητικά σωματεία με κύρια αποστολή την οργάνωση αγώνων στον ιππόδρομο. Γρήγορα όμως απέκτησαν μεγάλη πολιτική δύναμη λόγω της οργάνωσής τους αλλά και λόγω του ενδιαφέροντος που προκαλούσαν σε πλατιά στρώματα του πληθυσμού σε συνδυασμό με το φανατισμό των οπαδών τους.
Κατά τη ρωμαϊκή παράδοση και σύμφωνα με τα χρώματα των εμβλημάτων τους, υπήρχαν κατά την πρώιμη περίοδο οι δήμοι των βενετών (κυανών), πρασίνων, λευκών και κόκκινων. Γνωστοί από τη διαμάχη τους είναι οι δύο πρώτοι, οι μεγάλοι δήμοι.  Η αρχή της πολιτικής δραστηριότητάς τους εκτείνεται από τα μέσα του 5ου μέχρι τις αρχές του 7ου αιώνα. Ιδιαίτερα εντυπωσιακή η παρουσία των δήμων κατά την εποχή του Ιουστινιανού με την στάση του Νίκα που παρολίγο να οδηγήσει σε ανατροπή του αυτοκράτορα.
Κατά την κρατούσα άποψη τη σύνθεση των δήμο δεν επηρέαζαν προσωπικοί παράγοντες αλλά μάλλον η κοινωνική προέλευσή και ο θρησκευτικός προσανατολισμός. Συγκεκριμένα η ηγεσία στους Βενετούς είχε αριστοκρατική προέλευση ενώ στους Πρασίνους ήταν μέλη της αστικής τάξης.
Από τη βασιλεία του Ηρακλείου αρχίζει η σταδιακή πολιτική αποδυνάμωση των δήμων, των οποίων η παρουσία αποβάλλει τον παλαιό μαχητικό χαρακτήρα της. Επί των Μακεδόνων, έχουν οι δήμοι ήδη μεταβληθεί σε κρατικά όργανα με δήμαρχο που όριζε ο αυτοκράτορας.



33) Η δημόσια διαιτησία της αρχαίας ελληνικής πόλης *s.o.s.*
Οι δημόσιοι ή αιρετοί διαιτητές αναφέρονται από τον Αριστοτέλη μεταξύ των κληρωτών αρχών της πόλεως. Ως δημόσιοι διαιτητές κληρώνονται πολίτες που έχουν συμπληρώσει το 60ο έτος, η δε άρνησή τους να αναλάβουν τα καθήκοντα του διαιτητή επισύρει την ποινή της ατιμίας. Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, οι αρμοδιότητες των αιρετών διαιτητών είναι ιδιαίτερα εκτεταμένες: κάθε υπόθεση με αντικείμενο άνω των δέκα δραχμών περιέρχεται στους διαιτητές που προσπαθούν να συμβιβάσουν τα μέρη εάν δεν επιτύχουν δικάζουν και εκδίδουν απόφαση η οποία για να είναι δεσμευτική πρέπει να γίνει δεκτή και από τα δύο μέρη.  Η προσφυγή στους αιρετούς διαιτητές δεν είναι αποτέλεσμα ιδιωτικής συμφωνίας αλλά είναι υποχρεωτική σε ορισμένες υποθέσεις και οι δημόσιοι διαιτητές δεν επιλέγονται από τα μέρη αλλά ορίζονται από το κράτος. Επιπλέον η απόφαση τους είναι δεσμευτική μόνο εφόσον την αποδέχονται και τα δύο μέρη αλλιώς η υπόθεση πάει δικαστικώς.
Το θεσμό της διαιτησίας συναντάμε και εκτός Αθηνών και σε άλλες ελληνικές πόλεις πχ Αμοργός όπου οι υποθέσεις πριν εισαχθούν προς κρίση στο αστικό δικαστήριο ή δικαστήριο τρίτης πόλης, εισάγονται ενώπιον των διαλλακτών (εδώ διαιτητών) που είτε καταδικάζουν σε καταβολή χρηματικού ποσού είτε πείθουν τους διαδίκους σε συμβιβασμό. Η μη συμμόρφωση προς την διαιτητική απόφαση επισύρει τη δίωξη του μη συμμορφουμένου. Σε περίπτωση που η διαιτησία δεν οδηγήσει σε απόφαση, οι διαλλάκτες κρίνουν αν η υπόθεση θα πάει δικαστικώς.

