Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2014

ΤΟ ΣΥΜΦΩΝΟ ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΠΡΟΑΙΡΕΣΕΩΣ



Το σύμφωνο προαιρέσεως
Το σύμφωνο προαιρέσεως αποτελεί ιδιόμορφη προπαρασκευαστική σύμβαση με την οποία παρέχεται στον έναν από τους δύο συμβαλλομένους η εξουσία (διαπλαστικό δικαίωμα) να επιφέρει την κατάρτιση της κύριας σύμβασης με μόνη τη δήλωσή τους. Η εξουσία αυτή καλείται δικαίωμα προαιρέσεως (option).
Το σύμφωνο προαιρέσεως είναι ενοχική σύμβαση που παρέχει δικαίωμα για σύναψης ενοχικής (πχ πώλησης ΑΚ 513) ή και εμπράγματης (πχ μεταβίβασης πράγματος ΑΚ 1033-1034) σύμβασης.  Ειδική περίπτωση συμφώνου προαιρέσεως προβλεπόμενη από το νόμο αποτελεί το σύμφωνο εξωνήσεως στο ΑΚ 565.
Το σύμφωνο προαιρέσεως εξυπηρετεί ιδιαίτερα τον συναλλασσόμενο ο οποίος ενδιαφέρεται για την κατάρτιση κύριας σύμβασης αλλά και επιθυμεί να παρέλθει ορισμένο χρονικό διάστημα προτού δεσμευθεί οριστικώς. Στον ενδιάμεσο χρόνο ανάλογα με τις οικονομικές του δυνατότητες και αν η αγορά το απαιτεί, θα πάρει την απόφασή του. Αν δεν είχε συνάψει το σύμφωνο προαιρέσεως είτε θα έχανε την επιχειρηματική ευκαιρία είτε θα είχε συμβληθεί σε μια σύμβαση χωρίς να γνωρίζει καθοριστικά τα στοιχεία αυτής. Για παράδειγμα ο Α μισθώνει ένα ακίνητο για 8 έτη και ο εκμισθωτής παραχωρεί στο μισθωτή σύμφωνο προαιρέσεως να αγοράσει το μίσθιο στο τελευταίο έτος έναντι ορισμένου τιμήματος αν η επιχείρηση ευδοκιμούσε, η τήρηση τύπου είναι ίδια με τη κύρια σύμβαση (όπως και στο προσύμφωνο ΑΚ 166).
Το σύμφωνο προαιρέσεως περιέχει τρία στοιχεία (α) θεμελίωση του δικαιώματος προαιρέσεως που αποτελεί διαπλαστικό δικαίωμα του οποίου η άσκηση επιφέρει άμεσα τη σύναψη της κύριας σύμβασης (β) το περιεχόμενο της κύριας σύμβασης να είναι ορισμένο και (γ) όροι σχετικά με τον τρόπο και χρόνο κατάρτισης της κύριας σύμβασης.
Το σύμφωνο προαιρέσεως και η μονομερής δήλωση του δικαιούχου αποτελούν από κοινού την κύρια σύμβαση (πχ πώλησης και μεταβίβασης ακινήτου) για αυτό απαιτείται να υποβληθούν σε μεταγραφή και οι δύο αυτές δικαιοπραξίες.
Το δικαίωμα προαιρέσεως
Το δικαίωμα προαιρέσεως ασκείται με μονομερή δήλωση βούλησης απευθυνόμενη προς τον δεσμευόμενο από το σύμφωνο προαιρέσεως. Τύπος απαιτείται μόνο όταν η κύρια σύμβαση υπόκειται σε τύπο. Σε όσες περιπτώσεις δεν απαιτείται ορισμένος τύπος μπορεί να γίνει και σιωπηρώς. Το δικαίωμα προαιρέσεως είναι περιουσιακό. Η μεταβίβασή του είτε αιτία θανάτου είτε εν ζωή είναι δυνατή, εκτός αν η κύρια σύμβαση έχει προσωποπαγή χαρακτήρα πχ σύσταση επικαρπίας ή έχει διαρκή χαρακτήρα  πχ σύμβαση μίσθωσης. Το δικαίωμα προαιρέσεως υπόκειται σε κατάσχεση εφόσον δεν είναι αμεταβίβαστο. Τέλος, προστατεύεται από προσβολές τρίτων σύμφωνα με τις διατάξεις των ΑΚ 914, 919 και 939 επ.
