Κυριακή, 29 Μαρτίου 2015

ΝΕΑ ΣΤΕΓΗ ΣΤΙΣ ΔΩΡΕΑΝ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΜΟΥ..

Μέχρι να το ενημερώσω πλήρως και να αρχίσει να φαίνεται στις αναζητήσεις του google το νεο μπλογκ βρίσκεται εδώ με νέα εμφάνιση και νέο τρόπο να βρίσκετε τις σημειώσεις..


http://mylinablogs.blogspot.gr/



Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2015

ΠΡΟΣΟΧΗ! ΠΡΟΣΟΧΗ!

Το μπλογκ θα σε πετάξει σε περιβάλλον facebook... Επουδενί μην βάλετε τα στοιχεία του facebook σας... θα σας κλέψουν τους κωδικούς...

Πάλι τα ίδια... μου χτυπάνε συνέχεια το μπλογκ!!!!! Προσοχή σας παρακαλώ μέχρι να δούμε τι θα κάνουμε...

 

Αυτό συμβαίνει από όλα τα κινητά, από google chrome και βασικά από  GOOGLE!

Τέλος, δεν μπαίνει πια ούτε από i-phone ούτε από i-pad!


Μπαίνει ακόμα απο Firefox και υπολογιστή οχι απο Tablet.


ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ



8-9-10-11. Οι θεωρίες για το κράτος

Α. Η κρατούσα θεωρία για το κράτος:
Η κρατούσα θεωρία είναι δυαδική και αποτελείται από:
1.   Η θεωρία των τριών στοιχείων του κράτους:
Τη θεωρία αυτή τη δίδαξε ο G. Jellinek. Κατά τη θεωρία αυτή «κράτος είναι λαός εγκατεστημένος μόνιμα σε ορισμένο έδαφος (χώρα) και εφοδιασμένος με πρωτογενή εξουσία». Από τον ορισμό προκύπτουν τα τρία στοιχεία του κράτους: λαός, έδαφος (χώρα) και πρωτογενή εξουσία.
Η θεωρία αυτή ενώ επικρίθηκε από πολλούς πολιτειολόγους, εντούτοις επικράτησε μέχρι και σήμερα για δύο λόγους: γιατί είναι ορθότερος ορισμός και γιατί είναι γενικής ισχύος και μπορεί να περιλαμβάνει τα ουσιώδη στοιχεία όλων των κρατών που έχουν εμφανισθεί ως σήμερα. 
2.   Η θεωρία της νομικής προσωπικότητας:
Η θεωρία αυτή υποστηρίχθηκε στη γερμανική επιστήμη από Gerber, Laband & Jellinek. Κατά τη θεωρία αυτή «το κράτος είναι λαός εγκατεστημένος μόνιμα σε ορισμένο έδαφος (χώρα) και οργανωμένος σε νομικό πρόσωπο που ασκεί πρωτογενή εξουσία». Από τον ορισμό συνάγεται ότι η έννοια του κράτους αποτελείται από τέσσερα στοιχεία: λαός, έδαφος (χώρα), πρωτογενής εξουσία και νομική προσωπικότητα.
Η θεωρία αυτή επικράτησε και στην ελληνική επιστήμη, μάλιστα το άρθρο 57 παρ. 4 του Συντάγματος την έχει κυρώσει ήδη αφού χαρακτηρίζει το κράτος ως «πρόσωπο».
Τα στοιχεία του κράτους είναι:
1.   Ο λαός:
Ο λαός είναι το σύνολο των πολιτών του κράτους ανεξάρτητα από φύλο, ηλικία, γλώσσα και εθνικότητα. Ο λαός στο ελληνικό κράτος είναι το σύνολο των Ελλήνων πολιτών δηλαδή όλων των προσώπων που έχουν την ελληνική ιθαγένεια (ευρεία έννοια του λαού).
Ο λαός ως όργανο του κράτους (λαός υπό στενή έννοια) αποτελείται μόνο από εκείνους του πολίτες που έχουν το δικαίωμα του εκλέγειν και ονομάζεται εκλογικό σώμα. Με αυτήν την έννοια αναφέρεται το άρθρο 1 παρ. 3 του Συντάγματος που αναφέρεται ότι «όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το λαό».
Διάκριση λαού από έθνος: Ο λαός ως στοιχείο του κράτους διακρίνεται από το έθνος. Ο λαός ενός κράτους μπορεί να αποτελείται από πρόσωπα που ανήκουν σε διάφορα έθνη, ενώ τα άτομα που απαρτίζουν ορισμένο έθνος μπορούν να αποτελούν τμήματα του λαού διαφόρων κρατών. Για τον καθορισμό της έννοιας του έθνους προτάθηκαν αντικειμενικά και υποκειμενικά κριτήρια. Τα αντικειμενικά όπως η κοινή καταγωγή, η κοινή γλώσσα και η κοινή θρησκεία δεν είναι απολύτως σωστά καθώς υπάρχουν έθνη που αποτελούνται από άτομα διαφορετικής καταγωγής πχ ΗΠΑ ή διαφορετικής γλώσσας πχ Ελβετία ή διαφορετικής θρησκείας πχ Γερμανία. Συνεπώς ορθότερα είναι τα υποκειμενικά κριτήρια που ορίζουν ότι έθνος είναι το σύνολο των ατόμων που έχουν κοινό πολιτισμό, κοινό παρελθόν και κοινές επιδιώξεις. Η διάκριση μεταξύ λαού και έθνους προκύπτει από το Σύνταγμά μας στα: (α) άρθρο 1 παρ. 3 που ορίζει ότι οι εξουσίες υπάρχουν υπέρ λαού και έθνους και (β) άρθρα 21 παρ. 1 & 51 παρ. 2 όπου χρησιμοποιούν τον όρο «έθνος» και (γ) στο άρθρο 5 παρ. 2  που περιλαμβάνει τον όρο «εθνικότητα»
Ιθαγένεια: είναι η ιδιότητα του προσώπου ως μέλους του λαού ενός κράτους υπό ευρεία έννοια.  Από την ιθαγένεια διακρίνεται η εθνικότητα η οποία είναι η ιδιότητα του ατόμου ως μέλους ενός έθνους. Η ιθαγένεια αποτελεί το νομικό δεσμό του ατόμου με ένα ορισμένο κράτος ενώ η εθνικότητα είναι η ηθικός δεσμός αυτού με ένα ορισμένο έθνος.
Το περιεχόμενο της ιθαγένειας δηλαδή τα δικαιώματα και τα καθήκοντα καθορίζονται από το δίκαιο κάθε κράτους. Η ιθαγένεια έχει μεγάλη σημασία στο ελληνικό δίκαιο γιατί αποτελεί προϋπόθεση όλων των πολιτικών δικαιωμάτων. Κάθε κράτος προστατεύει τους πολίτες του και δεν μπορεί να παρεμβαίνει στην προσωπική κυριαρχία άλλων κρατών.
Η απόκτηση ή η απώλεια της ιθαγένειας του ατόμου ενός κράτους ρυθμίζονται και από το διεθνές δίκαιο αλλά και το δίκαιο του κράτους. Ένα κράτος μπορεί να χορηγεί την ιθαγένεια σε άτομα που έχουν καταγωγή από αυτό ή γεννήθηκαν σε αυτό. Περιορισμοί των κρατών ως προς αυτό το ζήτημα καθιερώνονται από το διεθνές δίκαιο (διεθνές δίκαιο περί της ιθαγένειας).
Οι διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 3 του Συντάγματος  ρυθμίζουν την απόκτηση και την απώλεια της ελληνικής ιθαγένειας γενικά. Ειδικότερα ορίζουν ότι «Έλληνες πολίτες είναι όσοι έχουν τα προσόντα που ορίζει ο νόμος. Επιτρέπεται να αφαιρεθεί η ελληνική ιθαγένεια μόνο σε περίπτωση που κάποιος απέκτησε εκούσια άλλη ιθαγένεια ή που ανέλαβε σε ξένη χώρα υπηρεσία αντίθετη προς τα εθνικά συμφέροντα, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία που προβλέπει ειδικότερα ο νόμος». Έμμεσα η διάταξη καθιερώνει την αρχή της απαγόρευσης αφαίρεσης της ελληνικής ιθαγένειας.
Απόκτηση της ιθαγένειας: Υπάρχουν  2 συστήματα: (α) το σύστημα απόκτησης της ιθαγένειας με τη γέννηση όπου το τέκνο αποκτά την ιθαγένεια των γονέων του κατά το χρόνο της γέννησης του και (β) το σύστημα απόκτησης της ιθαγένειας από τον τόπο γέννησης όπου το τέκνο αποκτά την ιθαγένεια του τόπου γέννησής του. Και τα δύο αυτά συστήματα είναι σύμφωνο με το διεθνές δίκαιο και εφαρμόζονται από διάφορα κράτη. Τα περισσότερα κράτη εφαρμόζουν την αρχή της καταγωγής.
Οι διατάξεις του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας (Ν 3284/2004) έχουν τροποποιηθεί με το άρθρο 1 του Ν.3838/2010 όπου η νέα ρύθμιση προβλέπει 2 τρόπους απόκτησης της ιθαγένειας και ειδικότερα, «αυτοδίκαια με τη γέννηση» και «με δήλωση και αίτηση, λόγω γέννησης ή φοίτησης σε σχολείο στην Ελλάδα». Το δεύτερο τρόπο απόκτησης της ιθαγένειας καθιερώνει για πρώτη φορά το άρθρο 1Α του Κώδικα που ορίζει ότι τέκνο αλλοδαπών που γεννιέται και συνεχίζει να ζει στην Ελλάδα από γονείς που διαμένουν μόνιμα και νόμιμα και οι δύο στη Χώρα επί πέντε τουλάχιστον συνεχή έτη, αποκτά από τη γέννησή του την ελληνική ιθαγένεια εφόσον οι γονείς του υποβάλλουν κοινή σχετική δήλωση και αίτηση εγγραφής τέκνου στο δημοτολόγιο της μόνιμης κατοικίας του και επίσης τέκνο αλλοδαπών που έχει ολοκληρώσει επιτυχώς την παρακολούθηση έξι τουλάχιστον τάξεων ελληνικού σχολείου στην Ελλάδα και κατοικεί μόνιμα και νόμιμα στη Χώρα αποκτά την ελληνική ιθαγένεια από τη συμπλήρωση του εξαετούς χρόνου φοίτησης με κοινή δήλωση και αίτηση εγγραφής στο δημοτολόγιο του δήμου της μόνιμης κατοικίας του μέσα σε 3 έτη μετά τη συμπλήρωση του χρόνου αυτού. Δεδομένου ότι οι διατάξεις αυτές εκτός από την πλήρωση των δύο καθαρά τυπικών προϋποθέσεων, δεν προβλέπουν και την κρίση ενός διοικητικού οργάνου για την ύπαρξη του ουσιαστικού δεσμού των αιτούντων της ιθαγένειας με το ελληνικό έθνος τίθεται προφανώς ζήτημα αντισυνταγματικότητας αυτών. Με το ζήτημα ασχολήθηκε το 2011 το ΣτΕ που σχεδόν ομόφωνα θεώρησε τις επίμαχες διατάξεις ως αντισυνταγματικές και παρέπεμψε την οριστική κρίση του ζητήματος στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου.
Απώλεια της ιθαγένειας: Η απώλεια ρυθμίζεται από τις διατάξεις του δεύτερου κεφαλαίο του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας όπου προβλέπουν τους ακόλουθους λόγους απώλειας της ιθαγένειας: (α) την απόκτηση αλλοδαπής ιθαγένειας, (β) την έκπτωση, (γ) τη δήλωση αποποίησης, (δ) τη δήλωση αποβολής της ιθαγένειας τέκνων πολιτογραφημένων Ελλήνων, (ε) την υιοθεσία από αλλοδαπό και (στ) τη δήλωση αποβολής της ιθαγένειας που αποκτήθηκε λόγω γάμου από Έλληνα. Το άρθρο 17 προβλέπει άλλους 2 λόγους : (α) την ανάληψη δημόσιας υπηρεσίας σε αλλοδαπό κράτος αντίθετης με τα συμφέροντα της Χώρας και την εμμονή σε αυτή τη θέση παρά την πρόσκληση του Υπ. Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης να απόσχει από την υπηρεσία αυτή μέσα σε ορισμένη προθεσμία και (β) την ενέργεια από τον πολίτη που διαμένει στην αλλοδαπή πράξεων για όφελος αλλοδαπού κράτους ασυμβίβαστων με την ιδιότητα του Έλληνα και αντίθετων προς τα συμφέροντα της Ελλάδας.
2.   Το έδαφος:
Έδαφος είναι ο εδαφικός χώρος εντός του οποίου ασκείται η κρατική εξουσία. Παράλληλα χρησιμοποιείται και ο ταυτόσημος όρος «επικράτεια». Ορθότεροι όμως είναι οι όροι «έδαφος» και «χώρος» με μια ευρεία έννοια που περιλαμβάνουν τον επίγειο,  θαλάσσιο και εναέριο χώρο.
Η έκταση του εδάφους κάθε κράτους καθορίζεται από το δημόσιο διεθνές δίκαιο. Αυτό περιλαμβάνει ένα τμήμα ξηράς, τα ύδατα (λίμνες, ποταμοί, κόλποι κλπ), το αντίστοιχο υπέδαφος, τον υπερκείμενο εναέριο χώρο και την αιγιαλίτιδα ζώνη ή τα χωρικά ύδατα. Ως τμήμα εδάφους πρέπει να θεωρείται και η υφαλοκρηπίδα.
Τα θαλάσσια όρια των διαφόρων κρατών και τα κυριαρχικά τους δικαιώματα στη θάλασσα καθορίζονται από τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών περί του «Δικαίου της Θάλασσας» . Η Σύμβαση  καθιερώνει μια «αποκλειστική οικονομική ζώνη» στην οποία το παράκτιο κράτος ασκεί ορισμένα κυριαρχικά δικαιώματα. Το εύρος της ζώνης δεν εκτείνεται πέραν των 200 ναυτικών μιλίων.
Το έδαφος ως στοιχείο κράτους ήταν άγνωστο στην αρχαία και μεσαιωνική Πολιτειολογία. Αυτό αναγνωρίστηκε αργότερα με τη διδασκαλία του Jellinek. Ορισμένοι Πολιτειολόγοι δεν θεωρούν το έδαφος να έχει σχέση με τη μόνιμη εγκατάσταση του λαού (Kelsen) και υποστηρίζουν ότι το έδαφος υπάρχει ακόμα και στην περίπτωση ενός νομαδικού λαού. Κατά τη γνώμη του Kelsen το έδαφος είναι ο χώρος κυριαρχίας της έννομης τάξης.
Το έδαφος έχει διττή νομική σημασία: θετική γιατί το κράτος συνίσταται από όλα τα πρόσωπα που βρίσκονται στο έδαφος του κράτους και αρνητική γιατί απαγορεύεται η άσκηση εξουσίας ενός κράτους στο έδαφος ενός άλλου χωρίς ρητή άδειά του.
Η νομική φύση του εδάφους: δεν αποτελεί εμπράγματο δικαίωμα ενός κράτους αλλά το χώρο όπου μέσα ασκείται η εξουσία του.
3.   Η πρωτογενής εξουσία:
Η εξουσία ως στοιχείο του κράτους ονομάζεται «κρατική εξουσία», είναι η ανώτατη εξουσία που διατάσσει με εξαναγκασμό και ανήκει αποκλειστικά στο κράτος. Η κρατική εξουσία διακρίνεται από την εξουσία άλλων νομικών προσώπων του δημοσίου δικαίου. Το κριτήριο διάκρισης συνιστάται αναμφίβολα στο ότι η εξουσία του κράτους είναι πρωτογενής δηλαδή ανήκει στο κράτος και δεν παραχωρείται από άλλη δύναμη ενώ η εξουσία των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου είναι παράγωγη γιατί παραχωρείται από το κράτος και μπορεί να ανακαλείται ελεύθερα από αυτό.
Η κυριαρχία ως εννοιολογικό στοιχείο του κράτους: είναι η υπέρτατη εξουσία. Από τον ορισμό αυτό προκύπτουν δύο στοιχεία: η υπεροχή προς τα έσω (κυριαρχία Συντάγματος) και η ανεξαρτησία προς έξω (κυριαρχία διεθνούς δικαίου). Η έλλειψη του ενός αναιρεί την ύπαρξη του άλλου. Συνεπώς, η κυριαρχία του κράτους περιορίζεται από το διεθνές δίκαιο και δεν είναι απόλυτη αλλά σχετική.
Σύμφωνα με την θεωρία των Laband & Jellinek είναι αμφίβολο αν η εξουσία του κράτους είναι κυρίαρχη αφού η θεωρία αυτή διακρίνει τα κράτη σε κυρίαρχα (ενιαία) και σε μη κυρίαρχα (ομόσπονδα και ομοσπονδιακά κράτη). Τέτοια μη κυρίαρχα κράτη είναι οι Χώρες της Γερμανίας, τα Καντόνια της Ελβετίας και οι Πολιτείες των ΗΠΑ. Η θεωρία αυτή επικρατεί ακόμα στη γερμανική αλλά και στην ελληνική επιστήμη.
Υποστηρίζεται ευρέως στην αλλοδαπή και την ελληνική επιστήμη και η αντίθετη γνώμη η οποία θεωρεί την κυριαρχία ως στοιχείο του κράτους. Η γνώμη αυτή (του Bodin) είναι ορθότερη. Γιατί μόνο η κυριαρχία είναι το απόλυτο και ασφαλές κριτήριο διάκρισης μεταξύ κράτους και άλλων μη κρατικών οργανισμών όπως ΟΤΑ. Μεταξύ ομοσπονδιακών κρατών και ΟΤΑ δεν υπάρχει καμία ουσιώδης διαφορά, υπάρχει μόνο μια ποσοτική διαφορά η οποία αφορά την έκταση της εξουσίας τους. Συγκεκριμένα στα ομοσπονδιακά κράτη αναφέρεται η εξουσία και στις τρεις λειτουργίες του κράτους ενώ στους ΟΤΑ η εξουσία αφορά μόνο την εκτελεστική. Με άλλες λέξεις το ομοσπονδιακό σύστημα αποτελεί αποσυγκέντρωση ολόκληρης της κρατικής εξουσίας ενώ στην τοπική αυτοδιοίκηση συνιστά αποσυγκέντρωση μόνο της εκτελεστικής λειτουργίας.
Σύμφωνα με τα παραπάνω ο ορισμός του κράτους είναι «λαός εγκατεστημένος μόνιμα σε ορισμένο έδαφος και εφοδιασμένος με κυρίαρχη εξουσία».
4.   Η νομική προσωπικότητα:
Το κράτος έχει νομική προσωπικότητα όπως το νομικό πρόσωπο δηλαδή είναι υποκείμενο υποχρεώσεων και δικαιωμάτων. Για το λόγο αυτό η κρατούσα θεωρία ονομάστηκε θεωρία της νομικής προσωπικότητας του κράτους.
Το κράτος κατά την κρατούσα άποψη είναι αφενός δημιουργός ή φορέας του δικαίου ή της έννομης τάξης αφετέρου υπόκειται όπως και κάθε άλλο φυσικό και νομικό πρόσωπο στο δίκαιο δηλαδή είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Η θεωρία αυτή δεν είναι ορθή καθώς το κράτος δεν μπορεί να επιβάλλει στον εαυτό του υποχρεώσεις. Δεν μπορεί δηλαδή το κράτος να αυτοπεριοριστεί ή αυτοδεσμευτεί.  Η θεωρία αυτή επικρατεί ακόμα γιατί πρακτικά είναι χρήσιμη.
Β. Η θετική θεωρία του κράτους:
Κατά τη θεωρία αυτή το κράτος αποτελεί ένα πραγματικό γεγονός, το οποίο συνίσταται στη διαφοροποίηση μεταξύ κυβερνώντων (ισχυρότερων) και κυβερνωμένων (ασθενεστέρων) δηλαδή στην εξουσίαση ανθρώπων από ανθρώπους. Η θεωρία αυτή υποστηρίχθηκε στη Γερμανία από τον Seydel, στη Γαλλία από τον Duguit και στην Ελλάδα από τον Βεζάνη.
Σύμφωνα με όλους τους υποστηρικτές της θεωρίας αυτής το κράτος είναι ο άνθρωπος ή οι άνθρωποι που επιβάλλουν την θέλησή τους πάνω σε άλλους ανθρώπους.  Από τον ορισμό αυτό συνάγονται τρία στοιχεία (α) το υποκειμενικό της κυριαρχίας (ο άνθρωπος και οι άνθρωποι) (β) το αντικείμενο της κυριαρχίας (η κοινωνία στην οποία επιβάλλεται η κρατική θέληση) και (γ) η σχέση της κυριαρχίας (η επιβολή των θελήσεων). Και σε συνδυασμό με τα στοιχεία του κράτους ο ορισμός γίνεται «Κράτος λέγεται το άτομο ή τα άτομα που επιβάλλουν τις θελήσεις τους επί ορισμένου μόνιμα εγκατεστημένου λαού, εντός ορισμένου εδάφους».
Οι εκπρόσωποι της θετικής θεωρίας αποκρούουν τη νομική προσωπικότητα του κράτους και συνεπώς δεν θεωρούν την πολιτική εξουσία ως δικαίωμα που ανήκει στο ανύπαρκτο νομικό πρόσωπο αυτού. Διαφωνία υπάρχει μεταξύ αυτών μόνο σχετικά με τη σχέση του κράτους με το δίκιο. Ο Duguit υποστηρίζει ότι οι πράξεις των κυβερνώντων και οργάνων τους επιβάλλονται στους κυβερνωμένους σύμφωνα με το γενικό κανόνα δικαίου ο οποίος τους δεσμεύει όλους. Ο γενικός κανόνας αυτός γεννιέται από την κοινωνική συμβίωση των ανθρώπων (κοινωνικός κανόνας) και μεταβάλλεται σε κανόνα δικαίου. Ο Βεζάνης επικρίνει τη θεωρία του Duguit ότι υπάρχει κοινωνικός κανόνας που προϋπάρχει του κράτους και στον οποίο στηρίζεται ο περιορισμός της κυριαρχίας του κράτους.
Η λύση του παραπάνω ζητήματος δεν έχει καμία πρακτική σημασία στο σύγχρονο δημοκρατικό κράτος όπου κυρίαρχος αποτελείται από την πλειοψηφία των μελών της κοινωνίας. Εξάλλου η θετική θεωρία δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη συνέχεια και την ενότητα του κράτους στην περίπτωση μεταβολής του κυριάρχου.
Γ. Η θεωρία της ταυτότητας του Κράτους Δικαίου:
Η θεωρία αυτή υποστηρίζεται από τον Αυστριακό πολιτειολόγο Kelsen, ο οποίος θεμελίωσε τη καθαρή θεωρία του δικαίου. Υποστήριξε την άποψη ότι το κράτος ταυτίζεται με το δίκαιο αφού και οι δύο όροι χαρακτηρίζονται από το στοιχείο του εξαναγκασμού «το κράτος εμφανίζεται ως η ενότητα ενός συστήματος κανόνων, οι οποίοι ρυθμίζουν τους όρους, υπό τους οποίους πρέπει να ασκείται ένας ορισμένος εξαναγκασμός από άνθρωπο σε άνθρωπο». Κατά τον Kelsen η ουσία του κράτους εξαντλείται στις νομικές σχέσεις μεταξύ πολιτών και κρατικής εξουσίας και ως συνέπεια αφενός το κράτος μπορεί να είναι μόνο «Κράτος Δικαίου» και αφετέρου ότι με την κατάργηση του δικαίου καταργείται συγχρόνως και το κράτος.
Κατά τον Kelsen  ο θεμελιώδης κανόνας είναι ο λόγος ίδρυσης του κράτους και υποστηρίζει την άποψη ότι το ο κανόνας αυτός είναι δεν είναι τιθέμενος αλλά υποτιθέμενος και ερμηνεύει την έννομη τάξη ως «πλάσμα».
Η καθαρή θεωρία του δικαίου ανεπιτυχώς προσπαθεί να εξηγήσει τη φύση του κράτους. Το μεγαλύτερο λάθος της είναι αυτός ο υποτιθέμενος θεμελιώδης κανόνας. Είναι προφανές ότι η δημιουργία του κράτους δεν μπορεί να στηρίζεται σε ένα πραγματικά ανύπαρκτο κανόνα.
Δ. Η μαρξιστική θεωρία του κράτους:
Η μαρξιστική θεωρία δέχεται τα ακόλουθα τρία στάδια της εξέλιξης του κράτους και της σχέσης του με την κοινωνία:
1.   Το καπιταλιστικό κράτος: Ο μαρξισμός υποστηρίζει ότι τα βαθύτερα κίνητρα ολόκληρης της ιστορικής εξέλιξης του κράτους είναι οικονομικής φύσεως. Ο μαρξισμός θεωρεί το κράτος ως μια οργανωμένη εξουσία μιας τάξης για την εκμετάλλευση των άλλων κοινωνικών τάξεων. Ειδικότερα η εκμετάλλευση της τάξης των πτωχών (προλεταρίων) από την άρχουσα αστική τάξη. Αυτή η θεωρία περιλήφθηκε στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο (1847-1848). Έτσι το κράτος κατά τη μαρξιστική θεωρία προϋποθέτει τις ταξικές αντιθέσεις και συγκεκριμένα την οικονομική εκμετάλλευση μιας τάξης από την άλλη.
2.   Η δικτατορία του Προλεταριάτου: Το καπιταλιστικό κράτος διαδέχεται ένα άλλο κράτος, το οποίο ιδρύεται ιδίως στην περίπτωση της επικράτησης της Επανάστασης των προλεταρίων κατά της άρχουσας αστικής τάξης. Το νέο κράτος είναι και αυτό ταξικό στο οποίο όμως αντιστρέφονται οι όροι. Η προλεταριακή τάξη μεταβάλλεται σε άρχουσα και η αστική σε καταπιεζόμενη. Ο όρος «Δικτατορία του Προλεταριάτου» περιλήφθηκε και στο Σύνταγμα της Σοβιετικής Ένωσης του 1936. Η δικτατορία του Προλεταριάτου είναι ένα μεταβατικό κράτος γιατί αποβλέπει στην προπαρασκευή της μετάβασης από το καπιταλιστικό κράτος στην αταξική κοινωνία και αυτό συμβαίνει με πλήρη κατάργηση του καπιταλισμού και κοινωνικοποίηση όλων των μέσων παραγωγής. Όταν ο σκοπός αυτός επιτευχθεί, το κράτος καταλύεται από μόνο του.
3.   Η ακρατική κοινωνία: Ο απώτερος σκοπός του μαρξισμού είναι η κατάργηση του κράτους και η δημιουργία μιας ακρατικής κοινωνίας. Το προλεταριάτο καταλαμβάνει την κρατική εξουσία και μετατρέπει τα μέσα παραγωγής πρώτα σε κρατική ιδιοκτησία. Έτσι το προλεταριάτο αυτοκαταργείται, αυτό καταργεί τις ταξικές διαφορές και τέλος καταργείται και το κράτος ως κράτος. Τη θέση της κυβέρνησης προσώπων καταλαμβάνει η διοίκηση πραγμάτων και η διεύθυνση των παραγωγικών εργασιών. Το κράτος δεν καταργείται, πεθαίνει.










