Τετάρτη, 3 Φεβρουαρίου 2016

ΛΥΜΕΝΟ ΘΕΜΑ ΚΑΤΑΤΑΚΤΗΡΙΩΝ ΕΞΕΤΑΣΕΩΝ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ ΣΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ 2015-2016

Παρακάτω σας παραθέτω τον σύνδεσμο ώστε να κατεβάσετε τη λύση του θέματος των κατατακτηρίων του Συνταγματικού Δικαίου 2015-2016 σε pdf:








Συγκρίνατε το ρόλο και τις αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας στο ισχύον ελληνικό Σύνταγμα με το προεδρικό σύστημα.

Ιστορική αναδρομή αξιώματος ΠτΔ
Το αξίωμα του ΠτΔ συναντάται για πρώτη φορά ως θεσμός στο σώμα του Συντάγματος του 1924. Ωστόσο με το Σύνταγμα του 1927 καθιερώθηκε εκ νέου ο ρόλος του, ο οποίος όμως περιοριζόταν στην άσκηση της εκτελεστικής εξουσίας. Ο θεσμός του ΠτΔ καταργήθηκε το 1935 εξαιτίας της πολιτειακής μεταβολής (δικτατορία της 4ης Αυγούστου) και επανήλθε επί δικτατορίας των Συνταγματαρχών με το Σύνταγμα του 1968. Με το δεύτερο Σύνταγμα της Χούντας του 1973 δόθηκαν υπερεξουσίες στον ΠτΔ ο οποίος στο πρόσωπό του συγκέντρωνε πια όλη την δύναμη, καθιερώνοντας παράλληλα και θέση Αντιπροέδρου. Όμως, με το Σύνταγμα του 1975 ρυθμίστηκε εκ νέου ο ακριβής ρόλος του ΠτΔ και επιπλέον οι αρμοδιότητές του περιορίστηκαν σε μεγάλο βαθμό με την αναθεώρηση του Συντάγματος του 1986. Σήμερα ο ρόλος του ΠτΔ είναι περισσότερο συμβολικός και εθιμοτυπικός.
Η αναθεώρηση του Συντάγματος του 1986 αποτελεί σταθμό στην ιστορία του θεσμού του ΠτΔ καθώς περιόρισε σε μεγάλο βαθμό τις αρμοδιότητές του. Οι σημαντικότερες από τις διατάξεις που τροποποιήθηκαν ήταν αυτές που αφορούσαν: (α) τη δυνατότητα που διέθετε ο ΠτΔ να διαλύσει τη βουλή σε περίπτωση που η σύνθεσή της εμφάνιζε δυσαρμονία προς το λαϊκό αίσθημα (προεδρικό διάλυση) (β) την τυποποίηση των χειρισμών του ΠτΔ κατά το στάδιο της παύσης και της ανάδειξης της νέας κυβέρνησης ώστε να μην έχει πλέον καμία διακριτική ευχέρεια (γ) την καθιέρωση του κανόνα της προσυπογραφής στο σύνολο σχεδόν των πράξεών του ΠτΔ και (δ) την επίσημη επικοινωνία με το λαό που πήρε τη μορφή διαγγελμάτων η οποία υπόκειται σε προηγούμενη έγκριση του πρωθυπουργού.