Διαφορά από προσύμφωνο
Με το σύμφωνο προαιρέσεως δεν δημιουργείται αξίωση έναντι του αντισυμβαλλόμενου να συμπράξει στη σύμβαση της κύριας σύμβασης όπως στο προσύμφωνο γιατί ο αποκτήσας το δικαίωμα προαιρέσεως με μόνη τη δήλωση βούλησής του επιφέρει κατάρτιση της σύμβασης χωρίς την ανάγκη της σύμπραξης του άλλου μέρους.

Βιβλιογραφία:
Α. Γεωργιάδης "Αστικό δίκαιο γενικές αρχές" σελ. 459-462

Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2014

ΑΚ 158-165 Ο ΤΥΠΟΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΑΣ




ΑΚ 158 – Αρχή του ατύπου των δικαιοπραξιών,
ΑΚ 159 παρ. 1 – Νόμιμος συστατικός τύπος, ΑΚ 159 παρ. 2– Εκούσιος συστατικός τύπος
ΑΚ 160 παρ. 1– Ιδιωτικό έγγραφο
Τύπος είναι το μέσο με το οποίο απαιτείται μερικές φορές (είτε από το νόμο είτε από τη συμφωνία των μερών) να εξωτερικεύεται η δήλωση βουλήσεως και αν δεν τηρηθεί ο τύπος η δικαιοπραξία είναι άκυρη. Συνεπώς, ο τύπος αναφέρεται στη δήλωση βουλήσεως και όχι στη δικαιοπραξία.
Ο ΑΚ καθιερώνει την αρχή του ατύπου των δικαιοπραξιών, προβλέποντας ότι η τήρηση τύπου για τη δικαιοπραξία απαιτείται όταν το ορίζει ο νόμος (ΑΚ 158) ή όταν υπάρχει συμφωνία των μερών (ΑΚ 159 παρ. 2).
Ο νόμος επιβάλλει την τήρηση τύπου κυρίως για λόγους προστασίας είτε του δικαιοπρακτούντος είτε του δημοσίου συμφέροντος.
(α) Όταν λοιπόν απαιτείται τύπος στις δηλώσεις βουλήσεως και ως συνέπεια και στην δικαιοπραξία, αυτός λέγεται συστατικός (πανηγυρικός). Το έγγραφο αποτελεί το κυριότερο νόμιμο συστατικό τύπο. Εάν κάποιο ουσιώδες στοιχείο της δικαιοπραξίας δεν υποβλήθηκε σε τύπο τότε η δικαιοπραξία είναι άκυρη (εκτός αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της ΑΚ 182). Αν κάποιο επουσιώδες στοιχείο δεν περιβληθεί τον απαιτούμενο τύπο, το στοιχείο αυτό δεν ισχύει αλλά η υπόλοιπη δικαιοπραξία είναι έγκυρη (ΑΚ 181 => μερική ακυρότητα). Ο συστατικός διακρίνεται σε νόμιμο και εκούσιο τύπο. Νόμιμος είναι ο τύπος που επιβάλλεται με διάταξη νόμου (ΑΚ 159 παρ. 1) ενώ εκούσιος είναι ο συστατικός τύπος που επιβάλλεται από συμφωνία των μερών (ΑΚ 159 παρ. 2). Υπάρχουν 3 είδη συστατικού τύπου: (α) το ιδιωτικό έγγραφο (β) το συμβολαιογραφικό έγγραφο και (γ) η δήλωση ενώπιον αρχής. Το ιδιωτικό έγγραφο αποτελεί τον απλούστερο τύπο. Όπου ο νόμος δεν ορίζει ειδικώς άλλο τύπο, αρκεί το ιδιωτικό έγγραφο. Για να υπάρχει ιδιωτικό έγγραφο αρκεί αυτό να φέρει την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη του, όχι μονογραφή, πρέπει να αναφέρεται το επώνυμο ή ακόμα και γνωστό για συναλλαγές ψευδώνυμο (ΑΚ 160 παρ. 1). Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται σύμφωνα με την ΑΚ 163 αποτύπωση της υπογραφής με μηχανικό μέσο, αν πρόκειται για ανώνυμους τίτλους. Αν ο συστατικό τύπος είναι νόμιμος οι υπογραφές των συμβαλλομένων πρέπει να τεθούν στο ίδιο έγγραφο εφόσον υπάρχει ένα πρωτότυπο (ΑΚ 160 παρ. 2 εδ α) ενώ αν υπάρχουν περισσότερα αντίγραφα  αρκεί η υπογραφή του συμβαλλομένου στο αντίγραφο που προορίζεται για τον άλλον (ΑΚ 160 παρ. 2 εδ β). Αν ο τύπος είναι εκούσιος συστατικός τότε αρκούν σύμφωνα με την ΑΚ 162 ενυπόγραφες επιστολές ή τα πρωτότυπα τηλεγραφημάτων ή κάθε άλλο έγγραφο. Αν η σύμβαση καταρτισθεί ατύπως και τα μέρη επιφυλαχθούν να συντάξουν έγγραφο εκ των υστέρων, αν δεν προκύπτει διαφορετική θέληση των συμβαλλομένων, η καταρτισθείσα σύμβαση ισχύει ακόμη και αν δεν συντάχθηκε έγγραφο (ΑΚ 165). Συμβολαιογραφικό  είναι το έγγραφο που συντάσσεται σύμφωνα με τον Κώδικα Συμβολαιογράφων και αποτελεί το κυριότερο δημόσιο έγγραφο. Στην περίπτωση σύναψης πρότασης και αποδοχής μπορούν να γίνουν με χωριστά συμβολαιογραφικά έγγραφα (ΑΚ 161 εδ β). Αν οι δικαιοπρακτούντες δεν υπογράψουν, η δικαιοπραξία είναι άκυρη. Όταν ο συστατικός τύπος συνιστάται ενώπιον δημόσιας αρχής, αν η αρχή δεν συμπράττει και απλά παραλαμβάνει τις δηλώσεις βουλήσεως, το κύρος της δικαιοπραξίας δεν θίγεται.
Παράδειγμα: Οι Α και Β συμφώνησαν τη πώληση ενός ακινήτου. Συνέταξαν έγγραφο που το πήγαν στον συμβολαιογράφο για να βεβαιώσει το γνήσιο της υπογραφής. Αν στη συνέχεια ο Β αρνηθεί να παραδώσει το ακίνητο, ο Α δεν μπορεί να το αξιώσει δικαστικώς διότι η πώληση είναι άκυρη αφού δεν καταρτίστηκε με συμβολαιογραφικό έγγραφο (ΑΚ 159 παρ. 1=>νόμιμος συστατικός τύπος, ΑΚ 369=> οι εμπράγματες συμβάσεις απαιτούν συμβολαιογραφικό έγγραφο, ΑΚ 513=>διάταξη της πώλησης).

(β) Αποδεικτικός είναι ο τύπος ο οποίος χρησιμεύει στην απόδειξη της ύπαρξης και του περιεχομένου της δικαιοπραξίας. Δεν αναφέρεται στο κύρος της δικαιοπραξίας που παραμένει ισχυρό ακόμα και αν τα μέρη δεν τήρησαν τον αποδεικτικό τύπο.
