Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2015

ΤΡΟΠΟΣ ΣΚΕΨΗΣ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΠΡΑΚΤΙΚΟΥ ΓΕΝΚΟΥ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

Κάθε πρακτικό αποτελείται από 2 μέρη: από τα πραγματικά περιστατικά και τις ερωτήσεις.

Για παράδειγμα:

Πραγματικό περιστατικό:  Ο Α πυροβόλησε τον Β στο κεφάλι και τον σκότωσε.
Ερώτηση: Ποιά η (ποινική) ευθύνη του Α; ή αλλιώς Αξιόποινο (=πράξη άξιας ποινής) του Α.

Η πρώτη δουλειά του λύτη είναι να βρει ποιανού εγκλήματος η αντικειμενική υπόσταση πληρούται από τα πραγματικά περιστατικά.

Άρθρο 299 παρ. 1 ΠΚ: "Όποιος (=υποκείμενο) με πρόθεση (=υπαιτιότητα που απαιτείται βλ. άρθ. 27 ΠΚ μπορεί να αναφέρεται μπορεί και όχι, αν όχι τότε ελέγχουμε πως τιμωρείται το έγκλημα και με τα άρθ. 18 και 26 ΠΚ βρίσκουμε και την υπαιτιότητα) σκότωσε (=εγκληματική συμπεριφορά) άλλον (=υλικό αντικείμενο) τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη (= κακούργημα βλ. άρθ. 18 ΠΚ)". 

Στο στάδιο αυτό ανακύπτουν και άλλα θέματα που πρέπει να ελεγχθούν όπως:
1. Η συγκεκριμένη συμπεριφορά του δράστη Α φέρει τα χαρακτηριστικά της πράξης;

2. Τίθεται θέμα συμμετοχής; (π.χ. Ο Γ έπεισε τον Α να σκοτώσει τον Β ή ο Δ κράταγε τσίλιες όσο ο Α σκότωνε τον Β ή ο Ε χτύπησε τον Β για να χάσει τις αισθήσεις του και να μπορέσει ο Α να τον σκοτώσει στο κεφάλι κ.λπ.
Αν ναι τότε ΑΡΧΙΚΑ εξετάζεται η συμπεριφορά του φυσικού αυτουργού.

3. Αν πρόκειται για έγκλημα αποτελέσματος υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ συμπεριφοράς του δράστη και αποτελέσματος;

4. Έχουμε έγκλημα που τελέστηκε με παράλειψη; Και αν ναι, πρόκειται για γνήσιο ή μη γνήσιο έγκλημα παράλειψης (=ιδιαίτερη νομική υποχρέωση άρθ. 15 ΠΚ).

5. Πρόκειται για έγκλημα από αμέλεια; Αν ναι στην αντικειμενική υπόσταση θα εξεταστεί και η ύπαρξη του αντικειμενικού σφάλματος του δράστη.

6. Υπάρχει υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου δηλαδή σκοπός ή οίκτος; Αν ναι, πρέπει να πληρούται και αυτό από την εγκληματική συμπεριφορά του Α.

7. Αν δεν πληρούται η αντικειμενική υπόσταση (όλη ή μέρος) αλλά υπάρχει αρχή εκτέλεσης και εφόσον υπάρχει η απαιτούμενη εκ της υποκειμενικής υπόστασης υπαιτιότητα, τεκμαίρεται το καταρχήν άδικο της απόπειρας του εγκλήματος.  Εδώ θα πρέπει να εξεταστεί και η πιθανότητα πλήρωσης της αντικειμενικής υπόστασης κάποιας παραλλαγής του βασικού εγκλήματος που θα συρρέει φαινομενικά κατ' ιδέαν και θα υπερισχύει του βασικού (=αρχή της ειδικότητας).

Στην υπό κρίση περίπτωση, ο Α πληροί με την πράξη του την αντικειμενική υπόσταση του άρθ. 299 παρ. 1 ΠΚ (=όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον) και τεκμαίρεται ότι η πράξη του είναι καταρχήν άδικη.