12-13. Η γέννηση &  η κατάργηση του κράτους

1.   Η γέννηση του κράτους
Η γέννηση του κράτους είναι πραγματικό (εξωνομικό) γεγονός γιατί δεν διέπεται από κανόνες δικαίου. Η γένεση του κράτους δεν μπορεί να στηρίζεται στο δίκαιο ενός άλλου κράτους γιατί αλλιώς το δίκαιο του ιδρυόμενου κράτους δεν θα στηριζόταν στη δική του δύναμη αλλά σε μία ξένη. Επομένως, η πράξη ίδρυσης ενός κράτους είναι μια πολιτική πράξη που βρίσκεται έξω από κάθε δίκαιο.
Η ίδρυση του κράτους είναι πάντοτε πρωτότυπη και ποτέ παράγωγη. Με άλλα λόγια το κράτος ιδρύεται μόνο του και όχι από άλλη δύναμη. Αυτό ισχύει και για την περίπτωση της ίδρυσης κράτους που οφείλεται στη σύμπραξη ενός άλλου κράτους ή περισσοτέρων κρατών πχ Κύπρος που στηρίχθηκε στη σύμβαση μεταξύ Ελλάδος, Μεγάλης Βρετανίας και Τουρκίας.
Το κράτος υπό την έννοια του Διεθνούς δικαίου αρχίζει να υπάρχει από τη στιγμή κατά την οποία συνυπάρχουν τα τρία κλασικά στοιχεία του κράτους (λαός, έδαφος, εξουσία). Για την ύπαρξη του κράτους δεν ενδιαφέρει το διεθνές δίκαιο ούτε ο τρόπος γέννησης πχ αν έγινε κατά παράβαση συνθηκών διεθνούς δικαίου ούτε η νομιμότητα της εσωτερικής του οργάνωσης.
Για την ύπαρξη του κράτους δεν έχει σημασία η μικρή έκταση του εδάφους του πχ Μονακό, Λιχτενστάιν κλπ και ούτε μπορούν να αποκλειστούν από διεθνείς οργανισμούς με την αιτιολογία ότι δεν έχουν την ιδιότητα του  κράτους.
Τίθεται ένα ζήτημα αν η γένεση του κράτους εξαρτάται από την αναγνώρισή του από τα υπάρχοντα κράτη. Στην παλαιότερη επιστήμη επικρατούσε η καταφατική απάντηση, δηλαδή το νέο κράτος άρχιζε να υπάρχει από την αναγνώρισή του. Τελικά επικράτησε η αντίθετη άποψη με την οποία το νεοιδρυόμενο κράτος δεν εξαρτά την ύπαρξή του και αναγνώρισή του όταν υπάρχουν τα αναμφίβολα τρία κρατικά στοιχεία. Συνεπώς η αναγνώριση είναι μόνο μια αναγνωριστική ενέργεια. Ερωτάται αν το νέο κράτος έχει κατά το διεθνές δίκαιο ένα δικαίωμα αναγνώρισής του από τα άλλα κράτη και συνεπώς, αν υπάρχει αντίστοιχη υποχρέωση των άλλων κρατών. Υποστηρίζονται 3 θεωρίες: (α) η πολιτική θεωρία όπου η αναγνώριση νέου κράτους αποτελεί πολιτική πράξη (β) η νομική θεωρία όπου η αναγνώριση είναι μια νομική πράξη και κάθε κράτος οφείλει να αναγνωρίζει το νέο κράτος και (γ) μια ενδιάμεση θεωρία όπου η αναγνώριση εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια αλλά όχι και στην αυθαιρεσία των άλλων κρατών. Κρατούσα θεωρία είναι η πολιτική γιατί δεν υπάρχει κάποιο υπερκρατικό όργανο για να αποφασίζει κάθε φορά αν το νέο κράτος έχει τα ουσιώδη στοιχεία του κράτους ή όχι.
2.   Η κατάργηση του κράτους
Το κράτος καταλύεται όταν εκλείψει οποιοδήποτε συστατικό στοιχείο αυτού (λαός, έδαφος, εξουσία). Η εξαφάνιση ολόκληρου του λαού και του εδάφους είναι μάλλον απίθανη εκτός αν συμβεί εξαιτίας φυσικών καταστροφών πχ καταβύθιση μιας νήσου. Συνηθισμένη είναι αντίθετα η έκλειψη της κρατικής εξουσίας. Αυτό συμβαίνει με την προσάρτηση ενός κράτους σε ένα άλλο κυρίαρχο κράτος πχ ως συνέπεια ενός πολέμου. Παραδείγματα τέτοια ήταν η πρώην Σοβιετική Ένωση και η πρώην Τσεχοσλοβακία.
Η κρατική εξουσία εκλείπει επίσης, όταν ένα κράτος ενώνεται με άλλα κράτη για να σχηματίσουν ένα νέο κυρίαρχο κράτος (πχ ένα ομοσπονδιακό κράτος). Παραδείγματα τέτοια είναι οι αμερικάνικες Πολιτείες και τα ελβετικά Καντόνια.
Το κράτος δεν καταλύεται με την προσωρινή κατάργηση της εξουσίας εξαιτίας κατάληψης του εδάφους του από άλλο ή άλλα κράτη από στρατιωτική κατάληψη του εδάφους κατά τη διάρκεια του πολέμου.  
Η μεταβολή του πολιτεύματος και η μεταβολή του οικονομικού συστήματος του κράτους δεν συνεπάγεται με κατάλυσή του πχ μια επανάσταση ή πραξικόπημα δεν επιφέρει κατάργηση του κράτους και την αντικατάστασή του από άλλο.
Η κατάργηση του κράτους είναι αμφίβολη στην περίπτωση της αφαίρεσης της διεθνούς αναγνώρισής του. Κατά την κρατούσα θεωρία η ανάκληση αυτή δεν θίγει την κρατική εξουσία.