Σύμφωνα με την ΑΚ 164 για κάθε τροποποίηση της δικαιοπραξίας απαιτείται ο νόμος που ορίζει ο νόμος και για την δικαιοπραξία. Εφαρμόζεται μόνο στον νόμιμο συστατικό τύπο (τυπική δικαιοπραξία) η διάταξη αυτή. Όταν πρόκειται για επουσιώδη στοιχεία της δικαιοπραξίας δεν απαιτείται να τηρηθεί ο τύπος. Κατά την κρατούσα άποψη η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται αφού η ολική κατάργηση της τυπικής δικαιοπραξίας μπορεί να γίνει και άτυπα. Ορθότερο όμως είναι το εξής: (α) Αν η κατάργηση όρου έχει ως αποτέλεσμα απώλειας δικαιώματος ή αύξηση ευθύνης ή  υποχρεώσεων αυτού του προσώπου επιβάλλεται η τήρηση τύπου. (β) Αν αντιθέτως, με την κατάργηση επέρχεται περιορισμός ή απαλλαγή του από υποχρέωση, η κατάργηση όρου της δικαιοπραξίας δεν απαιτείται τύπος.
Ειδικές περιπτώσεις τυπικών δικαιοπραξιών που ορίζει ο ΑΚ τον τύπο:
(α) Προσύμφωνο  (ΑΚ 166): είναι η σύμβαση με την οποία τα μέρη που ανέλαβαν την υποχρέωση να συνάψουν ορισμένη σύμβαση  (προσύμφωνο) αυτή υπόκειται στον τύπο της κύριας σύμβασης. Ως νόμιμος τύπος εννοείται ιδιωτικό ή συμβολαιογραφικό έγγραφο. Αν μετά την σύναψη του προσυμφώνου το ένα μέρος αρνείται να συνάψει την οριστική σύμβαση το άλλο μέρος δικαιούται να ζητήσει την καταδίκη του σε δήλωση βουλήσεως.
(β) Πληρεξουσιότητα (ΑΚ 217 παρ. 2): υποβάλλεται στον τύπο που απαιτείται για τη δικαιοπραξία στην οποία αφορά η πληρεξουσιότητα.
(γ) Σύμφωνο προαιρέσεως: με αυτό παρέχεται στο ένα μέρος το διαπλαστικό δικαίωμα να επιφέρει την οριστική κατάρτιση μιας δικαιοπραξίας με μονομερή δήλωση προς το άλλο μέρος, υποβάλλεται και αυτό στο τύπο που απαιτεί η δικαιοπραξία.
(δ) Εντολή (ΑΚ 713): σε αντίθεση με την αρχή ότι η παρεπόμενη δικαιοπραξία υποβάλλεται στον τύπο της κύριας δικαιοπραξίας, η εντολή για κατάρτιση τυπικής δικαιοπραξίας ΔΕΝ υποβάλλεται σε τύπο πχ ο Ζ δίνει εντολή τηλεφωνικώς στον Γ να αγοράσει για λογαριασμό του ένα ακίνητο στην Ελλάδα.
(ε) Επικύρωση: άκυρης δικαιοπραξίας πρέπει να περιβληθεί τον νόμιμο τύπο της έγκυρης δικαιοπραξίας.

Συνέπειες μη τηρήσεως του τύπου:
(α) Όταν τον συστατικό τύπο τον ορίζει ο νόμος, τότε η δικαιοπραξία για τα ουσιώδη στοιχεία της οποίας δεν τηρήθηκε ο τύπος, είναι άκυρη, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά (ΑΚ 159 παρ. 1). Αν δεν τηρήθηκε ο τύπος για επουσιώδη στοιχεία η ακυρότητα του όρου αυτού δεν συμπαρασύρει όλη την δικαιοπραξία (ΑΚ 181). Στην ακυρότητα της δικαιοπραξίας λόγω μη τήρησης του τύπου σημαίνει ότι στις εκποιητικές δεν υφίσταται καμία μεταβολή στο εμπράγματο δικαίωμα και στις υποσχετικές δεν δημιουργείται ούτε υποχρέωση ούτε απαίτηση.
(β) Αν ο συστατικός τύπος είναι εκούσιος, η μη τήρησή του συνεπάγεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, την ακυρότητα της δικαιοπραξίας (ΑΚ 159 παρ. 2 εδ α). Οι δικαιοπρακτούντες όμως μπορούν να ορίσουν μόνοι τους τις συνέπειες από την έλλειψη τύπου. Η ακυρότητα αυτή για να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο πρέπει να προταθεί από τον διάδικο.
Ίαση της ακυρότητας ή περιορισμός συνεπειών:
(α) Ίαση ακυρότητας: Η ακυρότητα λόγω μη τήρηση νόμιμου συστατικού τύπου (το ορίζει ο νόμος) θεραπεύεται μόνο στις περιπτώσεις που προβλέπει ειδικά ο νόμος όπως στην ΑΚ 498 παρ. 2 όπου η δωρεά κινητού θεραπεύεται με την παράδοση αυτού και στην ΑΚ 849 εδ β για την εγγύηση.
Αντίθετα, η ακυρότητα λόγω μη τήρησης εκούσιου συστατικού τύπου (την ήθελαν τα μέρη) θεραπεύεται  σε κάθε περίπτωση που τα μέρη εκπληρώσουν τη δικαιοπραξία γνωρίζοντας την έλλειψη (ΑΚ 159 παρ. 2 εδ. β).
(β) Περιορισμός συνεπειών: Η ακυρότητα είναι απόλυτη τόσο στην περίπτωση παραβίασης του νόμιμου όσο και του εκούσιου συστατικού τύπου. Όποιος έχει έννομο συμφέρον μπορεί να επικαλεσθεί την ακυρότητα της δικαιοπραξίας ακόμη και αν ο δικαιοπρακτών γνώριζε την έλλειψη τύπου, ΕΚΤΟΣ αν η επίκληση της ακυρότητας προσβάλλει το αίσθημα δικαίου και είναι καταχρηστική (ΑΚ 281).
Επίσης, αν το ένα μέρος παραπλάνησε το άλλο ως προς τη μη αναγκαιότητα τηρήσεως τύπου και μετά επικαλείται την ακυρότητα, το άλλο μέρος μπορεί να ζητήσει αποζημίωση με τις ΑΚ 197-198 (ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις), η αποζημίωση περιλαμβάνει και το αρνητικό διαφέρον (ΑΚ 914-919).

Βιβλιογραφία: Γεωργιάδης "Αστικό δίκαιο γενικές αρχές"

ΑΚ 178 ΚΑΙ ΑΚ 179 ΑΝΗΘΙΚΗ ΚΑΙ ΑΙΣΧΡΟΚΕΡΔΗΣ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΑ




ΑΚ 178 – Η ανήθικη (αντίθετη στα χρηστά ήθη) δικαιοπραξία &
ΑΚ 179 περ. α – Η ανήθικη δικαιοπραξία που δεσμεύει την ελευθερία ατόμου
ΑΚ 179 περ. β –  Η αισχροκερδής δικαιοπραξία
Σύμφωνα με την ΑΚ 178 η δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη. Επομένως για να κριθεί μια δικαιοπραξία ως ανήθικη θα πρέπει να εξειδικευθεί η έννοια των χρηστών ηθών. Σύμφωνα με την κρατούσα γνώμη κριτήριο προσδιορισμού της έννοιας των χρηστών ηθών είναι οι προσωπικές αντιλήψεις για τα χρηστά ήθη του εκάστοτε σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου. Με αποτέλεσμα η έννοια των χρηστών ηθών να μεταβάλλεται με την πάροδο του χρόνου. Για παράδειγμα, ο Α εγκαθιστά ως μοναδική κληρονόμο την ερωμένη του Ε, ως ανταμοιβή για τη διατήρηση εξώγαμων σχέσεων μαζί του, η διαθήκη είναι αντίθετη στα χρηστά ήθη κατά το χρόνο συντάξεώς της. Αν όμως η σύζυγος του Α πεθάνει και αυτός τελέσει γάμο με την Ε, η διαθήκη δεν αντίκειται στα χρηστά ήθη.