 
Αφού τελειώσει με τα παραπάνω η δεύτερη δουλειά του λύτη είναι να ελέγξει αν συντρέχει κάποιος λόγος άρσης του αδίκου (γενικός ή ειδικός) πχ ο Α πυροβόλησε και σκότωσε τον Β γιατί προηγουμένως ο Β είχε μπει σπίτι του για να διαπράξει ληστεία, οπότε εδώ θα είχαμε την περίπτωση της άμυνας άρθ. 22 επ. ΠΚ και επομένως αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης του Α και η πράξη του Α μένει ατιμώρητη. Αν όμως δεν συντρέχει κάποιος λόγος άρσης του αδίκου (=όπως και στην υπό κρίση περίπτωση) τότε η άδικη πράξη του Α είναι και τελειωτικά άδικη πράξη. 

Η τρίτη δουλειά του λύτη είναι να διαπιστώσει την ικανότητα καταλογισμού του δράστη (άρθ. 26-35 ΠΚ) και να ελέγξει αν ο Α είχε το ακαταλόγιστο π.χ. τρελός, μανιακός. Αν όμως είχε πλήρη συνείδηση ο λύτης αναζητά την υπαιτιότητα που απαιτεί το οικείο έγκλημα (=στην υπό κρίση περίπτωση, η ανθρωποκτονία εκ προθέσεως απαιτεί δόλο α βαθμού καθώς ο δράστης και επιδίωξε το επερχόμενο αποτέλεσμα και το θέλησε κιόλας = πλήρες γνωστικό και βουλητικό στοιχείο).

Κατά το στάδιο αυτό εξετάζεται η πιθανότητα ύπαρξης πραγματικής πλάνης που αποκλείει το δόλο, και τίθεται μόνο ζήτημα για τιμώρηση από αμέλεια  (εφόσον το εν λόγω έγκλημα τιμωρείται από αμέλεια βλ. 302 ΠΚ). 

Αν δεν συντρέχει κάποιος λόγος άρσης του καταλογισμού (πχ συγγνωστή νομική πλάνη, κατάσταση ανάγκης του άρθρου 32 ΠΚ κλπ) η πράξη του δράστη είναι και τελικά καταλογιστή. 

Η τέταρτη δουλειά του λύτη είναι να ελέγξει αν πληρούται ο ίσως απαιτούμενος (=δεν υπάρχει σε όλα τα εγκλήματα) εξωτερικός όρος του αξιοποίνου ή αν συντρέχει κάποιος λόγος άρσης του τιμωρητού καθώς και η δυνατότητα συνδρομής κάποιας ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 ΠΚ που θα μεταβάλει το απειλούμενο πλαίσιο ποινής. 

Στην υπό κρίση περίπτωση, δεν υπάρχει εξωτερικός όρος του αξιοποίνου οπότε δεν το αναφέρουμε. Αν υπάρχει όμως θα πρέπει να πληρούται και αυτός άλλως η πράξη του δράστη δεν είναι ούτε καταρχήν άδικη. 
π.χ. στη συμμετοχή σε αυτοκτονία του άρθ. 301 ΠΚ ο Α πείθει τον Β να αυτοκτονήσει, αν ο Β αυτοκτονήσει τότε πληρούται ο εξωτερικός όρος του αξιοποίνου αν όμως δεν αυτοκτονήσει, ο Α θα μείνει ατιμώρητος.

Σε αυτό το σημείο περατώνεται ο έλεγχος για την ποινική ευθύνη του φυσικού αυτουργού, στην προκειμένη περίπτωση, του Α. Συνεπώς, ο Α θα τιμωρηθεί για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως εις βάρος του Β.

Η πέμτπη δουλειά του λύτη θα ήταν αν τελικά υπήρχε συμμετοχή που αναφέραμε παραπάνω να ξαναπάρουμε από την αρχή τις πρώτες 4 εργασίες και να τις εφαρμόσουμε στον κάθε ένα συμμέτοχο πχ ηθικό αυτουργό, άμεσο συνεργό, απλό συνεργό κ.λπ. 