34) Ο γάμος κατά τους ελληνιστικούς χρόνους (μεταβολές σε σχέση με παλαιότερους χρόνους).
Ο γάμος του αττικού δίκαιου προϋπόθετε τη διενέργεια δύο συστατικών πράξεων, την εγγύη και την έκδοση. Η ουσία ωστόσο του κλασικού γάμου συνίσταται με τη συμβίωση. Ο γάμος των ελληνιστικών χρόνων αποτελεί συγκερασμό των παραπάνω σχέσεων. Η εγγύη και η έκδοση διατηρούνται ενώ στα δημόσια αρχεία της Μυκόνου αναγράφονται υπό το όνομα εγγυήσεις δικαιοπραξίες με αντικείμενο τη σύσταση της προίκας.  Στο δίκαιο της ελληνιστικής Αιγύπτου η μεν εγγύη εξαφανίζεται και παραμένει μόνο η έκδοση της νύφης από τον κύριο της γυναίκας ή τους γονείς ή από τον ένα γονέα ή και από την ίδια την ενδιαφερόμενη (αυτοέκδοση).  Η ιδιότητα του πολίτη κτάται ευχερέστερα και παύει να αποτελεί μέλημα των πολιτών η καθαρότητα του σώματος. Ο γάμος παύει να αποτελεί σχέση που καταρτίζεται μεταξύ δύο οίκων για το συμφέρον της πόλεως και γίνεται υπόθεση μεταξύ δύο προσώπων.
Προϋποθέσεις έγκυρου γάμου. Στις ελληνιστικές πόλεις εξακολουθεί να απαιτείται η κοινή προσέλευση των συζύγων. Στο εσωτερικό των μοναρχιών και εκτός των πόλεων, η κοινή καταγωγή χάνει κάθε σημασία.  Οι συνέπειες μικτών γάμων στο εσωτερικό των ελληνιστικών μοναρχιών έχουν κοινωνικό χαρακτήρα και δεν επιδρούν στο κύρος της έγγαμης σχέσης. Η συγγένεια σε ευθεία γραμμή μεταξύ δύο προσώπων εξακολουθεί να συνιστά κώλυμα γάμου.  Αντίθετα εκ πλαγίου δεν αποτελεί κώλυμα γάμου ακόμα και μεταξύ αδελφών.

35) Ποινές στερητικές της ελευθερίας στο βυζαντινό ποινικό δίκαιο.
Ποινές αυτής της μορφής δεν γνώριζε καταρχήν το βυζαντινό δίκαιο. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχαν φυλακές, αλλά αυτές αποσκοπούσαν στη φύλαξη των παραβατών του νόμου και όχι στον κολασμό τους, δηλαδή χρησίμευαν για τον εγκλεισμό των υποδίκων και όχι καταδίκων. Αυτό τονίζει με πολλή σαφήνεια ο σχολιαστής των Βασιλικών «Οι άρχοντες συνηθίζουν να καταδικάζουν κάποιον σε διηνεκή φυλάκιση ή και να είναι δέσμιος. Αλλά αυτό δεν πρέπει να το κάνουν γιατί οι ποινές αυτές απαγορεύονται. Οι φυλακές υπάρχουν για να φυλάσσονται οι άνθρωποι  και όχι για να τιμωρούνται».  Την απαγόρευση είχε εξειδικεύσει και ο Ιουστινιανός αποκλείοντας τον εγκλεισμό των εξόριστων σε φυλακές σε τόπους εξορίας. Το ότι γίνονταν όμως καταχρήσεις προκύπτει όχι μόνο από μαρτυρίες ιστορικών αλλά και από τον σχολιαστή των Βασιλικών.  