Ρόλος και αρμοδιότητες ΠτΔ στο ισχύον ελληνικό Σύνταγμα
Το Σύνταγμα ορίζει ότι «Το πολίτευμα της Ελλάδος είναι Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία» (άρθρο 1 παρ. 1 Σ). Ο όρος «προεδρευόμενη» σημαίνει ότι δεν είναι πλέον βασιλευόμενη. Το ότι δεν είναι προεδρική το δηλώνει ο όρος «κοινοβουλευτική».
Ο ΠτΔ είναι άμεσο μονοπρόσωπο όργανο, αλλά όχι ανώτατο (κυρίαρχο). Δρα σχηματίζοντας σύνθετο όργανο με τους υπουργούς (αν και στον κανόνα αυτό υπάρχουν εξαιρέσεις). Ο ΠτΔ χαρακτηρίζεται αρχηγός της εκτελεστικής εξουσίας, επειδή οι περισσότερες αρμοδιότητές του συνδέονται με αυτή την ομάδα οργάνων και επειδή ιστορικά οι άλλες δύο εξουσίες αποσπάσθηκαν από την εκτελεστική. Αυτή την ελέγχει σήμερα η Κυβέρνηση, ενώ ο ΠτΔ αποτελεί τον συνδετικό κρίκο μεταξύ των τριών εξουσιών.
Ο ΠτΔ είναι το μοναδικό όργανο για το οποίο το Σύνταγμα ορίζει όχι μόνο τι κάνει, δηλ ποιες αρμοδιότητες έχει αλλά και τι είναι «Ο ΠτΔ είναι ρυθμιστής του πολιτεύματος» (άρθρο 30 παρ. 1 εδ α Σ).  Και ο χαρακτηρισμός αυτός εμπεριέχει κανόνα δικαίου, πρέπει δηλ ο ΠτΔ να είναι υπεράνω κομμάτων και της εκάστοτε κυβερνητικής πολιτικής, να παρεμβάλλεται νομικά ανάμεσα στη βουλή και στην Κυβέρνηση, ώστε να διατηρείται η τριγωνική κοινοβουλευτική σχέση, αλλά και να παρεμβαίνει άτυπα ανάμεσα στην πλειοψηφία και τη μειοψηφία, ώστε το δημοκρατικό πολίτευμα να λειτουργεί ομαλά.
Οι αρμοδιότητες του ΠτΔ διέπονται από τον κανόνα του άρθρου 50 Σ: «Ο ΠτΔ δεν έχει άλλες αρμοδιότητες παρά μόνο όσες του απονέμουν ρητά το Σύνταγμα και οι νόμοι που είναι σύμφωνοι με αυτό» και από τη ρήτρα του άρθρου 35 παρ. 1 Σ σύμφωνα με την οποία «καμία πράξη του ΠτΔ δεν ισχύει ούτε εκτελείται χωρίς την προσυπογραφή του αρμοδίου Υπουργού», εκτός από τις εξαιρέσεις που αναφέρονται περιοριστικά στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου και είναι : (α) ο διορισμός πρωθυπουργού (β) η ανάθεση διερευνητικής εντολής για σχηματισμό κυβέρνησης (γ) η διάλυση της βουλής αν δεν την προσυπογράψει
Η παραδοσιακή διδασκαλία, που δέχεται τη διάκριση των λειτουργιών, κατανέμει τις προεδρικές  αρμοδιότητες σε 5 είδη:
·         Νομοθετικές: θα χαρακτηρίζαμε τις αρμοδιότητες που αφορούν τη δημοσίευση της αποφάσεως της βουλής για την κατάσταση πολιορκίας, την έκδοση πράξεων νομοθετικού περιεχομένου και κανονιστικών διαταγμάτων (άρθρα 48 παρ. 1, 44 παρ. 1 και 43 Σ).
·         Διοικητικές: θα χαρακτηρίζαμε τον διορισμό και την παύση των δημοσίων υπαλλήλων και τον διορισμό των δικαστικών λειτουργών, την αρχηγία των ενόπλων δυνάμεων και την απονομή βαθμών σε όσους υπηρετούν σε αυτές, την έκδοση και δημοσίευση των νόμων και την έκδοση ατομικών διαταγμάτων, την προκήρυξη δημοψηφίσματος, την αναπομπή νομοσχεδίου, την έκδοση διατάγματος για την κατάσταση πολιορκίας και την απονομή παρασήμων (άρθρα 46 παρ. 1, 88 παρ. 1, 45, 42 παρ. 1 εδ α’, 43 παρ. 1, 44 παρ. 2, 42 παρ. 1 εδ β, 48 παρ. 2 και 46 παρ. 2 Σ).
·         Ρυθμιστικές: θα χαρακτηρίζαμε τη σύγκληση της βουλής τη λήξη και την αναστολή των εργασιών της και τη διάλυσή της, τον διορισμό του πρωθυπουργού κ.λπ., την απαλλαγή της κυβερνήσεως, τον διορισμό και την παύση των υπουργών και την έκδοση διαγγελμάτων (άρθρα 40 παρ. 1, 40 παρ. 2, 41, 37, 38, 37 παρ. 1 και 44 παρ. 3 Σ).
·         Διεθνούς παραστάτη:  θα χαρακτηρίζαμε τη συνομολόγηση διεθνών συνθηκών, τη διεθνή εκπροσώπηση του κράτους και την κήρυξη πολέμου (άρθρο 36).
·         Δικαστικές: θα χαρακτηρίζαμε την αρμοδιότητα της χάριτος (άρθρο 47 παρ. 1 Σ).