Η αντίθεση του περιεχόμενου της δικαιοπραξίας στα χρηστά ήθη συνεπάγεται με την απόλυτη ακυρότητά της. Η ακυρότητα αυτή μπορεί να είναι μερική, οπότε εφαρμόζεται η ΑΚ 181. Η ακυρότητα πλήττει καταρχήν μόνο την υποσχετική δικαιοπραξία, η εκποιητική είναι κατά κανόνα «ηθικώς άχρωμη» και η τύχη της κρίνεται ανάλογα με τον χαρακτήρα της ως αιτιώδους ή αφηρημένης. Για παράδειγμα, η 70χρονη χήρα Β συντάσσει διαθήκη με την οποία περιορίζει τη νόμιμη μοίρα και καταλείπει την υπόλοιπη περιουσία της στον 25χρονο εραστή της Γ, ο οποίος την απειλούσε ότι θα την εγκαταλείψει. Μετά το θάνατό της, τα παιδιά της μπορούν με αγωγή τους να ζητήσουν την αναγνώριση, ότι η διαθήκη είναι άκυρη ως αντίθετη στα χρηστά ήθη κατά την ΑΚ 178.
Η ΑΚ 179 περ. α προβλέπει την ακυρότητα μίας ειδικής περίπτωσης ανήθικης δικαιοπραξίας, αυτής που δεσμεύει υπέρμετρα την ελευθερία του προσώπου. Ως ελευθερία νοείται κάθε δικαίωμα και ευχέρεια, η οποία αναγνωρίζεται από την έννομη τάξη ή έστω ασκείται νομίμως εντός αυτής πχ ευχέρεια επιλογής κατοικίας, ατομικά δικαιώματα κλπ. Ως δέσμευση νοείται τόσο ο αποκλεισμός όσο και κάθε είδος περιορισμός της νόμιμης άσκησης της ελευθερίας. Το υπέρμετρο κρίνεται ενόψει όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων.  Συνέπεια της ΑΚ 179 είναι η δικαιοπραξία που συνιστά υπέρμετρη δέσμευση της ελευθερίας του προσώπου να είναι άκυρη. Για την ακυρότητα ισχύουν ότι και για τις ανήθικες κατηγορίες. Για παράδειγμα στο καταστατικό μιας ΟΕ προβλέπεται οι εταίροι να μην μπορούν να μετέχουν σε άλλες εταιρείες ή να ασκούν άλλη δραστηριότητα, ο όρος αυτός είναι άκυρος γιατί δεσμεύει υπερβολικά χωρίς λόγο την οικονομική και επαγγελματική ελευθερία των εταίρων.
Σύμφωνα με την ΑΚ 179 περ. β έχουμε μια ειδική κατηγορία ανήθικης δικαιοπραξίας που είναι η αισχροκερδής ή καταπλεονεκτική δικαιοπραξία. Καταπλεονεκτική είναι η δικαιοπραξία με την οποία κάποιος εκμεταλλεύεται την ανάγκη, την κουφότητα (άγνοια) ή την απειρία του άλλου και επιτυγχάνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή για τρίτον, για κάποια παροχή, περιουσιακά ωφελήματα που κατά τις περιστάσεις βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή. Οι αισχροκερδής δικαιοπραξίες είναι μόνο συμβάσεις με περιουσιακό χαρακτήρα και μάλιστα αμφοτεροβαρείς πχ πώληση (ΑΚ 513), μίσθωση (ΑΚ 574) κλπ ή ατελώς ετεροβαρείς πχ έντοκο δάνειο (ΑΚ 806) κλπ [2 προϋποθέσεις: (α) Να υπάρχει προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής πχ να πωλείται ακίνητο Εκάλης σαν υπόγειο Πατησίων. (β) Η δυσαναλογία αυτή να οφείλεται στην ανάγκη, στην κουφότητα ή στην απειρία ενός από τους συμβαλλομένους. Ανάγκη είναι η κατάσταση ενός προσώπου που βρίσκεται σε άμεσο και πραγματικό κίνδυνο (οικονομικό ή άλλο), η αντιμετώπιση του οποίου είναι ανεπίδεκτη αναβολής