14-15-16-17. Οι θεωρίες περί δικαιολόγησης του κράτους

Τίθεται το ερώτημα για ποιο λόγο πρέπει να υπάρχει το κράτος; Με άλλα λόγια γιατί τα άτομα να υποτάσσονται στην καταναγκαστική κρατική εξουσία και να υφίσταντο σοβαρούς περιορισμούς της προσωπικής τους ελευθερίας;
Η απόδειξη της αναγκαιότητας αυτού θα αποτελούσε προφανώς την απόλυτη απάντηση ενώ η απόδειξη μόνο της χρησιμότητας αυτού θα αποτελούσε σχετική δικαιολόγηση του.
Οι θεωρίες που δέχονται το κράτος καλούνται κρατικές ενώ οι θεωρίες που αρνούνται το κράτος λέγονται αναρχικές:
1.   Οι κρατικές θεωρίες:
Οι κρατικές θεωρίες κατά τον Jellinek είναι οι ακόλουθες:
Α. Η θρησκευτικοθεολογική θεωρία: Η οποία προσπαθεί να δικαιολογήσει το κράτος με την αναγωγή του σε θεσμό θεϊκής προέλευσης. Η θεωρία αυτή επικράτησε στον αρχαίο κόσμο και υποστηρίζεται από την Χριστιανική Εκκλησία. Κατά τη θεωρία αυτή ο Θεός έθεσε στην υπηρεσία της χριστιανοσύνης δύο ξίφη, το πνευματικό στον Πάπα και το κοσμικό ως σύμβολο κρατικής εξουσίας στον αυτοκράτορα. Η θεϊκή προέλευση του κράτους αναγνωρίζεται ρητά από τα Συντάγματα ορισμένων ισλαμικών κρατών.
Β. Η θεωρία της δύναμης: Η θεωρία αυτή εννοεί το κράτος ως την επιβολή του ισχυρού στους αδύνατους και την εξουσιαστική αυτή σχέση ως απόρροια ενός φυσικού νόμου, τον οποίο καμία ανθρώπινη θέληση δεν μπορεί να καταργήσει. Τη θεωρία της δύναμης υποστήριξε και ο Hobbes και σε αυτή προφανώς στηρίχθηκε η μαρξιστική θεωρία του κράτους. Η θεωρία αυτή πρακτικά καταστρέφει το κράτος.
Γ. Οι νομικές θεωρίες: Ονομάζονται εκείνες που θεωρούν το κράτος ως δημιούργημα του δικαίου. Οι εν λόγω θεωρίες υποστηρίζουν ότι υπάρχει μια προκρατική και υπερκρατική έννομη τάξη  από την οποία κατάγεται το κράτος. Αυτές ιστορικά εμφανίζονται σε τρεις μορφές. Ειδικότερα, θεωρούν το κράτος ως θεσμό (α) είτε του οικογενειακού δικαίου (πατριαρχική θεωρία) όπου το κράτος προήλθε από την οικογένεια πχ το κράτος του Ισραήλ και εν συνεχεία ο αρχηγός του κράτους ασκεί την ίδια εξουσία που ασκεί ο πατέρας στα παιδιά του (πατρική εξουσία), τη θεωρία αυτή υποστήριξη και ο Locke (β) είτε του εμπράγματου δικαίου (περιουσιακή θεωρία) όπου λόγος ύπαρξης του κράτους ήταν η προστασία της ιδιοκτησίας η οποία υπήρξε πριν από αυτό, την θεωρία υποστήριξε ο Κικέρων και ο Haller (γ) είτε του ενοχικού δικαίου (συμβατική θεωρία) που η θεωρία αυτή δέχεται ως νόμιμο λόγο του κράτους μια σύμβαση η οποία το ιδρύει (κοινωνικό συμβόλαιο). Ο Jellinek χαρακτηρίζει αυτή τη θεωρία ως τη σπουδαιότερη των νομικών θεωριών και κυριότερος υποστηρικτής του κοινωνικού συμβολαίου είναι ο Hobbes.  Η σύμβαση αυτή περιλαμβάνει δύο σύμφωνα και συγκεκριμένα το σύμφωνο περί ίδρυσης κοινωνίας (κοινωνικό συμβόλαιο) και το σύμφωνο περί υποταγής των ανθρώπων σε μία θέληση. Ο Hobbes δεν θεωρεί τον κυρίαρχο (άτομο ή σύλλογο ατόμων) ως συμβαλλόμενο μέρος.  Στη συνέχεια η θεωρία του κοινωνικού συμβολαίου υποστηρίχθηκε από τον Locke ο οποίος υποστήριξε ότι οι άνθρωποι μπορούν να εγκαταλείπουν τη φυσική κατάσταση  στην οποία βρίσκεται και να υποβάλλονται στην πολιτική εξουσία ενός άλλου μόνο με τη συναίνεσή τους. Τη θεωρία περί κοινωνικού συμβολαίου υποστήριξε και ο Rousseau  στο ομώνυμο έργο του όπου η σύμβαση περί ίδρυσης κράτους δεν είναι μόνο κοινωνικό συμβόλαιο αλλά όπως και η σύμβαση του Hobbes  και σύμφωνο υποταγής γιατί το άτομο έχει δύο ιδιότητες: μετέχει στη γενική θέληση και είναι υποκείμενο σε αυτή. Η θεωρία του κοινωνικού συμβολαίου υποστηρίχθηκε  στη Γερμανία ιδίως από τον Kant. Ο αμερικανός φιλόσοφος Rawls (1921-2002) θεωρείται ως ο σπουδαιότερος εκπρόσωπος της θεωρίας του κοινωνικού συμβολαίου στη σύγχρονη εποχή ο οποίος θεωρεί ως αντικείμενο του πρωταρχικού συμβολαίου όχι την είσοδο σε μια συγκεκριμένη κοινωνία αλλά τον καθορισμό των αρχών της δικαιοσύνης για τη βασική δομή της κοινωνίας. Οι εν λόγω αρχές θα ρυθμίζουν από κει και πέρα όλες τις συμφωνίες. Σύμφωνα με τον Jellinek η συμβατική θεωρία δε δικαιολογεί αλλά διαλύει το κράτος γιατί το άτομο με βάση την ελευθερία του κατά τον Rousseau είναι ανεπίδεκτη παραίτησης και μπορεί οποιαδήποτε στιγμή να καταγγείλει τη σύμβαση.
Δ. Η ηθική θεωρία: Κατά τη θεωρία αυτή το κράτος είναι αναγκαίο για την ηθική τελείωση του ανθρώπου, η επιδίωξη της οποίας αποτελεί τον προορισμό του. Ο Αριστοτέλης υποστήριξε ότι η ολοκλήρωση του ανθρώπου είναι δυνατή μόνο σε μια κρατική κοινωνία αλλιώς θα ήταν θεός ή θηρίο.
Ε. Η ψυχολογική θεωρία: Προσπαθεί να δικαιολογήσει το κράτος με το χαρακτηρισμό του ως μιας ψυχολογικής αναγκαιότητας. Τη θεωρία αυτή υποστηρίζουν όσοι θεωρούν το κράτος ως δημιούργημα της φύσης, ως προϊόν λαϊκού πνεύματος, ως ένα ιστορικό γεγονός.  Την θεωρία υποστήριξε ο Αριστοτέλης και κατά τον Jellinek ούτε αυτή η θεωρία δικαιολογεί το κράτος. Εξάλλου σύμφωνα με Jellinek κανένας ψυχολόγος δεν θα μπορούσε να αναγνωρίσει μια ροπή του ανθρώπου να εξουσιάζεται.
2.   Οι αναρχικές θεωρίες:
Οι αναρχικές θεωρίες αρνούνται την αναγκαιότητα του κράτους και πιστεύουν ότι οι άνθρωποι μπορούν να ζήσουν καλύτερα σε μια ακρατική κοινωνία. Ο αναρχισμός διαφέρει σαφώς από το μηδενισμό ο οποίος αρνείται ότι το κράτος χωρίς την πρόταση ενός υποκατάστατου αυτού. Ο αναρχισμός διαφέρει από επανάσταση και αντίσταση οι οποίες δεν αρνούνται την αναγκαιότητα του κράτους αλλά επιδιώκουν την ανατροπή ή αποκατάσταση αυτού.
Οι κύριες μορφές του αναρχισμού είναι:
Α. Ο ιδεολογικός αναρχισμός: Οι εκπρόσωποί του υποστηρίζουν ότι οι άνθρωποι έχουν ορισμένες κοινωνικές ιδιότητες που καθιστούν δυνατή την καλύτερη διαβίωσή τους χωρίς την ύπαρξη κρατικής εξουσίας. Η μορφή αυτή υποστηρίχθηκε στην αρχαία Ελλάδα και διαφέρει από τον μαρξισμό.
Β. Ο θρησκευτικός αναρχισμός: Κατά την θεωρία αυτή η ρύθμιση της κοινωνικής συμβίωσης των ανθρώπων γίνεται σύμφωνα με τις αρχές της χριστιανικής θρησκείας και καθιστά το κράτος  περιττό.
Γ. Ο υλιστικός αναρχισμός: Ο εν λόγω αναρχισμός καλείται και ανήθικος επειδή αρνείται ανεπιφύλακτα και απόλυτα το κράτος.
3.   Συμπέρασμα:
Ο αναρχισμός είναι θεωρητικά ακαταμάχητος αλλά πρακτικά ανεφάρμοστος. Την κοινωνική συμβίωση των ανθρώπων μπορεί να καταστήσει δυνατή μόνο η έννομη τάξη, δημιουργός της οποίας είναι το κράτος και η αναγκαιότητα αυτή της έννομης τάξης για την κοινωνία δικαιολογεί απόλυτα το κράτος. Τίθεται το ζήτημα αν το σύγχρονο κράτος εξακολουθεί να είναι αναγκαίο και μετά την ένταξη του σε διεθνείς οργανισμού και ιδίως στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το ζήτημα λύνεται καταφατικά. Πράγματι, το κράτος εξακολουθεί και μετά την ένταξη του σε διεθνούς οργανισμού να είναι κυρίαρχο και να ασκεί καταρχήν όλες τις λειτουργίες του και σε κάθε περίπτωση αυτές που δικαιολογούν την ύπαρξή του. Η αναγκαιότητα του κράτους θα εκλείψει μόνο αν αυτό ενταχθεί σε άλλο ευρύτερο κράτος το οποίο δεν είναι αυτή τη στιγμή η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Βιβλιογραφία:

Η ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΙ Η ΕΚΛΟΓΗ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ



 16. Η σύνθεση της βουλής

Τα συστήματα συγκρότησης του Κοινοβουλίου
Το Κοινοβούλιο (Αντιπροσωπευτικό Σώμα) μπορεί να συγκροτείται από μία βουλή (σύστημα της μίας βουλής) ή από δύο βουλές (σύστημα των δύο βουλών). Υπό το σύστημα των δύο βουλών, η δεύτερη βουλή ονομάζεται συνήθως Γερουσία.
Τα επιχειρήματα υπέρ των δύο βουλών είναι η αρτιότερη κατάρτιση των νόμων, ο περιορισμός της παντοδυναμίας της Βουλής και η μεσολάβηση της Γερουσίας ως διαιτητή στις περιπτώσεις συγκρούσεων μεταξύ της Βουλής και της Εκτελεστικής Λειτουργίας.
Κατά του συστήματος των δύο βουλών προβάλλονται ιδίως η οικονομική επιβάρυνση που προκαλεί η λειτουργία της Γερουσίας και η επιβράδυνση της ψήφισης των νόμων. Το σύστημα των δύο βουλών επικρατεί στα σύγχρονα κράτη.
Το σύστημα των δύο βουλών καθιερώθηκε στην Ελλάδα από τα Συντάγματα του 1832, του 1925 και του 1927. Όλα τα άλλα Συντάγματά μας και το ισχύον Σύνταγμα καθιέρωσαν το σύστημα της μίας βουλής.
Ο αριθμός των βουλευτών
Τα ελληνικά συντάγματα δεν καθιέρωσαν απευθείας τον αριθμό των βουλευτών αλλά εξουσιοδότησαν την νομοθετική λειτουργία να καθορίζει αυτόν μέσα σε ορισμένα πλαίσια. Έτσι τα Συντάγματα του 1844, του 1864 και του 1911 καθόρισαν μόνο τον κατώτατο αριθμό των βουλευτών ενώ τα μεταγενέστερα Συντάγματα καθόρισαν τον κατώτατο και τον ανώτατο αριθμό των βουλευτών. Η διάταξη του άρθρου 51 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος καθορίζει τον κατώτατο και τον ανώτατο αριθμό των βουλευτών από 200 έως 300. Ο ισχύον εκλογικός νόμος θεσπίζει το μεγαλύτερο αριθμό των βουλευτών (ήτοι 300).
Η διάκριση των βουλευτών
Τα προηγούμενα Συντάγματα καθιέρωσαν την αρχή της εκλογής όλων των βουλευτών σε εκλογικές περιφέρειες.
Το άρθρο 2 της Συντακτικής Πράξης της 24ης Σεπτεμβρίου 1974 πρόσθεσε μια νέα διάταξη στο άρθρο 68 του προϊσχύσαντος Συντάγματος, η οποία επέτρεπε την εκλογή ενός μέρους των βουλευτών σε ολόκληρη την Επικράτεια (βουλευτών Επικρατείας). Η διάταξη αυτή περιηλήφθηκε κατά βάση στο ισχύον Σύνταγμα που καθιερώνει μεν την αρχή της εκλογής του μεγαλύτερου μέρους των βουλευτών σε εκλογικές περιφέρειες, επιτρέπει όμως την εκλογή μέρους αυτών σε ολόκληρη την Επικράτεια.
Το θεσμό των βουλευτών της Επικρατείας προβλέπει η διάταξη του άρθρου 54 παρ. 3  του Συντάγματος: «Μέρος της βουλής, όχι μεγαλύτερο από το 1/20 του όλου αριθμού των βουλευτών, μπορεί να εκλέγεται ενιαίως σε ολόκληρη την Επικράτεια, σε συνάρτηση με τη συνολική εκλογική δύναμη του κάθε κόμματος στην Επικράτεια, όπως ο νόμος ορίζει».  Η διάταξη αυτή δεν καθιερώνει απευθείας το θεσμό των βουλευτών Επικρατείας αλλά απλώς επιτρέπει την καθιέρωσή του με νόμο. Συνεπώς, αν ο νόμος, όπως ο ισχύον Εκλογικός Κώδικας, καθορίσει τον ανώτατο αριθμό των βουλευτών σε 300, ο μεγαλύτερος αριθμός βουλευτών Επικρατείας είναι 15 ενώ αν καθιερώσει κατώτατο 200, ο ανώτατος αριθμός βουλευτών Επικρατείας είναι 10.
Ο αριθμός των βουλευτών που εκλέγονται από τις εκλογικές περιφέρειες καθορίζεται μετά από την αφαίρεση των βουλευτών Επικρατείας. Ο ισχύον Εκλογικός Κώδικας προβλέπει την εκλογή 12 βουλευτών Επικρατείας και 288 βουλευτών των εκλογικών περιφερειών. Πάντως, η νομική θέση όλων των βουλευτών είναι η ίδια και όλοι «αντιπροσωπεύουν το Έθνος» (άρθρο 51 παρ. 2 Σ).
Ο καθορισμός του αριθμού των βουλευτών κάθε εκλογικής περιφέρειας
Ο καθορισμός του αριθμού των βουλευτών κάθε εκλογικής περιφέρειας έγινε πάντοτε με βάση τον πληθυσμό της. Ο πληθυσμός διακρίνεται στο νόμιμο (αριθμός δημοτών),  σε πραγματικό (αριθμός κατοίκων γενικά) και σε εκλογικό (οι πολίτες που είναι εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους).
Τα προϊσχύοντα Συντάγματα πχ του 1952 καθιέρωναν τον «πληθυσμό» ως βάση καθορισμού των βουλευτών κάθε εκλογικής περιφέρειας, καταλείποντας στο νόμο τον ακριβέστερο προσδιορισμό του. Συνεπώς, οι εκλογικοί νόμοι που ίσχυσαν κάθε φορά καθόρισαν το νόμιμο πληθυσμό ως βάση προσδιορισμού του αριθμού των βουλευτών των επιμέρους εκλογικών περιφερειών. Η αρχή αυτή καθιερώθηκε στο  άρθρο 54 παρ. 2 του ισχύοντος Συντάγματος που ο πληθυσμός προκύπτει από την τελευταία απογραφή που δημοσιεύεται στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Μέτρο για τον υπολογισμό του αριθμού των βουλευτικών εδρών κάθε εκλογικής περιφέρειας είναι το πηλίκο της διαίρεσης του συνολικού αριθμού των δημοτών της Επικράτειας δια του συνολικού αριθμού των βουλευτών των εκλογικών περιφερειών (288).
Μετά την απογραφή εκδίδεται προεδρικό διάταγμα με τον αριθμιτικό προσδιορισμό των βουλευτικών εδρών. Ο αριθμός των βουλευτών κάθε εκλογικής περιφέρειας καθορίζεται τώρα με το ΠΔ 381/2002.
Οι αρχές της ολικής ανανέωσης της βουλής & της ταυτόχρονης διεξαγωγής των εκλογών σε ολόκληρη την Επικράτεια
Το ισχύον Σύνταγμα όπως και τα Συντάγματα που  ίσχυσαν από το έτος 1864 καθιερώνει δύο βασικές αρχές που αφορούν την εκλογή της βουλής:
(α) την αρχή της ολικής ανανέωσης της βουλής και
(β) την αρχή της ταυτόχρονης διεξαγωγής των εκλογών σε ολόκληρη την Επικράτεια.
Κατά την πρώτη αρχή η βουλή ανανεώνεται κάθε φορά ολικά και όχι τμηματικά ενώ κατά τη δεύτερη αρχή οι εκλογές διεξάγονται συγχρόνως (την ίδια μέρα) σε ολόκληρη τη Χώρα. Η αρχή της ταυτόχρονης διεξαγωγής δεν είναι συνυφασμένη με την αρχή ττης ολικής ανανέωσης αλλά μπορεί να συνδυάζεται κει με την αντίθετη αρχή της τμηματικής ανανέωσης ως προς το τμήμα της βουλής που ανανεώνεται κάθε φορά.
Η αρχή της ολικής ανανέωσης καθιερώνεται από τις διατάξεις του άρθρου 53 παρ. 1 του Συντάγματος  «Οι βουλευτές εκλέγονται για 4 συνεχή έτη που αρχίζουν από την ημέρα των γενικών εκλογών. Μόλις λήξει η βουλευτική περίοδος, με προεδρικό διάταγμα, που προσυπογράφεται από το Υπουργικό Συμβούλιο, διατάσσεται η διενέργεια γενικών βουλευτικών εκλογών μέσα σε 30 ημέρες και η σύγκληση της νέας Βουλής σε τακτική σύνοδο μέσα σε άλλες 30 ημέρες από αυτές. Η αρχή αυτή καθιερώνεται και από τις διατάξεις των άρθρων 41 παρ. 3 & 5 και 32 παρ. 4 του Σ στις περιπτώσεις της πρόωρης λήξης της βουλευτικής περιόδου εξαιτίας της διάλυσης της βουλής. Την αρχή της τμηματικής ανανέωσης της βουλής καθιέρωσε το Σύνταγμα της Τροιζήνας.
Η αρχή της ταυτόχρονης διεξαγωγής των εκλογών κατοχυρώνεται από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 4 εδ α του Σ κατά την οποία «οι βουλευτικές εκλογές διενεργούνται ταυτόχρονα σε ολόκληρη την Επικράτεια». Η αρχή αυτή δυσχεραίνει τον επηρεασμό των εκλογέων μιας εκλογικής περιφέρειας από το εκλογικό αποτέλεσμα άλλης περιφέρειας.
Τις εν λόγω αρχές περιλαμβάνει ο ισχύον Εκλογικός Κώδικας ο οποίος ορίζει ότι η διενέργεια των γενικών βουλευτικών εκλογών διατάσσεται με προεδρικό διάταγμα με το οποίο ορίζεται και η ημέρα της ταυτόχρονης ψηφοφορίας σε όλη την Επικράτεια και ότι η ψηφοφορία διαρκεία μία ημέρα μόνο, η οποία είναι Κυριακή.
Η επαναληπτική και αναπληρωματική εκλογή δεν είναι αντίθετες από τις παραπάνω αρχές. Επαναληπτική εκλογή ονομάζεται η εκλογή η οποία γίνεται σε μια εκλογική περιφέρεια στην περίπτωση ακύρωσης της εκλογής από το ΑΕΔ. Η επαναληπτική εκλογή είναι αναγκαία συνέπεια ακύρωσης της εκλογής, η οποία προβλέπεται από το Σύνταγμα στο άρθρο 100 παρ. 1 σε συνδυασμό με άρθρο 58. Αναπληρωματική εκλογή ονομάζεται η εκλογή η οποία διενεργείται για την πλήρωση της έδρας που κενώνεται κατά τη διάρκεια της βουλευτικής περιόδου για οποιοδήποτε λόγο πχ εξαιτίας θανάτου βουλευτή ή παραίτησης βουλευτή. Την αναπληρωματική εκλογή προβλέπει η διάταξη του άρθρου 53 παρ. 2 του Σ που ορίζει «Βουλευτική έδρα που κενώθηκε μέσα στο τελευταίο έτος της περιόδου δεν συμπληρώνεται με αναπληρωματική εκλογή, όταν απαιτείται κατά το νόμο, εφόσον οι κενές έδρες δεν είναι περισσότερες από το 1/5 του όλου αριθμού των βουλευτών». Από τη διάταξη προκύπτει ότι αναπληρωματική εκλογή διενεργείται μόνο όταν προβλέπεται από το νόμο ο οποίος έτσι μπορεί να καθιερώνει άλλο τρόπο πλήρωσης της κενούμενης έδρας. Έτσι, ο Εκλογικός Κώδικας προβλέπει τη διεξαγωγή αναπληρωματικής εκλογής μόνο όταν δεν υπάρχει αναπληρωματικός του ίδιου συνδυασμού για την κατάληψη της κενής έδρας. Πάντως η εν λόγω διάταξη απαγορεύει τη διενέργεια αναπληρωματικών εκλογών κατά το τελευταίο (τέταρτο) έτος της βουλευτικής περιόδου, εφόσον ο αριθμό των κενών εδρών δεν υπερβαίνει το 1/5 του συνολικού αριθμού των βουλευτών.