Εμφάνιση Προεδρικού Συστήματος
Το προεδρικό σύστημα (ή αμερικανικό) είναι γέννημα και θρέμμα του αμερικανικού λαού. Οι Ιδρυτές Πατέρες, που συντάσσουν και ψηφίζουν στη Φιλαδέλφεια, το 1787, το πρώτο Σύνταγμα στον κόσμο, θεωρούν τους εαυτούς τους απόγονους Άγγλων αποίκων. Θέλουν να δανεισθούν το αγγλικό πολίτευμα. Συγχρόνως δεν έχουν βασιλιά κι έτσι επινοούν τον πρώτο αιρετό ανώτατο άρχοντα, τον Πρόεδρο των ΗΠΑ.  Επίσης είναι οπαδοί του Μοντεσκιέ, έχουν βαθύτατη πίστη στα ατομικά δικαιώματα και εκπροσωπούν επί μέρους πρώην αποικίες, που θέλουν αν διατηρήσουν την αυτονομία τους.
Το πρώτο Σύνταγμα του κόσμου είναι και το μακροβιότερο καθώς με σχετικά λίγες τροποποιήσεις ισχύει μέχρι και σήμερα. Το ίδιο αυτό Σύνταγμα διέπει αρχικά ένα κράτος με τριάμισι εκατομμύρια πληθυσμό και αγροτική οικονομία και, ύστερα από δύο αιώνες, τη μοναδική παγκόσμια υπερδύναμη και μάλιστα βοήθησε σε αυτή τη μεταμόρφωση. Από την άλλη πλευρά το προεδρικό σύστημα δεν πέτυχε σε καμία άλλη χώρα.
Χαρακτηριστικό του προεδρικού συστήματος, σε αντίθεση με το κοινοβουλευτικό, είναι η απόλυτη διάκριση των λειτουργιών. Επομένως, ο Πρόεδρος  διορίζει και παύει ελεύθερα τους υπουργούς του, οι οποίοι δεν εξαρτώνται από την εμπιστοσύνη της βουλής. Η νομοθετική λειτουργία ασκείται από τα αντιπροσωπευτικά σώματα, χωρίς ο Πρόεδρος να μπορεί να παρέμβει στο έργο τους ή να προβεί σε διάλυσή τους. Βέβαια, και στο προεδρικό σύστημα είναι αυτονόητο ότι τα αντιπροσωπευτικά σώματα ασκούν έλεγχο στην κυβέρνηση. Τον αυστηρό χωρισμό των εξουσιών επιτυγχάνουν δύο στοιχεία, η εκλογή του αρχηγού του κράτους από τον λαό και η απουσία πολιτικής ευθύνης της εκτελεστικής εξουσίας ενώπιον του κογκρέσου.
Η εκτελεστική εξουσία ανήκει σε μονοπρόσωπο όργανο, τον Πρόεδρο τον ΗΠΑ και η νομοθετική στο κογκρέσο που απαρτίζουν τη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη γερουσία. Η Βουλή των Αντιπροσώπων αντιπροσωπεύει τον λαό του ομοσπονδιακού κράτους και η Γερουσία τις Πολιτείες.

Σύγκριση ΠτΔ με Πρόεδρο των ΗΠΑ
Πρόεδρος των ΗΠΑ
Πρόεδρος της Δημοκρατίας

Είναι μονοπρόσωπο όργανο.
Είναι άμεσο μονοπρόσωπο όργανο αλλά όχι ανώτατο.

Του ανήκει η εκτελεστική εξουσία.
«Η εκτελεστική λειτουργία ασκείται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την Κυβέρνηση» (άρθρο 26 παρ. 2 Σ).

Αυστηρός χωρισμός των εξουσιών και εκλογή του Προέδρου των ΗΠΑ από τον λαό.

Σχετικός χωρισμός των εξουσιών και εκλογή του ΠτΔ από τη βουλή.
Είναι εκλεκτός κόμματος και εκλέγεται από το λαό για να  εφαρμόσει ένα πρόγραμμα.
Δεν είναι εκλεκτός κόμματος και τους υποψηφίους τους προτείνουν οι κοινοβουλευτικές ομάδες.

Η εκλογή του Προέδρου των ΗΠΑ είναι έμμεση. Στην πράξη όμως είναι οιονεί άμεση καθώς οι εκλογείς χρησιμοποιούν ψηφοδέλτια με τα ονόματα των υποψηφίων Προέδρων και όχι των εκλεκτόρων, τους οποίους δεν γνωρίζουν.
Η εκλογή του ΠτΔ γίνεται έμμεσα από την Βουλή των Ελλήνων και οι υποψήφιοι προτείνονται από τις κοινοβουλευτικές ομάδες. Για να εκλεγεί κάποιος στη θέση του ΠτΔ πρέπει να πληροί 4 βασικά κριτήρια (α) να είναι έλληνας πολίτης από πέντε τουλάχιστον έτη (β) να έχει από πατέρα ή μητέρα ελληνική καταγωγή (γ) να έχει συμπληρώσει το 40ο έτος της ηλικίας του και (δ) να έχει τη νόμιμη ικανότητα του εκλέγειν.

Εκλέγεται για τετραετή θητεία. Μαζί του εκλέγεται και ένας αντιπρόεδρος, που έχει κύρια αποστολή να διαδεχθεί τον Πρόεδρο αν διακοπεί η θητεία του.
Εκλέγεται για πενταετή θητεία με δυνατότητα επανεκλογής του ίδιου προσώπου άλλη μία φορά. Όμως αν έχει παραιτηθεί ο ΠτΔ πριν λήξει η θητεία του δεν μπορεί να επανεκλεγεί (άρθρο 30 Σ).


Προεδρεύει στη Γερουσία όπου ψηφίζει όμως μόνο σε ισοψηφία.


