Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2014

ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΕΡΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΚΛΟΓΙΚΟ ΝΟΜΟ (ΥΛΗ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΕΙ Ο ΠΑΝΤΕΛΗΣ) (ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΣΟΣ ΑΛΛΑ ΕΙΝΑΙ MUST!)

Ο ΕΚΛΟΓΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ
Το Σύνταγμα εξουσιοδοτεί την νομοθετική εξουσία να προβλέψει με νόμο (αρ 54 Σ) το εκλογικό σύστημα (αναλογικό ή πλειοψηφικό), τον καθορισμό των εκλογικών περιφερειών και τον τρόπο κατανομής των εδρών με ανώτατο όριο 300 έδρες και κατώτατο 200 έδρες (αρ 51 Σ). Ο νόμος αυτός ονομάζεται εκλογικός νόμος, και ισχύει για τις επόμενες εκλογές εφόσον ψηφιστεί από τα 2/3 της Βουλής ή από τις μεθεπόμενες εφόσον ψηφιστεί από το ½ της Βουλής. Ο ισχύον εκλογικός νόμος είναι ο νόμος Σκανδαλίδη 3231/2004 όπως τροποποιήθηκε από τους νόμους Παυλόπουλου 3434/2006 και 3636/2008 και κωδικοποιήθηκε μαζί με άλλες εκλογικές διατάξεις στο Προεδρικό Διάταγμα 12/2012. 

Η ΛΕΥΚΗ ΨΗΦΟΣ
«Η λευκή ψήφος είναι έκφραση πολιτικής διαμαρτυρίας, για αυτό θεωρείται έγκυρη ψήφος» ή «η λευκή ψήφος πάει στο πρώτο κόμμα…..»  

Η λευκή ψήφος δεν συνυπολογίζεται πια στην διαμόρφωση του εκλογικού μέτρου και ως εκ τούτου δεν παράγει κανένα αποτέλεσμα στον επηρεασμό της δύναμης των κομμάτων, ούτε στα μεγαλύτερα ούτε στα μικρότερα. Η μόνη συνέπεια που θα μπορούσαμε να εντοπίσουμε είναι ότι πέρα από το πολιτικό μήνυμα που εμπεριέχει η λευκή ψήφος, η μη προσμέτρηση της στα έγκυρα την ισοδυναμεί πρακτικά με αποχή. Άρα ενισχύει αναλογικά τα κοινοβουλευτικά κόμματα καθότι μειώνονται οι απαιτούμενες ψήφοι για να κατοχυρώσουν μία έδρα σε σχέση με την περίπτωση που αντί για λευκό ο εκλογέας ψήφιζε κάποιο κόμμα. 

Η ΨΗΦΟΣ ΣΕ ΜΙΚΡΑ ΚΟΜΜΑΤΑ
«Η ψήφος στα μικρά κόμματα μειώνει την δύναμη των μεγάλων κομμάτων» ή «ψήφος στα μικρά κόμματα βοηθά στην αλλαγή του συστήματος»

Για να δικαιούται ένα κόμμα έδρες θα πρέπει να έχει ξεπεράσει το όριο του 3%, στην περίπτωση που δεν έχει ξεπεράσει το όριο αυτό, οι ψήφοι του κόμματος αυτού δεν υπολογίζονται στο εκλογικό μέτρο μιας και δεν συμμετέχει με το σύστημα της απλής αναλογικής στις 250 έδρες. Αυτό έχει ως συνέπεια οι ψήφοι των μικρών κομμάτων που δεν μπαίνουν στην Βουλή να επηρεάζουν το εκλογικό μέτρο υπέρ της αυτοδυναμίας του πρώτου κόμματος, παρέχοντας του ευκολότερα το bonus των 50 βουλευτών.
Ενώ στην περίπτωση της ψήφου σε μικρά κόμματα που δεν συγκεντρώνουν το 3% ενισχύεται το πρώτο κόμμα, στην περίπτωση της ψήφου σε μικρά κόμματα που όμως μπαίνουν στην Βουλή, τα πράγματα αλλάζουν. Όσα περισσότερα κόμματα εισέλθουν στην Βουλή τόσο δυσκολότερο καθίσταται για το πρώτο κόμμα να πάρει αυτοδυναμία και αυτό διότι οι ψήφοι των κομμάτων αυτών υπολογίζονται στο εκλογικό μέτρο, μειώνοντας έτσι τα ποσοστά των μεγάλων κομμάτων.
Συνεπώς καθίσταται δυσκολότερο για τα μεγάλα κόμματα να αποκτήσουν αυτοδυναμία, ούτως προκύπτει μια πολυκομματική Βουλή με 6 ή 8 κόμματα η οποία ωθεί στην δημιουργία συνεργασιών ώστε να μπορεί να σχηματιστεί κυβέρνηση, αναδιατάσσοντας το πολιτικό σκηνικό. Καθίσταται λοιπόν σαφές, ότι η ψήφος σε μικρό κόμμα διαφέρει ανάλογα με το αν αυτό καταφέρει να μπει ή όχι στην Βουλή, μιας και στην δεύτερη περίπτωση ουσιαστικά ευνοείται το πρώτο κόμμα το οποίο και παίρνει ευκολότερα αυτοδυναμία.

 ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ ΒΟΥΛΕΥΤΩΝ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
«Αν παραιτηθούν οι βουλευτές Επικρατείας και οι αναπληρωματικοί τους, τότε προκηρύσσονται γενικές εκλογές» ή «αν παραιτηθούν όλοι οι βουλευτές ενός κόμματος και οι αναπληρωματικοί τους, τότε προκηρύσσονται γενικές εκλογές»

Σύμφωνα με τον εκλογικό Νόμο εάν μια βουλευτική έδρα κενωθεί και δεν υπάρχει αναπληρωματικός βουλευτής να την αποδεχθεί τότε διενεργούνται αναπληρωματικές (επαναληπτικές) εκλογές στην εκλογική περιφέρεια όπου κενώθηκε η έδρα, για την αναπλήρωση αυτής. Αναπληρωματική εκλογή είχαμε το 1992 στην Β’ Αθηνών για μία έδρα, μετά την έκπτωση του Δ. Τσοβόλα και την άρνηση όλων των αναπληρωματικών του, οπότε και επανελήφθησαν οι βουλευτικές εκλογές στην περιφέρεια αυτή για την άδεια έδρα.

 Η ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΨΗΦΟΥ
«Η ψήφος είναι υποχρεωτική, οι παραβάτες υφίστανται κυρώσεις εφόσον δεν υπάρχει λόγος ανωτέρας βίας ή μεγάλη χιλιομετρική απόσταση.»

Μέχρι το 2001 στο κείμενο του Συντάγματος στο άρθρο 51 παρ. 5 υπήρχε η εξής διάταξη: «Η άσκηση του εκλογικού δικαιώματος είναι υποχρεωτική. Νόμος ορίζει κάθε φορά τις εξαιρέσεις και τις ποινικές κυρώσεις». Όμως με την Συνταγματική Αναθεώρηση του 2001 αφαιρέθηκε η τελευταία φράση περί κυρώσεων και διατηρήθηκε μόνον η εξαγγελία περί υποχρεωτικότητας της ψήφου, καθιστώντας έτσι την διάταξη αυτή ατελή. Ατελής διάταξη (leximperfecta) κατά το Δίκαιο ονομάζουμε έναν κανόνα δικαίου που στερείται κανονιστικού περιεχομένου, δηλαδή υποχρεωτικότητας μέσω συστήματος κυρώσεων ή άλλων διατυπώσεων, και πρακτικά εννόμων συνεπειών. Έτσι με την απαλοιφή στο Σύνταγμα της δυνατότητας έκδοσης εκτελεστικού νόμου για την υποχρεωτικότητα της ψήφου, υπερισχύει η διάσταση της ψήφου ως δικαιώματος παρά ως πολιτειακής υποχρέωσης του εκλογέα για την εκδήλωση της λαϊκής κυριαρχίας.
Αυτό έχει ως συνέπεια ότι πλέον κάθε νόμος ή διάταξη που προβλέπει κυρώσεις, να στερείται Συνταγματικού ερείσματος και συνεπώς να τίθεται ζήτημα αντισυνταγματικότητας των. Έτσι οι κυρώσεις που συνεχίζει να προβλέπει το αρ. 117 του ΠΔ 26/2012 στερούνται νομιμότητας καθότι το ισχύον Σύνταγμα δεν προβλέπει πλέον, τον δια νόμου, περιορισμό του δικαιώματος της ψήφου, είτε με την θετική του διάσταση (συμμετοχή) είτε με την αρνητική του διάσταση (αποχή). Συνεπώς η θέσπιση εξαιρέσεων για την εκλογή (ηλικία άνω των 70, ή απόσταση άνω των 200χλμ) αλλά και οι κυρώσεις που προβλέπει ο εκλογικός νόμος, λογίζονται ως παραινετικές όπως και η συνταγματική διάταξη στην οποία στηρίζονται. Για τον λόγο αυτό από το 2001 μέχρι και σήμερα δεν έχουν εφαρμοστεί ποτέ στην πράξη, αλλά και ούτε θα μπορούσαν μιας και στερούνται πλέον κανονιστικότητας ή εκτελεστότητας,




ΠΗΓΗ http://eleutheriellada.wordpress.com/
  

Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2014

ΠΡΑΚΤΙΚΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ: ΑΜΕΣΗ ΕΚΛΟΓΗ ΠΤΔ_ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ



Η κυβερνητική πλειοψηφία υποβάλλει πρόταση αναθεώρησης και προτείνει:
Α) την εκλογή του ΠτΔ απευθείας από το λαό και
Β) την κατάργηση του κανόνα της υποχρεωτικής υπουργικής προσυπογραφής.
Ερώτηση:
Να αξιολογήσετε ως προς το επιτρεπτό της αναθεώρησης.

Α) Η συγκρότηση της Πολιτείας, η υπόσταση και η λειτουργία της προϋποθέτει την ύπαρξη κρατικών οργάνων, τα οποία ασκούν τις αρμοδιότητες, που τους αναθέτουν το Σύνταγμα και οι νόμοι. Στη διαδικασία ανάδειξης κάθε οργάνου συμμετέχουν ένα ή και περισσότερα κρατικά όργανα ή και άλλοι συνταγματικοί παράγοντες.
Στο δυτικό ευρωπαϊκό συνταγματικό χώρο συναντάμε 4 τρόπους εκλογής ΠτΔ:
  • Δύο βουλές εκλέγουν τον ΠτΔ (πχ Αυστρία, Πολωνία).
  • Ειδικό σώμα εκλεκτόρων με τη σύμπραξη βουλής ή δύο βουλών εκλέγουν τον ΠτΔ (πχ Λιθουανία).
  • Ο λαός εκλέγει τον ΠτΔ.
  • Μία βουλή εκλέγει τον ΠτΔ.
Η Ελλάδα αποτελεί το μοναδικό παράδειγμα κοινοβουλευτικής δημοκρατίας στη δυτική Ευρώπη που στηρίζεται στο σύστημα της έμμεσης εκλογής του Αρχηγού του κράτους από το μοναδικό αντιπροσωπευτικό σώμα που διαθέτει, τη βουλή.
Το άρθρο 30 παρ. 1 Σ αναφέρει ότι ο ΠτΔ «εκλέγεται από τη βουλή». Κατά τις συνεδριάσεις των υποεπιτροπών της από του Συντάγματος 1975 κοινοβουλευτικής επιτροπής, από την πλευρά της αντιπολιτεύσεως προτάθηκε η εκλογή του ΠτΔ από το λαό, σε συνάρτηση με τις παρεχόμενες από το Σχέδιο Συντάγματος της κυβέρνησης εξουσίες στον ΠτΔ. 