17. Τα προσόντα της εκλογιμότητας των βουλευτών
Τα θετικά προσόντα της εκλογιμότητας των βουλευτών
Η διάταξη του άρθρου 55 παρ. 1 του Συντάγματος καθορίζει τα προσόντα που απαιτούνται για την εκλογή ενός προσώπου ως βουλευτή. Η διάταξη αυτή καθιερώνει την γενική θετική αρχή εκλογιμότητας κάθε προσώπου που έχει τα προσόντα που ορίζονται από αυτή. Με άλλες λέξεις, η διάταξη καθορίζει περιοριστικά τα θετικά προσόντα (θετικές προϋποθέσεις) της εκλογιμότητας. Όλα τα προσόντα πρέπει να συντρέχουν κατά την ημέρα της εκλογής.
Τα προσόντα αυτά είναι τα ακόλουθα:
1.   Η ελληνική ιθαγένεια: Εκλόγιμος είναι μόνο Έλληνας πολίτης δηλαδή το πρόσωπο που έχει αποκτήσει την ελληνική ιθαγένεια ανεξάρτητα από το φύλο, το θρήσκευμα ή την εθνικότητα.  Κάθε Έλληνας πολίτης έχει αυτοδίκαια το δικαίωμα του εκλέγεσθαι όπως και το δικαίωμα του εκλέγειν, ανεξάρτητα από τον τρόπο απόκτησης της ελληνικής ιθαγένειας.  Κάθε Έλληνας πολίτης συνεπώς είναι εκλόγιμος σε οποιαδήποτε εκλογική περιφέρεια ή εφόσον το επιτρέπει ο νόμος και σε περισσότερες εκλογικές περιφέρειες, οφείλοντας να επιλέξει ύστερα έδρα.
2.   Η νόμιμη ικανότητα να εκλέγει: Νόμιμη ικανότητα να εκλέγει είναι η απόκτηση των ουσιαστικών προσόντων του εκλογέα.  Η διάταξη του άρθρου 51 παρ. 3 εδ α καθορίζει μόνο ένα προσόν του εκλογέα (την ελληνική ιθαγένεια) και εξουσιοδοτεί τη νομοθετική εξουσία να θεσπίζει τα άλλα προσόντα αυτού. Συνεπώς ο περιορισμός της νομοθετικής λειτουργίας καθιερώνεται με τη διάταξη του άρθρου 55 παρ. 1 (περιοριστική απαρίθμηση των προσόντων της εκλογιμότητας).
3.   Η συμπλήρωση του 25ου έτους: Την ηλικία αυτή καθιέρωσαν τα Συντάγματα που ψηφίστηκαν από το 1911 μέχρι σήμερα ενώ τα προγενέστερα μετεπεναστατικά Συντάγματα θέσπισαν το 30ο έτος. Άλλες χώρες έχουν άλλη εκλόγιμη ηλικία. Η ηλικία του εκλόγιμου αποδεικνύεται, κατά το άρθρο 29 παρ.2 του Εκλογικού Κώδικα από την εγγραφή στο μητρώο αρρένων ή το δημοτολόγιο ενός δήμου ή κοινότητας αλλιώς αποδεικνύεται από τη ληξιαρχική πράξη γέννησης.
Τα αρνητικά προσόντα ή κωλύματα εκλογιμότητας των βουλευτών
Το άρθρο 56 του Συντάγματος καθιερώνει ορισμένες εξαιρέσεις από την αρχή της εκλογιμότητας κάθε προσώπου η οποία θεσπίζεται από το άρθρο 55 παρ. 1.
Κωλύματα είναι θέσεις ή έργα που παρεμποδίζουν τον πολίτη που έχει το δικαίωμα του εκλέγεσθαι να υποβάλλει έγκυρα υποψηφιότητα και να εκλέγει εγκύρως, άρα, τα κωλύματα αφορούν τους υποψηφίους βουλευτούς (όσοι θέλουν να υποβάλλουν υποψηφιότητα).
Σκοπός κωλυμάτων:
1.   Τα κωλύματα εξυπηρετούν διπλό σκοπό που είναι αφενός η ισότητα μεταξύ των υποψηφίων η οποία θα καταστρατηγείται αν κάποιοι υποψηφίοι μπορούσαν να χρησιμοποιούν τη δημόσια θέση ή το αξίωμα τους για ψηφοθηρικούς λόγους.
2.   Εξυπηρετεί και την ιδιαιτερότητα και αμερληψία που πρέπει να έχουν οι δημόσιοι λειτουργοί κατά την άσκηση των καθηκόντων τους δηλαδή το άρθρο 56 εκτός από το άρθρο 4 (αρχή ισότητας) εξυπηρετεί και το άρθρο 29 (θεσμός πολιτικών κομμάτων) το οποίο ορίζει ότι οι δημόσιοι λειτουργοί δεν θα πρέπει κατά την άσκηση των καθηκόντων τους να αναλαμβάνουν ενεργό δράση υπέρ κόμματος.
Διακρίσεις κωλυμάτων:
1.   Τα κωλύματα διακρίνονται σε απόλυτα και σχετικά. Ειδικότερα: (ια) απόλυτα καλούνται αυτά από τα οποία ο υποψήφιος δε μπορεί να παραιτηθεί και να υποβάλλει υποψηφιότητα αφού το Σύνταγμα του απαγορεύει την υποβολή υποψηφιότητας για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για κωλύματα αλλά για προσωρινή στέρηση εκλογιμότητας δηλαδή προσωρινά δεν έχει το δικαίωμα του εκλέγεσθαι αφού ο «κωλυόμενος» ακόμα και να παραιτηθεί δεν μπορεί να υποβάλλει υποψηφιότητα και δεν θα ανακηρυχθεί υποψήφιος. Απόλυτα κωλυματα έχουν οι περιφερειάρχες οι οποίοι σύμφωνα με το άρθρο 56 παρ. 1 και να παραιτηθούν του αξιώματός τους δεν μπορούν να υποβάλουν υποψηφιότητα όσο χρόνο διαρκούσε η θητεί ατους (παλιά 4 χρόνια τώρα 5 χρόνια) (άρα γαι αυτά τα χρόνια έχουν στέρηση εκλογιμότητας), απόλυτο κώλυμα θεσπίζει το 56 παρ. 4 για πρόσωπα που σύμφωνα με το νόμο έχουν αναλάβει συγκεκριμένη υπηρεσία προς το κράτος και για όσο χρόνο αυτή διαρκεί δεν μπορούν να υποβάλλουν υποψηφιότητα (πχ φαντάρος), τέτοια πρόσωπα είναι όλοι οι έλληνες πολίτες όσο διαρκεί η στρατιωτική τους θητεία (ο λοχαγός μπορεί ο φαντάρος όχι), πολίτες που έχουν αναλάβει κατά νόμο στρατιωτική θητεία ορισμένου χρόνου πχ οπλίτες πενταετούς θητείας, συνοριοφύλακες κλπ, σπουδαστές παραγωγικών σχολών της Χώρας όσο διαρκεί η εκπαίδευσή τους (πχ Ικάρων, Ευελπίδων). (ιβ) σχετικά κωλύματα καλούνται αυτά τα οποία ο «κωλυόμενος» μπορεί να απαλλαγεί υποβάλλοντας τη παραίτησή του σε χρόνο που ορίζει το Σύνταγμα άλλοτε πριν την ανακήρυξη του υποψηφίου και άλλοτε 18 μήνες πριν, σχετικά κωλύματα είναι αυτά που ρυθμίζονται στις παραγράφους 1 και 3 του άρθρου 56 και διακρίνονται σε γενικά και τοπικά.
2.   Γενικά κωλύματα καλούνται αυτά που ισχύουν σε ολόκληρη την επικράτεια, καταλαμβάνουν τους υποψηφίους οπουδήποτε και να θελήσουν υποψηφιότητα (σε όλες τις εκλογικές περιφέρειες ή και στο ψηφοδέλτιο επικρατείας). Τοπικά κωλύματα καλούνται αυτά που κωλύουν τον υποψήφιο να υποβάλλει υποψηφιότητα σε συγκεκριμένες εκλογικές περιφέρειες στις οποίες εκτεινόταν κατά τόπο η αρμοδιότητά του. Τα πρόσωπα που καταλαμβάνονται από τοπικά κωλύματα ορίζονται στο άρθρο 56 παρ. 3 και έχουν τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: (α) Είναι καταρχήν πρόσωπα που έχουν και το γενικό κώλυμα του άρθρου 56 παρ. 1 άρα θα πρέπει ούτως ή άλλως να υποβάλλουν την παραίτησή τους πριν υποβάλλουν υποψηφιότητα οπουδήποτε. (β) Επειδή όμως είχαν αποφασιστική αρμοδιότητα τοπικά περιορισμένη σε συγκεκριμένο μέρος της Επικράτειας για να υποβάλλουν υποψηφιότητα σε εκείνες τις περιφέρειες θα πρέπει να έχουν υποβάλλει την παραίτησή τους 18 μήνες πριν πχ οι περιφερειάρχες και οι αντιπεριφερειάρχες. Για παράδειγμα, ο διευθυντής πυροσβεστικής Κρήτης καταρχήν έχει γενικό κώλυμα και σύμφωνα με το άρθρο 56 παρ. 1 πρέπει να υποβάλλει την παραίτησή του πριν την ανακλήρυξη του ως υποψήφιος οπουδήποτε και να θέλει να κατέβει υποψήφιος (1 εβδομάδα πριν). Αν θέλει όμως να κατέβει σε κάποια εκλογική περιφέρεια της Κρήτης τότε θα πρέπει να έχει παραιτηθεί τουλάχιστον  18 μήνες πριν την διεξαγωγή των τακτικών βουλευτικών εκλογών.
Κατηγορίες προσώπων με σχετικό - γενικό κώλυμα:
1.   Κρατικοί υπάλληλοι πάσης φύσεως (εδώ ανήκουν όσοι εργάζονται για το ελληνικό δημόσιο υπό στενή έννοια) (στρατιωτικοί, διοικητικοί, δικαστικοί υπάλληλοι, ανώτεροι και κατώτεροι, κεντρικοί ή αποκεντρωμένοι, μόνιμοι ή ορισμένου χρόνου δηλαδή με έννομη σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου).
2.   Όλοι οι διοικητικοί υπάλληλοι των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ πχ ΑΕΙ, ασφαλιστικοί οργανισμοί (ταμεία), νοσοκομεία του ΕΣΥ, Εκκλησία της Ελλάδας (το κώλυμα αυτό καταλαμβάνει όλους τους εργαζομένους από διοικητή νοσοκομείου μέχρι καθαρίστρια νοσοκομείου - κατώτεροι υπάλληλοι).
3.   Από τα όργανα των ΟΤΑ κωλύονται οι δήμαρχοι με σχετικό κώλυμα και οι περιφερειάρχες με απόλυτο κώλυμα.
4.   Από το προσωπικό των πάσης φύσεως ΝΠΙΔ δηλαδή τις δημόσιες εταιρίες που συστήνει και εποπτεύει το δημόσιο κωλύονται μόνο οι διοικητές, οι υποδιοικητές και οι πρόεδροι Δ.Σ. όχι το υπόλοιπο προσωπικό (πχ ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ, οι λεγόμενες δημόσιες τράπεζες, ΟΛΠ κλπ).
Σχόλιο 1ο: Δεν κωλύονται τα μέλη της κυβέρνησης (πρωθυπουργός, υπουργοί, υφυπουργοί) οι οποίοι βέβαια δεν είναι δημόσιοι υπάλληλοι αλλά κυβερνητικοί αξιωματούχοι.
Σχόλιο 2ο: Δεν κωλύονται οι καθηγητές ΑΕΙ οι οποίοι αφού εκλεγούν διατηρούν την ακαδημαϊκή τους ιδιότητα αλλά αναστέλλεται το διοικητικό τους έργο.
Σχόλιο 3ο: Κωλύονται σύμφωνα με παρ. 1 τα μέλη των ανεξαρτήτων αρχών καθώς θεωρούνται κρατικοί υπάλληλοι πχ ΑΣΕΠ, Συνήγορος του πολίτη κλπ, τα οποία και πρέπει να υποβάλλουν παραίτησή κατά άρθρο 56 παρ. 1.
Σχόλιο 4ο: Η άρνηση του πρωθυπουργού είναι συνταγματικώς ανίσχυρη αφού το Σύνταγμα ορίζει ότι η παρίτηση του «κωλυόμενου» συντελείται δηλαδή θεωρείται δεδομένη να υποβληθεί εγγράφως και άρα δεν απαιτείται κάποια έγκριση ή αποδοχή από προϊστάμενη αρχή.