Ο ΠτΔ δεν συμμετέχει στη βουλή.
Η λαϊκή εκλογή καθιστά τον Πρόεδρο των ΗΠΑ ισότιμο με το Κογκρέσο. Στο ίδιο συντελεί και το ότι ούτε η προεδρική εκλογή ούτε οι εκλογές για το Κογκρέσο μπορούν να γίνουν πρόωρα.

Το αξίωμα του ΠτΔ μετά την αναθεώρηση του 1986 είναι περισσότερο συμβολικό παρά ουσιαστικό.
Δεν έχει πολιτική ευθύνη ενώπιον του Κογκρέσου, που δεν μπορεί να τους υποχρεώσει με παραίτηση.
Ο ΠτΔ είναι ανεύθυνος και ευθύνεται μόνο ποινικά για πράξεις που συνιστούν εσχάτη προδοσία ή παραβίαση με πρόθεση του Συντάγματος (άρθρο 49 Σ).

Διορίζει και παύει κατά το δοκούν τους υπουργούς.
Ο ΠτΔ διορίζει τον Πρωθυπουργό, και με πρότασή του, διορίζει και παύει τα λοιπά μέλη της κυβέρνησης και τους υφυπουργούς. Πρωθυπουργός διορίζεται ο αρχηγός του κόμματος  ο οποίος διαθέτει στη Βουλή την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών.

Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ συνάπτει διεθνείς συνθήκες μετά από έγκριση της Γερουσίας με αυξημένη πλειοψηφία των 2/3 των παρόντων.

Έχει την αρμοδιότητα διεθνούς παραστάτη, όμως η αρμοδιότητα αυτή είναι τυπική και ασκείται ουσιαστικά από την κυβέρνηση.
Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ δεν μπορεί να κηρύξει τη λήξη των συνόδων του Κογκρέσου, ούτε να διαλύσει τι μία ή την άλλη βουλή. Μπορεί να καλεί το Κογκρέσο σε έκτακτη σύνοδο, αλλά όχι να το εμποδίζει να συνέρχεται.

Ο ΠτΔ συγκαλεί τη βουλή τακτικά μία φορά κάθε χρόνο και εκτάκτως κάθε φορά που κρίνει εύλογο. Κηρύσσει αυτοπροσώπως ή δια του πρωθυπουργού την έναρξη και τη λήξη κάθε βουλευτικής περιόδου.  Ο ΠτΔ μία φορά μόνο μπορεί να αναστείλει τις εργασίες της βουλευτικής συνόδου, είτε αναβάλλοντας την έναρξη είτε διακόπτοντας την εξακολούθησή τους. Μπορεί να διαλύσει τη βουλή (α) αν δεν τελεσφορήσουν οι διερευνητικές εντολές και επιβεβαιωθεί η αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης που να έχει την εμπιστοσύνη της βουλής (β) αν έχουν εξασφαλίσει κυβερνητική σταθερότητα και (γ) για ανανέωση της λαϊκής εντολής προκειμένου να αντιμετωπιστεί εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας, κατόπιν πρότασης της κυβέρνησης που έχει την εμπιστοσύνη της διαλυόμενης βουλής.

Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ μπορεί να ασκήσει αρνησικυρία (βέτο) σε ψηφισμένο νομοσχέδιο, οπότε αυτό δεν γίνεται νόμος παρά μόνο αν το ξαναψηφίσουν στη βουλή των αντιπροσώπων και η Γερουσία με αυξημένη πλειοψηφία των 2/3 των μελών τους.

Ο ΠτΔ μπορεί να αναπέμψει στη Βουλή νομοσχέδιο που έχει ψηφιστεί από αυτή, εκθέτοντας και τους λόγους της αναπομπής. Πρόταση νόμου ή νομοσχέδιο που έχει αναπεμφθεί  από τον ΠτΔ, εισάγεται στην Ολομέλεια της Βουλής, και αν επιψηφιστεί και πάλι με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, ο ΠτΔ το εκδίδει και το δημοσιεύει υποχρεωτικά μέσα σε 10 ημέρες από την επιψήφισή του.

Το Κογκρέσο ελέγχει εξονυχιστικά και διαπραγματεύεται τις πιστώσεις, που ο Πρόεδρος των ΗΠΑ του ζητεί να εγκρίνει.

Ο ΠτΔ μπορεί και διορίζει το προσωπικό της Βουλής των Ελλήνων χωρίς υπουργική προσυπογραφή. 
Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ και το Κογκρέσο είναι καταδικασμένοι να συμβιώνουν έως το τέλος της θητείας τους. Γενικώς οι θητείες τους είναι σύντομες.