πχ άνεργος μεταβιβάζει πίνακα μεγάλης αξίας σε εξευτελιστική τιμή για να εξασφαλίσει τη διατροφή του. Κουφότητα είναι η ελαφρότητα ή απερισκεψία εξαιτίας της οποίας ο δικαιοπρακτών δεν μπορεί να εκτιμήσει τη σημασία των πράξεών του πχ διανοητικά ασθενής πωλεί και μεταβιβάζει το διαμέρισμα για ένα εισιτήριο ποδοσφαιρικού αγώνα. Απειρία είναι η έλλειψη πείρας για τη ζωή και τις συναλλαγές ακόμα και αν αναφέρεται σε ένα συγκεκριμένο τομέα πχ ο επαναπατριζόμενος Γ αγοράζει ακίνητο σε μια από τις πιο κακόφημες γειτονιές της Αθήνας έναντι υπέρογκου ποσού. (γ) Ο αντισυμβαλλόμενος να εκμεταλλεύτηκε αυτή την ανάγκη, την κουφότητα και την απειρία.  Συνέπεια της αισχροκερδούς  είναι η απόλυτη ακυρότητα της δικαιοπραξίας.  Την ακυρότητα επικαλείται ο αισχροκερδήσας ή αυτεπάγγελτα από δικαστήριο. Η ακυρότητα είναι δυνατόν να είναι μερική, να πλήττει δηλαδή μέρος της σύμβασης (ΑΚ 181) πχ ο αμερικανός τουρίστας πληρώνει από Αεροδρόμιο – Παγκράτι 150 ευρώ ταξί, η σύμβαση είναι καταπλεονεκτική και άκυρη ως προς το ποσό που υπερβαίνει το σύνηθες κόμιστρο για μία τέτοια μεταφορά.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
Α. Γεωργιάδης "Αστικό Δίκαιο Γενικές Αρχές" σελ. 523-532

ΑΚ 174 Η ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΗ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΑ ΚΑΙ ΑΚ 175 ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΔΙΑΘΕΣΕΩΣ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟΥ




ΑΚ 174 – Η απαγορευμένη δικαιοπραξία σε συνδυασμό με ΑΚ 365, &  ΑΚ 175 – 177 – Απαγόρευση διαθέσεως αντικειμένου
Σύμφωνα με την ΑΚ 174, δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο από την παραβιαζόμενη διάταξη, είναι άκυρη (απόλυτη ακυρότητα).
Η ΑΚ 174 αποτελεί «λευκό κανόνα» δικαίου αφού η εφαρμογή της απαιτεί την ανεύρεση των απαγορευτικών διατάξεων που θα τη συμπληρώσουν.
Ως απαγορευτική  θεωρείται κάθε διάταξη αναγκαστικού δικαίου που αποδοκιμάζει το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, τα έννομα αποτελέσματα που επιδιώκονται με αυτή ή τις συνθήκες υπό τις οποίες επιχειρείται.
Όταν επιχειρείται δικαιοπραξία κατά καταστρατήγηση του νόμου είναι άκυρη πχ ο αντιπρόσωπος για να παρακάμψει την απαγόρευση της αυτοσύμβασης (ΑΚ 235) καταρτίζει τη σύμβαση με τον ατομικό του πληρεξούσιο. Κατά την κρατούσα άποψη για να θεωρηθεί μια δικαιοπραξία ως καταστρατηγική αρκεί το περιεχόμενό της να παρακάμπτει την απαγορευτική διάταξη χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η πρόθεση του δικαιοπρακτούντος.  Δηλαδή δεν μας ενδιαφέρει η καλή ή η κακή του πίστη.
Εξαίρεση στην ΑΚ 174 καθιερώνει η ΑΚ 365 σύμφωνα με την οποία οι διατάξεις για την υπόσχεση αδύνατης παροχής (ΑΚ 362-364) εφαρμόζονται και  όταν η υπόσχεση αφορά παροχή που προσκρούει σε απαγορευτική διάταξη νόμου.