Τέλος, ο  λύτης οφείλει σε περίπτωση που κάποιο από τα αναφερόμενα στο πρακτικό πρόσωπα έχει ευθύνη για περισσότερα εγκλήματα (πχ ο Α πυροβόλησε τον Β να τον σκοτώσει, όμως αστόχησε και κατέστρεψε τη τζαμαρία του φαρμακείου που βρισκόταν από πίσω του Β) να εξετάσει το αληθές ή φαινομενικό της συρροής.

Αν δεχτεί ότι η συρροή είναι φαινομενική, θα πρέπει να την δικαιολογήσει με κάποια από τις αρχές της (=ειδικότητα, απορρόφηση, επικουρικότητα).

Αν δεχτεί ότι η συροοή είναι αληθινή, θα πρέπει να αποφασίσει για τον τρόπο σχηματισμού της συνολικής ποινής, δηλαδή αν πρόκειται για κατ' ιδέαν ή πραγματική συρροή. Στην τελευταία περίπτωση πρέπει ο λύτης να αποφανθεί περαιτέρω και για το αν υπάρχει η δυνατότητα εφαρμόγής του άρθ. 98 ΠΚ για το κατ' εξακολούθηση έγκλημα.

Επομένως, ΣΟΣΑΡΕΣ στο ποινικό δίκαιο είναι ΟΙ ΠΡΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΜΗ ΠΡΑΞΕΙΣ, ΠΑΡΑΛΕΙΨΗ ΚΑΙ ΙΔΙΑΙΤΕΡΗ ΝΟΜΙΚΗ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘ. 15 ΠΚ, ΟΙ ΛΟΓΟΙ ΑΡΣΗΣ ΤΟΥ ΑΔΙΚΟΥ (ΑΡΘΡΑ 20-25 ΠΚ), Η ΥΠΑΙΤΙΌΤΗΤΑ ΤΟΥ ΑΡΘ. 26 ΠΚ, ΔΟΛΟΣ ΚΑΙ ΑΜΕΛΕΙΑ (ΑΡΘΡΑ 27-28 ΠΚ), Η ΤΡΙΧΟΤΟΜΗΣΗ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ (18 ΠΚ), ΤΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΕΚ ΤΟΥ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΟΣ ΔΙΑΚΡΙΝΟΜΕΝΑ (ΑΡΘΡΟ 29 ΠΚ), ΟΙ ΛΟΓΟΙ ΠΟΥ ΑΠΟΚΛΕΙΟΥΝ ΤΟΝ ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΜΟ (ΑΡΘΡΑ 30-31-32-34-35 ΠΚ), ΟΙ ΕΙΔΙΚΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΩΝ (= ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΑΡΘΡΑ 42-44 ΠΚ, ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΑΡΘΡΑ 45-49 ΠΚ, ΣΥΡΡΟΗ ΑΡΘΡΑ 94-98 ΠΚ).



Τρίτη, 28 Ιουλίου 2015

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΠΡΑΞΗΣ (ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΓΕΝΙΚΟΥ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ)