Σε μία από τις συνεδριάσεις προτάθηκε μια τροπολογία από τον κ. Α. Σεχιώτη σύμφωνα με την οποία ο ΠτΔ εκλέγεται με άμεση, καθολική και μυστική ψηφοφορία από τους πολίτες που έχουν το δικαίωμα του εκλέγειν, έναν τουλάχιστον μήνα πριν τη λήξη του υπηρετούντος Προέδρου ή μέσα σε ένα μήνα αφότου κατέστη οριστική η αδυναμία του να ασκήσει τα καθήκοντά του, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 34 παρ. 2, όπως και σε περίπτωση θανάτου ή παραίτησης.
Εκτός από αυτή, προτάθηκε και η τροπολογία των Δ. Αλυπραντή, Ν. Αθανασίου, Αχ. Παπαλουκά και Απ. Αηδονά, σύμφωνα με την οποία η εκλογή προκηρύσσεται με προεδρικό διάταγμα εκδιδόμενο με πρόταση του υπουργικού συμβουλίου και διενεργείται σε όλη την επικράτεια. Το διάταγμα εκδίδεται τουλάχιστον δύο μήνες πριν τη λήξη της θητείας του υπηρετούντος προέδρου, ενώ η εκλογή διενεργείται εντός τριάντα ημερών από τη δημοσίευση του διατάγματος.
Καμία από αυτές τις τροπολογίες δεν έγινε δεκτή, παρατηρούμε όμως πως το αίτημα για μεγαλύτερη συμμετοχή του λαού στην εκλογή του ΠτΔ γίνεται επιτακτικό. 

Με την άμεση εκλογή του ΠτΔ επιτυγχάνεται ο εκδημοκρατισμός του θεσμού του κράτους, ενισχύονται οι θεμελιώδεις αρχές του πολιτεύματος και συνδέεται η άμεση σύνδεση του αρχηγού του κράτους με τη λαϊκή θέληση.
Όμως, η άμεση εκλογή του ΠτΔ θα επιφέρει αναδιανομή της πολιτικής εξουσίας μεταξύ της βουλής και του ΠτΔ που θα αντλούν την εξουσία τους απευθείας από το λαό. Θα πρέπει να βρεθούν νέες τεχνικές εξισορρόπησης μεταξύ αρχηγού του κράτους, της βουλής και της κυβέρνησης. Επιπλέον, με την άμεση εκλογή, ο καθένας θα ψηφίζει Πρόεδρο ανάλογα με τις πολιτικές πεποιθήσεις του και κατά συνέπεια ο ΠτΔ θα εμπλεκόταν στην πολιτική διαμάχη ενώ στην προεδρευόμενη κοινοβουλευτική δημοκρατία η ιδιότητα του ΠτΔ είναι υπερκομματική και υπερπολιτική.

 Συμπερασματικά, η άμεση εκλογή του ΠτΔ σε καμία περίπτωση δεν έρχεται σε αντίθεση με τις θεμελιώδεις αρχές του κοινοβουλευτικού συστήματος και δεν μπορεί να θεωρηθεί αντισυνταγματική. Είναι κατά συνέπεια δυνατή η αναθεώρηση του ισχύοντος Συντάγματος, αφού ο τρόπος εκλογής του ΠτΔ δεν ανήκει στις θεμελιώδεις συνταγματικές αρχές, και τελικώς, είναι δυνατή, η καθιέρωση της άμεσης αντί της έμμεσης εκλογής του ΠτΔ.


Β) Ο ιστορικός πρόδρομος της Δημοκρατίας με αιρετό άρχοντα στην ευρωπαϊκή ιστορία είναι ο συνταγματικός μονάρχης. Κατά το Σύνταγμα του 1975, όπως ίσχυε έως την αναθεώρηση του 1986, ήταν εφοδιασμένος με εξουσίες που τον αναδείκνυαν ως τον πιο αποφασιστικό παράγοντα της πολιτείας και οι οποίες προσέδιδαν στο πολίτευμα στοιχεία «προεδρικής» δημοκρατίας. Ο ΠτΔ διέθετε:


·       
  •  Ευρύτατα δικαιώματα διάλυσης της βουλής.
  • Ευρύτατα δικαιώματα παύσης της κυβέρνησης.
  • Δικαίωμα κύρωσης των νόμων που ψήφιζε η βουλή, συμπράττοντας με αυτόν τον τρόπο στην νομοθετική εξουσία.
  • Δικαίωμα για προκήρυξη δημοψηφίσματος χωρίς την προσυπογραφή της κυβέρνησης.
  • Δικαίωμα να απευθύνει διαγγέλματα χωρίς την προσυπογραφή της κυβέρνησης σε εξαιρετικές περιπτώσεις.
  • Εξαιρετικές εξουσίες σε έκτακτες περιόδους κατάστασης ανάγκης.
Η αναθεώρηση του προεδρικού θεσμού το 1986 μετέβαλε τη θεσμική ισορροπία μεταξύ των κεφαλών της εκτελεστικής εξουσίας, αποδυναμώνοντας τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
Στο άρθρο 35 του Συντάγματος  ορίζεται ότι καμία πράξη του Προέδρου της Δημοκρατίας δεν ισχύει χωρίς την προσυπογραφή του αρμοδίου Υπουργού και χωρίς τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η ρύθμιση αυτή είναι απόρροια του πολιτικά ανεύθυνου του Προέδρου της Δημοκρατίας σε αντίθεση προς το πολιτικά υπεύθυνο της κυβέρνησης.
Ο ΠτΔ εκφράζει την κρατική βούληση και παράγει κανόνες δικαίου με πράξεις που λέγονται προεδρικά διατάγματα μόνο εφόσον υπουργός συμπράττει μαζί του. Αν δεν έχουν προσυπογραφή είναι απλά σχέδια. Τα προεδρικά διατάγματα τα καταρτίζει εξ ολοκλήρου ο υπουργός και εφόσον γίνουν οι απαραίτητες προπαρασκευαστικές ενέργειες και διαπιστώσεις τα στέλνει στον ΠτΔ προπογεγραμμένα για έκδοση και δημοσίευση. Αν ο ΠτΔ αρνηθεί να υπογράψει και ο υπουργός μαζί με τον πρωθυπουργό επιμένουν τότε ο Πρόεδρος μπορεί να αρνηθεί μόνο εφόσον η άρνησή του δεν συνεπάγεται ποινική του ευθύνη. Αν το διάταγμα είναι κανονιστικό ή ατομικό ο πρόεδρος οφείλει πάντοτε να υποχωρήσει (δέσμια αρμοδιότητα του που πηγάζει από το Σύνταγμα). Ο ΠτΔ ευθύνεται ποινικά μόνο για τα εγκλήματα της εσχάτης προδοσίας και της παραβίασης του Συντάγματος από πρόθεση. Σε μια ενδεχόμενη κατάργηση της υποχρεωτικής υπουργικής προσυπογραφής ο ΠτΔ θα ήταν πολιτικά και ποινικά υπεύθυνος για το περιεχόμενο του προεδρικού διατάγματος, θα είχε περισσότερες ρυθμιστικές αρμοδιότητες και θα δύναται να αρνείται τη δημοσίευση προεδρικών διαταγμάτων που θα ήταν αντίθετοι με τη βούλησή του. 

Συμπερασματικά, η κατάργηση αυτή έρχεται σε αντίθεση με τις θεμελιώδεις αρχές του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος και δεν είναι δυνατή η αναθεώρηση του Συντάγματος με τη διαδικασία που ορίζεται κατά το άρθρο 110 Σ.

Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2014

ΣΕ ΠΟΙΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ ΝΟΜΟΘΕΤΗΜΑΤΑ ΕΜΦΑΝΙΣΤΗΚΑΝ ΟΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ; (ΣΟΣ ΘΕΜΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΥ)