Άλλωστε, η κράτηση ενός ατόμου για αόριστο χρονικό διάστημα χωρίς δίκη με εντολή τοπικού διοικητή ή και αυτοκράτορα μπορούσε μεν να είναι παράνομη, ελάχιστα όμως θα διέφερε από μια καταδίκη σημερινή σε κάθειρξη ή φυλάκιση. Για τον περιορισμό αυτών των αυθαιρεσιών γινόταν προσπάθεια για πιο γρήγορες δίκες. Πάντως κατά την ύστερη περίοδο, κάμπτεται η παραπάνω αρχή και κάνουν την εμφάνισή τους διατάξεις που προβλέπουν φυλάκιση, πιθανότατα λόγω της συρρίκνωσης της αυτοκρατορίας και των συχνών εχθρικών επιδρομών.  Ήδη από την πρώιμη περίοδο εμφανίζεται ως υποκατάστατο της φυλάκισης ο εγκλεισμός των δραστών ορισμένων εγκλημάτων σε μοναστήρια. Δύο λόγοι ώθησαν τον Ιουστινιανό στη θέσπιση σχετικών διατάξεων (α) η κράτηση γυναικών σε κοινές φυλακές με κίνδυνο να υποστούν κακοποίηση και (β) εγκλήματα σχετικά με το γάμο και τη γενετήσια ζωή διευκόλυνε ο τόπος του μοναστηρίου ως τόπος μετάνοιας. Η ρύθμιση αυτή είχε ως περαιτέρω συνέπεια, ότι ενισχύθηκε η περιουσία των μοναστηριών καθώς οι περιουσίες των δραστών περιέχονταν στις μονές. Επίσης, τα μοναστήρια αποτελούσαν τον φυσικό τόπο απλής κράτησης.  Πρέπει να σημειωθεί, ότι  δεν αποτελούσε έκτιση ποινής ο εγκλεισμός προσώπων στη μονή, στον οποίο κατέφευγαν οι ηγεμόνες για να εξουδετερώσουν διεκδικητές του θρόνου, συχνά και μέσα στην ίδια την οικογένειά τους. Και μάλιστα ο εγκλεισμένος με το μέτρο της υποχρεωτικής μοναχικής κουράς, δεν κατόρθωνε ποτέ να επανέλθει στον κοσμικό βίο.

36) Η κυριότητα στο κλασσικό ρωμαϊκό δίκαιο.
Κατά το στάδιο αυτό και με την έναρξη της αυτοκρατορικής περιόδου, εισάγεται ένα νέο δικονομικό σύστημα, η έκτακτη διαγνωστική διαδικασία που ίσχυσε παράλληλα με την πραιτορική formula μέχρι τον 2ο αιώνα μ.Χ. Στο νέο αυτό σύστημα η έννοια της κυριότητας αποκρυσταλλώνεται και η διάκρισή της από τη νομή και τα περιορισμένα εμπράγματα δικαιώματα γίνεται σαφέστερη. Η έννοια όμως της κυριότητας του κλασικού δικαίου δεν είναι ενιαία δηλαδή το είδος του πράγματος, αν βρίσκεται στην ιταλική χερσόνησο ή σε επαρχία και με τον τρόπο που αποκτήθηκε η κυριότητα διακρίνεται σε τρεις μορφές (α) την κυριότητα του ius civile που περιορίζεται στους ρωμαίους πολίτες και για ακίνητα που βρίσκονται μέσα στη ιταλική χερσόνησο (β) την κυριότητα του πραιτορικού δικαίου όπου μέσω διεκδικητικής αγωγής μεταβιβάζεται η κυριότητα  και (γ) τρίτη τέλος μορφή κυριότητας αναγνωρίζεται πάνω στα επαρχιακά ακίνητα όπου ήδη από τον τελευταίο αιώνα της δημοκρατίας, η κυριότητα ανήκει στο κράτος λόγω ότι είχε επιβληθεί φορολογία και η νομή στους ιδιώτες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλώ τα σχόλια σας να μην θίγουν ούτε να προσβάλλουν τον συνομιλητή τους. Σε αυτό το blog ερχόμαστε μόνο να πάρουμε γνώση και να πετύχουμε τους στόχους μας!