Οι θητείες του ΠτΔ και της Βουλής είναι ξεχωριστές και δεν εξαρτάται η μία από την άλλη.
Η εκλογή του ΠτΔ γίνεται σε κάθε περίπτωση για πλήρη θητεία.  Όμως, αν δεν συγκεντρωθεί η πλειοψηφία των 2/3 των βουλευτών για την εκλογή νέου ΠτΔ, η βουλή διαλύεται σε 10 ημέρες από την ψηφοφορία και προκηρύσσεται εκλογή για ανάδειξη νέας Βουλής (άρθρο 32 Σ).




Βιβλιογραφία:
Παντελής, Α. (2007) Εγχειρίδιο Συνταγματικού Δικαίου. Εκδόσεις: Λιβάνη, 2η έκδοση, σελ. 154-159, 344-345, 352

Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2016

ΛΥΜΕΝΟ ΘΕΜΑ ΚΑΤΑΤΑΚΤΗΡΙΩΝ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ 2015-2016 ΣΤΟ ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

Στον παρακάτω σύνδεσμο μπορείτε να βρείτε την απάντηση στο θέμα που έπεσε φέτος:



Τι γνωρίζετε για την απόπειρα γνησίων και μη γνήσιων εγκλημάτων παράλειψης.
Απόπειρα και γνήσια εγκλήματα παραλείψεως
Κατά κανόνα στα γνήσια εγκλήματα παραλείψεως στάδιο απόπειρας δεν είναι νοητό π.χ. στην παρασιώπηση ανεύρεσης χαμένου πράγματος του ΠΚ 376 όπου ο Α βρίσκει ένα απολωλός και οφείλει να το παραδώσει στην Αρχή μέσα σε 14 ημέρες, η  παράλειψη του να παραδώσει το πράγμα μέχρι την 14η ημέρα είναι ποινικά αδιάφορη ενώ μόλις παρέλθει η προθεσμία το έγκλημα θεωρείται τετελεσμένο. Το ίδιο ισχύει και σε άλλες περιπτώσεις όπως στην παράλειψη βεβαιώσεως ταυτότητας του ΠΚ 243, στην απείθεια του ΠΚ 169 και γενικά όποτε το γνήσιο έγκλημα παραλείψεως στοιχειοθετείται μόλις παρέλθει το ορισμένο χρονικό σημείο που τάσσει ο νόμος προς ενέργεια. Επομένως, στις συντριπτικά περισσότερες περιπτώσεις των γνησίων εγκλημάτων παραλείψεως, εκεί δηλ όπου το χρονικό σημείο, κατά το οποίο ο δράστης υποχρεούται να ενεργήσει, προσδιορίζεται σαφώς στο νόμο, απόπειρα δεν είναι νοητή.
·         Επομένως, κατά μια παλαιοτέρα κρατούσα άποψη, στα γνήσια εγκλήματα παραλείψεως η απόπειρα ήταν απολύτως αδύνατη διότι έλεγαν εφόσον δεν παρήλθε το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο υπόχρεος οφείλει να επιχειρήσει ορισμένη ενέργεια, υπάρχει ακόμη η νομική δυνατότητα αυτού να συμμορφωθεί προς την υποχρέωσή του και επομένως δεν υπάρχει αρχή εκτέλεσης, μόλις όμως παρέλθει το χρονικό αυτό σημείο, τότε πλέον το έγκλημα είναι ήδη τετελεσμένο. Π.χ. όσο κινδυνεύει κάποιος έχω περιθώριο να τον σώσω, άρα δεν πράττω αδίκως, μόλις όμως παρέλθει το χρονικό σημείο κατά το οποίο μπορώ να τον σώσω (τον έσωσε άλλος ή ο παθών απεβίωσε) το έγκλημα του ΠΚ 307, είναι τετελεσμένο.
Όμως, συμβαίνει το ίδιο και στις γνήσιες παραλείψεις που έχουν κάποια διάρκεια;
Όπως π.χ. της παρασιώπησης κακουργήματος του ΠΚ 232, της παράλειψης λύτρωσης από κίνδυνο ζωής του ΠΚ 307,  της παράλειψης παροχής βοήθειας σε κινδυνεύοντες του ΠΚ 288 παρ. 2.  Θα μπορούσε σε αυτή την περίπτωση η απραξία του υπόχρεου να είναι ποινικά αδιάφορη; Ή το έγκλημα θεωρείται τετελεσμένο από την πρώτη στιγμή που διαπίστωσε ο υπόχρεος τον κίνδυνο ζωής ή τον σχεδιασμό του κακουργήματος. Η τελευταία άποψη έχει σήμερα πολλούς οπαδούς: σύμφωνα με αυτήν το έγκλημα είναι τετελεσμένο ακόμη και αν στη συνέχεια ο δράστης μετανιώσει και εκπληρώσει εγκαίρως την υποχρέωσή του διότι λένε αυτοί που υποστηρίζουν την άποψη αυτή, αν κάποιος τραυματίας κινδυνεύει να πεθάνει η βοήθεια πρέπει να του παρασχεθεί αμέσως.
·         Κατά άλλη άποψη, αντίθετα, απόπειρα των γνήσιων εγκλημάτων παραλείψεως είναι απεριόριστα δυνατή, όταν πρόκειται για παραλείψεις που έχουν κάποια διάρκεια ή και όταν στην αντικειμενική τους υπόσταση περιλαμβάνεται κάποιο αποτέλεσμα π.χ. ο Α πληροφορείται ότι ο Β σχεδιάζει να διαπράξει ανθρωποκτονία, η υποχρέωσή του να αναγγείλει το σχεδιαζόμενο κακούργημα στην Αρχή διαρκεί μέχρις ότου μπορεί να προληφθεί η τέλεση της πράξης ή ο θάνατος του παθόντος (ΠΚ 232), αν κατά το διάστημα αυτό το αναγγείλει, είναι δυνατή η απόπειρα του Α.