Πρακτική άσκηση:
Συνοπτική απάντηση:
Ο Α πυροβολεί στο κεφάλι τον Β και τον σκοτώνει.
Είναι άδικη η πράξη του Α;
Έχουμε αρχικά άδικη πράξη καθώς η εγκληματική συμπεριφορά του Α πληροί την ειδική υπόσταση του άρθ. 299 παρ. 1 ΠΚ => «όποιος... σκότωσε άλλον».
Από τα πραγματικά περιστατικά δεν συντρέχει κάποιος λόγος άρσης του αδίκου επομένως η πράξη του Α είναι και τελειωτικά άδικη.
Ο Β μπαίνει κρυφά στο σπίτι του Α για να τον κλέψει, ο Α ξυπνά και ο Β του επιτίθεται. Πάνω στην πάλη τους, ο Α καταφέρνει να χτυπήσει θανάσιμα τον Β με ένα μαχαίρι.
Είναι άδικη η πράξη του Α;
Έχουμε αρχικά άδικη πράξη καθώς η εγκληματική συμπεριφορά του Α πληροί την ειδική υπόσταση του άρθ. 299 παρ. 1 ΠΚ => «όποιος ... σκότωσε άλλον».
ΟΜΩΣ, μια πράξη δεν είναι τελειωτικά άδικη εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της κατάστασης της άμυνας του άρθ. 22 ΠΚ. Ειδικότερα, υπάρχει επίθεση του Β (=ανθρώπινη συμπεριφορά) που πλήττει έννομα αγαθά του Α (=υγεία, χρήματα, αντικείμενα αξίας), είναι άδικη επίθεση (=στοιχειοθετείται το έγκλημα της κλοπής του άρθ. 372 ΠΚ και της διατάραξης της οικιακής ειρήνης του άρθ. 334 ΠΚ), είναι παρούσα επίθεση (=η επίθεση έχει αρχίσει και δεν έχει τελειώσει αφού ο Β εξακολουθεί και βρίσκεται στο σπίτι του Α).
Συνεπώς, το αξιόποινο της συμπεριφοράς του Α απαλείφεται με το άρθ. 22 ΠΚ περί κατάστασης άμυνας και επομένως δεν τιμωρείται.
Ο Α βλέπει να βγαίνει καπνός από το σπίτι του γείτονά του Β, που απουσιάζει για ψώνια. Έτσι, σπάει την πόρτα του Β για να σβήσει τη φωτιά και σώζει την ανήμπορη πεθερά του Β.
Είναι άδικη η πράξη του Α;
Έχουμε αρχικά άδικη πράξη καθώς η εγκληματική συμπεριφορά του Α πληροί την ειδική υπόσταση των άρθρων 381 ΠΚ περί φθορά ξένης ιδιοκτησίας και 334 ΠΚ περί διατάραξης οικιακής ειρήνης.
Όμως, η πράξη του Α δεν είναι τελειωτικά άδικη πράξη εφόσον συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις του άρθ. 25 ΠΚ περί κατάστασης ανάγκης που αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα της. Ειδικότερα: έχουμε κίνδυνο (=καπνός που βγαίνει από το σπίτι του Β), παρών (=συμβαίνει τώρα), άλλως αναπότρεπτος κίνδυνος (=δεν είναι ο Β εκεί), χωρίς υπαιτιότητα του δράστη (=ο καπνός δεν είναι αποτέλεσμα συμπεριφοράς του Α), το έννομο αγαθό (=ιδιοκτησία) είναι οποιουδήποτε (=γείτονα) και είναι σημαντικά κατώτερο από αυτό που πλήττεται (=υγεία > πόρτα).
Επομένως, η εγκληματική συμπεριφορά του Α είναι καταρχήν άδικη αλλά αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της λόγω κατάστασης ανάγκης του άρθ. 25 ΠΚ.
Ο Β μπαίνει στο σπίτι του Α για να τον κλέψει. Ο Α ξυπνά και τον κυνηγά με την καραμπίνα του. Ο Β τρέχει για να γλιτώσει αλλά ο Α τον προλαβαίνει στη γωνία του δρόμου και τον τραυματίζει θανάσιμα.
Είναι άδικη η πράξη του Α;
Έχουμε αρχικά άδικη πράξη καθώς η εγκληματική συμπεριφορά του Α πληροί την ειδική υπόσταση του άρθ. 299 παρ. 1 ΠΚ => «όποιος ... σκότωσε άλλον».  
Ερευνώντας αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθ. 22 ΠΚ περί κατάστασης άμυνας, διαπιστώνουμε ότι υπάρχει καταρχήν άμυνα (=επίθεση του Β που προσβάλλει έννομα αγαθά του Α), όμως επειδή ο Β τράπηκε σε φυγή, τα έννομα αγαθά έχουν ειρηνεύσει και συνεπώς δεν έχουμε αμυντική συμπεριφορά του Α. Έτσι, συντρέχουν οι προϋποθέσεις της υπέρβασης  της άμυνας (άρθ. 23 εδ. α ΠΚ) η οποία τιμωρείται από το νόμο.