18. Η εκλογική διαδικασία

Ο Εκλογικός Κώδικας καθορίζει μόνο τη διαδικασία της εκλογής των βουλευτών των εκλογικών περιφερειών.  Οι βουλευτές Επικρατείας κατ΄ ουσία δεν εκλέγονται αλλά αναδεικνύονται με βάση το αποτέλεσμα της εκλογής των βουλευτών των εκλογικών περιφερειών.
Η διαδικασία  της εκλογής των βουλευτών των εκλογικών περιφερειών περιλαμβάνει τρία στάδια: (α) την προδικασία ή προπαρασκευή (β) τη διεξαγωγή της ψηφοφορίας και (γ) τη διαπίστωση του εκλογικού αποτελέσματος και την ανακήρυξη των εκλεγέντων.
Η πρώτη πράξη της διαδικασίας της εκλογής είναι η προκήρυξη αυτής η οποία γίνεται με προεδρικό διάταγμα. Την έκδοση αυτή την ορίζουν ρητά τα άρθρα 53 παρ. 1 εδ β και 41 παρ. 3 του Συντάγματος οι οποίες επιτάσσουν την προκήρυξη της διενέργειας γενικών βουλευτικών εκλογών με προεδρικό διάταγμα μέσα σε 30 ημέρες από τη λήξη της βουλευτικής περιόδου ή τη διάλυση της βουλής.
Το διάταγμα ορίζει και την ημέρα της ταυτόχρονης ψηφοφορίας σε όλη την Επικράτεια. Από τη δημοσίευση του διατάγματος διάλυσης της βουλής ή τη 12η ημέρα πριν τη λήξη της βουλευτικής περιόδου αρχίζει η προεκλογική περίοδος. Οι διατάξεις εφαρμόζονται ανάλογα και για τη διενέργεια των αναπληρωματικών εκλογών.
Η υποβολή των προτάσεων των υποψηφίων και των συνδυασμών για την εκλογή των βουλευτών των εκλογικών περιφερειών ρυθμίζεται αντίστοιχα από τα άρθρα 32 και 34 του Εκλογικού Κώδικα. Οι υποψήφιοι μπορούν να προτείνονται με τρεις τρόπους (α) με την υποβολή της πρότασης από 12 τουλάχιστον εκλογείς και την αποδοχή αυτής από τον προτεινόμενο προσωπικά ή από ειδικό πληρεξούσιο (β) με την υποβολή της πρότασης από τον ίδιο τον υποψήφιο προσωπικά και (γ) με την υποβολή της πρότασης από ειδικό πληρεξούσιο.
Κανείς δεν μπορεί να υποβάλλει ή να αποδεχτεί υποψηφιότητα που προτείνεται από εκλογείς σε περισσότερες εκλογικές περιφέρειες. Μόνο ο πρόεδρος του κόμματος ή του συνασπισμού κομμάτων έχει δικαίωμα να υποβάλλει ή να αποδεχτεί υποψηφιότητα σε δύο εκλογικές περιφέρειες.
Στην πρόταση υποψηφιότητας αναγράφεται το όνομα, επώνυμο, πατρώνυμο, η ιδιότητα και η ακριβής διεύθυνση του προτεινόμενου.
Στην πρόταση επισυνάπτονται για κάθε υποψήφιο γραμμάτιο δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας για κατάθεση ορισμένου χρηματικού ποσού που ορίζει κάθε φορά με κοινή απόφαση οι Υπουργοί (α) Εσωτερικών (δ) Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης (γ) Οικονομικών.
Οι υποψήφιοι παίρνουν μέρος στις εκλογές είτε σε συνδυασμό είτε ως μεμονωμένοι. Οι συνδυασμοί μπορεί να είναι είτε συνδυασμοί ενός μόνο κόμματος είτε συνδυασμοί περισσότερων συνεργαζόμενων κομμάτων είτε συνδυασμοί ανεξάρτητων. Κανείς δεν μπορεί να μετέχει σε περισσότερους συνδυασμούς, κατ΄ εξαίρεση ο αρχηγός κόμματος ή συνδυασμού μπορεί να μετέχει στους συνδυασμούς του κόμματος ή του συνασπισμού του οποίου ηγείται σε δύο εκλογικές περιφέρειες, όπου έχει ανακηρυχθεί υποψήφιος.
Η πρόταση των υποψηφίων για τους 12 βουλευτές που εκλέγονται σε όλη την Επικράτεια ρυθμίζεται από τον Εκλογικό Κώδικα.  Η πρόταση αυτή υποβάλλεται από κόμμα ή συνασπισμό κομμάτων που καταρτίζει δικούς της συνδυασμούς στις μισές τουλάχιστον εκλογικές περιφέρειες της Χώρας. Δεν επιτρέπεται η υποβολή υποψηφιότητας σε πρόσωπο, που είναι υποψήφιος στις ίδιες εκλογές σε οποιαδήποτε εκλογική περιφέρεια. Η πρόταση κάθε κόμματος περιλαμβάνει μέχρι 12 υποψηφίους.



19. Τα εκλογικά συστήματα & ο ισχύον εκλογικός νόμος

Τα εκλογικά συστήματα
Εκλογικό σύστημα ονομάζεται η μέθοδος κατανομής των βουλευτικών εδρών στα κόμματα και τους υποψηφίους που μετέχουν στις εκλογές με βάση τις ψήφους που έλαβαν.
Τα γνωστά εκλογικά συστήματα μπορούν να καταταχθούν σε τρείς κατηγορίες : (α) πλειοψηφικά (β) αναλογικά και (γ) μικτά.
Α. Τα πλειοψηφικά συστήματα: Πλειοψηφικό είναι το σύστημα κατά το οποίο σε κάθε εκλογική περιφέρεια εκλέγεται ο συνδυασμός ή ο υποψήφιος που παίρνει την πλειοψηφία των ψήφων.  Το σύστημα αυτό συνδυάζεται τόσο με τη στενή εκλογική περιφέρεια (μονοεδρική) όσο και με την ευρεία εκλογική περιφέρεια (πολυεδρική). Διακρίνεται σε σύστημα απόλυτης πλειοψηφίας και σχετικής πλειοψηφίας. Κατά το πρώτο σύστημα οι έδρες ή η έδρα παραχωρούνται στο συνδυασμό ή τον υποψήφιο που λαμβάνει την απόλυτη πλειοψηφία των ψήφων δηλαδή το μισό πλέον μιας όλων των έγκυρων ψήφων, αν κανένας υποψήφιος δεν λάβει την απόλυτη πλειοψηφία τότε διενεργείται μετά από λίγες μέρες και δεύτερη ψηφοφορία στην οποία συμμετέχουν όλοι οι συνδυασμοί της πρώτης ψηφοφορίας και εκλέγεται βουλευτής εκείνος που λαβαίνει τη σχετική πλειοψηφία. Αντίθετα, κατά το σύστημα της σχετικής πλειοψηφίας εκλέγεται ο συνδυασμός ή ο υποψήφιος που λαμβάνει τη σχετική πλειοψηφία. Το σύστημα της σχετικής πλειοψηφίας ίσχυσε στην Ελλάδα μέχρι το 1926 και εφαρμόστηκε και σε ορισμένες μεταγενέστερες εκλογές με εξαίρεση του εκλογικού νόμου του 1844 που καθιέρωνε το σύστημα της απόλυτης πλειοψηφίας. Το πλειοψηφικό σύστημα έχει βασικό πλεονέκτημα ότι αναδεικνύει σταθερές κυβερνήσεις από την άλλη όμως αποκλείει την κοινοβουλευτική εκπροσώπηση των μειοψηφιών και οδηγεί στην κατάληψη της πλειοψηφίας των βουλευτικών εδρών από ένα κόμμα που εκπροσωπεί τη μειοψηφία των εκλογέων.
Β. Τα αναλογικά συστήματα: Αναλογικό σύστημα λέγεται το σύστημα κατά το οποίο οι έδρες κάθε εκλογικής περιφέρειας κατανέμονται στους συνδυασμούς και τους μεμονωμένους υποψηφίους, οι οποίοι μετέχουν στις εκλογές ανάλογα με τις ψήφους που έλαβαν.  Η ουσία του συστήματος είναι ότι μετέχουν στην κατανομή των εδρών όλοι οι συνδυασμοί και οι μεμονωμένοι υποψήφιοι οι οποίοι συγκέντρωσαν τον ελάχιστο αριθμό ψήφων που απαιτείται για την παραχώρηση μιας έδρας. Έτσι το σύστημα εξασφαλίζει την εκπροσώπηση των μειοψηφιών στο Κοινοβούλιο.
Η κατανομή των εδρών γίνεται με βάση το λεγόμενο εκλογικό διαιρέτη ή εκλογικό μέτρο. Εκλογικός διαιρέτης ή εκλογικό μέτρο ονομάζεται ο ελάχιστος αριθμός ψήφων που απαιτείται για την κατάληψη μιας βουλευτικής έδρας. Διαιρούμε το σύνολο των ψήφων με το εκλογικό μέτρο και βρίσκουμε τον αριθμό των βουλευτικών εδρών. Το εκλογικό μέτρο μπορεί να είτε ενιαίο σε όλη την χώρα είτε διαφορετικό σε κάθε εκλογική και κάθε εκλογική περιφέρεια εξαρτώμενο από τον αριθμό των εδρών κάθε εκλογικής περιφέρειας και αριθμό εκλογέων που ψηφίζουν κάθε φορά.
Σχετικά με τον καθορισμό του εκλογικού μέτρου αναπτύχθηκαν σε διάφορες χώρες τέσσερα συστήματα (μέθοδοι) υπολογισμού του:
(α) Σύστημα του Άγγλου νομικού Hare : Είναι ενιαίο σε όλη την Επικράτεια και διαιρείται ο συνολικός αριθμός των ψήφων κάθε κόμματος με τον αριθμό των εδρών του κόμματος. Οι έδρες που δεν διατίθεται δίδονται στα μεγάλα κόμματα.
(β) Σύστημα dHondt: Οι ψήφοι των συνδυασμών κάθε εκλογικής περιφέρειας διαιρούνται διαδοχικά με τους αριθμούς 1,2,3 κλπ μέχρι την εξάντληση του αριθμού των εδρών αυτής, οι έδρες παραχωρούνται στους συνδυασμούς που έχουν κατά σειρά τα μεγαλύτερα πηλίκα.
(γ) Σύστημα Niemeyer: Λέγεται και «σύστημα μαθηματικής αναλογίας», σύμφωνα με αυτό ο συνολικός αριθμός των ψήφων κάθε κόμματος πολλαπλασιάζεται με το συνολικό αριθμό των εδρών και το γινόμενο του πολλαπλασιασμού διαιρείται με το συνολικό αριθμό των ψήφων όλων των κομμάτων, οι τυχόν αδιάθετες έδρες παραχωρούνται στο κόμμα με τα μεγαλύτερα κλάσματα (υπόλοιπα). Το σύστημα αυτό ισχύει στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας από το 1985.
Το αναλογικό εκλογικό σύστημα είναι αναμφίβολα το δικαιότερο και δημοκρατικότερο. Το κύριο πλεονέκτημά του είναι ότι διασφαλίζει τη δίκαιη κοινοβουλευτική εκπροσώπηση όλων των πολιτικών τάσεων του Λαού. Και το βασικό μειονέκτημα είναι ότι διευκολύνει τη δημιουργία πολλών μικρών κομμάτων και έτσι εμποδίζει τη δημιουργία ομοιογενών κοινοβουλευτικών πλειοψηφιών.
Το αμιγές αναλογικό σύστημα (γνωστό ως σύστημα απλής αναλογικής) καθιερώθηκε στη χώρα μας με την τροποποίηση της εκλογικής νομοθεσίας του 1989.