·         Κατά μία ενδιάμεση άποψη, τέλος, καθ’ όλο το χρονικό διάστημα που ο δράστης υποχρεούται να ενεργήσει, στοιχειοθετείται μη πεπερασμένη απόπειρα, από την οποία ο παραλείπων δύναται να υπαναχωρήσει και έτσι να παραμείνει ατιμώρητος, το δε έγκλημα καθίσταται τετελεσμένο μόλις παρέλθει το χρονικό εκείνο σημείο κατά το οποίο η σωτηρία το εννόμου αγαθού δεν είναι πλέον δυνατή. Στην άποψη αυτή η αντικειμενική υπόσταση πληρούται με την πρώτη παράλειψη. Αλλά πως γίνεται να πληρούται η αντικειμενική υπόσταση και να μην έχουμε τετελεσμένο έγκλημα; Απάντηση: Η απραξία της πρώτης στιγμής δεν δημιουργεί εγκληματική εντύπωση και για αυτό δεν συνιστά παράλειψη πληρούσα την αντικειμενική υπόσταση. Όσο όμως περνά ο χρόνος τόσο περισσότερο η αδράνεια αποκτά κοινωνικό νόημα και τόσο περισσότερο γίνεται σαφές ότι ο υπόχρεος προς ενέργεια παραλείπει. Στις υπό κρίση αυτές περιπτώσεις το αξιόποινο θεμελιώνεται στην παράλειψη του δράστη και όχι στην μη αποτροπή αποτελέσματος. Η τυχόν μεταγενέστερη της παράλειψης αποτροπή της βλάβης του εννόμου αγαθού  δεν επηρεάζει την ποινική αξιολόγηση της παράλειψης  κάθε αυτήν. Η παράλειψη καθίσταται πλήρως άδικη μόλις εδραιωθεί. Π.χ. ο οδηγός Α βλέπει τον τραυματία Β να κείται αιμόφυρτος στην άσφαλτο, διστάζει όμως να του παράσχει βοήθεια, εκφράζοντας τους δισταγμούς του στον συνοδηγό του με τις λέξεις: «θα μου γεμίσει το αμάξι με αίματα». Παρόλα αυτά πείθεται και παρέχει την οφειλόμενη βοήθεια.  Εδώ, έχουμε απόπειρα, τετελεσμένο θα ήταν το έγκλημα αν η παράλειψη είχε ξεπεράσει εξωτερικά τα όρια των δισταγμών και είχε αποκτήσει εδραία και αναμφισβήτητη κοινωνική παρουσία. Μόλις η παράλειψη καταστεί αναμφισβήτητη το έγκλημα είναι πλέον τετελεσμένο, η δε τελείωσή δεν επηρεάζεται από το αν στη συνέχεια σώθηκε το έννομο αγαθό με ενέργεια τρίτων ή του δράστη. Επομένως, στα γνήσια εγκλήματα παραλείψεως, είναι δυνατή απόπειρα εφόσον αυτά έχουν κάποια διάρκεια, από το χρονικό σημείο που γεννάται η υποχρέωση μέχρις ότου η παράλειψη αποκτήσει εδραία και αναμφισβήτητη κοινωνική υπόσταση.
·         Ενίοτε υποστηρίζεται η άποψη ότι στα γνήσια εγκλήματα παραλείψεως είναι δυνατή και απρόσφορη απόπειρα π.χ. ο Α νομίζει ότι ο Β που έπεσε θύμα αυτοκινητιστικού δυστυχήματος βρίσκεται σε κίνδυνο ζωής και παραλείπει να τον σώσει. Όμως ο Β είναι ήδη νεκρός. Όμως και η άποψη αυτή δεν φαίνεται να έχει θεωρητική αντοχή διότι δεν υπάρχει καν πράξη με τη μορφή παράλειψης αφού δεν υπάρχει καν ανάγκη ενέργειας.
1η άποψη: Παλαιοτέρα κρατούσα άποψη
2η άποψη:
Μεταγενέστερη άποψη
3η άποψη:
Ενδιάμεση και κρατούσα
Απολύτως αδύνατη η απόπειρα, το έγκλημα είναι τετελεσμένο μόλις παρέλθει η προθεσμία υποχρέωσης ενέργειας και ακόμα όταν ο παραλείπων εκπληρώσει εγκαίρως την υποχρέωσή του.
Απολύτως δυνατή η απόπειρα όταν πρόκειται για παραλείψεις που έχουν διάρκεια ή όταν στην αντικειμενική τους υπόσταση περιλαμβάνεται κάποιο αποτέλεσμα, μόλις παρέλθει η προθεσμία υποχρέωσης ενέργειας είναι τετελεσμένο.
Καθ’ όλο το χρονικό διάστημα που ο δράστης υποχρεούται να ενεργήσει, στοιχειοθετείται μη πεπερασμένη απόπειρα, από την οποία ο παραλείπων δύναται να υπαναχωρήσει και να παραμείνει ατιμώρητος, το δε έγκλημα καθίσταται τετελεσμένο μόλις εδραιωθεί η παράλειψη και είναι αδύνατη η σωτηρία πλέον του εννόμου αγαθού.