Σύμφωνα με νεότερες αντιλήψεις για το ζήτημα της σχέσης μεταξύ ΑΚ 174 και ΑΚ 365 οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι:
(α) Εφαρμόζεται η ΑΚ 365 όταν δεν πλήττεται η κατάρτιση της υποσχετικής δικαιοπραξίας και η απαγόρευση αφορά μόνο την εκπλήρωση της παροχής, η ακυρότητα πλήττει μόνο την εκποιητική δικαιοπραξία.
(β) Εφαρμόζεται η ΑΚ 174 όταν πλήττεται η υποσχετική από απαγορευτική διάταξη νόμου οπότε και η υποσχετική και η εκποιητική δικαιοπραξία είναι άκυρες και ο καλόπιστος τρίτος θα αποζημιωθεί με ΑΚ 914 (αδικαιοπραξία) ή ΑΚ 197-198 (ευθύνη από διαπραγματεύσεις).
Ως διάθεση κατά ΑΚ 175 επ. εννοείται η μεταβίβαση, αλλοίωση ή επιβάρυνση οποιουδήποτε δικαιώματος. Σύμφωνα με την διάταξη ΑΚ 175 η διάθεση ενός αντικειμένου είναι άκυρη αν ο νόμος την απαγορεύει. Για παράδειγμα αν νόμος ορίζει «ότι απαγορεύεται επί ποινή ακυρότητας της πράξης η προς τους συνεταίρους μεταβίβασης κυριότητας εκτάσεων οικοδομικών συνεταιρισμών» και ο συνεταιρισμός Χ αγοράσει μια έκταση, τη διαιρέσει σε αγροτεμάχια και μεταβιβάσει αυτά στα μέλη του, οι σχετικές συμβάσεις είναι απολύτως άκυρες (ΑΚ 175).
 Τα ίδια ισχύουν και όταν η απαγόρευση έχει ταχθεί με δικαστική απόφαση  (ΑΚ 176) και συνήθως η απαγόρευση αυτή τίθεται για την προστασία ορισμένων προσώπων και άρα η ακυρότητα είναι σχετική. Για παράδειγμα, ο Π πώλησε (ΑΚ 513) στον Α ένα ζωγραφικό πίνακα στις 5 Μαρτίου και του μεταβίβασε την κυριότητα (ΑΚ 1034) στις 8 Μαρτίου. Στις 6 Μαρτίου ο Δ, ένας δανειστής του Π, κάτεσχε τον πίνακα στα χέρια του οφειλέτη βάσει δικαστικής απόφασης. Εάν ο Α αγνοούσε κατά την παράδοση σε αυτόν του πράγματος τη δικαστική απόφαση, αποκτά κυριότητα.
Αντιθέτως, η απαγόρευση διαθέσεως δικαιώματος τάσσεται με δικαιοπραξία τότε έχει ενοχική μόνο ενέργεια και δεν επιδρά στο κύρος της δικαιοπραξίας και επομένως η διάθεση που γίνεται κατά παράβαση της υποχρεώσεως παραλείψεως διαθέσεως είναι έγκυρη γιατί η δικαιοπραξία που τάσσει την απαγόρευση έχει ενοχική μόνο ενέργεια (ΑΚ 177).  Αυτός που παραβίασε την απαγόρευση οφείλει αποζημίωση σε αυτόν υπέρ του οποίου είχε συνομολογηθεί κατά ΑΚ 919 και ο τρίτος αποκτά δικαίωμα. Για παράδειγμα εάν ο Π πωλήσει και μεταβιβάσει ένα οικόπεδο στον Α και επιμείνει να περιληφθεί ο όρος στο συμβόλαιο ότι ο Α δεν δικαιούται να διαθέσει τη κυριότητα του οικοπέδου περαιτέρω σε τρίτον, η συμφωνία αυτή δεν περιορίζει την εξουσία διαθέσεως του Α. Επομένως αν ο Α μεταβιβάσει στον Γ το οικόπεδο, ο Γ αποκτά εγκύρως την κυριότητα. Απλώς ο Α υποχρεούται να αποζημιώσει τον Π, αν από τη μεταβίβαση αυτή ο Π υπέστη ζημιά.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
Α. Γεωργιάδης "Αστικό Δίκαιο Γενικές Αρχές" σελ. 512-522