Παρασκευή, 24 Ιουλίου 2015

ΘΕΜΑΤΑ ΓΕΝΙΚΟΥ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ (ΙΟΥΝΙΟΣ 2015 Α ΤΜΗΜΑ-Ν.ΜΠΙΤΖΙΛΕΚΗΣ_ΝΟΜΙΚΗ ΑΠΘ)

 
Θέμα 1ο
Συμφέρει περισσότερο τον κατηγορούμενο να επικαλεστεί πραγματική ή νομική πλάνη και γιατί;

Θέμα 2ο
Τι είδους διακινδύνευση υπάρχει στο άρθρο 279 ΠΚ; Να το επαναδιατυπώσετε (όχι ολόκληρο, στο κρίσιμο σημείο του) ώστε να εκφράζονται και οι άλλες μορφές.

Θέμα 3ο
Ο Α ζητά από την ερωμένη του Β να του αποκαλύψει το σημείο που ο σύζυγός της έκρυψε το μεγάλο ποσό που πρόσφατα απέσυρε από την τράπεζα, ώστε να το πάρει και να ζήσουν μαζί μια άνετη ζωή. Η Β του αποκαλύπτει την κρυψώνα και μια νύχτα βγαίνει έξω με το σύζυγό της, ώστε ο Α να μπορέσει να μπει στο σπίτι τους. Πράγματι, ο Α μπαίνει στο σπίτι, βρίσκει την κρυψώνα και ετοιμάζεται να αφαιρέσει το ποσό. Όμως, ο γείτονας Γ αντιλαμβάνεται τον Α και νομίζοντας πως κινδυνεύει η ζωή της Β και του συζύγου της, βγάζει το υπηρεσιακό του όπλο και πυροβολεί εναντίον του Α για να τον τραυματίσει. Ο Α καταφέρνει να ξεφύγει αλώβητος σπάζοντας την τζαμαρία του διπλανού διαμερίσματος, πλην όμως με τα χέρια αδειανά.
Να αξιολογηθούν ποινικώς οι Α, Β, Γ. (Από το ειδικό μέρος δίνονται τα άρθρα: 308, 334, 372, 381).


Πέμπτη, 16 Ιουλίου 2015

SOS ΠΡΑΚΤΙΚΟ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΑΠΟ ΒΙΒΛΙΟ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ ΑΠΟΛΥΤΗΣ ΕΙΚΟΝΙΚΟΤΗΤΑΣ (138 ΑΚ)



Ο Κ, κύριος ενός διαμερίσματος θέλει να το δωρίσει στην ενήλικο ανιψιό του Α. Για να αποφευχθεί όμως η καταβολή του υψηλού φόρου δωρεάς εμφανίζονται οι Κ και Α ενώπιον του συμβολαιογράφου Σ και συμφωνούν ότι το διαμέρισμα πωλείται και μεταβιβάζονται από τον Κ στον Α αντί του οριζόμενου στο συμβόλαιο τιμήματος (αντικειμενικής αξίας), το οποίο ουδέποτε στην πραγματικότητα καταβλήθηκε, δεδομένου ότι τα μέρη θέλησαν δωρεά και όχι πώληση.
ΕΡΩΤΑΤΑΙ:
α) Ποιά είναι η δεσμεύουσα τα μέρη αιτία της μεταβίβαση; η πώληση ή η δωρεά;
β) Σε ποια από τις ακόλουθες κατηγορίες δικαιοπραξιών (εμπράγματες ή ενοχικές, εκποιητικές ή υποσχετικές, τυπικές ή άτυπες, επαχθείς ή χαριστικές) υπάγονται η πώληση και η δωρεά;

α) Όπως συνάγεται από τα πραγματικά περιστατικά, η αληθινή βούληση των μερών (δηλαδή των Κ και Α) ήταν να συνάψουν δωρεά. Η σύμβαση της πώλησης καταρτίστηκε φαινομενικά για την αποφυγή του υψηλού φόρου της δωρεάς. Συνεπώς κατά την ΑΚ 138 παρ. 1 η πώληση πάσχει από ακυρότητα και μάλιστα η ακυρότητα αυτή είναι απόλυτη. Επομένως, κάτω από την εικονική δικαιοπραξία της πώλησης κρύπτεται η έγκυρη κατά την ΑΚ 138 παρ. 2 δωρεά, η οποία αποτελεί την πραγματική αιτία της μεταβίβασης της κυριότητας του διαμερίσματος, αφού τα μέρη αυτή ήθελαν και την υπέβαλαν στον συμβολαιογραφικό τύπο που απαιτείται για τη σύσταση δωρεάς (ΑΚ 498 παρ. 1).