Απόπειρα και μη γνήσια εγκλήματα παραλείψεως
Λιγότερα προβλήματα δημιουργεί η απόπειρα στα μη γνήσια εγκλήματα παραλείψεως καθώς αυτά είναι εγκλήματα αποτελέσματος και η αντικειμενική τους υπόσταση πληρούται μόλις επέλθει το αποτέλεσμα, το οποίο ο δράστης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να αποτρέψει (ΠΚ 15). Επομένως, μέχρις αυτού του χρονικού σημείου η απόπειρα είναι δυνατή π.χ. η μητέρα που με πρόθεση παραλείπει να δώσει τροφή στο βρέφος της, η ζωή του οποίου τελικά σώζεται με επέμβαση τρίτων, τελεί απόπειρα ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως με παράλειψη. Εννοείται ότι για να υπάρξει απόπειρα θα πρέπει ο δράστης να αρχίσει την εκτέλεση του εγκλήματος δηλαδή να παραλείψει ή τουλάχιστον να αρχίσει να παραλείπει.
Πότε όμως αρχίζει να παραλείπει ο υπόχρεος να αποτρέψει το αποτέλεσμα (=πότε αρχίζει η απόπειρα αυτού);
·         Έχει υποστηριχθεί η άποψη, ότι αρχή εκτελέσεως δηλ η πληρούσα την αντικειμενική υπόσταση παράλειψη, αρχίζει κατά το χρονικό σημείο που ο υπόχρεος παραλείπει το πρώτον να ενεργήσει. Επομένως, κατά αυτήν την άποψη, η μητέρα διαπράττει απόπειρα ανθρωποκτονίας με παράλειψη από την πρώτη φορά που με ανθρωποκτόνο πρόθεση παραλείπει να δώσει τροφή στο τέκνο της.
·         Κατά άλλη άποψη, αντίθετα, για όσο χρόνο ο υπόχρεος μπορεί ακόμα να ενεργήσει, η συμπεριφορά του είναι ποινικώς αδιάφορη  και κατά την άποψη αυτή απόπειρα στοιχειοθετείται μόλις παρέλθει και το τελευταίο χρονικό σημείο κατά το οποίο μπορεί να ενεργήσει ο δράστης. Έτσι, στην περίπτωση αυτή η παράλειψη της μητέρας, συντελείται το πρώτον από τη στιγμή που αυτή παύει πλέον να έχει τη δυνατότητα να δώσει τροφή στο βρέφος της επειδή επενέβησαν γείτονες ή ήρθε η αστυνομία κ.λπ.
Και οι δύο αυτές απόψεις δεν μπορούν να γίνουν δεκτές διότι η πρώτη οδηγεί σε αφόρητη διεύρυνση του αξιοποίνου και ποινικοποίηση του φρονήματος, αναγορεύοντας την κάθε αδράνεια σε παράλειψη πληρούσα την αντικειμενική υπόσταση ενώ η δεύτερη διότι βαρύνεται με απαράδεκτη αοριστία που δεν επιτρέπει να διακρίνουμε ακόμη και μεταξύ πεπερασμένης και μη πεπερασμένης απόπειρας αλλά και επειδή καταλήγει σε ένα ανυπόφορο έλλειμμα προστασίας που ως προς ορισμένα έννομα αγαθά πχ ζωή είναι συνταγματικώς απαράδεκτο.
Για αυτό ορθά αναζητείται μέση λύση, απαλλαγμένη από τα μειονεκτήματα των δύο προηγούμενων ακραίων απόψεων έτσι ώστε να παρέχεται εγκαίρως μεν αλλά όχι επικινδύνως νωρίς, αποτελεσματική ποινική προστασία. Εδώ αποφασιστική σημασία έχουν τα πραγματικά περιστατικά που θέτει ως βάση η θεωρία της εντύπωσης δηλ. εκείνα που επιτρέπουν να αποφανθούμε ότι η παράλειψη του υπόχρεου δεν εμφανίζεται μόνο με τη μορφή υποψίας, αλλά έχει εδραία και αναμφισβήτητη κοινωνική ύπαρξη. Ο πατέρας που αποχωρεί από το σημείο όπου κινδυνεύει ο γιος του παραλείπει ήδη από τη στιγμή αυτή οπότε και εγκαταλείπει τα πράγματα στη τύχη τους. Ο αδελφός που βλέπει τον ευρισκόμενο σε πλήρη μέθη αδελφό του να κείτεται στις γραμμές του τραίνου και τον εγκαταλείπει, έστω και αν δεν γνωρίζει πότε θα περάσει ο επόμενος συρμός.
Ωστόσο, προτείνεται το κριτήριο: αρχή εκτέλεσης υπάρχει όταν η παράλειψη επιτείνει τον κίνδυνο προσβολής του εννόμου αγαθού υπό την έννοια ότι ενώ το έννομο αγαθό κινδυνεύει, ο δράστης το παραδίδει απροστάτευτο στην περαιτέρω εξέλιξη των γεγονότων και έτσι επιτείνει τον κίνδυνο πρόκλησης του αποτελέσματος. Όμως, η σκέψη αυτή παρά την ορθή της βάση, δεν βοηθά στα εγκλήματα παράλειψες διότι η παράλειψη δεν έχει αιτιώδη ισχύ για αυτό θα πρέπει να δούμε τα πράγματα αντίστροφα: η απραξία του υπόχρεου αποκτά κοινωνική σημασία όταν ο δράστης δεν αποτρέπει κατάσταση επιτείνουσα στον κίνδυνο επέλευσης του αποτελέσματος, άλλως όταν ο κίνδυνος επέλευσης του αποτελέσματος έχει πλέον καταστεί σαφής και άμεσος, ο δε υπόχρεος εντούτοις δεν επιχειρεί τίποτε για να τον αποτρέψει. Π.χ. η «περίπτωση του αιμορραγούντος τραυματία»: όπου ο ασυνείδητος οδηγός τραυμάτισε εξ αμελείας πεζό και στη συνέχεια δεν τον βοηθά αποδεχόμενο το θάνατό του, τελεί απόπειρα ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως από τη στιγμή που η απόφασή του αυτή εξωτερικευτεί κατά τρόπο σαφή και αναμφισβήτητο, έτσι ώστε η παράλειψη να αποκτήσει εδραία κοινωνική εμφάνιση. Π.χ. η «περίπτωση της μητέρας» όπου η μητέρα δεν δίνει τροφή στο βρέφος της αρχίζει να παραλείπει δηλ. τελεί απόπειρα ανθρωποκτονίας από τη στιγμή που δεν αποτρέπει σαφή κίνδυνο ζωής του τέκνου αφού μόνο τότε η παράλειψή της αποκτά κοινωνικό νόημα παράλειψης αποτροπής κινδύνου ζωής.