·        Μετά το τέλος των διωγμών εναντίον των Χριστιανών, εκδηλώθηκε έντονο το ενδιαφέρον της Πολιτείας για την οργάνωση και διοίκησης της Εκκλησίας. Όμως η παραγωγή κανόνων δικαίου  σχετικών με ορισμένο τομέα, με δύο διαφορετικές διαδικασίες (μέσω του νομοθετικού φορέα της Πολιτείας και μέσω των αποφάσεων των οργάνων της Εκκλησίας) δημιουργούσε σύγκρουση ανάμεσα στους ιερούς κανόνες και στους νόμους.
·         Προκειμένου να συμπορεύονται οι νόμοι με τους ιερούς κανόνες θεσπίστηκαν δύο διατάξεις που σώζονται στον Ιουστινιάνειο Κώδικα: (α) Μια constitutio (διάταξη) των αυτοκρατόρων Ουαλεντινιανού και Μαρκιανού που κηρύσσει ανίσχυρους όσους πραγματικούς τύπους εκδόθηκαν κατά παράβαση των ιερών κανόνων και (β) μια διάταξη του Ιουστινιανού με την οποία οι ιεροί κανόνες έχουν την ίδια τυπική ισχύ με τους αυτοκρατορικούς κανόνες (αυτή η πράξη έχει περισσότερο το χαρακτήρα διακήρυξης).
·         Η τυπική ένταξη των ιερών κανόνων στο πολιτειακό δίκαιο έγινε με τη Νεαρά 131 του Ιουστινιανού, στην οποία ορίστηκε ότι οι κανόνες των 4 προγενέστερων Οικουμενικών Συνόδων (Νίκαιας, Κωνσταντινούπολης, Εφέσου, Χαλκηδόνας) επέχουν τάξιν νόμων (=εξισώθηκαν με τυπικό νόμο). Ο ρητός προσδιορισμός των τεσσάρων συνόδων, δεν αφήνει καμία αμφιβολία ότι οι μελλοντικές αποφάσεις άλλων συνόδων δεν θα αποτελούσαν τυπικούς νόμους. Έτσι, για την τυπική εξομοίωση και αυτών των κανόνων με νόμους μετά την έκδοση της Νεαράς 131 επικυρώνεται το κείμενο των ιερών κανόνων και τους προσδίδεται από τον αυτοκράτορα γενική νομοθετική ισχύ.
·         Η λύση αυτή είχε ουσιαστικά πλεονεκτήματα αφού οι νόμοι και οι κανόνες βρίσκονταν πια στο ίδιο επίπεδο από πλευράς τυπικής δύναμης και θα αντιμετωπίζονταν από το οποιοδήποτε δικαιοδοτικό όργανο (δικαστή Εκκλησίας ή Πολιτείας) με τον ίδιο τρόπο και η άμεση συνέπεια της ένταξης των ιερών κανόνων στο πολιτειακό δίκαιο ήταν ότι σε περίπτωση αντίθετων διατάξεων μεταξύ νόμων και ιερών κανόνων, η σύγκρουση αυτή των κανόνων επιλυόταν με βάση την αρχή ότι ο μεταγενέστερος νόμος καταργεί τον προγενέστερο και με αυτόν τον τρόπο μελλοντικά οι ιεροί κανόνες καταργούνταν ή τροποποιούνταν από αυτοκρατορικές διατάξεις.
·         Οι νομοθετικές αυτές τροποποιήσεις των ιερών κανόνων αποδεικνύονται από το νομοθετικό έργο του Ιουστινιανού που με νόμους του, τροποποίησε εκκλησιαστικές διατάξεις αλλά και από το ότι στις Ε’ και ΣΤ’ Οικουμενικές Συνόδους επιλύθηκαν δογματικές αμφισβητήσεις χωρίς θέσπιση κανόνων. Μάλιστα όλα τα οργανωτικά θέματα της Εκκλησίας που προέκυψαν από το 451 μέχρι το 553 είχαν ρυθμιστεί με αυτοκρατορικές διατάξεις. Η ίδια τακτική συνεχίστηκε για δεκαετίες  και χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι 4 σωζόμενες νεαρές του Ηρακλείου (610-641) που αφορούσαν εκκλησιαστικά θέματα.
·         Το κενό της Ε’ και της ΣΤ’ Οικουμενικής Συνόδου όπου δεν λήφθηκαν αποφάσεις με νομοθετικό περιεχόμενο αλλά με δογματικό έλυσε η Πενθέκτη (=πέμπτη & έκτη) Οικουμενική Σύνοδο η οποία συγκροτήθηκε επί Ιουστινιανού Β’ στην Κωνσταντινούπολη το 680/681, για να ασκήσει μόνο εκκλησιαστική νομοθετική εξουσία και όχι για να ασχοληθεί με δογματικά ζητήματα δηλαδή θέσπισε κανόνες. Θέσπισε 102 κανόνες (περισσότερους από οποιαδήποτε άλλη σύνοδο της Ανατολής), σε αυτούς υπάρχουν επανάληψη ρυθμίσεων αυτοκρατορικών διατάξεων. Πρακτικά, επικύρωναν αυτοκρατορικούς νόμους.
·         Επί της εποχής των Ισαύρων κυριαρχεί στο πεδίο της νομοθεσίας η Εκλογή. Αυτή δεν περιέλαβε διατάξεις που αφορούσαν την Εκκλησία και τον κλήρο παρά μόνο σε πολύ περιορισμένα σημεία, κυρίως για περιουσιακά. Πάντως, προκύπτει ότι το οικογενειακό (πχ γαμικά κωλύματα) και το ποινικό δίκαιο (πχ αιμομιξία) της νομοθεσίας των Ισαύρων δέχθηκε την επίδραση των εκκλησιαστικών κανόνων σε σημαντική έκταση.
·         Κατά τον τελευταίο χρόνο της βασιλείας του Βασιλείου Α’ το 885/886 δημοσιεύθηκε μια νομοθετική συλλογή, η Εισαγωγή, η οποία ως προς τις διατάξεις της για τις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας αποτέλεσε σταθμό.
·         Στο νομοθέτημα αυτό λοιπόν (την Εισαγωγή) που στη σύνταξή του είχε μετάσχει και ο πατριάρχης Φώτιος, εισάγεται μια σημαντική καινοτομία στο σύστημα των μέχρι τότε σχέσεων Πολιτείας και Εκκλησίας. Κατά την κρατούσα άποψη (Μέγα Κωνσταντίνο και έπειτα) Πολιτεία και Εκκλησία δεν είναι δύο χωριστοί θεσμοί αλλά δύο μορφές της ίδιας εξουσίας. Με την Εισαγωγή αντίθετα, επιχειρήθηκε η καθιέρωση της θεωρίας των δύο εξουσιών όπου ο Αυτοκράτορας και ο Πατριάρχης είναι ισοδύναμοι φορείς δύο υπέρτατων εξουσιών μέσα στο ίδιο κράτος (τίτλοι 2 και 3), αν και έχουν διαφορετικά δικαιώματα και καθήκοντα.  Έργο του αυτοκράτορα ήταν να μεριμνά για την ευδαιμονία των υπηκόων του ενώ έργο του πατριάρχη ήταν να φροντίζει για τα ψυχικά και τα πνευματικά τους συμφέροντα (τίτλος 3). Από ορισμένους μελετητές της διάταξης της Εισαγωγής συνάγεται η τάση να υπερτονιστεί η υπεροχή της πατριαρχικής αξίας απέναντι της αυτοκρατορικής.