β) Τόσο η δωρεά όσο και η πώληση είναι ενοχικές δικαιοπραξίες αφού από αυτές απορρέουν ενοχικά δικαιώματα. Είναι και οι δύο δικαιοπραξίες υποσχετικές  αφού με αυτές δεν διατίθεται δικαίωμα, αλλά απλώς δημιουργείται ενοχική υποχρέωση του υποσχόμενου και ενοχικό δικαίωμα του λήπτης της υπόσχεσης. Η πώληση (ΑΚ 513) είναι καταρχήν άτυπη δικαιοπραξία (δηλαδή δεν απαιτεί ορισμένο τύπο), όμως με συνδυασμό με την ΑΚ 369 για την πώληση ακινήτου απαιτείται συμβολαιογραφικό έγγραφο. Άρα εδώ είναι τυπική. Η δωρεά (ΑΚ 496) είναι τυπική δικαιοπραξία αφού για την έγκυρη σύστασή της απαιτείται συμβολαιογραφικό έγγραφο (ΑΚ 498). Τέλος, η πώληση είναι επαχθής δικαιοπραξία, αφού ο οφειλέτης προβαίνει στην περιουσιακή επίδοση έναντι ανταλλάγματος: ο πωλητής αναλαμβάνει την υποχρέωση μεταβίβασης κυριότητας του πράγματος και ο αγοραστής οφείλει να καταβάλει το συμφωνηθέν τίμημα (ΑΚ 513). Αντίθετα, η δωρεά είναι χαριστική δικαιοπραξία αφού η παροχή δίδεται στον δωρεοδόχο χωρίς αντάλλαγμα.

SOS ΠΡΑΚΤΙΚΟ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΑΠΟ ΒΙΒΛΙΟ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ ΓΙΑ ΠΛΑΝΗ ΣΤΑ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΑ ΑΙΤΙΑ, ΣΤΗ ΒΟΥΛΗΣΗ ΚΑΙ ΑΠΑΤΗ (143, 144, 147 ΑΚ)



Ο Α κατήρτισε προσύμφωνο για την αγορά από τον αγρότη Π ενός οικοπέδου στον Μαραθώνα θεωρώντας ότι το οικόπεδο βρίσκεται εντός του σχεδίου πόλεως και ότι θα μπορούσε να χτίσει ένα σπίτι.
Ο Π, ο οποίος γνώριζε ότι το οικόπεδο βρίσκεται εκτός σχεδίου, παρέσχε στον Α ψευδείς διαβεβαιώσεις περί του αντιθέτου.
Πριν από την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου ο Α διαπίστωσε ότι το οικόπεδο δεν βρίσκεται εντός του σχεδίου πόλεως και ζήτησε την ακύρωση του προσυμφώνου.
ΕΡΩΤΑΤΑΙ: Επηρεάζει το κύρος της σύμβασης η εσφαλμένη αντίληψη του Α;

Ο Α κατήρτισε το προσύμφωνο πώλησης του οικοπέδου θεωρώντας ότι αυτό βρίσκεται εντός του σχεδίου πόλεως και ότι συνεπώς είναι οικοδομήσιμο. Στην πραγματικότητα όμως η εντύπωση αυτή του Α είναι εσφαλμένη. Η βούλησή του έχει σχηματισθεί ελαττωματικά λόγω άγνοιας της πραγματικότητας στην οποία στηρίχθηκε, ότι δηλαδή το οικόπεδο βρίσκεται εκτός του σχεδίου πόλεως.
Σύμφωνα με την ΑΚ 143 εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, πλάνη που αναφέρεται αποκλειστικώς στα παραγωγικά αίτια της βούλησης δεν είναι ουσιώδης και συνακόλουθα δεν οδηγεί σε ακύρωση της σύμβασης
Εξαίρεση στον κανόνα της ΑΚ 143 αποτελεί η ΑΚ 142, η οποία προβλέπει ότι η πλάνη που αναφέρεται σε ιδιότητες του προσώπου του πράγματος θεωρείται ουσιώδης, αν κατά τη συμφωνία των μερών ή με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη οι ιδιότητες αυτές είναι τόσο σπουδαίες για την όλη δικαιοπραξία, ώστε, αν το πρόσωπο γνώριζε την πραγματική κατάσταση (υποκειμενικό κριτήριο) δεν θα προέβαινε στην κατάρτιση του προσυμφώνου.
Επομένως, ο Α μπορεί να ζητήσει την ακύρωση του προσυμφώνου της πώλησης λόγω πλάνης στη βούληση (ΑΚ 142, 154).

Σύμφωνα με ΑΚ 147 εδ. α' «όποιος παρασύρθηκε με απάτη σε δήλωση βούλησης, έχει δικαίωμα να ζητήσει να ακυρωθεί η δικαιοπραξία». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι απάτη είναι η δόλια παραπλάνηση άλλου σε δήλωση βουλήσεως. Συνεπώς, προϋποθέσεις της απάτης είναι α) να έχει παραπλανηθεί ο δηλών β) η παραπλάνηση να είναι δόλια γ) να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ παραπλάνησης και δήλωση βουλήσεως.
Στην κρινόμενη περίπτωση, οι προϋποθέσεις αυτές συντρέχουν: καταρχάς υπάρχει παραπλάνηση και ειδικότερα ενίσχυση της πλάνης στην οποία βρίσκεται ο Α. Η παραπλάνηση είναι δόλια αφού ο Π γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που παρουσίασε ως αληθές και είχε πρόθεση να παραπλανήσει τον Α. Τέλος, προκύπτει από το ιστορικό, η απάτη υπήρξε το αποφασιστικό αίτιο οδήγησε τον Α σε δήλωση βουλήσεως. Συνάγεται ότι ο τελευταίος δεν θα κατήρτιζε το προσύμφωνο, στην περίπτωση που δεν μεσολαβούσε η απατηλή συμπεριφορά του Π. Επομένως, υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραπλάνησης και της δήλωσης βουλήσεως και συνακόλουθα δικαίωμα του Α να ζητήσει την ακύρωση του προσυμφώνου και λόγω απάτης (ΑΚ 147 εδ. α, 154).

Όταν υπάρχει δικαίωμα ακύρωσης της ίδιας δικαιοπραξίας και λόγω πλάνης και λόγω απάτης, για την επιλογή της νομικής βάσης με την οποία τελικώς θα ζητήσει την ακύρωση ο θιγόμενος, πρέπει να ληφθούν υπόψη τα εξής:
1.    Στις ΑΚ 140 επ. η πλάνη πρέπει να είναι ουσιώδης. Στις ΑΚ 147 επ. αρκεί και επουσιώδης πλάνη. Στην υπό κρίση περίπτωση, η πλάνη είναι ουσιώδης, γιατί αφορά ένα τόσο σημαντικό στοιχείο, ώστε αν ο Α γνώριζε ότι το ακίνητο βρίσκεται εκτός σχεδίου δεν θα είχε καταρτίσει το προσύμφωνο.
2.    Στην περίπτωση της απάτης δεν προβλέπεται αποκλεισμός της ακυρώσεως για τους λόγους της ΑΚ 144.
3.    Σε περίπτωση απάτης ο απατηθείς έχει δικαίωμα να ζητήσει, εκτός από την ακύρωση της δικαιοπραξίας, και αποζημίωση κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών (ΑΚ 149), ενώ ο πλανηθείς κινδυνεύει να υποχρεωθεί σε αποζημίωση κατά την ΑΚ 145.
Επομένως, αν ο Α μπορεί να αποδείξει την απάτη, τον συμφέρει να επιδιώξει την ακύρωση της δικαιοπραξίας με βάση τις ΑΚ 147 επ.