1η άποψη (ακραία):
2η άποψη (ακραία):
3η άποψη (μέση λύση):

Απόπειρα υπάρχει κατά το πρώτον που ο υπόχρεος παραλείπει να ενεργήσει.
Π.χ. η μητέρα τελεί απόπειρα ανθρωποκτονίας με την πρώτη φορά που δεν δίνει τροφή στο βρέφος.
Απόπειρα στοιχειοθετείται μόλις παρέλθει και το τελευταίο χρονικό σημείο κατά το οποίο μπορούσε ο υπόχρεος να ενεργήσει. Για όσο χρονικό διάστημα ο παραλείπων μπορούσε να ενεργήσει είναι ποινικώς αδιάφορο.
Π.χ. η μητέρα τελεί απόπειρα ανθρωποκτονίας μόλις οι γείτονες σώσουν το βρέφος από βέβαιο θάνατο.
 Σύμφωνα με τη θεωρία της εντύπωσης, απόπειρα υπάρχει όταν η απραξία του υπόχρεου αποκτά κοινωνική σημασία και δεν αποτρέπει κατάσταση επιτείνουσα στον κίνδυνο επέλευσης του αποτελέσματος.
Π.χ. η μητέρα τελεί απόπειρα ανθρωποκτονίας από τη στιγμή που δεν αποτρέπει σαφή κίνδυνο ζωής του τέκνου αφού μόνο τότε η παράλειψή της αποκτά κοινωνικό νόημα παράλειψης αποτροπής κινδύνου ζωής.


Βιβλιογραφία:
Μυλωνόπουλος, Χ. (2008) Ποινικό Δίκαιο Γενικό Μέρος ΙΙ, Εκδόσεις: Π.Ν. Σάκκουλας, σελ: 70-78