·         Σύμφωνα με την κριτική της θεωρίας των δύο εξουσιών αυτό δεν μπορεί να αποδειχθεί αφού ο Πατριάρχης Φώτιος, ο εμπνευστής της διάταξης αυτής, είχε πικρές εμπειρίες από την εκκλησιαστική πολιτική του Βασιλείου Α’ (που για ένα διάστημα τον απομάκρυνε από τον πατριαρχικό θρόνο) ώστε να μην έχει τέτοιες ψευδαισθήσεις δηλαδή ότι θα μπορούσε ο αρχηγός της εκκλησιαστικής εξουσίας να είναι υπεράνω του αρχηγού της κοσμικής εξουσίας. Μετά από προσεκτική μελέτη των τίτλων 2 και 3 της Εισαγωγής, ο Φώτιος είχε κίνητρα είτε προσωπικά (παρασιώπηση της συνόδου που είχε καταδικάσει τον ίδιο) είτε πατριαρχικά. Συγκεκριμένα ήθελε να εκμηδενίσει τη νομοθετική δραστηριότητα του αυτοκράτορα σε θέματα εκκλησιαστικά. Στόχος του να προφυλάξει την αρμοδιότητα του Πατριάρχη να ερμηνεύει (αυθεντικώς) τους ιερούς κανόνες και να επιλύει τις διαφορές που θα ανέκυπταν από την εφαρμογή τους, δεσμεύοντας τον αυτοκράτορα να σέβεται την Αγία Γραφή, τις αποφάσεις των 7 Οικουμενικών Συνόδων και το δικαϊκό σύστημα που διαμόρφωσε η ρωμαϊκή παράδοση. Το συμπέρασμα είναι ότι ο Φώτιος δεν απέβλεψε στο να αποκλείσει τη νομοθετική δραστηριότητα του αυτοκράτορα σε θέματα εκκλησιαστικά, αλλά στο να επιβάλλει το σεβασμό της υπάρχουσας κανονικής νομοθεσίας ώστε να αποτραπεί η έκδοση νόμων με περιεχόμενο αντίθετο προς τους ιερούς κανόνες.
·         Το δεύτερο σημαντικό νομοθέτημα των πρώτων μακεδόνων αυτοκρατόρων υπήρξε ο Πρόχειρος Νόμος που αποτέλεσε αναθεωρημένη έκδοση της Εισαγωγής επί Λέοντος Στ’.  Ανάμεσα στις άλλες μεταβολές που επήλθαν με την αναθεώρηση ήταν και η σχεδόν ολοκληρωτική απάλειψη των πρώτων τίτλων της Εισαγωγής και επομένως και των τίτλων 2 και 3 που αναφέρθηκαν παραπάνω. Έτσι η θεωρία των δύο εξουσιών δεν ίσχυσε επί βασιλείας του Λέοντος ΣΤ’.
·         Από τη Συλλογή των 113 νεαρών του Λέοντος το 1/3 αναφέρεται σε εκκλησιαστικά θέματα. Με τις περισσότερες νεαρές τροποποιούσε διατάξεις της πολιτειακής νομοθεσίας εκκλησιαστικού περιεχομένου ώστε να προσαρμοσθούν με τους ιερούς κανόνες της Εκκλησίας χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν εισήγαγε και κανόνες αντίθετους προς αυτούς.
·         Στο ρυθμιστικό πεδίο των νεαρών εκκλησιαστικού περιεχομένου ήταν η προσπάθεια του αυτοκράτορα να προσαρμόσει το κοσμικό δίκαιο προς το κανονικό δίκαιο. Η προσαρμογή αυτή επιδιώχθηκε  είτε με την εισαγωγή νέων ρυθμίσεων είτε με την τροποποίηση παλαιών.  Οι ιεροί κανόνες για τους οποίους γινόταν όλη αυτή η νομοθετική δραστηριότητα είχαν ένα κοινό χαρακτηριστικό:  είτε είχαν θεσπιστεί από την Πενθέκτη ή  από την Έβδομη Οικουμενική Σύνοδο είτε άνηκαν στους κανόνες που η Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο είχε επικυρώσει. Με άλλα λόγια πρόκειται για κανόνες που δεν υπάγονταν στην ρύθμιση της ιουστινιάνειας νεαράς 131 γιατί αυτή περιόριζε την εφαρμογή της στους κανόνες των 4 πρώτων Οικουμενικών Συνόδων που τις κατονόμαζε και ρητώς.
·         Τα αίτια της ρύθμισης εκκλησιαστικών θεμάτων μέσω νεαρών του Λέοντος πρέπει να οφείλονταν σε αίτημα της εκκλησιαστικής πλευράς (τουλάχιστον για τις περισσότερες περιπτώσεις) με κίνητρο ότι οι κανόνες των νεότερων (μετά την τέταρτη) οικουμενικών συνόδων  και όσων μεταγενέστερα επικυρώθηκαν δεν είχαν τυπική ισχύ νόμου και επομένως δεν διέθεταν τη δύναμη να ανατρέψουν διατάξεις του πολιτειακού δικαίου, ενώ μπορεί να είχαν εκδοθεί μεταγενέστερα. Οπότε ήταν προφανής η ανάγκη να επαναληφθεί το περιεχόμενο αυτών των ιερών κανόνων με νομοθετική πράξη του αυτοκράτορα.  Από ότι φαίνεται ο Λέων ο Στ’ δεν συμμερίζονταν την άποψη του Ιουστινιανού Α’ που πίστευε ότι η κρατική μηχανή μπορεί να αντικαταστήσει τις συνόδους στην άσκηση του νομοθετικού της έργου. Ο Λέων Στ’ ο Σοφός πίστευε αντίθετα ότι οι ρυθμίσεις των εκκλησιαστικών οργάνων ήταν ορθότερες από τις εκείνες που έχουν προέλθει από λαϊκούς, έτσι, διεύρυνε το πεδίο εφαρμογής των συνοδικών αποφάσεων που είχαν νομοθετικό περιεχόμενο και τις εξόπλισε με αυξημένη τυπική ισχύ. Συνεπώς, επειδή η νεαρά 131 του Ιουστινιανού που εξομοίωνε τις αυτοκρατορικές διατάξεις με τους ιερούς κανόνες των τεσσάρων πρώτων οικουμενικών συνόδων ήταν ελλιπής, αυτή αναμορφώθηκε τελείως στην κωδικοποίηση που συντελέσθηκε επί Λέοντος Στ’ στα λεγόμενα Βασιλικά όπου γίνεται πλέον λόγος όχι για 4 συνόδους αλλά για 7 (με ρητή προσθήκη της Πέμπτης, της Έκτης, της Πενθέκτης και της Εβδόμης Οικουμενικής Συνόδου).

Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2014

ΣΟΣ ΘΕΜΑΤΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΥ ΓΙΑ ΚΑΤΑΤΑΚΤΗΡΙΕΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ 2014-2015

Και... μπήκαμε επιτέλους στην τελική ευθεία!

Τα κεφάλια μέσα λοιπόν για όσους διαβάζουν και εύχομαι καλή επιτυχία σε ένα μάθημα που κόβονται τα καλύτερα μυαλά. Μυαλά που γράφουν άριστα αστικό και συνταγματικό και κόβονται σε αυτό το απλό κατά τα άλλα μάθημα ιστορίας δικαίου.

Γνωρίζετε ήδη ότι στα αριστερά του μπλογκ θα βρειτε σε pdf να κατεβάσετε πατώντας ένα κλικ πάνω σε ότι ενδιαφέρεστε οι σημειώσεις ιστορίας δικαίου ώστε να τις εκτυπώσετε και να τις μελετήσετε. Ότι δεν έχω ακόμα αναρτήσει θα συμβεί σύντομα.

Από τα 4 χρόνια που δίνουμε ήδη ιστορία δικαίου τρία είναι τα είδη των ερωτήσεων που πέφτουν:

1. Συγκριτικά θέματα πχ συγκρίνετε τον γάμο στους κλασικούς, ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους.

2. Ένα μεγάλο θέμα πχ ο βυζαντινός γάμος, παλιά έπεσε πως επηρέασε το ρωμαϊκό δίκαιο τους μεταγενέστερους χρόνους που ήταν σχεδόν 3-4 σελίδες στο βιβλίο.

3. Θέμα κρίσεως πχ το θέμα που έπεσε πέρσι με τον Αρμενόπουλο έπρεπε ο υποψήφιος φοιτητής να αναφέρει για τον Αρμενόπουλο από όπου τον είχε αναφέρει το βιβλίο ιστορίας δικαίου που ήταν το βυζαντινό και το μεταβυζαντινό δίκαιο, θα μπορούσε να ήταν και στο ρωμαϊκό δίκαιο. Δηλαδή με άλλα λόγια αν ο υποψήφιος φοιτητής είχε διαβάσει συγκεκριμένα κομμάτια στο βιβλίο αποκλείεται να έγραφε πέρσι.

Τώρα σας παραθέτω τα ΣΟΣ θέματα για φέτος, διαβάστε από τις σημειώσεις μου θα τα βρείτε όλα, μετά καθίστε σπίτι σας με κόλλες αναφοράς μπροστά σας και μέσα σε ένα 2ωρο προσπαθήστε να λύσετε ένα θέμα τη φορά. Μετά κοιτάξτε από τις σημειώσεις ή το βιβλίο αν παραλείψατε τίποτα.
Αυτή η διαδικασία είναι πολύ σημαντική και για τα τρία μαθήματα.

ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ:

1.  Η κληρονομική διαδοχή εκ διαθήκης στους κλασικούς, ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους.
     (εδώ αναφέρουμε και τους αναγκαίους κληρονόμους και την επαγωγή της κληρονομιάς) ΕΧΕΙ ΠΕΣΕΙ αλλά ποτέ δεν ξέρεις!

2. Η κληρονομική διαδοχή εξ αδιαθέτου στους κλασικούς, ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους.
   (εδώ αναφέρουμε και την επίκληρο αλλά και την επαγωγή της κληρονομιάς) ΕΧΕΙ ΠΕΣΕΙ αλλά
   ποτέ δεν ξέρεις!

3. Ο γάμος στους κλασικούς, ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους.
    (στον γάμο δεν αναφέρουμε μόνο τη σύσταση του γάμου, αλλά και τα κωλύματα του γάμου και τις περιουσιακές συνέπειες του γάμου, μπορούμε να αναφέρουμε και λίγα για την προίκα).

4. Το διαζύγιο στους κλασικούς, ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους.
    (εδώ βάζουμε τη λύση του γάμου και τις περιουσιακές συνέπειες στους συζύγους)

5. Οι σχέσεις γονέων και τέκνων (ή πατρική εξουσία) στους κλασικούς, ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους.
   (εδώ αναφέρουμε και την υιοθεσία & την εισποίηση στους ρωμαϊκούς)

6. Το πολιτειακό πλαίσιο των κλασικών, των ελληνιστικών και των ρωμαϊκών χρόνων.

7. Η προίκα στους κλασικούς και στους ρωμαϊκούς χρόνους. (προίκα, dos, παρακρατήσεις, περιορισμοί διαθέσεως προίκας)

8. Η υιοθεσία στους κλασικούς, ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους.

9. Τα υποκείμενα του δικαίου στους κλασικούς, ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους.

10. Η απονομή της δικαιοσύνης από τα αρχαϊκά χρόνια έως τα ρωμαϊκά χρόνια. (έτσι για να δυσκολευτείτε λίγο)



ΜΕΓΑΛΑ ΘΕΜΑΤΑ:
(γράφουμε περιληπτικά τα πιο σημαντικά που θυμόμαστε, γεμίζουμε 2-3 σελίδες, να θυμάστε δεν έχουν βάλει ΠΟΤΕ ΒΥΖΑΝΤΙΟ, οπότε περιμένουμε...)

1. Η απονομή της δικαιοσύνης στα ελληνιστικά χρόνια.

2.Τα νομοθετήματα (ή  μεταρρυθμίσεις) των αρχαϊκών χρόνων & τα κοινά χαρακτηριστικά αυτών. (δικαστικός αγώνας, νόμος του Σόλων, ο φονικός νόμος του δράκοντα, η μεγάλη ρήτρα του Λυκούργου, ο κώδικας της κρητικής πόλης Γόρτυνας).

3. Η θέση του ρωμαϊκού δικαίου στις μεταγενέστερες έννομες τάξεις της Ευρώπης. (εδώ αναφέρουμε και το usus modernus pandectarum) ΕΧΕΙ ΠΕΣΕΙ αλλά ποτέ δεν ξέρεις!

4. Ο βυζαντινός γάμος. (όλα!)

5. Πηγές του βυζαντινού δικαίου.

6.  Οι ποινές στο βυζάντιο.

7. Τα βυζαντινά δικαστήρια.

8. Η γένεση του νεότερου ελληνικού (αστικού) δικαίου. (από επαναστατικά συντάγματα και μετά..)

9. Σχέσεις πολιτείας και εκκλησίας στο Βυζάντιο.

10. Το βυζαντινό πολίτευμα.

11. Ποιά δίκαια επικράτησαν με την έλευση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας στον ελλαδικό χώρο; (δίκαιο αυτοκρατορίας - δωδεκάδελτος - ακουίλιος, τουρκικό δίκαιο, τοπικά έθιμα = ο εκρωμαϊσμός του δικαίου)

12. Τα νομοθετήματα των διαδόχων του Ιουστινιανού μέχρι τους Μακεδόνες. (νομοκανόνες, εκλογή Ισαύρων).

13. Τα νομοθετήματα από τους Μακεδόνες μέχρι την Άλωση του 1204.

14. Τα αίτια του μαρασμού της νομικής επιστήμης μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως και τι ίσχυσε μετά;

15. Η γένεση του βυζαντινού δικαίου.

16. Τα πολιτειακά όργανα των κλασικών χρόνων.




ΘΕΜΑΤΑ ΚΡΙΣΕΩΣ:
(δηλαδή θα πρέπει να σκεφτείτε που αναφέρετε κάτι μέσα στο βιβλίο και να κάνετε ένωση ξεχωριστών παραγράφων από διαφορετικούς χρόνους).

1. Τι ξέρετε για την εξάβιβλο του Αρμενόπουλου και πως αυτή επηρέασε το ισχύον αστικό δίκαιο; ΕΠΕΣΕ ΠΕΡΣΙ αλλά ποτέ δεν ξέρεις!

2. Ποιό νομοθέτημα επικράτησε στους μεταβυζαντινούς χρόνους και ισχύει ως σήμερα; (Πανδέκτης)

(αν σκεφτώ κάτι άλλο θα σας πω)

Για ότι έχετε υλικό, διαβάστε το και απαντήστε στα παραπάνω όσο πιο σύντομα γίνεται... για να πάμε σε συνταγματικό και αστικό!

Δευτέρα, 13 Οκτωβρίου 2014

ΘΕΜΑΤΑ ΚΑΤΑΤΑΚΤΗΡΙΩΝ ΝΟΜΙΚΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 2005-2012

Πρώτα από όλα, ευχαριστώ πολύ τον/την Α.Μ. που μας έστειλε τα παρακάτω θέματα των κατατακτηρίων εξετάσεων της Νομικής Θεσσαλονίκης και που έτσι βοηθά εκείνους τους υποψηφίους που δίνουν στην Θεσσαλονίκη και δεν γνωρίζουν περίπου τι πέφτει στη Σχολή.



ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ:
2004 Πότε ο νομικός συλλογισμός είναι ορθός;
2005 Γιατί είναι περιορισμένη ή ευρετική χρησιμότητα της γραμματικής ερμηνείας;
2006 Αντικειμενικά τελολογική ερμηνεία του δικαίου.
2008 Πηγές του σύγχρονου δικαίου.
2009 Διάκριση νομικού – πραγματικού ζητήματος .
2010 Κενά δικαίου και ερμηνεία.
2011 Νομικός θετικισμός και τάσεις του.
2012 Μέθοδοι πλήρωσης κενών και αξιολόγηση τους.
ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑΤΟΣ:
2004 Πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα της θεωρίας της ν.π. του κράτους .
2005 Συνταγματισμός και φιλελεύθερη δημοκρατική ιδέα.
2006 Πολιτική κοινωνία, κοινωνία πολιτών, ιδιωτική κοινωνία.
2008 Σύγχρονη και αρχαία δημοκρατία.
2009 Είδη και χαρακτηριστικά δημοψηφίσματος. Γιατί δεν έχει ενεργοποιηθεί μέχρι σήμερα. Ενισχύει ή αποδυναμώνει την δημοκρατία;
2010 Σε τι διαφέρει ο νόμος από το Σύνταγμα;
2011 Πολιτική ευθύνη κυβέρνησης.
2012 Πολιτική σημασία Συντάγματος.
ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟΥΣ ΔΙΕΘΝΕΙΣ  ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥΣ:
*Πριν το 2008 εξεταζόταν το μάθημα της Κοινωνιολογίας αντί για διεθνές
2008 Σύνδεση ευρωπαϊκής κοινότητας με τρίτες χώρες και διεθνείς οργανισμούς.
2009 Εθνικισμός και διεθνείς συνέπειες.
2010 Άσκηση διπλωματίας μετά τον ψυχρό πόλεμο στην διεθνή πολιτική και στην υιοθέτηση της ΚΕΠΠΑ με την συνθήκη του Μάαστριχ .
2011 Ικανότητα ΕΕ να συνάπτει διεθνείς συνθήκες και αρμοδιότητες ΕΕ.
2012 Δράση οργάνων ΟΗΕ για την διατήρηση και αποκατάσταση της ειρήνης και ασφαλείας και ο πόλεμος της Κορέας.