Γ. Τα μικτά συστήματα: Ενόψει των πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων των δύο αμιγών εκλογικών συστημάτων που εκτέθηκαν προηγουμένως αναπτύχθηκαν σε διάφορες χώρες και διάφορα μικτά συστήματα όπου επιδιώκεται ο συνδυασμός των πλεονεκτημάτων των δύο κλασικών συστημάτων (πλειοψηφικού και αναλογικού).
Εξετάζονται εδώ τρία μικτά συστήματα:
(α) Το σύστημα της ενισχυμένης ή βελτιωμένης αναλογικής: Το σύστημα αυτό απαιτεί για τη συμμετοχή των κομμάτων στη δεύτερη και τρίτη κατανομή των εδρών τη συγκέντρωση ορισμένων ποσοστών ψήφων στη μείζονα εκλογική περιφέρεια ή σε όλη την επικράτεια ή την κατάληψη μιας ή περισσότερων εδρών κατά την πρώτη κατανομή από αυτά. Με το εν λόγω σύστημα επιδιώκεται ο περιορισμός του σπουδαιότερου μειονεκτήματος του αναλογικού συστήματος δηλαδή η καταπολέμηση της δημιουργίας πολλών μικρών κομμάτων σε βάρος της σταθερής διακυβέρνησης της χώρας.
(β) Το βελτιωμένο πλειοψηφικό σύστημα: Κατά το σύστημα αυτό οι περισσότερες έδρες κάθε εκλογικής περιφέρειας παραχωρούνται στο κόμμα που πλειοψήφησε ενώ οι υπόλοιπες έδρες προσκυρώνονται στο ισχυρότερο κόμμα της μειοψηφίας ή κατανέμονται στα υπόλοιπα κόμματα με βάση την εκλογική τους δύναμη. Το σύστημα αποβλέπει στην αποτροπή του σπουδαιότερου μειονεκτήματος του πλειοψηφικού συστήματος δηλαδή του αποκλεισμού της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης της μειοψηφίας.
(γ) Το σύστημα της εξομάλυνσης της αντιστοιχίας ψήφων και εδρών: Το σύστημα αυτό ήταν καταρχήν ένα σύστημα ενισχυμένης αναλογικής με τρεις εξαιρέσεις. Οι διατάξεις για τις εξαιρέσεις αυτές περιελάμβαναν 2 γενικές ρυθμίσεις που καθιέρωναν ένα ελάχιστο  ποσοστό ψήφων για την απόκτηση έδρας από οποιαδήποτε κατανομή (αποκλειστική ρήτρα) και 1 ρύθμιση που κατοχύρωνε ένα ελάχιστο ποσοστό εδρών των πολιτικών σχηματισμών (σύστημα εξομάλυνσης της αντιστοιχίας ψήφων και εδρών). Η αποκλειστική ρήτρα του 3% λέει ότι κόμμα ή συνασπισμός ή ανεξάρτητος συνδυασμός ή μεμονωμένος υποψήφιος που δεν συγκεντρώσει το 3% του συνόλου των έγκυρων ψηφοδελτίων  δεν δικαιούνται βουλευτική έδρα. Με το σύστημα εξομάλυνσης κατοχυρώνεται ένα ελάχιστο ποσοστό εδρών των πολιτικών σχηματισμών, σύμφωνα με τον Εκλογικό Κώδικα «κόμμα ή συνασπισμός που δικαιούται να εκλέξει βουλευτή, σε καμία περίπτωση δεν λαμβάνει λιγότερες από το 70% των εδρών που αντιστοιχούν στο ποσοστό των ψήφων του στην επικράτεια πολλαπλασιαζόμενο με 300», έτσι, ένα κόμμα που ελάμβανε το 11% των ψήφων δικαιούται τουλάχιστο 6 έδρες (11%*300=33*70%=23,1).
(δ) Το εκλογικό σύστημα της Γερμανίας: Η ομοσπονδιακή δημοκρατία της Γερμανίας αποτελείται καταρχήν από 598 βουλευτές. Από αυτούς οι 299 εκλέγονται με το σύστημα της σχετικής πλειοψηφίας σε ισάριθμες μονοεδρικές εκλογικές περιφέρειες και οι άλλοι μισοί με το σύστημα της ενισχυμένης αναλογικής με βάση συνδυασμούς που υποβάλλονται από κόμματα στις επιμέρους ομόσπονδες χώρες. Κάθε εκλογέας έχει 2 ψήφους: 1 ψήφο για την εκλογή του βουλευτή της εκλογικής περιφέρειας και 1 ψήφο για την εκλογή των βουλευτών σύμφωνα με το αναλογικό σύστημα. Οι βουλευτές που εκλέγονται με το αναλογικό σύστημα είναι βουλευτές της Επικρατείας ενώ οι βουλευτές που εκλέγονται με το πλειοψηφικό είναι βουλευτές των εκλογικών περιφερειών. Υπό την επιρροή του συστήματος αυτού καθιερώθηκε προφανώς στο άρθρο 54 παρ. 2-3  η διάκριση των βουλευτών σε βουλευτές εκλογικών περιφερειών και βουλευτών επικρατείας.
Δ. Το ισχύον εκλογικό σύστημα της Ελλάδας: Από τα προηγούμενα συντάγματα μόνο του 1925 κατοχύρωσε το αναλογικό εκλογικό σύστημα. Το ισχύον εκλογικό σύστημα καθιερώνεται με τις διατάξεις των άρθρων 2-11 του Ν 3231/2004 που ορίζει τις εκλογικές περιφέρειες. Οι διατάξεις εφαρμόστηκαν για πρώτη φορά στις εκλογές της 16/09/2007. Ο ισχύον εκλογικός νόμος καθιερώνει ένα μεικτό εκλογικό σύστημα. Ειδικότερα αποτελεί ένα συνδυασμό του αναλογικού συστήματος και του συστήματος της σχετικής πλειοψηφίας και περιλαμβάνει την απόλυτη αποκλειστική ρήτρα του προηγούμενου εκλογικού Κώδικα. Το αναλογικό σύστημα εφαρμόζεται για τους 260 βουλευτές συμπεριλαμβανομένων των βουλευτών επικρατείας και για τις υπόλοιπες 40 έδρες εφαρμόζεται το σύστημα της σχετικής πλειοψηφίας. Συγκεκριμένα:
1. Καθιερώνεται ρήτρα 3% την οποία όποιο κόμμα ή συνασπισμός κομμάτων ή συνδυασμός ανεξάρτητων ή μεμονωμένος βουλευτής δεν συγκεντρώνει το 3% επί των έγκυρων ψήφων σε όλη την Επικράτεια δεν δικαιούται βουλευτική έδρα.
2. Παρόλο που η χώρα διαιρείται σε 51 νομούς οι εκλογικές περιφέρειες είναι 56 καθώς ο νομός Αθηνών διαιρείται σε 5 εκλογικές περιφέρειες και ο νομός Θεσσαλονίκης σε δύο.
3. Τα έγκυρα ψηφοδέλτια που έλαβε κάθε κόμμα ή συνασπισμός κομμάτων σε ολόκληρη την Επικράτεια θεωρούνται ως ψήφοι που δόθηκαν και για το «ψηφοδέλτιο υποψηφίων Επικρατείας». Ο αριθμός των βουλευτών Επικρατείας προκύπτει  από το ακέραιο μέρος του πηλίκου της διαίρεσης του συνόλου των έγκυρων ψηφοδελτίων που έλαβαν στην Επικράτεια δια του εκλογικού μέτρου. Οι αδιάθετες έδρες ανά μία κατανέμονται σε όσους εκλογικούς σχηματισμούς έχουν το μεγαλύτερο αχρησιμοποίητο υπόλοιπο.
4. Από τις 260 έδρες οι 12 είναι των βουλευτών Επικρατείας και εφαρμόζεται το σύστημα της σχετικής πλειοψηφίας για τις μονοεδρικές και το αναλογικό σύστημα για τις πολυεδρικές σε δύο κατανομές. Η πρώτη κατανομή γίνεται με βάση το εκλογικό μέτρο και η δεύτερη (αδιάθετες έδρες) γίνεται με βάση τα μεγαλύτερα αχρησιμοποίητα υπόλοιπα.
5. Οι υπόλοιπες 40 έδρες (50 κατά τον Ν 3636) κατανέμονται στον εκλογικό σχηματισμό που πλειοψήφησε σχετικά στην Επικράτεια.
6. Αν ισοψηφήσουν 2 ή περισσότεροι υποψήφιοι του ίδιου συνδυασμού και οι έδρες που παραχωρούνται είναι λιγότερες τότε το Πρωτοδικείο σε δημόσια συνεδρίαση διενεργεί κλήρωση μεταξύ τους και ανακηρύσσονται εκείνοι οι βουλευτές που κληρώθηκαν.
7. Τίθεται θέμα συνταγματικότητας των διατάξεων της εκλογικής νομοθεσίας για το μη συνυπολογισμό των λευκών ψηφοδελτίων κατά τη διαπίστωση του εκλογικού αποτελέσματος. Το ΑΕΔ έχει ασχοληθεί δύο φορές όπου τη δεύτερη φορά η πλειοψηφία τις έκρινε αντισυνταγματικές (6 κατά και 5 υπέρ). Οι διατάξεις αυτές είναι αντίθετες με την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας και με την αρχή της ισότητας του ψήφου. Αρμόδιος για τη λύση του θέματος είναι ο συνταγματικός νομοθέτης.


20. Ο έλεγχος του κύρους των βουλευτικών εκλογών

Το Σύνταγμα αναθέτει τον έλεγχο του κύρους των βουλευτικών εκλογών στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο. Την αρμοδιότητα αυτή του Δικαστηρίου καθιερώνουν οι διατάξεις των άρθρων 58 και  100 παρ. 1 στοιχ α.  Τα προηγούμενα Συντάγματα από 1911 έως το 1975 ανέθεταν τον έλεγχο του κύρους  των βουλευτικών εκλογών σε ένα Ειδικό Δικαστήριο που αποκλήθηκε «Εκλογοδικείο». Το ισχύον Σύνταγμα ανέθεσε τον έλεγχο αυτό στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο που ίδρυσε στο οποίο του ανέθεσαν και την άρση των συγκρούσεων μεταξύ δικαστηρίων και διοικητικών αρχών κλπ, την αρμοδιότητα αυτή στο προϊσχύων  Σύνταγμα την είχε το Δικαστήριο Συγκρούσεως Καθηκόντων.
Η διάταξη του 58 αναθέτει στο Δικαστήριο τον έλεγχο του κύρους μόνο των αμφισβητούμενων βουλευτικών εκλογών δηλαδή εκείνων κατά των οποίων ασκούνται ενστάσεις.  Ο συνταγματικός νομοθέτης του 1911 αφαίρεσε από τη βουλή όλη την προηγούμενη δικαιοδοσία της σχετικά με τον έλεγχο του κύρους των εκλογών των μελών της και την ανέθεσε στο Δικαστήριο. Το δικαστήριο αυτό είναι αρμόδιο για την εκδίκαση των ενστάσεων κατά του κύρους των εκλογών, οι οποίες αναφέρονται τόσο σε εκλογικές παραβάσεις όσο και στην έλλειψη  των προσόντων της εκλογιμότητας. Στη βουλή παρέμεινε μετά το 1911 μόνο η αρμοδιότητα να αποφασίζει τις περιπτώσεις έκπτωσης από το βουλευτικό αξίωμα εξαιτίας στέρησης των προσόντων εκλογιμότητας ή της διατήρησης ή αποδοχής έργων ασυμβίβαστων με τα καθήκοντα του βουλευτή, το ισχύον Σύνταγμα και αυτή την αρμοδιότητα την έδωσε στο Δικαστήριο και είναι αποκλειστικά αρμόδιο τόσο για την απόκτηση όσο και την απώλεια του βουλευτικού αξιώματος. 

Βιβλιογραφία: